Legislator Case Law & Legislation
1844/2006 AI generated

Supreme Court remands appeal case regarding bank draft liability due to insufficient appellate reasoning on knowledge of funds.

Case Number 1844/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a Court of First Instance judgment dismissing a damages claim for issuing a bank draft without sufficient funds. The appellant argued the lower court failed to explain why the company directors lacked access to financial records or knew the account balance was insufficient. The court found the appellate court's reasoning on this critical issue legally insufficient and contradictory. Consequently, the decision was remanded for retrial by a new panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The appellate court must provide sufficient and non-contradictory reasoning when rejecting a claim based on the defendant's lack of knowledge regarding available funds, otherwise the decision lacks legal basis and must be remanded.

Keywords

AI generated
bank draft liability insufficient funds appellate reasoning legal basis requirement remand for retrial corporate directors duty Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 183 and 176 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1844 / 2006 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1844/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : ..... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κονταξή.

Των αναιρεσιβλήτων : ..... οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστοτέλη Παπασπυρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Ιανουαρίου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 3756/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 226/2003 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11 Μαρτίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 8 Μαρτίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Ιωάννη Παπανικολάου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ισχυριζόμενος με την ένδικη από 20-1-1998 αγωγή του, ότι οι δύο εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, ως νόμιμοι εκπρόσωποι της ανώνυμης εταιρίας "ΠΑΣΧΑΛΗΣ Α.Β.Ε.Ε.Ε.", ενεργώντας στα πλαίσια των καθηκόντων τους, στις 30-11-1997 εξέδωσαν σε διαταγή του τραπεζική επιταγή, για ποσό 27.100.000 δρχ., εν γνώσει τελώντας ότι η εκδότρια εταιρία δεν είχε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο της έκδοσης και της πληρωμής, με αποτέλεσμα τη μη πληρωμή της επιταγής κατά το χρόνο τής (εμπρόθεσμης) εμφάνισής της, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το πιο πάνω ποσό των 27.100.000 δρχ., ως αποζημίωσή του, για τη ζημία που υπέστη από την αδικοπραξία αυτή των εναγομένων.

Το Εφετείο Πειραιώς, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 226/2003 απόφασή του, έκρινε ως αβάσιμη ουσιαστικά την αγωγή αυτή, με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε πως οι εναγόμενοι, κατά το χρόνο της έκδοσης της επιταγής, γνώριζαν ότι δεν υπήρχαν στο λογαριασμό τής πιο πάνω εταιρίας, που αυτή διατηρούσε στην πληρώτρια τράπεζα, διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή της.

΄Ηδη ο ενάγων, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, για το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της έλλειψης από τους αναιρεσιβλήτους γνώσης περί της ανυπαρξίας διαθεσίμων.

Κατά τη γνώμη του εισηγητή, ο λόγος αυτός αναίρεσης προεχόντως είναι αόριστος, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο με πληρότητα, παρά μόνο αποσπασματικά, οι πραγματικές παραδοχές του Εφετείου, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το Δικαστήριο αυτό της ουσίας, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το ουσιαστικά αβάσιμο της αγωγής, με τις οποίες (παραδοχές) συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση, εκ πλαγίου, των ουσιαστικών διατάξεων που επικαλείται ο αναιρεσείων (άρθρα 79 του ν. 5960/1933, 71 και 914 του ΑΚ).

Κατά τη γνώμη όμως όλων των λοιπών δικαστών που επικράτησε, ενόψει του ότι στο αναιρετήριο αναφέρεται λεπτομερώς το περιεχόμενο της αγωγής (έκδοση ακάλυπτης επιταγής από τους εναγομένους με την ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου της εταιρίας, νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή αυτής) και ότι το Εφετείο έκαμε δεκτά τα πραγματικά αυτά περιστατικά (σελίδα 3 του αναιρετηρίου), τα οποία έτσι αποτελούν και παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό και με τις αναφερόμενες επίσης στο αναιρετήριο περαιτέρω παραδοχές του Εφετείου, ότι ο επιχειρηματίας .....

που κατείχε τη συντριπτική πλειοψηφία (82,06%) των μετοχών της ανώνυμης εταιρίας, δεν συμμετείχε στα διοικητικά της όργανα, για την αποφυγή κάθε προσωπικής του ευθύνης, αλλά στις αντίστοιχες θέσεις τοποθέτησε, ως έμμισθους υπαλλήλους, τους αναιρεσιβλήτους, στους οποίους είχε χορηγήσει, παρά τις αντιρρήσεις τους, το δικαίωμα έκδοσης επιταγών για λογαριασμό της εταιρίας (σελ. 9 του αναιρετηρίου) και ότι δεν αποδείχθηκε η γνώση των αναιρεσιβλήτων περί της ανυπαρξίας διαθεσίμου χρηματικού (σελ. 8 του αναιρετηρίου), κατά τρόπο επαρκή διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο όλες οι σχετικές με το πιο πάνω ζήτημα παραδοχές της απόφασης και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος και παραδεκτός.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 του ΑΚ και 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, συνάγεται ότι ο εκδότης επιταγής σε διαταγή, η οποία δεν πληρώθηκε κατά την εμφάνισή της, επειδή δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα, στην περίπτωση που ενεργεί με πρόθεση υπέχει ποινική ευθύνη και παράλληλα προκαλεί ζημία στο νόμιμο κομιστή της επιταγής.

Έτσι διαπράττει και αδικοπραξία, αφού η ζημία αυτή επέρχεται με παράνομη πράξη του εκδότη, διότι παραβιάζει τη διάταξη του άρθρου 79 του ν. 5960/1933. Επομένως, ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει το νόμιμο κομιστή της κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του ΑΚ, αφού η διάταξη του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 έχει θεσπιστεί για να προστατεύσει, παράλληλα προς το δημόσιο, και το ιδιωτικό συμφέρον του κομιστή της επιταγής, η υποχρέωση δε αυτή του εκδότη δεν έχει ως προϋπόθεση την προηγούμενη καταδίκη του για το ποινικό αδίκημα (Ολ.

ΑΠ 18/2004, ΑΠ 1442/2003, 218/2003). Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια της διάταξης του άρθρου 71 του ΑΚ, το νομικό πρόσωπο ευθύνεται από τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης.

Στην περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμόδιου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημίωσης, τότε ευθύνεται και αυτό εις ολόκληρον με το νομικό πρόσωπο. Δηλαδή, το καταστατικό όργανο έχει πρόσθετη μετά του νομικού προσώπου υποχρέωση, ανεξάρτητη, όμως, από αυτήν του νομικού προσώπου.

Ειδικότερα, επί ανώνυμης εταιρίας, οι διοικούντες αυτή δεν έχουν μεν προσωπική υποχρέωση για χρέη της εταιρίας, είναι, όμως, δυνατή η ευθύνη των διοικούντων την εταιρία προσωπικά από αδικοπραξία, κατά το άρθρο 914 του ΑΚ, αφού η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων ανώνυμη εταιρία κάμπτεται και δεν ισχύει όταν υπάρχει πταίσμα αυτών από αδικοπραξία, βάσει των γενικών αρχών (ΑΚ 914), οπότε υφίσταται ευθύνη τους.

΄Ετσι, στην περίπτωση έκδοσης ακάλυπτης επιταγής από νομικό πρόσωπο, υπόχρεος σε αποκατάσταση της σχετικής ζημίας του κομιστή της είναι (πλέον του νομικού προσώπου) και ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτού, που υπέγραψε την επιταγή, εν γνώσει της μη υπάρξεως αντικρύσματος κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής (ΑΠ 29/2006, ΑΠ 25/2000).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως, ύστερα από εκτίμηση αποδείξεων, τα ακόλουθα. Η ένδικη τραπεζική επιταγή (υπ΄ αριθμ. 00359906) επί της πληρώτριας Τράπεζας "AMERICAN EXPRESS", ποσού 27.100.000 δραχμών σε διαταγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, εκδόθηκε μεταχρονολογημένη (με ημερομηνία εκδόσεως 30-11-1997) και εκδότρια την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΑΒΕΕΕ".

Ειδικότερα, στη θέση του εκδότη της επιταγής έχει τεθεί η σφραγίδα της άνω ανώνυμης εταιρίας και κάτω από αυτήν έχουν υπογράψει οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, που είχαν δικαίωμα υπογραφής - ενεργούντες από κοινού- προς έκδοση επιταγών για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρίας και ως καταστατικοί εκπρόσωποι αυτής.

Η επιταγή αυτή εμφανίσθηκε προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα, από τον ενάγοντα, νόμιμο κομιστή της, στις 5-12-1997, πλην επεστράφη απλήρωτη ελλείψει υπολοίπου και τούτο βεβαιώθηκε στο σώμα της από την πληρώτρια Τράπεζα. Περαιτέρω, όμως, δεν αποδεικνύεται το υποκειμενικό στοιχείο της αδικοπραξίας, ήτοι πρόθεση (δόλος) των αναιρεσιβλήτων να εκδώσουν ακάλυπτη επιταγή και συγκεκριμένα δεν αποδείχτηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι, κατά τον χρόνο έκδοσης από αυτούς της ένδικης επιταγής, γνώριζαν ή πρόβλεψαν ότι η άνω ανώνυμη εταιρία δεν θα είχε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο εμφανίσεώς της προς πληρωμή για τους εξής λόγους :

Την εκδότρια της επίμαχης τραπεζικής επιταγής ανώνυμη εταιρία ίδρυσε ο ..... προκειμένου να διενεργεί μέσω αυτής εμπορικές δραστηριότητες, ένας τoμέας των οποίων συνίστατο σε προμήθεια νωπών αγροτικών προϊόντων (από παραγωγούς ή συνεταιρισμούς αυτών), τα οποία εξήγαγε στο εξωτερικό, μετά προηγούμενη τυποποίησή τους από τον ίδιο.

Παρά το γεγονός ότι ο προαναφερθείς επιχειρηματίας κατείχε τη συντριπτική πλειοψηφία (82,06%) των μετοχών της ως άνω εταιρίας, η οποία είχε αντικείμενο την τυποποίηση και τις εισαγωγές- εξαγωγές νωπών προϊόντων (φρούτων) και αποτελούσε τον ιθύνοντα νου αυτής, κατευθύνοντας ολοκληρωτικά και ανέλεγκτα τις δραστηριότητές της, με αποτέλεσμα να έχει αποκτήσει ικανή οικονομική επιφάνεια και αντίστοιχο όνομα στην αγορά, λόγω και της συμπεριφοράς του ως επιχειρηματία διεθνούς επιπέδου, έτσι ώστε η συνεργασία μαζί του στο επιχειρηματικό πεδίο να είναι περιζήτητη, οι δε θέσεις των υπαλλήλων στις επιχειρήσεις του να θεωρούνται προνομιακές, δεν συμμετείχε, υπό οιαδήποτε εξωτερικώς εμφανή ιδιότητα, στα διοικητικά της όργανα, προφανώς προς το σκοπό να αποφύγει κάθε προσωπική ευθύνη και εμπλοκή σε περίπτωση δυσμενούς πορείας των εταιρικών υποθέσεων.

Στις αντίστοιχες θέσεις τοποθέτησε έμμισθους υπαλλήλους, τους οποίους είχε προσλάβει με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, προς κάλυψη των αναγκών είτε της ίδιας εταιρίας, είτε άλλης (εφοπλιστικής-ναυτιλιακής) εταιρίας δικών του συμφερόντων, μέσω των οποίων επέβαλλε τις απόψεις του. Υπάλληλοι της ανωτέρω μορφής (που δεν ήσαν μέτοχοι της "ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΑΒΕΕΕ") είναι οι ήδη αναιρεσίβλητοι, ο πρώτος από τους οποίους (μηχανολόγος-μηχανικός) προσλήφθηκε στις 6-4-1997 και εργάσθηκε στην εκδότρια της επιταγής ανώνυμη εταιρία μέχρι τις 8-12-1997, ενώ ο δεύτερος εργάσθηκε ως χαμηλόβαθμο στέλεχος της ναυτιλιακής εταιρίας με την επωνυμία "SEAGULL MARITIME INC", από 3-6-1996, που προσλήφθηκε, μέχρι την απόλυσή του στις 23-9-1998.

Οι ανωτέρω εργαζόμενοι, μετά την ανάληψη -υπό την πίεση του ..... και παρά τις αντιρρήσεις τους- διοικητικών θέσεων στην εκδότρια εταιρία, υπέγραψαν, ως γενικός διευθυντής ο πρώτος και ταμίας ο δεύτερος, για λογαριασμό της τελευταίας, την επίμαχη μεταχρονολογημένη επιταγή, την οποία είχε συντάξει ο ίδιος ο .....ς.

Την επιταγή αυτή, ο τελευταίος παρέδωσε στον αναιρεσείοντα λήπτη, που, επί σειρά ετών, παρεμβαλλόταν, ως μεσίτης, στην προμήθεια πορτοκαλιών, μεταξύ της αγοράστριας ως άνω εταιρίας και των παραγωγών της περιοχής Άρτας. Στην επιταγή ενσωματώνονταν το τίμημα πορτοκαλιών, που είχαν αγορασθεί από διάφορους παραγωγούς, κατά την περίοδο από το Νοέμβριο 1996 μέχρι τον Απρίλιο 1997, το οποίο θα εισέπραττε ο αναιρεσείων και θα το κατένεμε στους πωλητές παραγωγούς.

Όμως οι αναιρεσίβλητοι, μη έχοντες αναμιχθεί στο στάδιο της καταρτίσεως των επί μέρους συμβάσεων πωλήσεων -τις τελευταίες κατάρτισε ο .....ς προσωπικά- δεν είχαν ακριβή γνώση του ύψους της οφειλής, αλλά και, περαιτέρω, οι ίδιοι, μη έχοντες τη δυνατότητα πραγματικής πρόσβασης στα λογιστικά και ταμιακά στοιχεία, αλλά και στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εκδότριας της επιταγής εταιρίας, δεν γνώριζαν αν οι τελευταίοι, και ειδικότερα εκείνος στην Τράπεζα "ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΞΠΡΕΣ", εμφάνιζε, κατά τους χρόνους έκδοσης και εμφάνισης της επιταγής, διαθέσιμο χρηματικό υπόλοιπο, ικανό να καλύψει την προκύπτουσα από την τελευταία χρηματική υποχρέωση.

Οι εναγόμενοι, υπέγραψαν την επίδικη επιταγή, αγνοούντες τη φθίνουσα οικονομική πορεία τής μέχρι τότε οικονομικά ισχυρής εταιρίας "ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΑΒΕΕ", ύστερα και από τις διαβεβαιώσεις του ....., ότι τόσον η εταιρία όσο και ο ίδιος ατομικά δεν αντιμετωπίζουν οικονομικό πρόβλημα και ότι η επιταγή θα πληρωθεί.

Οι εναγόμενοι δεν είχαν κανένα οικονομικό όφελος από την έκδοση των ακάλυπτων επιταγών, κατά δε την υπογραφή της επίδικης επιταγής δεν θεωρούσαν ούτε ως ενδεχόμενο την έλλειψη αντικρύσματος. Ο ενάγων κατά τη λήψη της επιταγής δεν απέβλεπε στα φυσικά πρόσωπα των εναγομένων, που υπέγραψαν την επιταγή κάτω από την εταιρική επωνυμία, αλλ΄ αντίθετα εμπιστευόταν την εταιρία "ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΑΒΕΕ" και κυρίως τον .....

προσωπικά, ο οποίος και του κατέβαλε, έναντι της επίδικης επιταγής, τον Ιανουάριο του 2000, το ποσό των 20.132.000 δραχμών, όταν κρίθηκε προσωρινά κρατούμενος με το 11/14-12-1999 ένταλμα προσωρινής κράτησης του Ανακριτή ΄Αρτας, ύστερα από μήνυση πορτοκαλεοπαραγωγών της περιοχής ΄Αρτας. Με τις σκέψεις αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή αποζημιώσεως εξ αδικοπραξίας του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Όμως το Εφετείο, που δέχτηκε τα ανωτέρω και ιδίως ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν ακριβή γνώση του ύψους της οφειλής, αλλά και οι ίδιοι, μη έχοντες τη δυνατότητα πραγματικής πρόσβασης στα λογιστικά και ταμιακά στοιχεία και στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εκδότριας εταιρίας, δεν γνώριζαν αν οι λογαριασμοί αυτοί και ειδικότερα εκείνος στην Τράπεζα "AMERICAN EXPRESS" εμφάνιζαν, κατά τους χρόνους έκδοσης και εμφάνισης της επιταγής, διαθέσιμο χρηματικό υπόλοιπο, ικανό να καλύψει την προκύπτουσα από την έκδοση της επιταγής χρηματική υποχρέωση, δεν διευκρινίζει γιατί οι αναιρεσίβλητοι, που υπέγραψαν, στα πλαίσια του δικαιώματος που τους είχε χορηγήσει ο .....

ο πρώτος ως γενικός διευθυντής και ο δεύτερος ως ταμίας, δηλαδή ως καταστατικά όργανα που αντιπροσωπεύουν την εκδότρια εταιρία, δεν είχαν τη δυνατότητα πραγματικής πρόσβασης, παρά την προαναφερόμενη ιδιότητα του καθενός, στα λογιστικά και ταμιακά στοιχεία και στους τραπεζικούς λογαριασμούς τη εταιρίας αυτής.

Περαιτέρω, ασαφής είναι και η παραδοχή της απόφασης, ότι οι αναιρεσίβλητοι "δεν είχαν ακριβή γνώση του ύψους της οφειλής". Όταν μάλιστα οι ίδιοι που υπέγραφαν τις τραπεζικές επιταγές όφειλαν να παρακολουθούν τα χρηματικά υπόλοιπα στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρίας και με βάση αυτά να εκδίδουν τις τραπεζικές επιταγές.

΄Ετσι το Εφετείο, ως προς το ζήτημα της ελλείψεως γνώσεως εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων για την ανυπαρξία διαθεσίμων, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών. Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος της αναίρεσης.

ΙΙΙ. Κατ΄ ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ)ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 226/2003 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Νοεμβρίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ