Legislator Case Law & Legislation
1845/2014 AI generated

1845/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1845/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Με τη κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθεί σα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 4056/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 3976/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με αυτήν, είχε απορριφθεί κατ' ουσίαν, η αγωγή του αναιρεσείοντος κατά το μέρος που είχε έρεισμα στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ενώ είχε κριθεί νομικά αβάσιμη κατά το μέρος που επιχειρήθηκε να θεμελιωθεί στις διατάξεις περί αδικοπραξίας. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και συνεπώς είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔικ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ].

Legislator headnote

AI generated

1845/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Καμιά ωστόσο διάταξη, δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι ελήφθη υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1845 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1845/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Β. Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αντωνόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. Π., και 2. Λ.-Μ. Α. Λ., κατοίκων ... για τον εαυτό τους ατομικά και ως κληρονόμοι της μητέρας τους Ι. Λ., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη-Διονύσιο Φιλιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3976/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 4056/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-3-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος-Στέφανος Βόσκας, ανέγνωσε την από 23-12-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με τη κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθεί σα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 4056/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 3976/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με αυτήν, είχε απορριφθεί κατ' ουσίαν, η αγωγή του αναιρεσείοντος κατά το μέρος που είχε έρεισμα στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ενώ είχε κριθεί νομικά αβάσιμη κατά το μέρος που επιχειρήθηκε να θεμελιωθεί στις διατάξεις περί αδικοπραξίας. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και συνεπώς είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔικ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ].

2. Με το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ' ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την βασιμότητα του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει σύμφωνα με τα άρθρα 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔικ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης [ΟλΑΠ 42/2002, ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.

Καμιά ωστόσο διάταξη, δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι ελήφθη υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης.

Εξ άλλου από τον συνδυασμό των άρθρων 270 παρ.2 ΚΠολΔικ, όπως ίσχυε πριν να αντικατασταθεί με το άρθρο 12 τον ν. 2915/29-5-2001 και έχει εφαρμογή στη κρινόμενη υπόθεση κατ' άρθρο 22 του ίδιου νόμου, αφού η συζήτηση της αγωγής έγινε για πρώτη φορά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 11-10-2001, ήτοι πριν από την ισχύ του εν λόγω νόμου [από 1/1/2002 δυνάμει του ν. 2943/2001] και 339 ΚΠολΔικ, προκύπτει, ότι οι δηλώσεις ή βεβαιώσεις τρίτων που αποτελούν μαρτυρίες αυτών, εφόσον έγιναν για να χρησιμοποιηθούν, κατά τη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως αποδεικτικά μέσα στην ορισμένη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη, χωρίς να τηρηθούν οι δικονομικές διατάξεις για την εξέταση των μαρτύρων ή την λήψη ένορκων βεβαιώσεων, δεν λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ακόμη και στη περίπτωση που τηρήθηκε γι’ αυτές ο τύπος του ν. 1599/1986 [ΟλΑΠ 8/1987].

Εξάλλου, κατά το άρθρο 400 περ.3 ΚΠολΔικ, δεν εξετάζονται, όταν κληθούν, ως μάρτυρες, πρόσωπα που μπορεί να έχουν συμφέρον από τη δίκη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η κρίση, αν το πρόσωπο που εκλήθη για να εξετασθεί είναι ή δεν είναι εξαιρετέος μάρτυρας, ως εξαρτών ή μη συμφέρον εκ της δίκης, απόκειται στην κυριαρχική και αναιρετικώς ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1540/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο και τον δεύτερο, αντίστοιχα, αναιρετικούς λόγους, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο: α] δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεση του μάρτυρα Ι. Κ., δικηγόρου [που περιέχεται στην από 309/2003 εισηγητική έκθεση και εξετάσθηκε με πρόταση του αναιρεσείοντος] επειδή τον θεώρησε εξαιρετέο, κατά παραδοχή σχετικής ένστασης των αναιρεσιβλήτων, με την αιτιολογία ότι αυτός εξαρτά συμφέρον από την έκβαση της δίκης, καθόσον με την ιδιότητα του δικηγόρου, είχε υπογράψει διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, όπως αγωγή, προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προηγούμενης συζήτησης και εξώδικες δηλώσεις του αναιρεσείοντος προς τις αναιρεσίβλητες, β] δεν έλαβε υπόψη του την από 16-11-2000 εξώδικη δήλωση της αγοράστριας εταιρίας με την επωνυμία "KINTOΝ RESIDENTIAL DEVELOPMENT LIMITED", του αρχικά μισθωμένου από τον αναιρεσείοντα ακινήτου των αναιρεσιβλήτων, την οποία αυτή απηύθυνε και επέδωσε προς αυτόν, με το εξής περιεχόμενο "...

με την παρούσα σας δηλώνουμε ρητά ότι δεν συναινούμε στην εκ μέρους σας αφαίρεση των πιο πάνω δένδρων καθόσον αυτά όχι μόνον αποτελούν συστατικά του ακινήτου και επομένως δεν επιτρέπεται η αφαίρεσή τους αλλά επιπροσθέτως και σε συνδυασμό με το διαμορφωμένο κήπο αντιστοιχούν σε σημαντικό τμήμα της συνολικής αξίας του ακινήτου.

Εξ άλλου στην απόφασή μας να προβούμε στην αγορά του ακινήτου αυτού και στη συνομολόγησή του ύψους του τιμήματος της αγοραπωλησίας συνέβαλε ουσιαστικά η ύπαρξη του κήπου και των πιο πάνω δένδρων", παρά το γεγονός ότι αυτός ρητά την επικαλέσθηκε και την προσκόμισε τόσον ενώπιον του πρωτοβάθμιου όσον και ενώπιον δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.

Ενόψει αυτών και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, ο πρώτος λόγος είναι απαράδεκτος, αφού η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της συνδρομής λόγου εξαίρεσης στο πρόσωπο του μάρτυρα δεν ελέγχεται αναιρετικά. Περαιτέρω ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί στην πλημμέλεια του άρθρου 559 11γ ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, καθόσον από την γενική αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα, σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο αυτής, προκύπτει χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομισθεί με επίκληση από τους διαδίκους και που ο νόμος επιτρέπει περιλαμβανομένων και εκείνων που φέρονται αγνοηθέντα.

3. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμη βάσης υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά νόμο είναι αναγκαία για την κρίση, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης νόμου που εφαρμόθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.

Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός, αν οι αμφιβολίες δημιουργούνται αναφορικά με το αν σωστά εφαρμόσθηκαν ή παραβιάσθηκαν διατάξεις δικονομικού δικαίου όπως είναι εκείνες που καθορίζουν τη διαδικασία και τα μέσα της απόδειξης, τις προϋποθέσεις εξαίρεσης μάρτυρα κλπ.

Ενόψει αυτών, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος αυτό με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔικ, και συγκεκριμένα, ότι το Εφετείο αναιτιολόγητα έκανε δεκτή την ένσταση εξαίρεσης του πιο πάνω μάρτυρα που υπέβαλαν οι αναιρεσίβλητες, είναι απαράδεκτος.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔικ] και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων [άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔικ] όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση του Γ. Β. για αναίρεση της 4056/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων τα οποί ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ