Legislator Case Law & Legislation
1846/2013 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against foreign service allowance calculation errors in diplomatic staff case.

Case Number 1846/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the State's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a diplomat's foreign service allowance. The lower court had calculated child benefits based on a specific foreign service allowance rate, which the State contested as legally flawed. The Court found the State's argument valid regarding the calculation methodology but deemed the third appeal ground inadmissible due to statute of limitations, resulting in a remand for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Art. 131 para. 1 of Law 419/1976; Art. 12 of Law 2470/1997: The Supreme Court held that the State's appeal regarding the calculation of foreign service allowances is admissible if the lower court erred in applying statutory provisions, but grounds based on expired limitation periods must be rejected.

Keywords

AI generated
foreign service allowance diplomatic staff statute of limitations child benefits remand for retrial administrative appeal salary calculation

Cited Legislation

AI generated
Art. 131 para. 1 of Law 419/1976
Art. 12 of Law 2470/1997
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 129 para. 5 of Law 2594/1998
Art. 135 para. 4 and 5 of Law 2594/1998
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
083/AS 11254/22.1.2001
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1846 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1846/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Μ. του Ν., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/6/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1829/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7164/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5/6/2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 17/2/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε, α) την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως μόνο κατά το κεφάλαιο της προσαύξησης του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για δαπάνες στέγασης και την απόρριψη αυτού κατά τα λοιπά, β) την παραδοχή του δευτέρου λόγου και την απόρριψη του τρίτου λόγου αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 131 παρ.1 του ν. 419/1976 "Περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών" που ίσχυε μέχρι 24-3-1998, αφότου ισχύει ο ν. 2594/1998 "Κώδικας περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών", ως αποδοχές όλων των υπαλλήλων του Υπουργείου νοούνται ο βασικός μισθός με όλα τα επιδόματα και τις προσαυξήσεις που χορηγούν οι κείμενες διατάξεις.

Κατά την παρ. 10 του ίδιου παραπάνω άρθρου παρασχέθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό, για την αντιμετώπιση των διαφορών κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβιώσεως σε κάθε χώρα, επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής (Ε.Υ.Α) σε συνάλλαγμα, ανάλογα με τον κλάδο, βαθμό, οικογενειακά βάρη και το κόστος ζωής του τόπου όπου υπηρετεί ο υπάλληλος και ειδικότερα για τους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου και τους εμπειρογνώμονες του ΥΠΕΞ, ανάλογα με τις συνθήκες στεγάσεως που επικρατούν στη χώρα που υπηρετούν.

Σύμφωνα με την παρ. 11 του ίδιου άρθρου το ως άνω επίδομα καθορίζεται κάθε φορά για τους υπαλλήλους που έχουν πρεσβευτικό βαθμό, με Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν προτάσεως των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών και για όλους τους άλλους υπαλλήλους της εξωτερικής υπηρεσίας με την ίδια Πράξη σε ποσοστό επί του επιδόματος που καθορίστηκε για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό.

Το εν λόγω επίδομα δικαιούται, κατά το άρθρο 69 παρ. 1 του άνω Ν. 419/1976, και το βοηθητικό προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας που προσλαμβάνεται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 132 του Ν. 419/76, οι προϊστάμενοι των διπλωματικών και των εμμίσθων προξενικών αρχών δικαιούνται δωρεάν οικήσεως σε βάρος του δημοσίου, ενώ σε εξαιρετικές περιπτώσεις είναι δυνατό να μισθώνεται σε βάρος του δημοσίου οίκημα για τη στέγαση των λοιπών υπαλλήλων της εξωτερικής υπηρεσίας, οπότε στην περίπτωση αυτή θα εκπίπτεται το 1/3 του καταβαλλομένου στους υπαλλήλους αυτούς επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής.

Με τη Φ 083-58/ 11.3.1988 ΚΥΑ των Υπουργών Προεδρίας, Εξωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ 177Β'/31.3.1988) που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ.1 Ν. 1256/1982 και 3 παρ. 8 Ν.1288/1982 και κυρώθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 Ν. 1884/1990, καθορίστηκε το παραπάνω επίδομα για τους προϊσταμένους των διπλωματικών και εμμίσθων προξενικών αρχών, ως και τα ποσοστά επί του επιδόματος αυτού που λαμβάνουν όλοι οι εξομοιούμενοι σε βαθμό υπάλληλοι άλλων κατηγοριών και ειδικοτήτων.

Με την παρ. Γ' της παραπάνω ΚΥΑ ορίστηκε ότι στους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία, το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά 10% κατά τις αναφερόμενες εκεί διακρίσεις. Με τις παρ. Ε και ΣΤ της παραπάνω ΚΥΑ ορίζεται ότι σ' όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπ.

Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του Ν. 1505/84. Το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του επί συμβάσει εν γένει προσωπικού μπορεί να μειώνεται με απόφαση του Υπουρ. Εξωτερικών, εφόσον συντρέχουν ειδικά γι' αυτό λόγοι.

Ακολούθως, με τη ΣΤ1/Η/Φ083-13 ΑΣ 2900/5.4.1993 ΚΥΑ των Υπουρ. Προεδρίας και Εξωτερικών χορηγήθηκε από 1.7.1993 επίδομα στέγασης, που ανέρχεται σε προσαύξηση 10% του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, στους μονίμους υπαλλήλους του Διοικητικού κλάδου Γεν. Καθηκόντων, κλάδου Τεχνικών Επικοινωνιών, κλάδου Διοικητικών γραμματέων και κλάδου βοηθητικού προσωπικού που αποσπώνται σε αρχή του εξωτερικού και εφόσον δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 132 παρ.2 του Ν. 419/1976.

Με τη 2001800/185/0022/17.3.1993 ΚΥΑ των Υπουρ. Προεδρίας, Εξωτερικών και Οικονομικών τροποποιήθηκε η παραπάνω παρ. Γ' της Φ 083-58/1988 ΚΥΑ και ορίστηκε ότι σε όλους τους μόνιμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουρ. Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται από 1.1.1993 κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί ηλικίας μέχρι 6 ετών, κατά ποσοστό 8% για κάθε παιδί ηλικίας 7 έως 12 ετών και κατά ποσοστό 14% για κάθε παιδί ηλικίας 13 έως 18 ετών.

Τα παραπάνω ποσοστά αυξήθηκαν σε 8, 12 και 16% αντιστοίχως από 1.1.2001 με την 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/22.1.2001 ΚΥΑ. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 135 παρ.4 και 5 του Ν. 2594/1998, δηλαδή του από 24.3.1998 ισχύοντος νέου Οργανισμού του Υπουρ. Εξωτερικών, προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα παρέχεται σε συνάλλαγμα επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή αναλόγως του κλάδου και του βαθμού.

Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών που ορίζονται τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση. Το επίδομα αυτό καθορίζεται εκάστοτε για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών, για δε τους λοιπούς υπαλλήλους καθορίζεται με την ίδια ΚΥΑ σε ποσοστό επί αυτού, το οποίο έχει καθοριστεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό.

Με το άρθρο 129 παρ.2 και 5 του παραπάνω Νόμου στις αρχές του εξωτερικού ορίζονται με ΠΔ θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Στις θέσεις αυτές προσλαμβάνονται επιτοπίως μόνιμοι κάτοικοι της χώρας όπου εδρεύει η συγκεκριμένη αρχή. Με την ΚΥΑ των Υπουρ. Εξωτερικών και Οικονομικών για την πρόσληψή τους καθορίζεται και το ύψος της αντιμισθίας των ανωτέρω υπαλλήλων, λαμβάνοντας υπόψη τις τοπικές συνθήκες της αγοράς εργασίας.

Η πρόσληψη γίνεται με σύμβαση καταρτιζόμενη από τον προϊστάμενο της αρχής. Οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε χρόνο λήξη του, οπότε οι οργανικές θέσεις τους μετατρέπονται σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού.

Ειδικά, για όσους από αυτούς ελάμβαναν το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, το ύψος αυτού μπορεί να αναπροσαρμόζεται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της Αρχής, στην οποία υπηρετούν. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι τα προβλεπόμενα στις παραπάνω ΚΥΑ ποσοστά για δαπάνες στεγάσεως και οικογενειακά βάρη δεν αποτελούν ξεχωριστά επιδόματα, αλλά προσαυξήσεις του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, το οποίο καταβάλλεται και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που οι κείμενες διατάξεις προβλέπουν την καταβολή του.

Οι εκδιδόμενες κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 131 παρ.11 του Ν. 419/1976 ή του άρθρου 135 παρ.5 του Ν. 2594/1998 κοινές υπουργικές αποφάσεις που καθορίζουν ή αυξάνουν το επίδομα αυτό με βάση τα οριζόμενα στους εξουσιοδοτικούς αυτούς νόμους κριτήρια και τα διαγραφόμενα πλαίσια δεν είναι δυνατόν να διακρίνουν τους υπαλλήλους σε κατηγορίες που δεν προβλέπονται από τους εξουσιοδοτικούς νόμους, όπως είναι η διάκριση των υπαλλήλων σε μονίμους που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου και σε συμβασιούχους υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου, και να αυξάνουν το επίδομα μόνο στους πρώτους αποκλείοντας από την αύξηση τους δεύτερους.

Επομένως, οι αποφάσεις που στηρίζονται αποκλειστικά στην παραπάνω διάκριση και αυξάνουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής μόνο των μονίμων υπαλλήλων βρίσκονται έξω από τα όρια της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (άρθρ. 43 παρ. 2 του Συντ/τος) και κατά το μέρος που εξαιρούν από την αύξηση αυτή τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου είναι ανίσχυρες.

Όμως η προαναφερθείσα ΣΤ1/Η/Φ 083-13 ΑΣ 2900/5.4.1993 ΚΥΑ που αφορά την προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για αντιμετώπιση δαπανών στεγάσεως δεν αυξάνει το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για όλους τους μονίμους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό, για τους οποίους δεν μισθώνεται με έξοδα του Δημοσίου κατοικία, αλλά μόνο για τους μονίμους υπαλλήλους που αποσπώνται σε αρχή του εξωτερικού.

Επομένως, ανεξάρτητα από το αν η ρύθμιση αυτή καλύπτεται από τις διατάξεις για την απόσπαση ή είναι στο σύνολό της εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 131 παρ. 11 του Ν. 419/1976 που δεν παρέχει δυνατότητα τροποποιήσεως της αντίθετης διάταξης του άρθρου 132 παρ. 2 του νόμου αυτού, θέμα ανίσχυρου της εν λόγω ρύθμισης δεν μπορεί να τεθεί για τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου που δεν αποσπάσθηκαν σε Αρχή του εξωτερικού, αλλά προσελήφθησαν επιτοπίως από τον προϊστάμενο της Αρχής σύμφωνα με το άρθρο 68 του Ν. 419/1976.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την αγωγή, την οποία παραδεκτά ο Άρειος Πάγος επισκοπεί, προκύπτει ότι o αναιρεσίβλητoς (ενάγων) ισχυρίστηκε ότι δυνάμει της από 17-11-1992 σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου που συνήφθη μεταξύ αυτού και του αναιρεσείοντος (εναγόμενου) Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από το Δ.

Κ. Α., Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Ελλάδας στην ΟΥΝΕΣΚΟ, προσλήφθηκε ως κλητήρας στην Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελλάδας στην ΟΥΝΕΣΚΟ, που εδρεύει στο …και ότι από 21-1-2003 έχει καταταγεί σε μόνιμη θέση του κλάδου Διοικητικής, Λογιστικής και Γραμματειακής Υποστήριξης, στον Ε' βαθμό. Ότι αν και έγγαµος και πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων, το αναιρεσείον αρνείται να του καταβάλει τις προσαυξήσεις του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για δαπάνη στέγασης και για οικογενειακά βάρη κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1998 μέχρι 20-1-2003, κατά παράβαση των προαναφερθεισών διατάξεων και των Κ.Υ.Α.

που καθ' υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως όρισαν ότι οι προσαυξήσεις αυτές καταβάλλονται μόνο στους μόνιμους υπαλλήλους. Ζήτησε δε, να υποχρεωθεί το εναγόµενο να του καταβάλει, συνολικά, το ποσό των 68.492 ευρώ, σύµφωνα µε την αρχή της ίσης µεταχείρισης άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισµού, ποσό που αφορά το από 1-1-1999 έως 21-1-2003 διάστηµα.

Με το περιεχόμενο αυτό και αίτημα η αγωγή είναι νόμιμη μόνο κατά το αιτούμενο κονδύλιο της προσαυξήσεως του εν λόγω επιδόματος για οικογενειακά βάρη (δύο ανήλικα τέκνα), ενώ αντίθετα η αγωγή δεν είναι νόμιμη κατά το κονδύλιο της προσαυξήσεως για αντιμετώπιση δαπανών στεγάσεως, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν ισχυρίζεται ότι ανήκει στην κατηγορία των αποσπασθέντων στο εξωτερικό υπαλλήλων στους οποίους χορηγήθηκε η προσαύξηση του επιδόματος για την αιτία αυτή με την προαναφερθείσα Κ.Υ.Α.

Επομένως, το Εφετείο που δέχθηκε ως νόμιμη την αγωγή ως προς το κονδύλιο της προσαύξησης για οικογενειακά βάρη δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, το Εφετείο που δέχθηκε ως νόμιμη την αγωγή ως προς το κονδύλιο της προσαύξησης του επιδόματος για δαπάνη στέγασης, παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και γι' αυτό είναι βάσιμος κατά τούτο ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ.

Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της", κατά δε την διάταξη του άρθρου 91 εδ.

α' του ίδιου νόμου, "επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.

Η διάταξη αυτή, είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρου νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που υπάρχει στο άρθρο 91 εδ.

α' και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, Ολ. Α.Π. 29/2006). Εξάλλου κατά την 2010481/1172/0022/ 10.5.1996 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ 387 Β/27.5.1996) η καταβολή του ένδικου επιδόματος γίνεται κάθε δίμηνο και στην αρχή αυτού. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αξιώσεις του αναιρεσίβλητου προς καταβολή του ως άνω επιδόματος (προσαύξηση οικογενειακών βαρών λόγω τέκνων) για το διάστημα από 1-1-2002 μέχρι 31-6-2002 δεν έχουν υποπέσει στην υπό του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 καθιερούμενη διετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από τη γένεση κάθε αξίωσης και στη συνέχεια δέχθηκε την επιδοθείσα στις 24-6-2004 ένδικη αγωγή για τις αξιώσεις τις αναφερόμενες στο διάστημα από 1-1-2002 μέχρι 20-1-2003.

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι δεν είχε υποκύψει στην παραπάνω διετή παραγραφή η αξίωση του αναιρεσίβλητου για το διάστημα από 1-1-2002 έως 31-6-2002, παραβίασε τις αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 90 παρ.3 και 91 του ν. 2362/1995 και της προαναφερθείσας Υπ. Αποφάσεως. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔικ, με τον οποίο προβάλλεται η παραπάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ακόμη ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "Δυνάµει της από 17-11-1992 σύµβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου που συνήφθη µεταξύ του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου) και του εναγόµενου (ήδη αναιρεσείοντος), νοµίµως εκπροσωπουµένου από το Δ.

Κ. Α., Μόνιµο Αντιπρόσωπο της Ελλάδας στην ΟΥΝΕΣΚΟ ο πρώτος προσλήφθηκε ως κλητήρας στην Μόνιµη Αντιπροσωπεία της Ελλάδας στην ΟΥΝΕΣΚΟ που εδρεύει στο …Ήδη από 21-1-2003 έχει καταταγεί σε µόνιµη θέση του κλάδου Διοικητικής, Λογιστικής και Γραµµατειακής Υποστήριξης, στον Ε' βαθµό. Σύµφωνα µε το άρθρο 1 της .......

εργασιακής (του) σύµβασης, οι µηνιαίες αποδοχές του καθορίστηκαν µε βάση το µισθό εσωτερικού κλητήρα Α' τάξης της Κεντρικής Υπηρεσίας καθώς και το παρεχόµενο, στους υπαλλήλους του Κλάδου αυτού, επίδοµα υπηρεσίας Αλλοδαπής. Το επίδοµα αυτό καθορίστηκε για το χρονικό διάστηµα από 1-1-1999 έως 31-12-1999 σε 6.100 ECU το µήνα, για το χρονικό διάστηµα από 1-1-2000 έως 31-12-2000 σε 6.300 ECU το µήνα και για το χρονικό διάστηµα από 1-1-2001 έως 20-1- 2003 σε 6.700 ευρώ το μήνα.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είναι έγγαμος με τη Β. Γ. και πατέρας δυο ανηλίκων τέκνων της Α. που γεννήθηκε στις 20-1-1997 και του Ν., που γεννήθηκε στις 26-9-2000. Μέχρι τις 20.1.2003 διέμενε, λόγω τη υπηρεσίας του στο ... Δικαιούται συνεπώς, κατέληξε το Εφετείο, ως επίδομα τέκνων από 1-1-2002 έως 20-1-2003 ποσοστό 8% για κάθε τέκνο ηλικίας µέχρι 6 ετών επί του επιδόματος υπηρεσίας Αλλοδαπής (άρθρο 12 ν. 2470/1997), ήτοι το ποσό των 13.936 ευρώ, ήτοι 6.700 ευρώ χ 16% (8% + 8%) = 1072 ευρώ χ 13 µήνες".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 129 παρ. 5 β' και 135 παρ. 4 και 5 του Ν. 2594/1998 και αυτές της 083/ΑΣ 11254/22.1.2001 ΚΥΑ, όπως ανωτέρω αναλύθηκαν, όσον αφορά στην αξίωση του αναιρεσίβλητου για το χρονικό διάστημα από 1-7-2002 μέχρι 20-1-2003 και επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά τα σχετικό μέρος του είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του δευτέρου λόγου αναιρέσεως για το τμήμα της αξιώσεως αυτής που ανάγεται στο χρονικό διάστημα από 1-1-2002 μέχρι 31-6-2002, καθίσταται αλυσιτελής η εξέταση του ίδιου λόγου αναιρέσεως (τρίτου) για την εν λόγω αξίωση για το χρονικό αυτό διάστημα (1/7/2002 - 20/1/2003), λόγω της παραγραφής της.

Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό, την 7164/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος που αναιρείται, στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ