1845/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/12/2005 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης.
Legislator headnote
AI generated1845/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά δε το άρθρο 21 παρ. 1 και 2 του ίδιου ΚΑΑΑ "η αίτηση για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης δύναται να ασκηθεί και απευθείας ενώπιον του εφετείου εφόσον δεν εκκρεμεί αίτηση οποιουδήποτε ενδιαφερομένου για προσωρινό προσδιορισμό αυτής ή δεν εκδοθεί απόφαση που να την προσδιορίζει προσωρινώς. 2. Η αίτηση ασκείται και συζητείται κατά τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως".
Full text
Απόφαση 1845 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1845/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΚΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ" και διακριτικό τίτλο "ΕΚΟ ΕΒΕΕ", όπως μετονομάσθηκε από την 1.6.2005 η "ΕΚΟ ΕΛΔΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Σπυρίδωνα Καραβασίλη και Κωνσταντίνο Μεταξά που κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Γενικό Γραμματέα της περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, που κατοικοεδρεύει στην Θεσσαλονίκη και το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Ροϊλό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/12/2005 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκε η με αριθμό 1512/2007 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/9/2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 3/9/2008 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Πετράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 9 παρ. 4 εδ β' του Ν 2882/2001 Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ) "όποιος δεν κλητεύθηκε ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης δικαιούται να ασκήσει με αίτηση την αξίωσή του για καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημίωσης, κατά το άρθρο 21 του παρόντος νόμου, μέσα σε πέντε έτη από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και σε περίπτωση, που αποδεδειγμένα έχει λάβει γνώση, μέσα σε έξι μήνες, από τότε που αυτός έλαβε γνώση".
Κατά δε το άρθρο 21 παρ. 1 και 2 του ίδιου ΚΑΑΑ "η αίτηση για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης δύναται να ασκηθεί και απευθείας ενώπιον του εφετείου εφόσον δεν εκκρεμεί αίτηση οποιουδήποτε ενδιαφερομένου για προσωρινό προσδιορισμό αυτής ή δεν εκδοθεί απόφαση που να την προσδιορίζει προσωρινώς. 2. Η αίτηση ασκείται και συζητείται κατά τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως".
Και κατά το προηγούμενο άρθρο 20 παρ. 3 "το δικόγραφο της αίτησης κατατίθεται στη γραμματεία του εφετείου. Ο πρόεδρος του εφετείου ορίζει δικάσιμο σε χρόνο όχι βραχύτερο από τριάντα ημέρες ούτε μακρότερο από σαράντα ημέρες από την κατάθεση της αίτησης. Ακολούθως η αίτηση επιδίδεται με επιμέλεια του αιτούντος σε εκείνους κατά των οποίων απευθύνεται μέσα σε είκοσι ημέρες από τον ορισμό της δικασίμου και πάντως δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη ...".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων του ΚΑΑΑ, οι οποίες, κατ' άρθρο 29 παρ. 2 αυτού, εφαρμόζονται και σε απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν από 1-2-1971 και εφεξής, ειδικότερα δε εκείνη του άρθρου 9 παρ. 4 εδ β', που αφορά τις προθεσμίες άσκησης της αίτησης για τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης, εφόσον η σχετική αξίωση έχει γεννηθεί αλλά δεν έχει παραγραφεί κατά την έναρξη του Κώδικα αυτού, ήτοι στις 7-5-2001 (άρθρο δεύτερο), προκύπτει, ότι όποιος δεν κλητεύθηκε ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντος ακινήτου, δικαιούται να ασκήσει απευθείας ενώπιον του εφετείου αίτηση για τον καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημίωσης μέσα σε πέντε έτη από την κατά τα άνω έναρξη ισχύος του ΚΑΑΑ (7-5-2001), εφόσον πρόκειται για απαλλοτρίωση που συντελέστηκε πριν από τον χρόνο αυτόν και σε περίπτωση, που αποδεδειγμένα έλαβε γνώση του καθορισμού της αποζημίωσης μετά την έναρξη της ισχύος του ΚΑΑΑ, μέσα σε έξι μήνες από τότε που έλαβε γνώση (ΟλΑΠ 17/2006).
Ως άσκηση της αίτησης νοείται η κατάθεσή της στη γραμματεία του αρμόδιου εφετείου, η οποία πρέπει να λάβει χώρα μέσα στην προαναφερόμενη προθεσμία των πέντε ετών ή των έξι μηνών αντιστοίχως. Για την ολοκλήρωση όμως της άσκησης της αίτησης απαιτείται, μετά τον προσδιορισμό της δικασίμου από τον πρόεδρο του εφετείου, επίδοση αυτής με επιμέλεια του αιτούντος σε εκείνους, κατά των οποίων απευθύνεται, δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, διαφορετικά η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΟλΑΠ 27/2006).
Περαιτέρω, με το άρθρο 14 του ως άνω ΚΑΑΑ ορίζεται στην παρ. 2 αυτού ότι "Ο Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας έχει τη γενική επιμέλεια για την επίσπευση από όλα τα αρμόδια όργανα της περιφέρειάς του της διαδικασίας του καθορισμού της αποζημίωσης και της αναγνώρισης των δικαιούχων, καθώς και της εκτέλεσης της απαλλοτρίωσης", στην παρ. 3 ότι "Στις περιπτώσεις απαλλοτριώσεων υπέρ του Δημοσίου, ο Γενικός Γραμματέας εκπροσωπεί τούτο δικαστικώς και αναθέτει σε πληρεξούσιο του Δημοσίου την υπεράσπιση των συμφερόντων αυτού, κοινοποιώντας ταυτόχρονα την εντολή στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.
Ειδικώς οι αποφάσεις περί προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης κοινοποιούνται και στον Υπουργό Οικονομικών, από την κοινοποίηση δε αυτή αρχίζουν οι δικονομικές προθεσμίες". , στην παρ. 4 ότι "Εάν η αναγκαστική απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ του Δημοσίου, ο Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας υποχρεούται να προβαίνει στις οριζόμενες από τα επόμενα άρθρα ενέργειες και να καταθέτει αίτηση στο αρμόδιο δικαστήριο για τον προσωρινό ή οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Για τις διαδικασίες της παραγράφου αυτής, ο Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας μπορεί να εξουσιοδοτεί τον Προϊστάμενο της οικείας Κτηματικής Υπηρεσίας" και στην παρ. 5 ότι "Ο Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας γνωστοποιεί στο Υπουργείο Οικονομικών και στο αρμόδιο από το σκοπό της απαλλοτρίωσης Υπουργείο όλες τις ενέργειές του για κάθε αναγκαστική απαλλοτρίωση".
Εξάλλου, το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του από 26 Ιουνίου/10 Ιουλίου 1944 ΚΔ "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που εξακολουθεί να ισχύει και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, ορίζει στην πρώτη παράγραφο "μόνον αι προς τον Υπουργόν των οικονομικών ... γενόμεναι κοινοποιήσεις παράγουν νομίμους συνεπείας" και στη δεύτερη παράγραφο "η διάταξις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζεται και όταν το Δημόσιον εκπροσωπείται δικαστικώς εκ μέρους άλλου, πλην του επί των Οικονομικών Υπουργού ...
κρατικού οργάνου, της προς τον Υπουργόν Οικονομικών επιδόσεως απαιτουμένης και τότε ως προσθέτου τοιαύτης, επί ποινή ακυρότητος αυτεπαγγέλτως εξεταζομένης". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται, ότι και στην περίπτωση των διεπόμενων από τις διατάξεις του ΚΑΑΑ αναγκαστικών απαλλοτριώσεων υπέρ του Δημοσίου, στις οποίες το Δημόσιο εκπροσωπείται από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας, απαιτείται επίδοση της αίτησης για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης τόσο στον εν λόγω Γραμματέα, όσο και στον Υπουργό των Οικονομικών, μάλιστα δε η πρόσθετη επίδοση στον τελευταίο απαιτείται, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, με ποινή ακυρότητας της επίδοσης προς το Δημόσιο, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως.
Και τούτο διότι η τελευταία αυτή διάταξη δεν καταργήθηκε από τις προαναφερόμενες μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 14 του ΚΑΑΑ, αφού, αν αυτό είχε σκοπηθεί, θα έπρεπε να ορίζεται ρητώς. Αλλ' ούτε και σιωπηρώς, κατά το άρθρο 2 του ΑΚ, προκύπτει από τις διατάξεις αυτές τέτοια κατάργηση, δεδομένου ότι αυτές αναφέρονται στην υποχρέωση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας να προβαίνει στις οριζόμενες από τα άρθρα 15 και επόμενα του ΚΑΑΑ ενέργειες και στην κατάθεση στο αρμόδιο δικαστήριο της αίτησης προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, καθώς και στην κοινοποίηση στο Νομικό Συμβούλιο του κράτους της εντολής του σε πληρεξούσιο του Δημοσίου για την υπεράσπιση των συμφερόντων αυτού και στην γνωστοποίηση στο Υπουργείο Οικονομικών των ενεργειών του για κάθε αναγκαστική απαλλοτρίωση, όχι όμως και στην κοινοποίηση στον Υπουργό των Οικονομικών της αίτησης του ενδιαφερομένου για τον προσδιορισμό της προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης, που έχει επιδοθεί σ' αυτόν, ώστε η επιβαλλόμενη από τη διάταξη του άρθρου 5 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου πρόσθετη επίδοση της αίτησης αυτής από τον αιτούντα στον Υπουργό Οικονομικών να καθίσταται περιττή και επομένως η διάταξη αυτή να μην έχει λόγο να εξακολουθεί να ισχύει.
Το προηγούμενο του ΚΑΑΑ νομικό καθεστώς για τις απαλλοτριώσεις, δηλαδή το ν.δ. 797/1971, στο άρθρο 14 επίσης, περιείχε όμοιες κατά το μεγαλύτερο μέρος με εκείνες του άρθρου 14 του ΚΑΑΑ διατάξεις και ο Άρειος Πάγος έχει κρίνει, ότι εξακολουθεί να ισχύει η διάταξη του άρθρου 5 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου και απαιτείται πρόσθετη επίδοση της αίτησης (προσφυγής) για τον οριστικό καθορισμό της αποζημίωσης στον Υπουργό των Οικονομικών με ποινή ακυρότητας (ΟλΑΠ 753/1986, ΑΠ 842/1986, ΑΠ 1339/1999).
Εξάλλου, η επίμαχη άνω διάταξη δεν αντίκειται στο άρθρο 20 του ισχύοντος Συντάγματος και στο κατοχυρούμενο με αυτό δικαίωμα δικαστικής προστασίας, αφού η επιβαλλόμενη πρόσθετη επίδοση του δικογράφου στον Υπουργό των Οικονομικών δεν παρακωλύει το δικαίωμα του ενδιαφερομένου να προσφύγει στο δικαστήριο και να ζητήσει την προστασία της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας του με τον προσδιορισμό της πλήρους αποζημίωσης γιαυτή σε τέτοιο βαθμό, που ουσιαστικώς οδηγεί στην κατάλυση του δικαιώματος αυτού, ούτε και στο άρθρο 25 του ίδιου Συντάγματος και στη θεσπιζόμενη με αυτό αρχή της αναλογικότητας, αφού δεν παραβιάζει κάποια αναλογία, ώστε να θίγεται η εν λόγω συνταγματική αρχή και ειδικότερα δεν υπάρχει προφανής δυσαναλογία μεταξύ της συνταγματικής διάταξης του άρθρου 17, που προστατεύει το πιο πάνω δικαίωμα και της επίμαχης διάταξης που το περιορίζει, αλλ' ούτε και στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) και στην απορρέουσα από αυτό αρχή της "δίκαιης δίκης", αφού δεν παρεμποδίζει το δικαίωμα του ενδιαφερομένου να δικαστεί η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, ούτε περιορίζει την πρόσβαση στο δικαστήριο κατά τρόπο ή σε τέτοιο σημείο, που το δικαίωμα να χάνει την ουσία του.
Επομένως, η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 5 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, εφόσον δεν αντίκειται στις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, ισχύει και δεν έχει καταργηθεί. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, σε περίπτωση άσκησης από τον ενδιαφερόμενο, που δεν κλητεύθηκε ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης απαλλοτριωθέντος υπέρ του Δημοσίου ακινήτου, απευθείας στο εφετείο, αίτησης για καθορισμό της πλήρους αποζημίωσης, απαιτείται για την ολοκλήρωση της άσκησης της αίτησης επίδοση αυτής όχι μόνο στο Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας, αλλά και στον Υπουργό των Οικονομικών δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, εάν δε παραλειφθεί η πρόσθετη επίδοση της αίτησης στον Υπουργό μέσα στην εν λόγω προθεσμία, η επίδοση προς το καθού η αίτηση Δημόσιο είναι άκυρη και η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως κατά το άρθρο 20 παρ. 3 του ΚΑΑΑ.
Περαιτέρω, κατά τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως δέχεται το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση και προκύπτει από την αίτηση της αναιρεσείουσας, η τελευταία εκθέτει σε αυτή ότι με την 1090861/5412/1994 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Τ.Δ'867/22-8-1994), απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά υπέρ του καθού αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα για τη διαπλάτυνση της εθνικής οδού Θεσσαλονίκης-Σερρών, έκταση συνολικού εμβαδού 239.135 τ.μ., στην οποία περιλαμβάνεται και τμήμα εμβαδού 1.200 τ.μ.
ακινήτου της, ευρισκομένου στην περιοχή Ν Ευκαρπίας Θεσσαλονίκης, το οποίο εμφαίνεται στον Κτηματολογικό πίνακα με τον αριθμό 36, ότι κατόπιν αιτήσεων του αναιρεσιβλήτου Δημοσίου προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και το Εφετείο Θεσσαλονίκης, καθορίστηκε με τις 23559/1997 και 2611/2000, αντιστοίχως, αποφάσεις των δικαστηρίων αυτών, η προσωρινή και η οριστική αποζημίωση των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και ότι στις δίκες αυτές δεν κλήθηκε ούτε έλαβε μέρος η ίδια, η οποία έλαβε γνώση του δικαστικού καθορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου της στις 20-9-2005, όταν ειδοποιήθηκε από τη ΔΕΗ για τη διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος στο πρατήριο υγρών καυσίμων, που λειτουργούσε στο ακίνητό της, λόγω εκτέλεσης της απαλλοτρίωσης.
Με βάση τα ανωτέρω η αιτούσα ζήτησε αφενός μεν να καθοριστεί η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για το εδαφικό τμήμα του ακινήτου της που απαλλοτριώθηκε και για όλα τα επικείμενα σε αυτό, καθώς και ιδιαίτερη αποζημίωση για την εναπομείνασα έκταση καιτ η δαπάνη μετεγκατάστασης του πρατηρίου, αφετέρου δε να αναγνωριστεί ότι δεν ισχύει το τεκμήριο ωφελείας για τη φερόμενη ως αυτοαποζημιούμενη εδαφική έκταση, ώστε να αποζημιωθεί και γι' αυτή.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι πρόκειται για αίτηση του άρθρου 9 παρ. 4 του ΚΑΑΑ, εκείνου, που απαλλοτριώθηκε ακίνητό του, ο οποίος δεν κλητεύτηκε ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης, η οποία, αίτηση, έχει μεν κατατεθεί εμπρόθεσμα, μέσα στην οριζόμενη από την ανωτέρω διάταξη εξάμηνη προθεσμία από τη γνώση της αιτούσας, πλην όμως δεν έχει κοινοποιηθεί 15 τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο στον Υπουργό των Οικονομικών κατά το άρθρο 5 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου και δέχθηκε ότι η διάταξη αυτή εξακολουθεί να ισχύει και ότι δεν αντίκειται στα άρθρα 20 και 25 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, καθώς και με το δεύτερο λόγο αυτής προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης η ενάγουσα υποστηρίζει ότι η διάταξη του άρθρου 5 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου, η οποία επιβάλλει πρόσθετη επίδοση της αίτησης στον Υπουργό των Οικονομικών, την παράλειψη της οποίας δεν αμφισβητεί η αναιρεσείουσα, έχει καταργηθεί από τις μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 14 του ΚΑΑΑ, και με το δεύτερο λόγο ότι η εν λόγω διάταξη είναι ανίσχυρη και επομένως ανεφάρμοστη, διότι προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 20 και 25 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
Με τις παραδοχές του όμως αυτές το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, αφού η προαναφερόμενη διάταξη ισχύει και δεν έχει καταργηθεί και δεν προσκρούει στις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ. Ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης επομένως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
ΙΙ. Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμού 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, με την απόρριψη των αιτημάτων της που δεν είχαν εξεταστεί κατά τη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης, στην οποία αυτή δεν είχε κληθεί και δεν είχε λάβει μέρος, ήτοι την αξίωση για ιδιαίτερη αποζημίωση, τη μη επιβάρυνση με αυτοαποζημίωση, την αποζημίωση για τα συστατικά και παραρτήματα και τα επικείμενα, και τις δαπάνες μετεγκατάστασης, παραβίασε ευθέως κανόνες ουσιαστικού δικαίου.
Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι απορρίπτοντας την αίτηση ως εκπρόθεσμη και γι' αυτά τα αιτήματα, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 3 του ΚΑΑΑ και 249 ΑΚ, διότι δεν εφάρμοσε αυτές παρότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και επειδή εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 εδ β' του ΚΑΑΑ που δεν ήταν εφαρμοστέα.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την αίτηση και καθόσον αφορά τα ανωτέρω αιτήματα όχι ως εκπρόθεσμη, ήτοι ως ασκηθείσα μετά την παρέλευση της πενταετούς ή εξάμηνης προθεσμίας που θεσπίζει το άρθρο 9 παρ. 4 του ΚΑΑΑ, αλλά ως απαράδεκτη, λόγω της μη επίδοσής της στον Υπουργό των Οικονομικών δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 5 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου και 20 παρ. 3 του ΚΑΑΑ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-9-2007 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία ΕΚΟ ΑΒΕΕΠ για αναίρεση της 1512/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα να καταβάλει τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ