Legislator Case Law & Legislation
1845/2006 AI generated

Supreme Court remands appeal case regarding bank draft liability due to insufficient appellate reasoning on knowledge of funds.

Case Number 1845/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against the Court of First Instance's dismissal of a damages claim for issuing a bank draft without sufficient funds. The appellant argued the lower court failed to provide a legal basis for its finding that the defendants lacked knowledge of the company's financial status, despite their role as statutory representatives. Consequently, the Court found the appellate decision legally flawed and remanded the case for retrial by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The appellate court must provide sufficient and non-contradictory reasoning when finding that defendants lacked knowledge of financial facts, otherwise the decision lacks legal basis and must be remanded.

Keywords

AI generated
appellate review insufficient reasoning bank draft liability knowledge of funds remand for retrial statutory representatives legal basis requirement

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 183 and 176 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1845 / 2006 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1845/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κονταξή.

Των αναιρεσιβλήτων : ....., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστοτέλη Παπασπυρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Ιανουαρίου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 3754/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 270/2003 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11 Μαρτίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 8 Μαρτίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Ιωάννη Παπανικολάου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ισχυριζόμενος με την ένδικη από 20-1-1998 αγωγή του, ότι οι δύο εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, ως νόμιμοι εκπρόσωποι της ανώνυμης εταιρίας "ΠΑΣΧΑΛΗΣ Α.Β.Ε.Ε.Ε.", ενεργώντας στα πλαίσια των καθηκόντων τους, στις 30-11-1997 εξέδωσαν σε διαταγή του τραπεζική επιταγή, για ποσό 30.000.000 δρχ., εν γνώσει τελώντας ότι η εκδότρια εταιρία δεν είχε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο της έκδοσης και της πληρωμής, με αποτέλεσμα τη μη πληρωμή της επιταγής κατά το χρόνο τής (εμπρόθεσμης) εμφάνισής της, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το πιο πάνω ποσό των 30.000.000 δρχ., ως αποζημίωσή του, για τη ζημία που υπέστη από την αδικοπραξία αυτή των εναγομένων.

Το Εφετείο Πειραιώς, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 270/2003 απόφασή του, έκρινε ως αβάσιμη ουσιαστικά την αγωγή αυτή, με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε πως οι εναγόμενοι, κατά το χρόνο της έκδοσης της επιταγής, γνώριζαν ότι δεν υπήρχαν στο λογαριασμό τής πιο πάνω εταιρίας, που αυτή διατηρούσε στην πληρώτρια τράπεζα, διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή της.

΄Ηδη ο ενάγων, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, για το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της έλλειψης από τους αναιρεσιβλήτους γνώσης περί της ανυπαρξίας διαθεσίμων.

Κατά τη γνώμη του εισηγητή, ο λόγος αυτός αναίρεσης προεχόντως είναι αόριστος, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο με πληρότητα, παρά μόνο αποσπασματικά, οι πραγματικές παραδοχές του Εφετείου, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το Δικαστήριο αυτό της ουσίας, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το ουσιαστικά αβάσιμο της αγωγής, με τις οποίες (παραδοχές) συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση, εκ πλαγίου, των ουσιαστικών διατάξεων που επικαλείται ο αναιρεσείων (άρθρα 79 του ν. 5960/1933, 71 και 914 του ΑΚ).

Κατά τη γνώμη όμως όλων των λοιπών δικαστών που επικράτησε, ενόψει του ότι στο αναιρετήριο αναφέρεται λεπτομερώς το περιεχόμενο της αγωγής (έκδοση ακάλυπτης επιταγής από τους εναγομένους με την ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου της εταιρίας, νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή αυτής) και ότι το Εφετείο έκαμε δεκτά τα πραγματικά αυτά περιστατικά (σελίδα 3 του αναιρετηρίου), τα οποία έτσι αποτελούν και παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό και με τις αναφερόμενες επίσης στο αναιρετήριο περαιτέρω παραδοχές του Εφετείου, ότι ο επιχειρηματίας .....

που κατείχε τη συντριπτική πλειοψηφία (82,06%) των μετοχών της ανώνυμης εταιρίας, δεν συμμετείχε στα διοικητικά της όργανα, για την αποφυγή κάθε προσωπικής του ευθύνης, αλλά στις αντίστοιχες θέσεις τοποθέτησε, ως έμμισθους υπαλλήλους, τους αναιρεσιβλήτους, στους οποίους είχε χορηγήσει, παρά τις αντιρρήσεις τους, το δικαίωμα έκδοσης επιταγών για λογαριασμό της εταιρίας (σελ. 9 του αναιρετηρίου) και ότι δεν αποδείχθηκε η γνώση των αναιρεσιβλήτων περί της ανυπαρξίας διαθεσίμου χρηματικού (σελ. 8 του αναιρετηρίου), κατά τρόπο επαρκή διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο όλες οι σχετικές με το πιο πάνω ζήτημα παραδοχές της απόφασης και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος και παραδεκτός.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 του ΑΚ και 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, συνάγεται ότι ο εκδότης επιταγής σε διαταγή, η οποία δεν πληρώθηκε κατά την εμφάνισή της, επειδή δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα, στην περίπτωση που ενεργεί με πρόθεση υπέχει ποινική ευθύνη και παράλληλα προκαλεί ζημία στο νόμιμο κομιστή της επιταγής.

Έτσι διαπράττει και αδικοπραξία, αφού η ζημία αυτή επέρχεται με παράνομη πράξη του εκδότη, διότι παραβιάζει τη διάταξη του άρθρου 79 του ν. 5960/1933. Επομένως, ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει το νόμιμο κομιστή της κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του ΑΚ, αφού η διάταξη του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 έχει θεσπιστεί για να προστατεύσει, παράλληλα προς το δημόσιο, και το ιδιωτικό συμφέρον του κομιστή της επιταγής, η υποχρέωση δε αυτή του εκδότη δεν έχει ως προϋπόθεση την προηγούμενη καταδίκη του για το ποινικό αδίκημα (Ολ.

ΑΠ 18/2004, ΑΠ 1442/2003, 218/2003). Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια της διάταξης του άρθρου 71 του ΑΚ, το νομικό πρόσωπο ευθύνεται από τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης.

Στην περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμόδιου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημίωσης, τότε ευθύνεται και αυτό εις ολόκληρον με το νομικό πρόσωπο. Δηλαδή, το καταστατικό όργανο έχει πρόσθετη μετά του νομικού προσώπου υποχρέωση, ανεξάρτητη, όμως, από αυτήν του νομικού προσώπου.

Ειδικότερα, επί ανώνυμης εταιρίας, οι διοικούντες αυτή δεν έχουν μεν προσωπική υποχρέωση για χρέη της εταιρίας, είναι, όμως, δυνατή η ευθύνη των διοικούντων την εταιρία προσωπικά από αδικοπραξία, κατά το άρθρο 914 του ΑΚ, αφού η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων ανώνυμη εταιρία κάμπτεται και δεν ισχύει όταν υπάρχει πταίσμα αυτών από αδικοπραξία, βάσει των γενικών αρχών (ΑΚ 914), οπότε υφίσταται ευθύνη τους.

΄Ετσι, στην περίπτωση έκδοσης ακάλυπτης επιταγής από νομικό πρόσωπο, υπόχρεος σε αποκατάσταση της σχετικής ζημίας του κομιστή της είναι (πλέον του νομικού προσώπου) και ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτού, που υπέγραψε την επιταγή, εν γνώσει της μη υπάρξεως αντικρύσματος κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής (ΑΠ 29/2006, ΑΠ 25/2000).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως, ύστερα από εκτίμηση αποδείξεων, τα ακόλουθα. Η ένδικη τραπεζική επιταγή (υπ΄ αριθμ. 00359907) επί της πληρώτριας Τράπεζας "AMERICAN EXPRESS", ποσού 30.000.000 δραχμών εκδόθηκε μεταχρονολογημένη, με ημερομηνία έκδοσης 30-11-1997, εις διαταγήν του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος.

Στη θέση του εκδότη της επιταγής αυτής τέθηκε η σφραγίδα της εταιρίας υπό την επωνυμία "ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΑΒΕΕΕ". Κάτω από την σφραγίδα αυτή έχουν τεθεί, οι, αναμφισβητήτοu κύρους, υπογραφές των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, που είχαν δικαίωμα υπογραφής - ενεργούντες από κοινού- προς έκδοση επιταγών για λογαριασμό της ως άνω εταιρίας, αφού τηρήθηκαν οι σχετικές νόμιμες καταστατικές διατυπώσεις της εταιρίας αυτής.

Στο σώμα της επιταγής αυτής (οπίσθια όψη) υπάρχει βεβαίωση της πληρώτριας Τράπεζας, με χρονολογία 5-12-1997, σύμφωνα με την οποία η επιταγή αυτή εμφανίστηκε για πληρωμή στις 5-12-1997, πλην "επιστρέφεται απλήρωτη ελλείψει υπολοίπου". Δεν αποδεικνύονται, όμως, περαιτέρω, τα υποκειμενικά στοιχεία της αδικοπραξίας, ήτοι πρόθεση των αναιρεσιβλήτων να εκδώσουν την επιταγή αυτή ακάλυπτη και συγκεκριμένα δεν αποδείχτηκε, ότι οι αναιρεσίβλητοι, όταν εξέδιδαν την ένδικη επιταγή γνώριζαν ότι δεν υπήρχαν στο λογαριασμό της εταιρίας "ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΑΒΕΕΕ" στην Τράπεζα "AMERICAN EXPRESS" διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμήν της, ή θεωρούσαν ως ενδεχόμενο την έλλειψη αντικρύσματος και την αποδέχθηκαν, για τους εξής λόγους :

Την εκδότρια της επίμαχης τραπεζικής επιταγής ανώνυμη εταιρία ίδρυσε ο ....., προκειμένου να διενεργεί μέσω αυτής εμπορικές δραστηριότητες, ένας τoμέας των οποίων συνίστατο σε προμήθεια νωπών αγροτικών προϊόντων (από παραγωγούς ή συνεταιρισμούς αυτών), τα οποία εξήγαγε στο εξωτερικό, μετά προηγούμενη τυποποίησή τους από τον ίδιο.

Παρά το γεγονός ότι ο προαναφερθείς επιχειρηματίας κατείχε τη συντριπτική πλειοψηφία (82,06%) των μετοχών της ως άνω εταιρίας, η οποία είχε αντικείμενο την τυποποίηση και τις εισαγωγές- εξαγωγές νωπών προϊόντων (φρούτων) και αποτελούσε την "ψυχή" αυτής, κατευθύνοντας ολοκληρωτικά και ανέλεγκτα τις δραστηριότητές της, δεν συμμετείχε, υπό οιαδήποτε εξωτερικώς εμφανή ιδιότητα, στα διοικητικά της όργανα, προφανώς προς τον σκοπό να αποφύγει κάθε προσωπική ευθύνη και εμπλοκή σε περίπτωση δυσμενούς πορείας των εταιρικών υποθέσεων.

Στις αντίστοιχες θέσεις τοποθέτησε έμμισθους υπαλλήλους, τους οποίους είχε προσλάβει με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, προς κάλυψη των αναγκών είτε της ίδιας εταιρίας, είτε άλλης (εφοπλιστικής-ναυτιλιακής) εταιρίας δικών του συμφερόντων. Υπάλληλοι της ανωτέρω μορφής (που δεν ήσαν μέτοχοι της "ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΑΒΕΕΕ") είναι οι ήδη εναγόμενοι- αναιρεσίβλητοι, ο πρώτος από τους οποίους (μηχανολόγος-μηχανικός) προσλήφθηκε αρχικά στις 6-4-1997, ως τεχνικός υπεύθυνος της εκδότριας της επιταγής εταιρίας και ο δεύτερος είχε την ιδιότητα του χαμηλόβαθμου στελέχους της ναυτιλιακής εταιρίας υπό την επωνυμία "SEAGULL MARITIME INC", στην οποία εργαζόταν διαρκώς από της προσλήψεώς του (3-6-1996) μέχρι της απολύσεώς του (23-9-1998).

Οι ανωτέρω εργαζόμενοι, μετά την ανάληψη (υπό την πίεση του ..... και παρά τις αντιρρήσεις τους) διοικητικών θέσεων στην εκδότρια εταιρία, υπέγραψαν, για λογαριασμό της τελευταίας, την επίμαχη μεταχρονολογημένη τραπεζική επιταγή, την οποία είχε συντάξει ο ίδιος ο ...... Την επιταγή αυτή, ο τελευταίος παρέδωσε στον αναιρεσείοντα λήπτη, που, επί σειρά ετών, παρεμβαλλόταν ως μεσίτης στην προμήθεια πορτοκαλιών, μεταξύ της αγοράστριας ως άνω εταιρίας και των παραγωγών της περιοχής Άρτας.

Στην επιταγή ενσωματωνόταν το τίμημα πορτοκαλιών που είχαν αγορασθεί από διάφορους παραγωγούς κατά την περίοδο από Νοεμβρίου 1996 μέχρι Απριλίου 1997, το οποίο θα εισέπραττε ο αναιρεσείων και θα το κατένεμε στους επί μέρους πωλητές παραγωγούς. Όμως οι ανωτέρω υπογράφοντες την επιταγή, ως νόμιμοι εκπρόσωποι της εκδότριας (εναγόμενοι και αναιρεσίβλητοι), μη έχοντες αναμιχθεί στο στάδιο της καταρτίσεως των επί μέρους συμβάσεων προμηθείας (τις τελευταίες κατάρτισε ο .....

προσωπικά) δεν είχαν ακριβή γνώση του ύψους της οφειλής, αλλά και περαιτέρω οι ίδιοι, μη έχοντες τη δυνατότητα πραγματικής πρόσβασης στα λογιστικά και ταμιακά στοιχεία, αλλά και στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εκδότριας της επιταγής εταιρίας, δεν γνώριζαν αν οι τελευταίοι, και ειδικότερα εκείνος της Τράπεζας ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΞΠΡΕΣ εμφάνιζε, κατά τους χρόνους έκδοσης και εμφάνισης της επιταγής, διαθέσιμο χρηματικό υπόλοιπο, ικανό να καλύψει την προκύπτουσα από τον τελευταίο χρηματική υποχρέωση.

Μάλιστα, ο πραγματικός αγοραστής των πορτοκαλιών (το τίμημα των οποίων ενσωματωνόταν στην επίμαχη επιταγή), ....., προς αποφυγή της απειλούμενης μακρόχρονης στέρησης της προσωπικής του ελευθερίας (είχε διωχθεί ποινικά, κατόπιν μηνύσεων των παραγωγών, για απάτη σε βαθμό κακουργήματος και για υπερημερία περί την καταβολή του τιμήματος αγορασθέντων αγροτικών προϊόντων), κατέβαλε, απ' ευθείας προς τους δικαιούχους, κατά τον μήνα Δεκέμβριο 1999, συνολικό ποσό 72.000.000 δραχμών καλύπτοντας, κατά μέγα μέρος, αν όχι στο σύνολό της, την οφειλή που προκύπτει από την επίμαχη τραπεζική επιταγή, όπως αυτή (η οφειλή) είχε διαμορφωθεί κατά τον χρόνο της καταβολής.

Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή αποζημιώσεως εξ αδικοπραξίας του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων ως ουσιαστικά αβάσιμη. Όμως το Εφετείο, που δέχτηκε τα ανωτέρω και ιδίως ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν ακριβή γνώση του ύψους της οφειλής, αλλά και οι ίδιοι, μη έχοντες τη δυνατότητα πραγματικής πρόσβασης στα λογιστικά και ταμιακά στοιχεία και στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εκδότριας εταιρίας, δεν γνώριζαν αν οι λογαριασμοί αυτοί και ειδικότερα εκείνος στην Τράπεζα "AMERICAN EXPRESS" εμφάνιζαν, κατά τους χρόνους έκδοσης και εμφάνισης της επιταγής, διαθέσιμο χρηματικό υπόλοιπο, ικανό να καλύψει την προκύπτουσα από την έκδοση της επιταγής χρηματική υποχρέωση, δεν διευκρινίζει γιατί οι αναιρεσίβλητοι, που υπέγραψαν, στα πλαίσια του δικαιώματος που τους είχε χορηγήσει ο .....

ως καταστατικά όργανα που αντιπροσωπεύουν την εκδότρια εταιρία, δεν είχαν τη δυνατότητα πραγματικής πρόσβασης, παρά την προαναφερόμενη ιδιότητά τους, στα λογιστικά και ταμιακά στοιχεία και στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρίας αυτής. Περαιτέρω, ασαφής είναι και η παραδοχή της απόφασης, ότι οι αναιρεσίβλητοι "δεν είχαν ακριβή γνώση του ύψους της οφειλής".

Όταν μάλιστα οι ίδιοι που υπέγραφαν τις τραπεζικές επιταγές όφειλαν να παρακολουθούν τα χρηματικά υπόλοιπα στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρίας και με βάση αυτά να εκδίδουν τις τραπεζικές επιταγές. ΄Ετσι το Εφετείο, ως προς το ζήτημα της ελλείψεως γνώσεως εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων για την ανυπαρξία διαθεσίμων, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών.

Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος της αναίρεσης.

ΙΙΙ. Κατ΄ ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ)ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 270/2003 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Νοεμβρίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ