1844/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1844/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε κατά παραδοχή της, ερήμην των εναγομένων, η 18564/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 24/5-1-2004 εφέσεως των εναγομένων, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, η 2966/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Full text
Απόφαση 1844 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1844/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ι. Σ. του Γ., κατοίκου ... και 2. Δ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Κρεμμύδα.
Της αναιρεσίβλητης: Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "EUROPLAN (ΕΥΡΩΠΛΑΝ) Ε.Π.Ε", με έδρα στην Θεσσαλονίκη, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Βογιατζάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23.4.2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18564/2003 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2271/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-11-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 11 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 348/11.11.2009 αιτήσεως για αναίρεση της 2271/13.10.2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 348/11-11-2009 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 2271/13-10-2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 15101/23-4-2002 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση οφειλομένου τιμήματος πωλήσεως της δι' αυτής ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, απορρέουσα, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, από συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση πωλήσεως (143.136) φιαλών "μπράντυ".
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε κατά παραδοχή της, ερήμην των εναγομένων, η 18564/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 24/5-1-2004 εφέσεως των εναγομένων, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, η 2966/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την εν λόγω απόφαση προσέβαλαν οι εκκαλούντες (εναγόμενοι) με την από 18-1-2006 αίτηση αναιρέσεως, κατ' αποδοχή της οποίας με την 1842/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση για τον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αρ.11γ ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως και παραπέμφθηκε η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό δικαστήριο.
Ειδικότερα η αναιρετική απόφαση διέλαβε στις αιτιολογίες της ότι δημιουργούνται αμφιβολίες αν λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες, αρνούμενοι τη μετά της αναιρεσίβλητης κατάρτιση της θεμελιωτικής της αξιώσεως της τελευταίας συμβάσεως πωλήσεως "ήτοι:
α) αντίγραφο του από 19-2-1996 διαβατηρίου του πρώτου των αναιρεσειόντων Ι. Σ., στο οποίο υπάρχουν θεωρήσεις περί εξόδου του από την Ελλάδα στις 4-1-1998 και περί επιστροφής του την 1-3-1993, δηλαδή κατά τον χρόνο συνάψεως της επίμαχης συμβάσεως αυτός φέρεται ευρισκόμενος εκτός της Ελλάδας και β)την από 21-12-2004 βεβαίωση της ανώνυμης εταιρίας "ΠΟΤΟΠΟΙΪΑ-ΟΙΝΟΠΟΙΪΑ ΘΡΑΚΗΣ ΑΒΕΕ", όπου αναφέρεται ότι "η εταιρεία ΕUROΡΙΑΝ ΕΠΕ (δηλ.
η αναιρεσίβλητη) έχει εξοφλήσει τα τιμολόγια εξαγωγής της εταιρείας μας που έχουν εκδοθεί στην εταιρεία FIRΜΑ ΚΑRΑ CU. UZBEKISTAN" και ότι "η παραγγελία δόθηκε στην εταιρεία μας από την εταιρεία Εuroplan ΕΠΕ και οι φορτώσεις πραγματοποιήθηκαν κατόπιν εντολής της". Οι αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών εγγράφων δημιουργούνται, όχι μόνο από την παράλειψη χωριστής μνείας και ειδικής αξιολογήσεώς τους από το εφετείο, αλλά και, κυρίως, από τις παραδοχές του:
α)ότι η προφορική κατάρτιση της ένδικης συμβάσεως πωλήσεως έγινε στη Θεσσαλονίκη στις 6-2-1998, όταν με τον νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης ήλθαν σε επαφή και διαπραγματεύσεις αμφότεροι οι αναιρεσείοντες (άρα και ο πρώτος) εκ των οποίων ο δεύτερος, ευρισκόμενος στην Αθήνα, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον άνω εκπρόσωπο β) ότι στο πλαίσιο της συνεργασίας της αναιρεσίβλητης με την ως άνω παραγωγό ανώνυμη εταιρία, η τελευταία παρέδιδε τα παραγγελθέντα ποτά απευθείας στους υποδεικνυομένους από την πρώτη αγοραστές-πελάτες αυτής (πρώτης) και γ) ότι η πωληθείσα ποσότητα ποτών φορτώθηκε από τη μεταφορική εταιρία "MARITIME SERVICES LTD", την οποία επέλεξαν οι αναιρεσείοντες".
Επανακολούθησε η έκδοση της 709/2008 μη οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, σε συνέπεια με τις αιτιολογίες της, "ενόψει των ισχυρισμών της ενάγουσας ότι η σύμβαση καταρτίσθηκε τηλεφωνικώς και με τον πρώτο εναγόμενο που την είχε επισκεφθεί παλαιότερα, και ότι οι εναγόμενοι επέλεξαν τη μεταφορέα ανεξαρτήτως της εντολής προς την παραγωγό, ο πρώτος από τους οποίους φαίνεται κατ' αρχήν να έρχεται σε αντίθεση με την κατάθεση της μάρτυρος της ενάγουσας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που αναφέρθηκε σε επίσκεψη των εναγομένων στη Θεσσαλονίκη στις αρχές Φεβρουαρίου 1998, αλλά και ενόψει των υπολοίπων στοιχείων που αυτή προσκομίζει προς απόδειξη της κατάρτισης της επίμαχης συμβάσεως σε συνδυασμό με την αμφισβήτηση όλων αυτών των ισχυρισμών και στοιχείων από τους εναγόμενους, υφίστανται κενά και ασάφειες που σχετίζονται με το αποδεικτικό υλικό της δίκης ως προς τα ανωτέρω κρίσιμα ζητήματα, τα οποία πρέπει να συμπληρωθούν προκειμένου να καταλήξει το δικαστήριο σε ασφαλή δικανική κρίση επ' αυτών και να αποφανθεί επί της ουσιαστικής βασιμότητας ή μη της αγωγής", διέταξε την κατ' εφαρμογή του άρθρου 254 ΚΠολΔ επανάληψη της συζητήσεως της υποθέσεως στο ακροατήριο, προκειμένου κατά την ορισθησόμενη προς νέα δικάσιμο εξετασθούν ανωμοτί, ως διάδικοι, οι νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης και οι αναιρεσείοντες και συμπληρωματικώς η μάρτυρα της αναιρεσίβλητης.
Επανήλθε η υπόθεση προς συζήτηση, της οποίας ακολούθησε, κατά παραδοχή της αγωγής η έκδοση της 2271/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κρίση της, την οποία στήριξε, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλήν άλλων, την ενώπιον του συμπληρωματική κατάθεση της μάρτυρος της αναιρεσίβλητης και "τις διασαφήσεις" του νομίμου εκπροσώπου αυτής Ι.
Ι. και των αναιρεσειόντων, που παρείχαν κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους, στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της. Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά την αντιγραφή της: "Η ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία "Εuroplan ΕΠΕ", διατηρεί στη Θεσσαλονίκη επιχείρηση με αντικείμενο τις εισαγωγές και εξαγωγές τροφίμων, ποτών, ξηρών καρπών και συναφών ειδών.
Στα πλαίσια της εμπορικής αυτής δραστηριότητας που ασκούσε κατά το έτος 1998, συνεργαζόταν με την επιχείρηση παρασκευής και εμφιάλωσης ποτών με την επωνυμία "Ποτοποιία Οινοποιία Θράκης ΑΒΕΕ", η οποία εμφιάλωνε για λογαριασμό της εναγούσης ποτά κατόπιν παραγγελίας και στη συνέχεια εκείνη (παρασκευάστρια) τα παρέδιδε απευθείας σε τρίτους υποδειχθησόμενους από την ενάγουσα αγοραστές.
Την 6 Φεβρουαρίου 1998 οι εναγόμενοι ήλθαν σε τηλεφωνική επαφή και διαπραγματεύσεις με το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγούσης, προκειμένου να αγοράσουν ποσότητα φιαλών ποτού μπράντι. Η ποσότητα αυτή, την οποία προόριζαν να μεταφέρουν σε άλλους παραλήπτες της δικής τους επιλογής (εναγομένων) στη Δημοκρατία του Ουζμπεκιστάν, ήταν παραδοτέα στο εργοστάσιο της παρασκευάστριας εταιρείας με την επωνυμία "Ποτοποιϊα-Οινοποιϊα Θράκης ΑΒΕΕ" στην Κομοτηνή.
Ειδικότερα, την 6 Φεβρουαρίου 1998 ο εναγόμενος Ι. Σ. ευρισκόμενος στη Ρωσία και ενεργώντας αφενός μεν για τον εαυτό του και αφετέρου ως πληρεξούσιος του συνεναγομένου Δ. Σ., τηλεφώνησε στο διευθυντή πωλήσεων της εναγούσης εταιρείας Α. Ι., στη Θεσσαλονίκη και πρότεινε σ' αυτόν ν' αγοράσουν οι εναγόμενοι 143.136 φιάλες μπράντι με τον τίτλο "Sarissa Queen".
Το ποτό αυτό αποτελούσε αποκλειστικό προϊόν της ενάγουσας εταιρείας, που παρήγαγε και εμφιάλωνε για λογαριασμό της η τρίτη εταιρεία "Ποτοποιία - Οινοποιία Θράκης ΑΒΕΕ", η οποία συνεργαζόταν με την ενάγουσα, χωρίς να έχει δικαίωμα η ίδια (εμφιαλώτρια) να προβαίνει στην πώληση του ίδιου προϊόντος για δικό της λογαριασμό.
Ο διευθυντής πωλήσεων, αφού συμβουλεύτηκε και τον παρόντα εκεί πλησίον ευρισκόμενο εκπρόσωπο και διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας Ι. Ι., συμφώνησε αμέσως στην πώληση της ζητηθείσης ποσότητας μπράντι και αμέσως δήλωσε προς τον προτείνοντα Ι. Σ. την αποδοχή της πρότασης του. Ως τίμημα ανά φιάλη ποτού συμφωνήθηκε το ισάξιο σε δραχμές ποσό των 1.26 δολαρίων ΗΠΑ κατά το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως (6.2.1998) και συνολικά το ποσό των 57.683.808 δραχμών.
Το τίμημα αυτό, που πιστώθηκε, συμφωνήθηκε να καταβληθεί την 13 Απριλίου 1998, δηλαδή σε δύο μήνες από την παραλαβή των πωληθέντων. Ακολούθως, τα ίδια συμβληθέντα πρόσωπα, στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων, συμφωνήσαν να παραδοθεί η παραπάνω ποσότητα μπράντι την 13 Φεβρουαρίου 1998 σε μεταφορέα της επιλογής των εναγομένων στο εργοστάσιο της παρασκευάστριας εταιρείας με την επωνυμία "Ποτοποιία - Οινοποιία Θράκης ΑΒΕΕ" στην Κομοτηνή και με την πρόσθετη συμφωνία ότι η ίδια παρασκευάστρια εταιρεία θα εξέδιδε τα αντίστοιχα τιμολόγια απευθείας στο όνομα των τελικών τρίτων παραληπτών στο Ουζμπεκιστάν, για τους οποίους τα προόριζαν ο αγοραστές, ανεξάρτητα αν η σύμβαση πωλήσεως καταρτίσθηκε μεταξύ των παραπάνω διαδίκων διαφορετικών προσώπων.
Η έκδοση του τιμολογίου με τον τρόπο αυτό, χωρίς τη συμμετοχή της πωλήτριας στην έκδοση τιμολογίων, έγινε για λόγους που αφορούσαν και διευκόλυναν το πρόσωπο της ιδίας (πωλήτριας) εταιρείας, για φορολογικούς λόγους. Επιπλέον, μετά την τελική κατάρτιση της συμβάσεως πωλήσεως, ο διευθυντής πωλήσεων της εναγούσης συμφώνησε με τον ίδιο εναγόμενο Ι.
Σ. ν' ακολουθήσει και η σύνταξη και υπογραφή σχετικού αποδεικτικού εγγράφου για την πώληση, προς μεγαλύτερη εξασφάλιση των συμφερόντων της πωλήτριας. Έτσι, ο εναγόμενος Ι. Σ. συμφώνησε επιπλέον να υπογράψει για λογαριασμό αμφοτέρων των αγοραστών ο δεύτερος εναγόμενος Δ. Σ., ο οποίος βρισκόταν στην Αθήνα, σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο θα αποστελλόταν σ' αυτόν με τηλεομοιοτυπικό μήνυμα.
Πραγματικά, στη συνέχεια, την ίδια ημέρα τηλεφώνησε ο εναγόμενος Δ. Σ., ο οποίος, προφανώς ενημερωμένος από τον Ι. Σ. για τα αποτελέσματα των παραπάνω διαπραγματεύσεων, επιβεβαίωσε την κατάρτιση της συμβάσεως και για δικό του λογαριασμό και έδωσε στον εκπρόσωπο της εναγούσης τον αριθμό ενός τηλεομοιοτυπικού μηχανήματος (φαξ) φιλικού του προσώπου στην Αθήνα, προκειμένου ν' ακολουθήσει η υπογραφή από αυτόν του παραπάνω έγγραφου συμφωνητικού.
Ακολούθως, η γραμματέας της πωλήτριας εταιρείας συνέταξε στη ρώσικη γλώσσα έγγραφο συμφωνητικό, που αφορούσε την παραπάνω πώληση των 143.136 φιαλών μπράντι προς τους εναγομένους με τους όρους που αναφέρθηκαν, το οποίο απέστειλε στο τηλεομοιοτυπικό μηχάνημα των Αθηνών που υπέδειξε ο εναγόμενος Δ. Σ.. Ο τελευταίος, αφού το παρέλαβε, αυθημερόν το απέστειλε στην ενάγουσα υπογεγραμμένο από αυτόν για λογαριασμό του ίδιου και του συνεναγομένου του Ι.
Σ., τον οποίο εκπροσωπούσε κατά τη ρητή εκδηλωθείσα συναίνεση του προς αυτόν και τον εκπρόσωπο της εναγούσης κατά την κατάρτιση της πωλήσεως.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, η επίδικη σύμβαση πωλήσεως της παραπάνω ποσότητας των 143.136 φιαλών μπράντι προς του εναγομένους καταρτίσθηκε την 6 Φεβρουαρίου 1998 στη Θεσσαλονίκη διά τηλεφωνικής παραγγελίας του Ι. Σ. προς τον αρμόδιο διευθυντή πωλήσεων της εναγούσης εταιρείας, ο οποίος δήλωσε ευθύς αμέσως προς τον προτείναντα την αποδοχή της προτάσεως με ολόκληρο το παραπάνω περιεχόμενο.
Δεδομένου ότι, επί συμβάσεως που καταρτίζεται διά τηλεφώνου, θεωρείται ως σύμβαση μεταξύ παρόντων συνακόλουθα και η επίδικη σύμβαση πωλήσεως των 143.136 φιαλών μπράντι, θεωρείται ότι καταρτίσθηκε στη Θεσσαλονίκη, ευθύς μόλις περιήλθε τηλεφωνικά στον προτείναντα Ι. Σ. από τη Ρωσία η δήλωση του εκπροσώπου της εναγούσης περί αποδοχής της πρότασης του.
Ενόψει δε αυτών που δέχεται το δικαστήριο (κατάρτιση της σύμβασης πώλησης τηλεφωνικά) δεν ασκεί έννομη επιρροή ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο Ι. Σ. κατά τον κρίσιμο χρόνο βρισκόταν στη Ρωσία, όπως προκύπτει από το με επίκληση προσκομιζόμενο από 19.2.1996 διαβατήριο αυτού. Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι, σε εκτέλεση της συμβάσεως, η εταιρεία με την επωνυμία "Ποτοποιία - Οινοποιία Θράκης ΑΒΕΕ", ενεργώντας μετά από εντολή και σύμφωνα με τις οδηγίες της εναγούσης εταιρείας, εμφιάλωσε στην Κομοτηνή τη συμφωνηθείσα ποσότητα φιαλών μπράντι για λογαριασμό της εναγούσης και ακολούθως, την 13 Φεβρουαρίου 1998 παρέδωσε ολόκληρη την ποσότητα στο μεταφορέα που επέλεξε ο Ι.
Σ. από τους εναγόμενους αγοραστές, με προορισμό εταιρείες της Δημοκρατίας του Ουζμπεκιστάν, σύμφωνα με τη θέληση και τις οδηγίες των αγοραστών. Η εταρεία αυτή ήταν η μεταφορική εταιρία με την επωνυμία "Maritime Services LTD". Ολόκληρη η πωληθείσα ποσότητα φιαλών παραδόθηκε και παραλήφθηκε από τη εταιρεία για να μεταφερθεί στον προορισμό της, με κίνδυνο των αγοραστών μετά τη φόρτωση, όπως συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων.
Για την πώληση, όπως επιπλέον συμφωνήθηκε, εκδόθηκαν από την παραγωγό εμφιαλώτρια εταιρεία, που έκανε την παράδοση, τα με αριθμό 3Α/9-2-1998, 4/9-2-1998, 5Α/9-2-1998, 6Α/9-2-1998, 7Α/10-2-1998, 8Α/10-2-1998, 11Α/11-2-1998, 12Α/11-2-1998 13Α/11-2-1998 και 14Α/11-2-1998 τιμολόγια πώλησης-δελτία αποστολής. Μετά την παράδοση των πωληθέντων, η ενάγουσα, αφού πλήρωσε την εταιρεία "Ποτοποιία-Οινοποιϊα Θράκης ΑΒΕΕ" για τις υπηρεσίες παρασκευής και εμφιαλώσεως των πωληθέντων φιαλών που της προσέφερε, σύμφωνα με τη δική τους διαρκή σχετική σύμβαση που είχαν συνάψει νωρίτερα και αφορούσε αυτή και πλειάδα άλλων πωλήσεων, ανέμενε την πληρωμή του τιμήματος από τους εναγόμενους.
Όμως, οι εναγόμενοι, αν και παρέλαβαν έκτοτε ολόκληρη την ποσότητα των πωληθέντων φιαλών μπράντι και παρήλθε η συμφωνημένη ημέρα καταβολής της τιμήματος (13.4.1998), αρνούνται την καταβολή του. Αρνούνται αβάσιμα την κατάρτιση της ένδικης συμβάσεως πωλήσεως στο σύνολό της. Ισχυρίζονται ότι δεν μετείχαν οι ίδιοι ως αγοραστές ή με, οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα στη σύμβαση και ότι οι ένδικες ποσότητες ποτών δεν πωλήθηκαν προς αυτούς από την ενάγουσα, αλλά από εκείνη απευθείας προς τις τελικές παραλήπτριες εταιρείες της Δημοκρατίας του Ουζμπεκιστάν, χωρίς τη δική τους ανάμιξη.
Όμως, σύμφωνα με όλα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, οι εναγόμενοι ήσαν οι αγοραστές ολόκληρης της επίδικης ποσότητας φιαλών μπράντι, την οποία παρέλαβαν διά του μεταφορέα που όρισε ο Ι. Σ. για λογαριασμό αμφοτέρων. Ακόμη, οι εναγόμενοι, με διαφορετικό ισχυρισμό, ισχυρίζονται ότι η επίδικη σύμβαση πωλήσεως καταρτίσθηκε μεταξύ της παρασκευάστριας τρίτης εταιρείας της Κομοτηνής και των παραληπτών των φορτίων από τη Δημοκρατία του Ουζμπεκιστάν.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι επίσης αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, τα πωληθέντα επίδικα ποτά αποτελούσαν αποκλειστικό προϊόν της ενάγουσας εταιρείας, που παρήγαγε και εμφιάλωνε για λογαριασμό της η τρίτη εταιρεία "Ποτοποιία - Οινοποιία Θράκης ΑΒΕΕ", η οποία συνεργαζόταν απλώς με την ενάγουσα, χωρίς, όμως, η παρασκευάστρια εταιρεία να έχει δικαίωμα η ίδια να προβαίνει στην πώληση του ίδιου προϊόντος για δικό της λογαριασμό, σύμφωνα με χωριστή σύμβαση που είχε καταρτίσει, με την ενάγουσα".
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθέντες εκκαλούντες με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα: Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο για πλημμέλεια που συνδέεται με παραβίαση δικονομικής διατάξεως.
Στο πεδίο εφαρμογής του αναιρετικού αυτού λόγου εμπίπτει και η παράλειψη του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου της ουσίας να απορρίψει, ως απαράδεκτη την κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 526 εδ.1 ΚΠολΔ μεταβολή στην κατ' έφεση δίκη της βάσεως της αγωγής. Ως βάση νοείται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, τα οποία, κατά το άρθρο 216 παρ.1α ΚΠολΔ, θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή, χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της έννομης σχέσεως, που αποτελεί αντικείμενο της δι' αυτής ανοιγείσης δίκης.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 513 ΑΚ, ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως πωλήσεως είναι το πράγμα (κινητό ή ακίνητο), το τίμημα και η συμφωνία των συμβαλλομένων περί μεταθέσεως της κυριότητας και πληρωμής του τιμήματος. Στο πραγματικό του κανόνα αυτού ουσιαστικού δικαίου και της αντίστοιχου περιεχομένου βάσεως της αγωγής από σύμβαση πωλήσεως, με φερόμενη δι' αυτής προς διάγνωση αξίωση εκείνη του συνολογηθέντος τιμήματος πωλήσεως, δεν περιλαμβάνεται η χωρίς έννομες συνέπειες διαφοροποίηση του τρόπου καταρτίσεως αυτής από την αυτοπρόσωπη παρουσία των δι' αυτής συμβληθέντων σε τηλεφωνική αυτών επικοινωνία, η οποία επιτρεπτώς αναδεικνύεται από την αξιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας του υπάρχοντος στην διάθεσή του αποδεικτικού υλικού.
Επομένως η προβαλλόμενη με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 526 ΚΠολΔ παράλειψε να αποκρούσει και απορρίψει ως απαράδεκτη την ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως τη αγωγής της αναιρεσίβλητης, συνισταμένη στο ότι αρχικά με την προσθήκη των ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεών της κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, της οποίας επακολούθησε η αναιρεθείσα 2966/2005 απόφαση αυτού, υποστήριξε, αναφερόμενη στην αντίστοιχου περιεχομένου κατάθεση της μάρτυρός της, ότι η συνομολογηθείσα σύμβαση πωλήσεως καταρτίσθηκε στα γραφεία της κατά την εκεί συνάντηση του νομίμου εκπροσώπου της και των αναιρεσειόντων, στη συνέχεια, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, της οποίας επακολούθησε η έκδοση της 709/2008 μη οριστικής αποφάσεως, διέλαβε το πρώτον με τις προτάσεις της ότι καταρτίσθηκε τηλεφωνικά και στη συνέχεια επιβεβαιώθηκε με την διατύπωσή της στο από 6-2-1998 ιδιωτικό έγγραφο, που υπογράφηκε από τον δεύτερο των αναιρεσειόντων, ενεργώντας παράλληλα και ως αντιπρόσωπος του πρώτου τούτων, άποψη την οποία αποδέχθηκε και το δικαστήριο της ουσίας, μετά από αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, ελέγχεται, ερειδόμενη επί αναληθούς από νομική άποψη προϋποθέσεως, ως αβάσιμη.
Και τούτο ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η τελευταία αυτή παραδοχή της αποφάσεως ότι ο δεύτερος των αναιρεσειόντων υπέγραψε το από 6-2-1998 ιδιωτικό έγγραφο διατυπώσεως της συμβάσεως πωλήσεως, ενεργώντας παράλληλα και ως αντιπρόσωπος του πρώτου τούτων, αρκεί για την κατάρτισή της και με την έννοια αυτή στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της.
ΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 527, 532 και 535 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (στο οποίο μεταβιβάζεται η υπόθεση κατά τα καθοριζόμενα με την έφεση και τους προσθέτους λόγους καθοριζόμενα όρια δίκης) διέρχεται τρία στάδια κατά τα οποία εξετάζονται: πρώτο το παραδεκτό της ασκηθείσης εφέσεως (άρθρο 532 παρ. 1), δεύτερο το παραδεκτό ενός εκάστου των λόγων αυτής και τρίτο το κατ' ουσίαν βάσιμο αυτών (άρθρο 533 παρ. 1).
Το βάσιμο ή μη των λόγων της εφέσεως κρίνεται από το Εφετείο από την εκτίμηση του σε αυτό και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο συγκεντρωθέντος εν γένει αποδεικτικού υλικού, συμπεριλαμβανομένου και του προσκομισθέντος τοιούτου το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη κατά τις προϋποθέσεις και τους ορισμούς του άρθρου 529 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ.
Το Εφετείο όμως, του νόμου μη ορίζοντος το εναντίον, κατ' ορθή έννοια των άνω διατάξεων, δεν κωλύεται, για την κατά την κρίση του ολοκλήρωση της έρευνας περί της βασιμότητας του λόγου της εφέσεως και την καλύτερη διάγνωση της διαφοράς, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, α) να διατάξει νέες ή συμπληρωματικές αποδείξεις διά των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και η εξέταση των διαδίκων, β) να διατάξει επανάληψη της συζήτησης προς εξέταση των πρωτοδίκως εξετασθέντων μαρτύρων (άρθρο 254 ΚΠολΔ), ώστε μετά την εκτίμηση των διεξαχθησομένων τούτων αποδείξεων καθώς και αυτών, που εκτιμήθηκαν από την εκκαλουμένη απόφαση, να κρίνει εάν είναι εσφαλμένη ή μη η πληττόμενη με την έφεση απόφαση.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 254 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υποθέσεως ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία, που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση.
Στα πλαίσια της διατάξεως αυτής το δικαστήριο, αξιοποιώντας και τη δυνατότητα που του παρέχει η διάταξη του άρθρου 245 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, μπορεί να διατάξει οτιδήποτε θα ήταν πρόσφορο να συντελέσει στη διάγνωση της διαφοράς και ιδιαίτερα την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων τους στο ακροατήριο για την υποβολή ερωτήσεων και την παροχή διασαφήσεων σχετικά με την υπόθεση.
Η αυτοπρόσωπη δε εμφάνιση των διαδίκων δεν αποτελεί αποδεικτικό μέσο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ., όπως, αντίθετα, η εξέταση των διαδίκων, η οποία και αναφέρεται ρητώς στην εν λόγω διάταξη. Έτσι, αν το δικαστήριο της ουσίας, θεωρήσει τα όσα οι διάδικοι διευκρινιστικώς εξέθεσαν κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους στο ακροατήριο, ως αποδεικτικό στοιχείο και τα συνεκτιμήσει με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη αυτοτελών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποπίπτει στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 11α,β ΚΠολΔ της λήψεως υπόψη αποδεικτικού μέσου που δεν επιτρέπει ο νόμος ή της παρά το νόμο λήψεως υπόψη αποδεικτικού μέσου που δεν προσκομίσθηκε.
Όπως προαναφέρθηκε, με την 709/2008 μη οριστική απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου διατάχθηκε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 254 ΚΠολΔ, η ανώμοτη εξέταση των αναιρεσειόντων και του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης, την οποία η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση εσφαλμένως υπέβαλε ως "διασαφήσεις" κατά την έννοια του άρθρου 245 ΚΠολΔ, τις οποίες παρείχαν οι διάδικοι κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους, χωρίς τούτο να αναιρεί ότι επρόκειτο πράγματι περί του αποδεικτικού μέσου της εξετάσεως των διαδίκων (ΚΠολΔ 415 επ.).
Κατά συνέπεια οι διατυπούμενες κατά επικουρική σειρά με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.11β, α ΚΠολΔ, με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, με την λήψη υπόψη κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος και "των διασαφήσεων" που παρείχαν οι διάδικοι κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους, έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν προσκομίσθηκε και σε κάθε περίπτωση μη επιτρεπτό από το νόμο, ελέγχονται ως αβάσιμες.
ΙΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 450 παρ.2 ΚΠολΔ κάθε διάδικος ή τρίτος έχει υποχρέωση να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και τα οποία μπορούν να χρησιμεύσουν προς απόδειξη, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος, ο οποίος δικαιολογεί τη μη επίδειξή τους. Για την πληρότητα της σχετικής αιτήσεως πρέπει σαφώς να εκτίθεται ότι το έγγραφο βρίσκεται στα χέρια του αντιδίκου του αιτούντος αφού αυτό αποτελεί προϋπόθεση της υποχρεώσεως προς επίδειξη.
Επιπρόσθετα απαιτείται το προς επίδειξη έγγραφο να είναι πρόσφορο για άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή ανταπόδειξη αναφερομένη σε τέτοιο ισχυρισμό του αντιδίκου του αιτούντος. Η έλλειψη των προϋποθέσεων αυτών έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αιτήσεως προσχόντως ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας της.
Στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνεται επιπρόσθετα: "Στην προκειμένη περίπτωση, οι εκκαλούντες εναγόμενοι, με το δικόγραφο της κρινόμενης εφέσεως υπέβαλαν το αίτημα επιδείξεως από την ενάγουσα α)του βιβλίου εσόδων-εξόδων που τηρούσε το έτος 1998 και κατά τις ημερομηνίες 9-2-1998, 10-2-1998 και 11-2-1998, β)του βιβλίου αποθήκης που τηρούσε κατά τις ίδιες ημερομηνίες και γ)του αντιγράφου της μηνιαίας κατάστασης ΦΠΑ που παρέδωσε την 28-2-1998 στην Δ' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης, από τα οποία φέρεται πως θ' αποδειχθεί η αναλήθεια όλων των αγωγικών ισχυρισμών περί της συνάψεως της ένδικης συμβάσεως πωλήσεως.
Το αίτημα αυτό των εναγομένων σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν αμέσως παραπάνω στην προηγηθείσα μείζονα νομική σκέψη, απαραδέκτως προβάλλεται και πρέπει να απορριφθεί, διότι οι εναγόμενοι, για το παραδεκτό και σύννομο της αιτήσεώς τους, δεν επικαλούνται επιπλέον ότι η ενάγουσα κατέχει η ίδια τα έγγραφα αυτά των οποίων ζητείται επίδειξη".
Με τον απομένοντα προς έρευνα τρίτο και τελευταίο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως, υποστηρίζοντας ότι η φύση των τηρουμένων από την αναιρεσίβλητη εγγράφων, από τα οποία επιβεβαιώνεται ο αρνητικός ισχυρισμός των αναιρεσειόντων για την μη κατάρτιση μετ' αυτής της θεμελιωτικής της αξιώσεως της συμβάσεως πωλήσεως, καλύπτει ρηματική από εκείνη κατοχή τους, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των κατά το αναιρετήριο ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 450 επ.
ΚΠολΔ, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ.1, 19 ΚΠολΔ, τελευταίος λόγος αναιρέσεως ο οποίος επιπρόσθετα προϋποθέτει ότι το δικαστήριο υπεισήλθε στην ουσία της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι πρόκειται για δικονομικού χαρακτήρα διατάξεις, με τις οποίες καθορίζεται ο τρόπος παροχής της ένδικης προστασίας, η παραβίαση των οποίων δεν ελέγχεται με τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, στην αποδιδόμενη πλημμέλεια προσήκει ο προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη ο θεμελιωτικός του αιτήματος επιδείξεως των εν λόγω εγγράφων ισχυρισμός των αναιρεσειόντων για κατοχή τους από την αναιρεσίβλητη, δεν συντρέχει η προϋπόθεση ότι τα προς επίδειξη έγγραφα ήταν πρόσφορα προς ανταπόδειξη του αρνητικού της αγωγής ισχυρισμού τους, εφόσον, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, τα τιμολόγια της επίμαχης συμβάσεως πωλήσεως εκδόθηκαν απευθείας από την παρασκευάστρια εταιρεία με την επωνυμία "Ποτοποιϊα-Οινοποιϊα Θράκης ΑΒΕΕ" στο όνομα των τελικών τρίτων παραληπτών στο Ουζμπεκιστάν, χωρίς τη συμμετοχή της πωλήτριας αναιρεσίβλητης.
Επομένως πρόκειται για ισχυρισμό που δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με την έννοια αυτή δεν διαφοροποιεί το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προϋπόθεση για την στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ και γενικότερα οποιουδήποτε λόγου, που δικαιολογεί την ύπαρξη του απαιτούμενου προς τούτο εννόμου συμφέροντος.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2700,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 348/11-11-2009 αίτηση για αναίρεση της 2271/13-10-2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ