Legislator Case Law & Legislation
1844/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against expropriation compensation decision due to vague grounds preventing review.

Case Number 1844/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by four individuals against a final expropriation compensation decision. The appellants argued the lower court ignored their detailed claim regarding the timing of the temporary valuation decision, but the court found their grounds too vague to allow substantive review. Consequently, the appeal was rejected, the costs were awarded to the state, and the original compensation decision stood.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 566, 577, 559, 495, 176, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal must state grounds with sufficient clarity to enable the Supreme Court to verify the legality of the lower court's decision, otherwise it is inadmissible.

Keywords

AI generated
expropriation compensation appeal admissibility vague grounds substantive review legal costs Code of Civil Procedure final decision

Cited Legislation

AI generated
Article 22 of Law 2882/2001
Articles 552, 553, 556, 558, 566, 577 of the Code of Civil Procedure
Article 19 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 189, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1844 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1844/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 2) Ν. Σ. του Η., κατοίκου ..., 3) Ι. Τ. του Ε., κατοίκου ... και 4) Κ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., των δύο τελευταίων, ως κληρονόμων του Ε. Τ. του Ι., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Σάλαρη, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις της, ότι διορθώνει το πατρώνυμο της 1ης των αναιρεσειόντων Ε. Κ., που εκ παραδρομής στο αναιρετήριο αναγράφτηκε λανθασμένα "του Ι." αντί του ορθού "του Κ.".

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αντωνία Κυρίτση, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-4-2010 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 685/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Ναυπλίου και συνεκδικάστηκε με τις αυτοτελείς αιτήσεις προσώπων, μεταξύ των οποίων και των ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων

Εκδόθηκε η 313/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-6-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την ένδικη, από 20-6-2019 [αριθμ. εκθ. καταθ. 26/21-6- 2019], αίτηση αναίρεσης, οι αιτούντες προσβάλλουν την υπ' αριθμ. 313/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του ν. 2882/2001 - Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ). Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως, εντός έτους από τη δημοσίευση (21-6-2018), κατά το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β' του ν. 2882/2001, της ως άνω εφετειακής απόφασης, δεδομένου ότι από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, ότι έλαβε χώρα επίδοση της απόφασης αυτής. Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1, 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από την επιτρεπτή, κατ1 άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την με αριθμ. 1007459/550/0010/21-2-2007 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 85/6-3-2007, τεύχος Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και Πολεοδομικών Θεμάτων), απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για δημόσια ωφέλεια και συγκεκριμένα για τη διάνοιξη του Τμήματος Λεύκτρο-Σπάρτη από τη χιλιομετρική θέση 35 + 600 έως τη χιλιομετρική θέση 46 + 074 του αυτοκινητοδρόμου Κόρινθος- Τρίπολη-Καλαμάτα-Σπάρτη, ακίνητα συνολικής έκτασης 550.342,88 τμ, που βρίσκονται στους Δήμους Πελλάνας, Μυστρά και Σπάρτης του Νομού Λακωνίας, τα περισσότερα των οποίων βρίσκονται εκτός ορίων οικισμών και σχεδίων πόλεων, ενώ κάποια βρίσκονται εντός των ορίων των οικισμών Κλαδά, Κοκκινοράχης και Αφυσίου.

Μεταξύ των απαλλοτριουμένων ακινήτων περιλαμβάνονται και οι ιδιοκτησίες με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα (ΑΚΠ), 0105670 της πρώτης αναιρεσείουσας, 0105652 του δεύτερου αναιρεσείοντος και 0105653 των τρίτου και τέταρτου των αναιρεσειόντων, ως κληρονόμων των τελευταίων του ιδιοκτήτη Ε. Τ. Με την από 15-7-2009 αίτησή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης, το ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ζήτησε τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμ. 685/2009 οριστική απόφαση, που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης των απαλλοτριούμενων εκτάσεων και των συστατικών τους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι ως άνω ιδιοκτησίες των αναιρεσειόντων.

Το αναιρεσίβλητο άσκησε, στη συνέχεια, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, την από 14-4-2010 (αριθμ. καταθ. 249/2010) αίτησή του, με την οποία ζήτησε τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης και για τις ανωτέρω ιδιοκτησίες των αναιρεσειόντων και των επικειμένων τους. Οι ήδη αναιρεσείοντες (και άλλοι ιδιοκτήτες που δεν αφορούν την παρούσα δίκη) άσκησαν με τις από 15-11-2017 προτάσεις τους ανταίτηση και ζήτησαν να καθοριστεί οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για τα απαλλοτριούμενα εδαφικά τους τμήματα και τα επικείμενά τους, καθώς και ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομείναν, εκτός της απαλλοτρίωσης, τμήμα του ακινήτου της πρώτης αναιρεσείουσας, σε ποσά μεγαλύτερα από εκείνα που καθορίστηκαν προσωρινά με την με αριθμ. 685/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης και από όσα ζητούσε το αιτούν-αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο με την αίτησή του, άλλως να παραμείνουν όπως καθορίστηκαν προσωρινά και να εξαιρεθούν από την προβλεπόμενη αυτοαποζημίωση οι ιδιοκτησίες των δευτέρου.

τρίτου και τετάρτου των αναιρεσειόντων (βλ. αναλυτικά περί των αιτημάτων στις προσκομιζόμενες από 15-11-2017 προτάσεις- ανταίτηση των αναιρεσειόντων). Επί της αιτήσεως και των ασκηθεισών αυτοτελών αιτήσεων, παρεμβάσεων και των ασκηθεισών με τις προτάσεις ανταιτήσεων (και άλλων ιδιοκτητών που δεν αφορούν στην παρούσα δίκη), οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 313/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία καθόρισε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των ακινήτων και των επικειμένων τους, λαμβάνοντας ως κρίσιμο χρόνο για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριούμενων ακινήτων και των επικειμένων τους, το χρόνο συζήτησης της αίτησης οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της.

Κατά το άρθρο 17 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος του 1975 "1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.

Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. 3. Η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης, και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Με την αναθεώρηση των συνταγματικών διατάξεων, που έγινε με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, στην παραπάνω παράγραφο 2 του άρθρου 17 προστέθηκε τρίτο εδάφιο, το οποίο ορίζει ότι "αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".

Η πιο πάνω νέα διάταξη του Συντάγματος (άρθρο 17 παρ. 2 εδ. γ ), σύμφωνα με τη διάταξη του κεφαλαίου Δ' του Ψηφίσματος, τέθηκε σε ισχύ από τη δημοσίευση αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 18-4-2001, έχει δε εφαρμογή, ως συνταγματική και επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του.

Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53 της 19/20-9-1974 "Περί κυρώσεως της εν Ρώμη την 4ην Νοεμβρίου 1950 υπογραφείσης συμβάσεως "δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", ως και του προσθέτου εις αυτήν Πρωτοκόλλου των Παρισίων της 20ής Μαρτίου 1952" (ΦΕΚ Α 256) και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) ορίζεται: "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους Αι προαναφερόμενοι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέσει εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Το άρθρο αυτό περιέχει τρεις κανόνες. Ο πρώτος, που είναι γενικής φύσης, καθιερώνει την αρχή της ειρηνικής απόλαυσης της ιδιοκτησίας- περιουσίας (εδ. α' της πρώτης παραγράφου). Ο δεύτερος καλύπτει τη στέρηση περιουσιακών αγαθών, για την οποία θέτει ορισμένες προϋποθέσεις (εδ. β' της πρώτης παραγράφου). Ο τρίτος κανόνας αναγνωρίζει το δικαίωμα των Κρατών, μεταξύ άλλων, να ελέγχουν τη χρήση της περιουσίας σύμφωνα με το γενικό συμφέρον, με την εφαρμογή νόμων, τους οποίους θεωρούν αναγκαίους για το σκοπό αυτό.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία, σημειωτέον, προστατεύεται, ως δικαίωμα στην ιδιοκτησία, εκτός άλλων, και η κυριότητα επί προσβολής του δικαιώματος σεβασμού της ιδιοκτησίας, πρέπει να τηρείται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου και της επιταγής της προάσπισης των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων.

Και αυτή η ισορροπία τηρείται με τη λήψη υπόψη ως σκοπητέου χρόνου για την αξία του απαλλοτριουμένου, του χρόνου της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, εφόσον αυτή γίνεται μετά την παρέλευση ικανού χρόνου από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της. Η νέα, δε, ρύθμιση του εδ.

γ' της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος έχει εισαχθεί, προκειμένου να εναρμονιστεί το εσωτερικό δίκαιο προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), αναφορικά με την έννοια της προστασίας του δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Έτσι "ως προβλεπόμενοι υπό του νόμου όροι", υπό τους οποίους, κατά την άνω διάταξη του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, επιτρέπεται η στέρηση της περιουσίας του προσώπου, νοούνται προφανώς οι όροι, που θεσπίζει η πιο πάνω αναθεωρημένη διάταξη της παρ. 2 εδ.

γ' του άρθρου 17 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία, αν η δίκη για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου ακινήτου διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τον προσωρινό προσδιορισμό, λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό.

Η εν λόγω συνταγματική διάταξη μεταφέρθηκε και στον Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων του 2001, ο οποίος κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του ν. 2882/2001 (ΦΕΚ Α' 17/6.2.2001), με την προσθήκη δεύτερου εδαφίου στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 13, η οποία έγινε με το άρθρο 1 παρ. 4 του ν. 2985/2002 (ΦΕΚ Α' 1 8/4.2 2002) και άρχισε να ισχύει από 1-1-2002 (άρθρο 2 του ίδιου νόμου).

Έτσι, στην περίπτωση αυτή σύμφωνα με την προαναφερθείσα αρχή της ειρηνικής απόλαυσης της περιουσίας (άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, πρώτη φράση του Πρωτοκόλλου αριθ. 1) το κρίσιμο είναι η επίτευξη μιας δίκαιης ισορροπίας που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των αντικρουόμενων συμφερόντων του ατόμου και της προστασίας του δικαιώματος ιδιοκτησίας αφενός και του γενικού συμφέροντος αφετέρου.

Εν όψει των ανωτέρω και σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1 1 1, 223, 224 και 281 του ΑΚ, ο κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου, σε περίπτωση που έχει παρέλθει έτος από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό αποζημίωσης ή επί ασκήσεως απευθείας ενώπιον του εφετείου αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό, είναι ο χρόνος της συζήτησης, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα αν το εφετείο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της αυτή είναι η αρχικώς ορισθείσα προς συζήτηση ή μεταγενέστερη που προσδιορίστηκε μετά από αναβολή ή ματαίωση (ΟλΑΠ 27/2007, ΑΠ 910/2022, ΑΠ 1 123/2009 ΑΠ 1555/2017).

Διαφορετική είναι η περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης διατάσσει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, κατ' άρθρο 20 παρ. 7 του ν. 2882/2001.

Στην περίπτωση αυτή το αντικείμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και της δικαστικής έρευνας παγιοποιείται κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η διατάσσουσα πραγματογνωμοσύνη απόφαση και γι' αυτό γίνεται δεκτό ότι κρίσιμος χρόνος υπολογισμού της αξίας είναι αυτός της συζήτησης πριν από την πραγματογνωμοσύνη και όχι μετά από αυτήν (ΟλΑΠ 14/2011, ΑΠ 910/2022, ΑΠ 1061/2013, ΑΠ 76/2012).

Μόνο δε εφόσον καταβληθεί η πλήρης αποζημίωση είναι δυνατόν να στερηθεί κάποιος την ιδιοκτησία του, η οποία και περιέρχεται κατά τρόπο πρωτότυπο στον υπερού η απαλλοτρίωση. Η μερική ή υπό όρο καταβολή της αποζημίωσης δεν επιφέρει κανένα έννομο αποτέλεσμα, γιατί δεν καλύπτει τη συνταγματική επιταγή της πληρότητας της αποζημίωσης και κατά συνέπεια δεν παρέχει το δικαίωμα αποβολής του ιδιοκτήτη, αφού διατηρείται ο εμπράγματος χαρακτήρας του δικαιώματος του.

Ως πλήρης δε αποζημίωση νοείται η αποζημίωση, που παρέχει στον ιδιοκτήτη τη δυνατότητα αντικατάστασης του απαλλοτριωθέντος με άλλο ισάξιο (ΑΠ 781/2022, ΑΠ 481/2021, ΑΠ 895/2020, ΑΠ 682/2020). Για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, τα διαγραφόμενα στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 εδαφ. τελευταίο του Ν. 2882/2001, κριτήρια, δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του, ή θα λάβει υπόψη του άλλα τέτοια.

Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποίησης στην ανωτέρω διάταξη της λέξης "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως (ΑΠ 310/2021, ΑΠ 682/2020, ΑΠ 261/2018, ΑΠ 56/2018, ΑΠ 1409/201 1). Μεταξύ των κριτηρίων, τα οποία μπορεί να λάβει υπόψη του το δικαστήριο είναι και οι υπάρχουσες, κατά τον ανωτέρω χρόνο, οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να τις αναλύει διεξοδικά, όταν αυτές είναι πασίγνωστες και οι οποίες λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη (άρθρο 336 παρ. 1 το υ ΚΠολΔ).

Ειδικότερα, κατά τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον / σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, τα δικαστήρια υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των όμορων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσης για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία πάντως σε καμία περίπτωση δεν δεσμεύει τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του (ΑΠ 372/2021, ΑΠ 759/2020).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 130/2016).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 1572/2017).

Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση αυτού, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 13 παρ. 1 του "Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ)", του άρθρου 17 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, για το λόγο ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε ως κρίσιμο χρόνο για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριούμενων ακινήτων τη συζήτηση ενώπιον του για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, με την παραδοχή ότι η δίκη διεξήχθη μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, μη λαμβάνοντας υπόψη του, ότι η συγκεκριμένη απαλλοτρίωση κηρύχθηκε τυπικά το έτος 2007, δηλαδή πριν δώδεκα χρόνια και η δίκη για προσδιορισμό της οριστικής τιμής διεξήχθη εννέα χρόνια μετά τη δίκη της προσωρινής τιμής, και ως εκ τούτου το Εφετείο θα όφειλε να λάβει υπόψη του, όπως ισχυρίζονται, το χρόνο συζήτησης στο Πρωτοδικείο που είναι πλησιέστερος στο χρόνο αφαίρεσης της ιδιοκτησίας.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν εκτίθενται πλήρως, αλλά μόνο αποσπασματικά, οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου εκ μέρους του δικάσαντος Δικαστηρίου.

Σε κάθε όμως περίπτωση είναι και αβάσιμος, καθόσον, το δικάσαν Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθώς, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα νομική σκέψη, σε περίπτωση παρέλευσης έτους από τη συζήτηση της αίτησης περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης, ως κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου λαμβάνεται ο χρόνος της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης ενώπιον του Εφετείου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 6/2022, ΑΠ 1217/2020).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 453/2022, ΑΠ 1217/2020). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020).

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 325/2022, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 1096/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 550/2017).

Στην περίπτωση αυτή (άρθρ. 559 αριθ. 19), δεν αρκεί η μνεία μεμονωμένων και αποσπασματικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 22/2020).

Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο με πληρότητα και όχι αποσπασματικά είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενο του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 109/2020). Συνακόλουθα η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στη κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1 198/2023, ΑΠ 109/2020.

ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης. Αυτό διότι ο Άρειος Πάγος για τη διαπίστωση της παράβασης, ελέγχει μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων και συνεπώς, η έκθεση αυτή, είναι αναγκαία προκειμένου να αποβεί εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα, δε.

και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης. Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1217/2020, ΑΠ 24/2019), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος.

Με το λόγο αυτόν, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 57/1990, ΑΠ 1217/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται ότι, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ειδικότερα ότι το Εφετείο "δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα εγγράφως και αναλυτικό ισχυρισμό περί λήψεως υπόψη για τον προσδιορισμό των οριστικών τιμών αποζημίωσης, το χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως περί καθορισμού προσωρινής τιμής, ήτοι το έτος 2009, οπότε εξεδόθη η υπ' αριθμ. 685/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείο Σπάρτης, καθώς είχε παρέλθει χρόνος άνω των εννέα ετών μέχρι τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου, χωρίς να αιτιολογήσει έστω και υποτυπωδώς την απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού" και υπέπεσε έτσι στη πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Ο προαναφερθείς λόγος κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, η οποία καθιστά, εν προκειμένω, ανέφικτο τον αναιρετικό του έλεγχο. Αυτό δε διότι, για τη θεμελίωση του λόγου αυτού, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα, όπως είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του, αναφορικά με τον κρίσιμο χρόνο υπολογισμού της αξίας των απαλλοτριούμενων ακινήτων, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, παρά μόνο ένα μικρό απόσπασμα αυτής, το οποίο επέλεξαν, κατά το δοκούν, οι αναιρεσείοντες, αλλά με βάση αυτό και μόνο δεν είναι εφικτός ο έλεγχος της βασιμότητάς του.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ ). Τέλος, οι αναιρεσείοντες που ηττήθηκαν στη δίκη, πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-6-2019 [αριθμ. εκθ. καταθ. 26/21-6- 2019] αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 313/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ