Legislator Case Law & Legislation
1844/2013 AI generated

Supreme Court partially allows appeal, upholds lower court's rejection of claim and award of legal costs.

Case Number 1844/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, setting aside only the portion regarding legal costs. The appellants had lost their initial lawsuit for over 1.5 million euros, resulting in a judgment against them for the defendants' legal expenses. The court ruled that the lower court did not err in rejecting the appeal argument challenging the cost award, as such awards are based on the outcome of the case and the amount is subject to the court's discretion.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 189 of the Code of Civil Procedure and Articles 100 § 1, 107 § 1 of the Lawyers' Code; The Supreme Court holds that a judgment ordering the payment of legal costs is based on the party's defeat in the litigation, and the specific amount awarded falls within the discretionary jurisdiction of the court of first instance on the merits.

Keywords

AI generated
legal costs award court of first instance discretion appeal against costs judgment based on defeat partial remittal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 100 § 1 of the Lawyers' Code
Article 107 § 1 of the Lawyers' Code
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 178 § 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 685/2005
AP 859/2002

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1844 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1844/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1. Ε. χήρας Δ. Μ., το γένος Α. Λ., 2 Π. - Ε. θυγ. Δ. Μ., ... 3. Χ.-Ι. θυγ. Δ. Μ., κατοίκου ... 4. Σ. θυγ. Δ. Μ., κατοίκου ... 5. Μ. θυγ. Δ. Μ., 6Ν. συζ. Α. Κ., Δ. Μ., κατοίκου ... 7.Ν. Μ. του Δ., κατοίκου ... 8. Γ. Ν. Μ., κατοίκου ... 9. Μ. Χ. Κ., το γένος Ν. Μ., κατοίκου ... 10. Ε. Ι. Π., το γένος Ν. Μ., κατοίκου ... 11.Β. συζ. Ν. Μ., το γένος Δ. Δ., κατοίκου ... 12α)Α. Κ. και 12β) Ν. Α. Κ., θυγ. Δ. Μ., για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους: 1. Δ., 2Δ., 3Ε. και 4Θ., κατοίκων ... 13α) Ν. Μ., 13β)Β. συζ. Ν. Μ., το γένος Δ. Δ., για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους:1. Δ. Ν. Μ. και 2 Ζ. θυγ.Ν. Μ., απάντων κατοίκων ... εκ των οποίων οι: 2ος,3ος,8ος,9ος παραστάθηκαν μετά και οι λοιποί διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Πασπαλά και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ... 2. Της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΤΟΙΜΟΥ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑΤΟΣ-ΜΠΕΤΑΡΜ Α.Ε. που εδρεύει στο …όπως νόμιμα εκπροσωπείται, αμφότεροι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Μαρίας Τριανταφύλλη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις και 3.Της ασφαλιστικής εταιρείας με την νέα επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", κατόπιν τροποποίησης της επωνυμίας της ασφαλιστικής εταιρείας "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στη …και νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νικόλαο Πολίτη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:885/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2320/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-12-2008 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 585/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναιρεί την παραπάνω απόφαση και παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, με άλλη σύνθεση.

Εκδόθηκε η 2305/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-2-2012 αίτησή τους και τους από 20-12-2012 πρόσθετους λόγους τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης, ανέγνωσε την από 8-5-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του 27ου και τελευταίου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων της, συμπεριλαμβανομένου και του προσθέτου λόγου αυτής.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά τους ορισμούς του Κ.Πολ.Δ. α) λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση (άρθρ. 559 αριθμ. 18), β) αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο κατά το σημείο που στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση (άρθρ. 579 § 1 εδ.

β' ), γ) οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν (άρθρ. 580 § 4) και δ) στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση (άρθρ. 581 § 2).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με τον λόγο αναίρεσης που έκανε δεκτό. Αντίθετα τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται, σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση, άλλωστε, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 297/2008, ΑΠ 1602/2007, ΑΠ 367/2005).

Νομικό ζήτημα για το οποίο ομιλεί η διάταξη του άρθρου 580 § 4 Κ.Πολ.Δ. είναι όχι μόνον από το ουσιαστικό δίκαιο, αλλά και από το δικονομικό, γεγονός που προκύπτει τόσο από την αδιάστικτη διατύπωσή της, όσο και από το ότι, σε περίπτωση αναίρεσης, η παραπομπή διατάσσεται για παράβαση όχι μόνον του ουσιαστικού αλλά και του δικονομικού δικαίου, με τους κατ' ιδίαν λόγους αναίρεσης που θεσπίζονται από το άρθρο 559 αριθμ. 2 επ.

Κ.Πολ.Δ. Το νομικό ζήτημα, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, αναφέρεται σε θέμα το οποίο, μετά την αναίρεση και την παραπομπή, το δικαστήριο της ουσίας θα εφαρμόσει. Με την έννοια αυτή δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης (δηλ. του άρθρ. 559 αριθμ.18) όταν η απόφαση αναιρέθηκε για έλλειψη νόμιμης βάσης, χωρίς να αμφισβητηθεί το εννοιολογικό περιεχόμενο του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου.

Στην περίπτωση αυτή νέα αναίρεση μπορεί να στηριχθεί στους λόγους του άρθρου 559 αριθμ. 1, 19 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 297/2008).- Στην προκειμένη περίπτωση, η αρχικώς εκδοθείσα σε δεύτερο βαθμό υπ' αριθμ. 2320/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκε εν μέρει, ήτοι ως προς τους ήδη αναιρεσίβλητους, με την υπ' αριθμ. 585/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ.

λόγο, με την έννοια της ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα και κατ' επέκταση της ύπαρξης ή μη υπαιτιότητας στην επέλευση τούτου του πρώτου εναγόμενου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου Ι. Κ.. Κατόπιν τούτου, το δικαστήριο της παραπομπής, ενώπιον του οποίου συζητήθηκε εκ νέου η υπόθεση, απέρριψε κατ' ουσία την αγωγή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, συμμορφώθηκε προς την ως άνω υπ' αριθμ. 585/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ειδικότερα, η δέσμευση του δικαστηρίου της παραπομπής εξαντλείτο στην έρευνα και παράθεση στην απόφασή του των στοιχείων εκείνων τα οποία κρίθηκε ότι έλλειπαν από την αρχική απόφαση ή ότι διατυπώνονταν κατά τρόπο ασαφή, ή αντιφατικό, και τα οποία ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, έτσι ώστε να καθίσταται δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθότητας ή μη των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου οι οποίες εφαρμόσθηκαν ή έπρεπε να εφαρμοσθούν.

Δεν ήταν, όμως, εξ αυτού του λόγου υποχρεωμένο το Εφετείο να αχθεί και στην κατ' ουσία παραδοχή της αγωγής, καθόσον ως προς την κρίση του αυτή ούτε σε ενδοδιαδικαστική δέσμευση, ούτε σε ακυρωτικό έλεγχο υπόκειται, οι δε περί του εναντίου, κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου τους, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης (υπό στοιχεία δικογράφου Α, Β και αριθμός 1, σελίδες 12 έως 31), από το άρθρο 559 αριθμ. 18 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους ψέγεται το Εφετείο διότι έκρινε ότι ο πρώτος εναγόμενος - πρώτος αναιρεσίβλητος ουδεμία υπαιτιότητα έχει στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.-

ΙΙ.- Ο από το άρθ. 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση-στάθμιση-αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές και διατυπώνεται με σαφήνεια στην απόφαση, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Ανεπάρκεια δε και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, ο προαναφερόμενος εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί στερείται νόμιμης βάσης, είτε διότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, είτε διότι έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων υπό την επίκληση ότι αυτή στερείται νόμιμης βάσης (ΑΠ 1602/2007).- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του και κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της (άρθρ. 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα : "Στις 6 Ιουνίου 2003 και περί ώρα 10.25 ο συγγενής των εναγόντων (σύζυγος της πρώτης, πατέρας της δεύτερης έως και έβδομου, αδελφός του ένατου έως δέκατης, πεθερού των ενδέκατης και δωδέκατου και πάππος των λοιπών) Δ.

Μ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της πρώτης ενάγουσας, κινείτο στην Κρήτη στο 63ο χλμ στη Ν.Ε.Ο. Χανίων - Ηρακλείου με κατεύθυνση από Χανιά προς Ηράκλειο. Στο χιλιόμετρο αυτό η εν λόγω εθνική οδός είναι ευθεία, διέρχεται πάνω σε γέφυρα, γι' αυτό δεξιά και αριστερά της έχει σιδερένιες μπάρες, είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, έχει πλάτος οδοστρώματος 7,55 μ., που χωρίζεται με διπλή διακεκομμένη γραμμή, ώστε αυτό (πλάτος) του ρεύματος προς Ηράκλειο είναι 3,60 μ.

και αυτό του ρεύματος προς Χανιά 3,95 μ. με έρεισμα πλάτους 2 μ. στο ρεύμα προς Ηράκλειο και 1,90 στο ρεύμα προς Χανιά. Το όριο ταχύτητας ρυθμίζεται με πινακίδα Ρ - 32 στα 80 χιλ. Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο (μπετονιέρα) ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγόμενης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων από την λειτουργία του ζημίες στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία κινείτο στην ίδια ως άνω οδό, αλλά με αντίθετη κατεύθυνση, ήτοι από Ηράκλειο προς Χανιά.

Κατά τον χρόνο αυτό η κυκλοφορία των οχημάτων στην εθνική οδό ήταν μεγάλη και ο καιρός αίθριος. Ενώ ο συγγενής των εναγόντων κινείτο κατά τα ως άνω, εμφανίσθηκε στην πορεία του και σε μικρή απόσταση από το σημείο που κινείτο, ένα πρόβατο. Ένεκα του γεγονότος αυτού, της επιθυμίας του να το αποφύγει, ώστε να μην κινδυνεύσει η ζωή του προβάτου και της ταχύτητας που κινείτο κι ανήρχετο τουλάχιστον στα 80 χιλ.

έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου που οδηγούσε με αποτέλεσμα κατ' αρχήν να τροχοπεδήσει επί 16,50μ. διαγώνια στο προς τα δεξιά του ασφάλτινο έρεισμα να έλθει σ' επαφή με τις σιδερένιες στο τέλος του ερείσματος υφιστάμενες μπάρες και στη συνέχεια να κινηθεί διαγώνια επί 21,50 μ., ώστε ολόκληρο το όχημα που οδηγούσε να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, να επιπέσει με το εμπρόσθιο τμήμα του στο αριστερό εμπρόσθιο τμήμα της μπετονιέρας, να υποστεί ο ίδιος (οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου) λόγω της σύγκρουσης κακώσεις κεφαλής και θώρακος και λόγω αυτών ν' αποβιώσει αμέσως.

Στην κρίση του για την ταχύτητα που κινείτο ο αποβιώσας οδηγός Δ. Μ. οδηγήθηκε το δικαστήριο από το από 6 - 6 - 2003 "δελτίον ιχνών τροχοπεδήσεως οδικού τροχαίου ατυχήματος" του τμήματος τροχαίας Ρεθύμνου, κατά το οποίο "από τα ίχνη τροχοπέδησης προκύπτει ότι το όχημα κινείτο με ταχύτητα 52 χ/ώρα, η οποία πιθανόν να είναι μικρότερη της πραγματικής, καθώς μέρος της ταχύτητας απορροφήθηκε από την σύγκρουση" σε συνδυασμό με την κατάθεση του παρόντος κατά το ένδικο ατύχημα μάρτυρα και αναφερόμενου ως τοιούτου στην έκθεση αυτοψίας Ά.

Μ. ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Ρεθύμνου και του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Κρήτης, σύμφωνα με την οποία ο ίδιος (μάρτυρας) κινείτο με ταχύτητα 75 περίπου χιλ. την ώρα και ο θανών λίγο πριν το ατύχημα τον είχε προσπεράσει και εξακολουθούσε να προπορεύεται. Αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος είναι ο θανών οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου.

Η υπαιτιότητά του συνίσταται στο ότι αυτός κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 ΚΟΚ από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε με βάση τις επικρατούσες συνθήκες να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός, δεν ασκούσε την εποπτεία και τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, συγκεκριμένα κατ' αρχήν επέλεξε ν' αποφύγει τον τραυματισμό του προβάτου, χωρίς να λάβει υπόψη του ότι η ταχύτητα που κινείτο δεν επέτρεπε αποφευκτικό για τον σκοπό αυτό ελιγμό που να είναι ασφαλής, όχι μόνον για τον ίδιο, αλλά και για τους άλλους που χρησιμοποιούσαν κατά τον ως άνω χρόνο την οδό και όπως προαναφέρθηκε ήταν πολλοί, στη συνέχεια δεν χρησιμοποίησε σωστά το σύστημα πέδησης, ώστε ν' ακινητοποιήσει το όχημα που οδηγούσε στο πλάτους 1,90 ασφάλτινο έρεισμα που υπήρχε προς τα δεξιά του, αλλά μόλις άρχισε την τροχοπέδηση έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου, με συνέπεια την προεκτεθείσα εξέλιξη.

Το γεγονός αυτό προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας του αρμοδίου οργάνου της τροχαίας Ρεθύμνου και το σχεδιάγραμμα στο οποίο φαίνεται ότι μόλις άρχισε την τροχοπέδηση το αυτοκίνητο κινήθηκε διαγώνια με κατεύθυνση προς τα δεξιά επί του ερείσματος, ήλθε σε επαφή με τις μπάρες και μετά εντελώς ανεξήγητα κινήθηκε διαγώνια με κατεύθυνση προς τα αριστερά επί 21,50 μ., δηλαδή έτσι, αφού διήνυσε το έρεισμα, το ρεύμα στο οποίο κινείτο εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα στο κέντρο περίπου αυτού και συγκρούσθηκε με το ΙΧΦ (μπετονιέρα) μετά δε τη σύγκρουση που έλαβε χώρα στο κέντρο περίπου του αντίθετου προς την κατεύθυνσή του ρεύματος κυκλοφορίας, εξετράπη της πορείας του επί 15,80 μ., ώστε η τελική θέση του ήταν διαγώνια επί της διακεκομμένης γραμμής που χώριζε τα ρεύματα κυκλοφορίας με μικρό τμήμα του στο ρεύμα προς Χανιά και το μεγαλύτερο στο ρεύμα προς Ηράκλειο.

Ακόμη για όλα τα ως άνω γεγονότα που κατέληξαν στην είσοδο του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο θανών στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, καίτοι τοιαύτη κυκλοφορία δεν επιτρέπεται (άρθρ. 16 παρ. 1 ΚΟΚ), με σαφήνεια κατέθεσε ο ως άνω αυτόπτης μάρτυρας στα πλαίσια της προανάκρισης και ενώπιον των προαναφερθέντων ποινικών δικαστηρίων.

Ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον εναγόμενο οδηγό, ο οποίος κινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του και μάλιστα στο άκρο δεξιό αυτού με ταχύτητα 65 χιλ., σύμφωνα με την ένδειξη του ταχογράφου, η οποία λαμβάνεται υπόψη, αφού ο τελευταίος δεν προσβλήθηκε νομότυπα ως πλαστός, την οποία μείωσε στα 55 χιλ., όταν είδε την πορεία του ΙΧΕ αυτοκινήτου και ουδόλως συνετέλεσε με τη συμπεριφορά του κατά την οδήγηση στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και στις συνέπειές του.

Επιπλέον, δεδομένου ότι η προεκτεθείσα συμπεριφορά κατά την οδήγηση του ΙΧΕ αυτοκινήτου εκ μέρους του συγγενούς των εναγόντων διήρκησε ελάχιστο χρονικό διάστημα, όπως προκύπτει από τα μέτρα που διήνυσε χωρίς να έχει τον έλεγχο του οχήματος σε συνδυασμό με την ταχύτητά του δεν υπήρχε αποφευκτικός ελιγμός που όφειλε (εναγόμενος) και μπορούσε να πραγματοποιήσει για ν' αποφύγει τη σύγκρουση, αφού η κυκλοφορία ήταν μεγάλη, το όχημα που οδηγούσε μεγάλων διαστάσεων και φορτωμένο, οπότε απότομη ακινητοποίηση ήταν επικίνδυνη για όλους τους άλλους που χρησιμοποιούσαν την οδό, απότομος προς τα δεξιά ελιγμός θα ήταν επικίνδυνος και για τον οδηγό της μπετονιέρας.

Όμως και το σημαντικότερο, το ατύχημα σε κάθε περίπτωση θα λάμβανε χώρα και θα είχε για τον οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου την ίδια μοιραία συνέπεια λόγω των προεκτεθεισών συνθηκών και κυρίως λόγω της κίνησης πάνω σε γέφυρα και της ύπαρξης μεγάλης κυκλοφορίας οχημάτων, αφού ο τελευταίος είχε χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου που οδηγούσε".

Με βάση δε τα ως άνω δεκτά γενόμενα από το Εφετείο ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τους συλλογισμούς και τα συμπεράσματά του και με την μνεία εκ μέρους του προαναφερόμενου Δικαστηρίου ότι με την συνταχθείσα από το Τμήμα Τροχαίας Ρεθύμνου έκθεση αυτοψίας ουδεμία παράβαση του ΚΟΚ αποδίδεται στον πρώτο των εναγομένων και ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων οδηγό του ΙΧΦ αυτοκινήτου και ότι ο τελευταίος αυτός κρίθηκε με την υπ' αριθμ. 1629/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Κρήτης αθώος του θανάτου του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, το Εφετείο οδηγήθηκε στην κρίση ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει αυτόν στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος και ότι, συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που αποφάνθηκε ομοίως και απέρριψε την αγωγή κατ' ουδέν έσφαλε και για τούτο η τα αντίθετα υποστηρίζουσα έφεση των εναγόντων και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής έπρεπε να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι, πράγμα το οποίο και έγινε.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητήματα που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα και της ύπαρξης ή μη υπαιτιότητας στην επέλευση τούτου του οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου - πρώτου των αναιρεσιβλήτων και κατ' ακολουθίαν στον ένεκα τούτου (ατυχήματος) επελθόντα θανάσιμο τραυματισμό του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου - συγγενούς των αναιρεσειόντων, Δ.

Μ. Ειδικότερα δε διαλαμβάνονται σ' αυτή α) η γενεσιουργός αιτία του ενδίκου ατυχήματος, η οποία συνίσταται στην εκτροπή του ΙΧΕ αυτοκινήτου από την πορεία του και η ένεκα της εκτροπής είσοδος του εν λόγω αυτοκινήτου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας στο οποίο κινείτο το ΙΧΦ αυτοκίνητο, β) η αιτία της εκτροπής αυτής, η οποία συνίσταται στην προσπάθεια του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου να αποφύγει εμφανισθέν στην πορεία του πρόβατο, η ένεκα της προσπάθειας αυτής πρόσκρουση του εν λόγω αυτοκινήτου στις δεξιά της πορείας του ευρισκόμενες προστατευτικές μεταλλικές μπάρες της οδού, η μετά την πρόσκρουση στις μπάρες αυτές αλλαγή της πορείας του προς τα αριστερά και η είσοδος αυτού στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, γ) η κυκλοφοριακή συμπεριφορά του οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου πριν και κατά την σύγκρουση, συνισταμένη στο ότι πριν την σύγκρουση κινείτο εντός του ρεύματος κυκλοφορίας του και στο δεξιό άκρο αυτού, με ταχύτητα 65 χλμ/ώρα, την οποία και μείωσε αυτός σε 55 χλμ/ώρα μόλις αντιλήφθηκε την εκτροπή του ΙΧΕ αυτοκινήτου από την πορεία του, εμπεριεχομένης στην πληττόμενη απόφαση τόσο γα) της ρητώς διατυπούμενης κρίσης του Εφετείου ότι η περαιτέρω προς τα δεξιά της πορείας του κίνηση αυτού (φορτηγού) ήταν δυσχερής, λόγω του όγκου του και του φορτίου του, όσο και γβ) της έμμεσης πλην σαφούς παραδοχής ότι η τοιαύτη οδηγική συμπεριφορά του οδηγού αυτού δεικνύει και την εκ μέρους του τήρηση του άρθρου 19 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), δ) (διαλαμβάνεται) ρητή μνεία ότι η σύγκρουση των οχημάτων έγινε στο μέσον περίπου του ρεύματος πορείας του φορτηγού αυτοκινήτου, στο αριστερό εμπρόσθιο τμήμα του οποίου προσέκρουσε με το εμπρόσθιο τμήμα του το ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο στη συνέχεια εξετράπη της πορείας του επί 15,80 μ.

και ακινητοποιήθηκε διαγώνια επί της χωρίζουσας τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας διακεκομμένης γραμμής της Ν.Ε.Ο. Χανίων - Ηρακλείου, με μικρό τμήμα του στο ρεύμα προς Χανιά και με το μεγαλύτερο στο ρεύμα προς Ηράκλειο, κατεύθυνση (Ηράκλειο) προς την οποία κινείτο αυτό πριν την σύγκρουση, και ε) στις παραδοχές του Εφετείου ότι εα) το ΙΧΕ αυτοκίνητο ακολούθησε τεθλασμένη γραμμή πορείας (ζικ - ζακ), ήτοι αρχικά, και μέχρι την πρόσκρουση στις σιδερένιες μπάρες, δεξιά σε σχέση με την πορεία του, επί μήκους 16,50 μ., και στη συνέχεια, μετά την πρόσκρουση στις μπάρες, προς τα αριστερά της πορείας του, επί μήκους 21,50 μ., και εβ) (ότι) η κατά τα άνω τεθλασμένη αυτή πορεία του ΙΧΕ αυτοκινήτου - σε συνδυασμό και προς την ταχύτητα με την οποία αυτό έβαινε - διήρκεσε ελάχιστο χρονικό διάστημα, στερώντας ουσιαστικά από τον οδηγό του ΙΧΦ αυτοκινήτου την δυνατότητα αποτελεσματικότερης αποφευκτικής ενέργειας από εκείνη την οποία μπορούσε να κάνει και την οποία έκανε, εμπεριέχεται εμμέσως πλην σαφώς και η παραδοχή - κρίση ότι η απόσταση από την οποία αντιλήφθηκε ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου την τεθλασμένη πορεία του ΙΧΕ αυτοκινήτου είναι, κατά προσέγγιση, εκείνη του συνόλου της τεθλασμένης πορείας, ήτοι περίπου σαράντα (40) μέτρα.

Κατά συνέπεια οι κατά την προσήκουσα εκτίμηση του όλου περιεχομένου αυτών, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., 3ος, 4ος, 5ος, 6ος, 7ος, 8ος, 9ος, 10ος, 11ος, 14ος, 15ος, 16ος (κατά το πρώτο σκέλος αυτού), 17ος, 18ος, 20ος, 22ος, 23ος και 24ος λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση έλλειψης νόμιμης βάσης της απόφασης, με επισήμανση φερομένων σφαλμάτων, παραλείψεων και ασαφειών, που όμως αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων - το πόρισμα των οποίων (αποδείξεων) είναι σαφές - πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι, διότι με αυτούς και υπό το πρόσχημα της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται η ουσιαστική εκτίμηση του δικαστηρίου.

Σε κάθε δε περίπτωση οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, εφόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το Εφετείο διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες επί των εχόντων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητημάτων, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα και την ύπαρξη ή μη υπαιτιότητας στην επέλευση τούτου του οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου - πρώτου των αναιρεσιβλήτων.-

ΙΙΙ.- Από το άρθρο 671 παρ.1 εδ.α' ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει, ότι το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και εφαρμόζεται, κατ' άρθρο 681 Α του ίδιου Κώδικα, και στην ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του, προκύπτει, ότι κατά την ειδική αυτή διαδικασία το δικαστήριο δεν υποχρεούται να τηρήσει τους κανόνες του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αλλά τα εκτιμά ελεύθερα κατά το γενικό κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, κατά αποφάσεως, που εκδόθηκε κατά την ανωτέρω ειδική διαδικασία, δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1431/2009, ΑΠ 1438/2009, ΑΠ 276/2007, 1948/2006, 501/2005, 985/2003). Έτσι ο δέκατος έκτος λόγος αναίρεσης - κατά το δεύτερο σκέλος του - με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο, που δίκασε κατά την πιο πάνω ειδική διαδικασία, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, γιατί έδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη και βαρύτητα στην κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων Ά. Μ., σχετικά με την ταχύτητα του ΙΧΕ αυτοκινήτου, και όχι στο από 6.6.2003 δελτίο ιχνών τροχοπέδησης του Τμήματος Τροχαίας Ρεθύμνου, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.-

ΙV.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωσή της προκύπτει ότι η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο, από όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ.

του ΚΠολΔ, και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης. Περαιτέρω, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον λόγο αυτό αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό. (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 442/1993).

Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, κατέληξε το δικαστήριο με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 640/2011, ΑΠ 413/1993).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ. 19ο λόγο της αναίρεσης ψέγεται το Εφετείο διότι με την πληττόμενη απόφαση δέχθηκε ότι το προς Ηράκλειο ρεύμα πορείας της Ν.Ε.Ο Χανίων - Ηρακλείου, επί του οποίου κινείτο το ΙΧΕ αυτοκίνητο, έχει πλάτος 3,60 μ. και πλάτος ερείσματος 2 μέτρα και το προς Χανιά ρεύμα πορείας της οδού αυτής, επί του οποίου κινείτο το ΙΧΦ αυτοκίνητο, έχει πλάτος 3,95 μ.

και πλάτος ερείσματος 1,90 μ., ενώ συμβαίνει το αντίθετο, δηλαδή το πλάτος των ρευμάτων κυκλοφορίας και των ερεισμάτων έχουν γραφεί αντίστροφα, και ότι κατ' αυτό τον τρόπο παραμορφώθηκε το περιεχόμενο του από 6.6.2003 πρόχειρου σχεδιαγράμματος του Τμήματος Τροχαίας Ρεθύμνου, με αποτέλεσμα, λαμβανομένου υπόψη και του όγκου του φορτηγού αυτοκινήτου, που προσδιορίζεται από τους αναιρεσείοντες ως έχον δέκα (10) μέτρα μήκος και δύο και ήμισυ (2,50) μέτρα πλάτος, να υφίσταται σύγχυση ως προς το ακριβές σημείο της σύγκρουσης των οχημάτων και εντεύθεν της ύπαρξης ή ανυπαρξίας υπαιτιότητας του οδηγού του φορτηγού στο επισυμβάν ένδικο ατύχημα.

Από την επισκόπηση του περιεχομένου της πληττόμενης απόφασης και του προαναφερόμενου εγγράφου προκύπτει πράγματι ότι το πλάτος των ρευμάτων κυκλοφορίας και των ερεισμάτων της προαναφερόμενης οδού έχουν γραφεί αντίστροφα, πλην όμως το σαφές αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, περί έλλειψης οποιασδήποτε υπαιτιότητας του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στο εν λόγω έγγραφο, αλλά δημιουργήθηκε από την συνεκτίμηση και των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων που ελήφθησαν υπόψη.

Συνεπώς, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου του, ομοίως επί του άρθρου 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ. τείνοντα να θεμελιωθεί 21ο λόγο αναίρεσης, ψέγεται το Εφετείο διότι με λανθασμένη ανάγνωση του προαναφερόμενου από 6.6.2003 πρόχειρου σχεδιαγράμματος του Τμήματος Τροχαίας Ρεθύμνου δέχθηκε ότι το φορτηγό αυτοκίνητο κινείτο στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του, ενώ αν δεν υπέπιπτε στο διαγνωστικό αυτό λάθος θα έπρεπε να δεχθεί ότι το φορτηγό κινείτο στο μέσον του ρεύματος πορείας του και επιπλέον (θα έπρεπε να δεχθεί) ότι το εν λόγω αυτοκίνητο δεν τροχοπέδησε και η τελική του θέση μετά την σύγκρουση ήταν πέραν του σημείου της σύγκρουσης και σε απόσταση σαράντα (40) μέτρων μετά από αυτό, όπως αυτή η απόσταση προσδιορίζεται από τους αναιρεσείοντες.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ομοίως ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό γεγονός της θέσης του φορτηγού αυτοκινήτου κατά τον χρόνο της σύγκρουσης συνεκτιμώντας το σχεδιάγραμμα αυτό μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και όχι μόνο με αυτό ή προεχόντως με αυτό.- V.- Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ. ΑΠ 9/1997, ΑΠ 1299/2009, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1299/2009, ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).

Κατά συνέπεια ο κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου του από το άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. 12ος λόγος της αναίρεσης, όπως αυτός περαιτέρω επαναλαμβάνεται και αναπτύσσεται με τον χαρακτηριζόμενο από τους αναιρεσείοντες ως πρόσθετο (μοναδικό) λόγο της αναίρεσης, που παραδεκτά ασκήθηκε από αυτούς με το από 20.12.2012 δικόγραφό τους και με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο διότι δέχθηκε ότι σε κάθε περίπτωση το ένδικο ατύχημα θα ελάμβανε χώρα και θα είχε για τον οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου την ίδια μοιραία συνέπεια και τούτο διότι το ατύχημα αυτό έλαβε χώρα πάνω σε γέφυρα, υπήρχε μεγάλη κυκλοφορία οχημάτων και ο παθών οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου είχε απωλέσει τον έλεγχο του οχήματός του, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος.

Τούτο δε διότι η ανωτέρω παραδοχή δεν αποτελεί "πράγμα" αλλά (αποτελεί) συμπέρασμα του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Για τον ίδιο δε λόγο πρέπει να απορριφθεί και ο ομοίως επί του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. τείνων να θεμελιωθεί 13ος λόγος της αίτησης αναίρεσης - κατά το πρώτο σκέλος του - με το οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δέχθηκε ότι κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν μεγάλη, ενώ τούτο δεν είχε προταθεί.

Περαιτέρω, ο ίδιος αυτός λόγος αναίρεσης (13ος), κατά το από το άρθρο 559 αριθμ. 10 Κ.Πολ.Δ. δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δέχθηκε στον τόπο και χρόνο του ενδίκου ατυχήματος την ύπαρξη μεγάλης κυκλοφορίας οχημάτων, χωρίς απόδειξη περί τούτου, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος.

Τούτο δε διότι κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681 Α' του Κ.Πολ.Δ. κατά την οποία εκδικάζονται αγωγές για διαφορές ζημιών από αυτοκίνητο, καθώς και από την σύμβαση ασφάλισής του, στην οποία εφαρμόζονται τα άρθρα 666, 667 και 670 - 679 του ίδιου Κώδικα, δεν εκδίδεται προδικαστική απόφαση τάσσουσα σε βάρος των διαδίκων αποδείξεις, αλλά οι διάδικοι προσκομίζουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα μέχρι το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο.

Συνεπώς, στις διαφορές αυτές δεν ιδρύεται ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 10 λόγος αναίρεσης επειδή το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε πράγματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης χωρίς να διατάξει γι' αυτά απόδειξη (ΑΠ 1428/2000). Κατά τα λοιπά με τον ίδιο λόγο πλήττεται απαραδέκτως η ανέλεγκτη περί πραγμάτων και ειδικότερα των συνθηκών του ατυχήματος κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 § 1 Κ.Πολ.Δ.).- VI.- Ο από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ.

α' του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.

ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 8/2006). Στην προκειμένη περίπτωση με το από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. πρώτο σκέλος του 25ου λόγου της αναίρεσης, όπως το όλο περιεχόμενο αυτού προσηκόντως εκτιμάται, προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι λαμβάνεται υπόψη ο ταχογράφος του φορτηγού αυτοκινήτου διότι δεν έχει προσβληθεί ως πλαστός παραβιάσθηκε η ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 216 § 1 του ΠΚ.

Ο λόγος αυτός, κατά το προαναφερόμενο σκέλος του, είναι μη νόμιμος και απορριπτέος και τούτο διότι η με την προαναφερόμενη αιτιολογία λήψη υπόψη του ταχογράφου αυτού δεν αποτελεί ταυτόχρονα και παραβίαση της πιο πάνω διάταξης του ΠΚ. Περαιτέρω, στην ειδική διαδικασία του άρθρου 681 Α' Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία εκδικάζονται αγωγές για διαφορές ζημιών από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισής του, στην οποία εφαρμόζονται τα άρθρα 666, 667 και 670 - 679 Κ.Πολ.Δ., λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία όμως το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα, χωρίς να υποχρεούται να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική τους ισχύ (ΑΠ 380/2009).

Έτσι λαμβάνονται υπόψη στη διαδικασία αυτή και έγγραφα ανυπόγραφα, μη φέρονται βέβαιη χρονολογία ή ακόμη και αχρονολόγητα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, ανεπικύρωτα, αλληλοαναιρούμενα, εκδοθέντα και υπό αυτών των διαδίκων (όχι όμως για την συγκεκριμένη δίκη), εξαιρουμένων των πλαστών και μη γνησίων.

Στην προκειμένη περίπτωση με το από το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ. δεύτερο σκέλος του ίδιου αυτού λόγου αναίρεσης, ψέγεται το Εφετείο διότι έλαβε υπόψη τον προαναφερόμενο ταχογράφο, ενώ δεν θα έπρεπε αφού αυτός, κατά τα ειδικότερον εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης, δεν περιέχει εγγραφές ανταποκρινόμενες στην πραγματικότητα.

Συνεπώς, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα και εφόσον δεν προσβάλλεται το εν λόγω έγγραφο ως πλαστό, ούτε και αμφισβητείται η γνησιότητά του, υπό την έννοια ότι δεν προέρχεται από το συγκεκριμένο φορτηγό αυτοκίνητο, ορθώς εκτιμήθηκε από το Εφετείο μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και ο περί του αντιθέτου ερευνόμενος λόγος της αναίρεσης (25ος) κατά το ως άνω δεύτερο σκέλος του είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Στη συνέχεια, με το από το άρθρο 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ. τρίτο σκέλος του λόγου αυτού της αναίρεσης, προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι από τον ταχογράφο του φορτηγού αυτοκινήτου προκύπτει ότι αυτό είχε κατά τον χρόνο της επίμαχης σύγκρουσης των οχημάτων ταχύτητα 55 χλμ/ώρα, παραμόρφωσε το περιεχόμενό του, από το οποίο προκύπτει ταχύτητα του φορτηγού υπέρτερη της ως άνω των 55 χλμ/ώρα. Υπό αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι ενταύθα δεν πρόκειται για παραμόρφωση του εγγράφου αλλά για διαφορετική εκτίμηση του περιεχομένου του από το δικαστήριο εκείνο. Τούτο δε, δηλαδή ότι πρόκειται περί διαφορετικής εκτίμησης του περιεχομένου του εγγράφου και όχι περί παραμόρφωσης αυτού, ενόψει ιδίως και των μνημονευομένων στην υπ' αριθμ. δύο λατινικό (

ΙΙ) σκέψη της παρούσας παραδοχών του Εφετείου ότι η ταχύτητα του φορτηγού αυτοκινήτου (μπετονιέρας) ήταν, σύμφωνα με τον ταχογράφο, αρχικά 65 χλμ/ώρα και στη συνέχεια, όταν ο οδηγός του φορτηγού αντιλήφθηκε την κίνηση του ΙΧΕ αυτοκινήτου, μειώθηκε στα 55χλμ/ώρα.- VII.- Με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 10 Κ.Πολ.Δ. - κατά το πρώτο σκέλος του - 26ο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη ως αληθές το γεγονός ότι κατά τον χρόνο της ένδικης σύγκρουσης των οχημάτων η ταχύτητα του φορτηγού αυτοκινήτου είχε μειωθεί στα 55 χλμ/ώρα. Ο λόγος αυτός κατά το ερευνόμενο σκέλος του είναι προεχόντως απαράδεκτος και απορριπτέος. Τούτο δε διότι κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681 Α' του Κ.Πολ.Δ. κατά την οποία εκδικάζονται αγωγές για διαφορές ζημιών από αυτοκίνητο, καθώς και από την σύμβαση ασφάλισής του, στην οποία εφαρμόζονται τα άρθρα 666, 667 και 670 - 679 του ίδιου Κώδικα, δεν εκδίδεται προδικαστική απόφαση τάσσουσα σε βάρος των διαδίκων αποδείξεις, αλλά οι διάδικοι προσκομίζουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα μέχρι το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο.

Συνεπώς, στις διαφορές αυτές δεν ιδρύεται ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 10 λόγος αναίρεσης επειδή το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε πράγματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης χωρίς να διατάξει γι' αυτά απόδειξη (ΑΠ 1428/2000). Περαιτέρω, με το από το άρθρο 559 αριθμ. 11 του Κ.Πολ.Δ. δεύτερο σκέλος του ερευνόμενου λόγου της αναίρεσης, ψέγεται το Εφετείο ότι αφενός δεν έλαβε υπόψη την περιεχομένη στην από 6.6.2003 προανακριτική κατάθεση του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου εξώδικη ομολογία του, ότι το φορτηγό κινείτο με ταχύτητα 65 χλμ/ώρα, και αφετέρου δεν έλαβε υπόψη του την περιεχομένη στην ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προσθήκη και αντίκρουση των προτάσεων της τρίτης αναιρεσίβλητης δικαστική ομολογία, ότι σε καμία αποφευκτική ενέργεια της σύγκρουσης των οχημάτων δεν προέβη ο οδηγός του φορτηγού - πρώτος αναιρεσίβλητος διότι "δεν μπορούσε να προβεί σε καμία ενέργεια".

Ο λόγος αυτός, κατά το ερευνόμενο δεύτερο σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί καθόσον μεν αφορά την εξώδικη ομολογία ως αβάσιμος, διότι στην πληττόμενη απόφαση γίνεται ρητή μνεία ότι για την δημιουργία του αποδεικτικού της πορίσματος έλαβε υπόψη και τα έγγραφα που συγκροτούν την ποινική δικογραφία, άρα και την εμπεριεχομένη σ' αυτά εξώδικη ομολογία του πρώτου αναιρεσίβλητου, καθόσον δε αφορά την δικαστική ομολογία προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η κατά τα άνω φερομένη ως δικαστική ομολογία συνιστά άρνηση της αγωγής και ειδικότερα του στοιχείου αυτής περί υπαιτιότητας (ή συνυπαιτιότητας) του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου στο επισυμβάν ένδικο ατύχημα και όχι δικαστική ομολογία.- VIII.- Kατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ, γ' Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη.

Ως αίτηση κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται η δικονομική αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας η δημιουργική αντίστοιχης εκκρεμότητας δίκης, όπως είναι και το ένδικο μέσο της έφεσης, όχι όμως και οι λόγοι της έφεσης τους οποίους πρέπει, κατά το άρθρο 520 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, να περιέχει το έγγραφο της έφεσης, η μη λήψη υπόψη των οποίων στοιχειοθετεί τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

β' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης (ΑΠ 567/2009). Στην προκειμένη περίπτωση με τον 27ο (κατ' ορθή αρίθμηση των λόγων της αναίρεσης και όχι 26ο ) και τελευταίο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ. β' Κ.Πολ.Δ. (και όχι από τον αριθμό 9 περ. γ') προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι το δικαστήριο εκείνο αντιπαρήλθε σιωπηρά τον 17ο λόγο της έφεσης των ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 885/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τον οποίο παραπονούνταν αυτοί για την καταδίκη τους στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης, το ύψος της οποίας καθορίσθηκε στο ποσό των 29.200 ευρώ.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας και ειδικότερα α) της υπ' αριθμ. 885/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η ένδικη από 27.5.2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων και καταδικάσθηκαν αυτοί (ενάγοντες - νυν αναιρεσείοντες) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αντιδίκων τους, τα οποία προσδιορίσθηκαν στο ποσό των 29.200 ευρώ, β) την από 9.3.2007 έφεση των εναγόντων κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με τον 17ο λόγο της οποίας (σελ. 31 έφεσης) επλήγη η εν λόγω απόφαση και κατά την διάταξή της περί δικαστικών εξόδων και γ) την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2305/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία αντιπαρήλθε σιωπηρώς τον προαναφερόμενο λόγο της έφεσης των εναγόντων, προκύπτει η βασιμότητα του ερευνόμενου λόγου της αναίρεσης, ο οποίος, ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτός.

Πρέπει λοιπόν να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η αναίρεση και ο συνεκδικαζόμενος με αυτήν πρόσθετος λόγος, να αναιρεθεί η πληττόμενη ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καθ' ο μέρος δεν λήφθηκε υπόψη (παρέμεινε αδίκαστος) ο πιο πάνω λόγος της έφεσης των εναγόντων, και στη συνέχεια, δεδομένου ότι α) η προηγουμένως εκδοθείσα επί της ένδικης διαφοράς υπ' αριθμ. 2320/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκε με την υπ' αριθμ. 585/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, κατ' αποδοχή της από 23.12.2008 αναίρεσης των και ήδη αναιρεσειόντων και ήδη αναιρείται κατά το προαναφερόμενο μέρος της και η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής και β) η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση κατά τούτο, (πρέπει) να διακρατηθεί η υπόθεση στο Τμήμα αυτό και να ερευνηθεί ο προαναφερόμενος λόγος της έφεσης των εναγόντων (άρθρ. 580 § 3 Κ.Πολ.Δ., όπως η § 3 ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 12 § 4 του Ν. 4055/2012 και ισχύει, κατά το άρθρο 113 αυτού, από 2.4.2012).- H καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρο 176 Κ.Πολ.Δ.), ενώ η επιβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης λόγω μερικής ήττας κατ' άρθρο 178 § 1 Κ.Πολ.Δ.

απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και δεν ελέγχεται αναιρετικώς (ΑΠ 685/2005, ΑΠ 859/2002). Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ' αριθμ. 885/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε στο σύνολό της η από 27.5.2005 αγωγή των εκκαλούντων, της οποίας το αντικείμενο υπερέβαινε το ποσό των 1.500.000 ευρώ, και καταδικάσθηκαν αυτοί, ως εκ της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εναγομένων, τα οποία ορίσθηκαν στο ποσό των 29.200 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν έσφαλε και ο τα αντίθετα υποστηρίζων 17ος λόγος της από 9.3.2007 έφεσης των εναγόντων, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη για την καταδίκη αυτών στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων και, κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου του, και για το ύψος τούτων, είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, αβάσιμος και απορριπτέος.

Τούτο δε διότι η μεν καταδίκη των εναγόντων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων εδράζεται επί της ήττας αυτών (απόρριψη αγωγής), το δε ύψος τούτων επί των διατάξεων των άρθρων 176, 183, 189 Κ.Πολ.Δ και 100 § 1, 107 § 1 Κώδικος περί Δικηγόρων. Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί και κατά τούτο η έφεση των εναγόντων και να καταδικασθούν αυτοί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εφεσιβλήτων της κατ' έφεση και της παρούσας δίκης, στην οποία έχουν καταθέσει (αναιρεσίβλητοι) και προτάσεις (άρθρ. 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 2305/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ειδικής διαδικασίας αυτοκινήτων, καθ' ο μέρος δεν λήφθηκε υπόψη ο 17ος λόγος της από 9.3.2007 έφεσης των εναγόντων, με τον οποίο πλήττεται η υπ' αριθμ. 885/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την διάταξή της περί δικαστικών εξόδων.-

Κρατεί και δικάζει κατά τούτο την υπόθεση.-

Απορρίπτει κατά τούτο την προαναφερόμενη έφεση.- Και

Καταδικάζει τους εκκαλούντες - αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εφεσιβλήτων - αναιρεσιβλήτων της κατ' έφεση και της παρούσας κατ' αναίρεση δίκης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ