Legislator Case Law & Legislation
1844/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on abuse of right grounds regarding company lawsuit initiation by minority shareholders.

Case Number 1844/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision to reject the minority shareholders' lawsuit against the company's board. The appellant argued that the lawsuit could not be filed because a specific representative appointed by the board refused to participate, claiming the appointment was invalid and the claim was an abuse of right under Article 281 of the Civil Code. The court held that mere inactivity or a representative's refusal does not constitute abuse of right without specific conduct creating a reasonable belief the claim would not be pursued, and thus the appeal was inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 22b of Law 2190/1920; Article 281 of the Civil Code: The exercise of a right is abusive only when prior conduct and circumstances create a reasonable belief in the debtor that the right will not be exercised, and the subsequent exercise causes unjustified consequences exceeding good faith limits; mere inactivity without such specific conditions does not render the exercise abusive.

Keywords

AI generated
abuse of right minority shareholders company law specific representative good faith appellate review legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 22b of Law 2190/1920
Article 281 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1844 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1844/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαΐου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μηνά Μιχάλοβιτς με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/12/2006 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 7/5/2007 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4496/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 44/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23/5/2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος, ανέγνωσε την από 7/5/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 22β του κ.ν. 2190/1920, περί Ανωνύμων Εταιρειών, που προστέθηκε με το άρθρο 9 του νδ 4237/1962, "1. Αι αξιώσεις της εταιρείας κατά των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου εκ της διοικήσεως των εταιρικών υποθέσεων ασκούνται υποχρεωτικώς, εάν, εννοείται η ζημία δεν οφείλεται εις δόλον, αποφασίσει τούτο η γενική συνέλευσις δι' απολύτου πλειοψηφίας ή ζητήσουν τούτο παρά του Διοικητικού Συμβουλίου μέτοχοι εκπροσωπούντες το 1/3 του εταιρικού κεφαλαίου...2.

Η αγωγή δέον να εγερθεί εντός εξ μηνών από της ημέρας της γενικής συνελεύσεως ή της υποβολής της αιτήσεως. 3. Προς διεξαγωγή της δίκης η γενική συνέλευσις δύναται να διορίσει ειδικούς εκπροσώπους. Εάν η ενάσκησις της αξιώσεως ζητείται από την μειοψηφίαν ή εν περιπτώσει καθ' ην η υπό της προηγουμένης παραγράφου καθοριζομένη προθεσμία παρέλθει άπρακτος, δύναται ο Πρόεδρος Πρωτοδικών της περιφερείας εις την οποίαν εδρεύει η εταιρεία, αιτήσει της μειοψηφίας, υποβαλλομένη εντός μηνός από της λήξεως της εν τη προηγουμένη παραγράφω προθεσμίας, κατά την διαδικασίαν του άρθρου 634 της Πολιτικής Δικονομίας να διορίση ειδικούς εκπροσώπους της εταιρείας προς διεξαγωγήν του δικαστικού αγώνος".

Περαιτέρω, με το άρθρο 744 ΚΠολΔ εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 του ίδιου Κώδικα και έτσι καθιερώνεται για τις υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, που παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και πρωτοβουλίας συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης των πραγματικών γεγονότων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και άρα είναι απεριόριστη.

Συνέπεια του ανακριτικού αυτού συστήματος είναι, ότι το δικαστήριο, που δικάζει κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να λάβει υπόψη πραγματικούς ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν από τους διαδίκους για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων. Επί των εκδιδομένων συνεπώς κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας αποφάσεων δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1835/2007, 2228/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: "Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Σ.Β.Ι.Ε. ΣΧΟΛΑΙ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΩΝ ΓΕΩΡΓ. ΚΑΣΤΡΙΝΑΚΗΣ ΔΡΑΚ. ΦΟΥΝΤΟΥΚΑΚΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "Σ.Β.Ι.Ε., Α.Ε." συστήθηκε το έτος 1982, (ΦΕΚ 4365/10-12-1982 τ.

ΑΕ και ΕΠΕ) και εδρεύει στην Αθήνα. Το καταστατικό της τροποποιήθηκε με απόφαση της Γ.Σ. της 30-12-2001, η οποία εγκρίθηκε και καταχωρήθηκε στα Μητρώα Α.Ε. την 12-9-2003 και το μετοχικό της κεφάλαιο ανέρχεται ήδη στο ποσό των 228.420.000 δραχμών, διαιρούμενο σε 22.842 ονομαστικές μετοχές. Στο σύνολο των μετοχών η πρώτη αιτούσα μετέχει με 9.137 ονομαστικές μετοχές και δη 2.284 μετοχές από την ίδρυση της εταιρείας και 6.853 από μεταβίβαση σ' αυτήν, στις 2-5-2006.

Ο δεύτερος αιτών μετέχει με 2.284 ονομαστικές μετοχές από το έτος 1982. Αμφότεροι οι αιτούντες, δηλαδή, είναι κύριοι 11.421 συνολικά μετοχών, εκπροσωπούντες το 50% του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου. Διευθύνοντες σύμβουλοι και νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας τυγχάνουν ο εφεσίβλητος Χ και η .... Οι αιτούντες, με την από 12-10-2006 αίτησή τους, την οποία επέδωσαν σε ένα έκαστο των υπολοίπων επτά μελών του Δ.Σ.

της εταιρείας, (μέλη του οποίου τυγχάνουν και οι ίδιοι), στις 13-10-2006, (σχετ. αριθ. 10385 Β, 10386Β, 10387Β, 10388Β,10389Β και 10390Β/13-10-2006 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ...), ζήτησαν να ασκήσει το Δ.Σ. εταιρική αγωγή αποζημίωσης κατά του διευθύνοντος συμβούλου Χ, ισχυριζόμενοι ότι αυτός τον Ιανουάριο του έτους 1988, εν αγνοία και χωρίς την αναγκαία σύμπραξη της πρώτης αιτούσας, τότε διευθύνουσας επίσης συμβούλου, διόρισε ως νομικό σύμβουλο της εταιρίας τη σύζυγό του ..., δικηγόρο, αμειβόμενη με πάγια μηνιαία αμοιβή από το ταμείο της εταιρείας, χωρίς να παρέχει οποιαδήποτε υπηρεσία και η οποία μέχρι το Φεβρουάριο 2006 εισέπραξε το συνολικό ποσό των 408.983,10 ευρώ, το οποίο ζημιώθηκε η εταιρεία, πλέον του ποσού των 27.164,92 ευρώ για ασφαλιστικές εισφορές στο ΤΣΝ-ΚΕΑΔ, από υπαίτια και αντίθετη στο νόμο και στο καταστατικό της συμπεριφορά του ανωτέρω διευθύνοντος συμβούλου.

Το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας συνεδρίασε επί του θέματος αυτού στις 6-12-2006 και με ψήφους 8 έναντι 1 λευκής αποφάσισε να ασκηθεί η εταιρική αγωγή σε βάρος του Προέδρου του και διευθύνοντος συμβούλου Χ, αποκρούοντας όμως κατά πλειοψηφία, το περιεχόμενο της από 12-10-2006 αίτησης. Επίσης, κατά πλειοψηφία, διόρισε ως ειδικούς εκπροσώπους της εταιρείας το δεύτερο αιτούντα Ψ2 και το μέλος του Ζ, προκειμένου να ασκήσουν, στο όνομα της εταιρείας, την ως άνω αγωγή.

Μέχρι όμως τη συζήτηση της ένδικης αίτησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στις 3-5-2007, το Δ.Σ. δεν είχε προβεί στην άσκηση της εν λόγω αγωγής, μολονότι είχαν παρέλθει έξι (6) μήνες από την υποβολή της από 12-10-2006 αίτησης της μειοψηφίας προς αυτό, συναγόμενης έτσι, από μόνης της παρελεύσεως του χρόνου τούτου, αδράνειάς του.

Επομένως, βάσιμα οι αιτούντες, που εκπροσωπούν πλέον το 1/3 του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου, αξιώνουν το δικαστικό διορισμό ειδικού εκπροσώπου, ο οποίος θα εκπροσωπήσει την εταιρεία στην άσκηση της εταιρικής αγωγής και στη διεξαγωγή της δίκης, σύμφωνα με το άρθρο 22β παρ. 3 Ν. 2190/1920, του Δικαστηρίου τούτου μη έχοντος εξουσία να ερευνήσει τη βασιμότητα των επικαλουμένων αξιώσεων της εταιρείας, ώστε να κρίνει σκόπιμη την άσκηση τέτοιας αγωγής.

Ο ισχυρισμός του εφεσίβλητου ότι η αίτηση καθίσταται καταχρηστική διότι ο δεύτερος αιτών, διορισθείς από το Δ.Σ. ως ειδικός εκπρόσωπος, δεν συνέπραξε στην άσκηση της αγωγής, αμφισβητώντας την αρμοδιότητα του Δ.Σ. να διορίσει ειδικό εκπρόσωπο, είναι απορριπτέος, διότι το επικαλούμενο αυτό περιστατικό δεν πληροί το πραγματικό του άρθρου 281 ΑΚ.

Περαιτέρω, ως ειδικός εκπρόσωπος της εταιρείας πρέπει να διορισθεί ο δεύτερος των αιτούντων, τον οποίο το Δικαστήριο κρίνει κατάλληλο για το σκοπό αυτό. Το αίτημα του εφεσίβλητου να διορισθεί από κοινού και ο Ζ, μέλος του ΔΣ, πρέπει να απορριφθεί διότι δεν βεβαιώνεται, ότι η από κοινού εκπροσώπηση θα καταστήσει δυνατή την έγερση της προαναφερόμενης αγωγής".

Κατόπιν αυτών το Εφετείο δέχτηκε την έφεση ως κατ' ουσία βάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δέχτηκε την αίτηση ως κατ' ουσία βάσιμη. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχτηκε πράγματα μη προταθέντα δια της εφέσεως και συγκεκριμένα δέχτηκε ότι η πρώτη συζήτηση της αιτήσεως των αναιρεσιβλήτων στον πρώτο βαθμό έλαβε χώρα μετά την πάροδο απράκτου του εξαμήνου εντός του οποίου το διοικητικό συμβούλιο όφειλε να είχε ασκήσει την εταιρική αγωγή, συναγόμενης έτσι, από μόνης της παρελεύσεως του χρόνου τούτου, αδρανείας του.

Όμως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος, γιατί, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη και το άρθρο 744 ΚΠολΔ, "το δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί...", μεταξύ των οποίων και η γένεση του επιδίκου δικαιώματος κατά το χρόνο συζητήσεως της υποθέσεως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Σε κάθε περίπτωση, ο προβαλλόμενος από τον αριθ 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της έφεσης και των προτάσεων των , για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι διατύπωσαν ως σχετικό λόγο εφέσεως κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως ότι η εξάμηνη προθεσμία είχε παρέλθει κατά τη συζήτηση της αιτήσεώς των.

Ειδικότερα, διαλαμβάνεται στην έφεση ότι "η εκκαλουμένη ...ούτε καν λαβούσα υπόψη της το γεγονός ότι η εξάμηνη προθεσμία είχε παρέλθει κατά τη συζήτηση της αιτήσεώς μας, κατά την οποία, ως γνωστό, κρίνεται η γένεση του επιδίκου δικαιώματος...οδηγήθηκε στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι η αίτηση έπρεπε να υποβληθεί μετά την πάροδο της εξάμηνης προθεσμίας...", όπως και στις προτάσεις των.

Έτσι, κατ' εκτίμηση, διατύπωσαν ως λόγο εφέσεως και ότι η εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 22β παρ. 2 και 3 του κ.ν. 2190/1920 είχε παρέλθει κατά τη συζήτηση της αιτήσεώς των στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Για τους λόγους αυτούς είναι απορριπτέος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ότι έκανε δεκτό λόγο εφέσεως που δεν προτάθηκε.

ΙΙ . Σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 68, 69, 224, 269 και 281 ΚΠολΔ για να είναι παραδεκτή η ένδικη αίτηση, το επίδικο δικαίωμα πρέπει να έχει αποκτηθεί το αργότερο κατά την πρώτη συζήτησή της στο ακροατήριο, οπότε κρίνεται το παραδεκτό, το κεκτημένο και η βασιμότητα του καταγόμενου στη δίκη δικαιώματος (ΑΠ 1849/2005, 352/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παράβαση των διατάξεων του άρθρου 22β παρ. 2 και 3 εδ. β του κ.ν. 2190/1920, επειδή δέχτηκε ως κρίσιμο χρόνο γένεσης του επιδίκου δικαιώματος το χρόνο της συζητήσεως της υποθέσεως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Ειδικότερα, για το θέμα αυτό η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ότι αρκεί σε κάθε περίπτωση η εξάμηνη προθεσμία των παρ. 2 και 3 του άρθρου 22β να έχει παρέλθει κατά τη συζήτηση της αίτησης διορισμού των ειδικών εκπροσώπων. Επιπλέον δέχτηκε ότι οι αιτούντες εκθέτουν στο δικόγραφο της αίτησής τους ότι "ζήτησαν από το ΔΣ της προαναφερθείσας εταιρείας την άσκηση της εταιρικής αγωγής στις 13-12-2006, κατέθεσαν δε την ένδικη αίτηση στις 14-12-2006 και αυτή συζητήθηκε στις 3-5-2007, δηλαδή μετά την πάροδο της εξάμηνης προθεσμίας άσκησης της εταιρικής αγωγής, η αίτησή τους είναι νόμιμη, κατά τα προαναφερθέντα".

Με το να δεχθεί το Εφετείο ότι κρίσιμος χρόνος συνδρομής των διαδικαστικών προϋποθέσεων του δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε με την ένδικη αίτηση, είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε την προπαρατεθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη. Επομένως ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 71/2006).

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις πρωτόδικες προτάσεις του αναιρεσείοντος, τις οποίες επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, αυτός ισχυρίστηκε ότι η άσκηση της εταιρικής αγωγής δεν έχει μέχρι σήμερα καταστεί δυνατή διότι ο δεύτερος των αιτούντων, διορισθείς (με τον κ.

Ζ) ως ειδικός εκπρόσωπος της ΣΒΙΕ ΑΕ για την άσκησή της , δεν συμπράττει σε αυτό, αμφισβητών τόσο το κύρος της απόφασης της 6ης Δεκεμβρίου 2006, που τον διόρισε, όσο και συλλήβδην την αρμοδιότητα του διοικητικού Συμβουλίου της ως άνω εταιρείας να επιληφθεί του ζητήματος και τυχόν ισχυρισμός των αιτούντων ότι η εν λόγω αγωγή δεν έχει ακόμη ασκηθεί είναι απορριπτέος κατ' άρθρο 281 ΑΚ.

Την ένσταση αυτή το Εφετείο την απέρριψε ως μη νόμιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν έσφαλε στην ερμηνεία του άρθρου 281 ΑΚ, είναι δε αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Τέλος, όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρετηρίου, μεταξύ των οποίων και η αμφισβήτηση της συμμετοχής του ...

στην ειδική εκπροσώπηση, με την παραδοχή "διότι δεν βεβαιώνεται ότι η από κοινού εκπροσώπηση θα καταστήσει δυνατή την έγερση της προαναφερόμενης αγωγής", κατά το μέρος που πλήττουν, υπό την επίκληση αναιρετικών πλημμελειών, την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

IV. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-5-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 44/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουλίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ