Legislator Case Law & Legislation
1843/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against real servitude ruling due to impossibility of exercise and violation of good faith principles.

Case Number 1843/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding a real servitude (easement) over a property strip. The appellants argued the servitude had become impossible to exercise due to permanent installations by a public institution, violating good faith principles. The Court found the lower court erred in failing to recognize these facts and the resulting impossibility, thus overturning the original judgment and remanding the case for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1012, 1013 of the Civil Code; Article 1136 in conjunction with Article 281 of the Civil Code; Article 560(6) of the Code of Civil Procedure: When the exercise of a real servitude becomes impossible or excessively restricted due to permanent installations, the court must consider good faith and social utility, and failure to recognize such impossibility constitutes a substantive error warranting appeal.

Keywords

AI generated
real servitude easement impossibility of exercise good faith principle public institution property strip appeal admissibility

Cited Legislation

AI generated
Articles 495(1), 4, 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 571, 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 1012, 1013 of the Civil Code
Article 1136 of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Article 560(6) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 179(b) of the Code of Civil Procedure
Article 183(2) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 116(1b) of the Transitional Provisions of the Code of Civil Procedure
Law 4842/2021
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1843 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1843/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 16η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Τ. του Δ., 2) Ζ., συζ. Σ. Τ., το γένος Π. Ζ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Δήμο και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου Ι. Γ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Πανταζή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 298/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-12-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ένδικη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 298/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που δίκασε ως Εφετείο, με την οποία έγινε δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση των εναγομένων, ήδη αναιρεσειόντων κατά της 56/2018 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία είχε γίνει δεκτή αγωγή του ενάγοντος, ήδη αναιρεσίβλητου, για την αναγνώριση του δικαιώματός του πραγματικής δουλείας διόδου επί τμήματος του ακινήτου των αναιρεσειόντων, την άρση της εκ μέρους τους προσβολής αυτής και την παράλειψή της στο μέλλον, καθώς και την απόδοση στον αναιρεσίβλητο της οιονεί δουλείας διόδου επ' αυτού. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.) .

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1012 και 1013 ΑΚ., αν το ακίνητο στερείται της αναγκαίας διόδου προς την οδό, ο κύριος αυτού δικαιούται να απαιτήσει από τους γείτονες δίοδο έναντι ανάλογης αποζημιώσεως. Η κατεύθυνση της οδού και η έκταση του δικαιώματος για τη χρήση της καθώς και η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί, καθορίζονται με δικαστική απόφαση.

Η αξίωση αυτή για παροχή διόδου αποτελεί περιορισμό της κυριότητας εκ του νόμου, ο οποίος δηλαδή περιορίζει την έκταση των εξουσιών του κυρίου του τμήματος του ακινήτου του, που οριοθετείται ως δίοδος του άλλου ακινήτου και ικανοποιείται, εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, με την καταβολή ανάλογης πάντοτε χρηματικής, εφάπαξ δε καταβαλλόμενης, πριν από τη χρήση της διόδου αποζημιώσεως.

Με την απόφαση αυτή συνιστάται πραγματική δουλεία διόδου με τη μορφή της επιδικάσεως υπέρ του ενάγοντος ως κυρίου του περίκλειστου ακινήτου και υπόκειται σε μεταγραφή. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1016 ΑΚ, εκείνος που παρακωλύεται ή διαταράσσεται στη χρήση της διόδου προστατεύεται σύμφωνα με τις διατάξεις για την προστασία των πραγματικών δουλειών, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως.

Παρακώλυση της χρήσεως της διόδου υπάρχει όταν ο κύριος του περίκλειστου ακινήτου εμποδίζεται πλήρως να χρησιμοποιήσει τη δίοδο, ενώ διατάραξη όταν εμποδίζεται μερικώς. Σε περίπτωση παρεμποδίσεως ή διαταράξεως της χρήσης της διόδου, ο δικαιούχος μπορεί να προστατευθεί αφενός ως δουλειούχος με την εμπράγματη αγωγή περί ομολογήσεως δουλείας του άρθρου 1132 ΑΚ, ήτοι να απαιτήσει από εκείνον που προσβάλλει το δικαίωμά του αυτό, την αναγνώριση της δουλείας, την άρση της προσβολής αυτής και τη παράλειψή της στο μέλλον, αφετέρου δε ως οιονεί νομέας της δουλείας με τις αγωγές για την προστασία της νομής.

Προς απόκρουση της ανωτέρω αγωγής ο εναγόμενος μπορεί να προβάλλει, μεταξύ άλλων, και την ένσταση ότι η δουλεία έχει αποσβεσθεί για τους λόγους που αναφέρονται στα άρθρα 1134, 1118, 1135, 1136, 1137 και 1138 ΑΚ. Ειδικότερα, από το συνδυασμό των άρθρων 281, 1118, 1119, 1120, 1125 και 1136 ΑΚ συνάγεται ότι η πραγματική δουλεία, όπως είναι και η δουλεία οδού αποσβήνεται, αν η άσκηση αυτής γίνεται απολύτως και διαρκώς αδύνατη από λόγους πραγματικούς ή νομικούς (ΑΠ 563/2020, 299/2020, 1701/2018).

Στην περίπτωση αυτή πρέπει η άσκηση της πραγματικής δουλείας να γίνεται αδύνατη κατά τρόπο απόλυτο, οριστικό και διαρκή, χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα για επάνοδο στην προηγούμενη κατάσταση. Τέτοια αδυναμία υπάρχει όταν παύει η από το δουλεύον ακίνητο παροχή ωφελείας ή χρησιμότητας υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, όταν εκλείπει η εξυπηρετούμενη ανάγκη του δεσπόζοντος, κατ' αρχήν έτσι όπως η εν λόγω ανάγκη έχει αποτελέσει στοιχείο του περιεχομένου της δουλείας κατά τη σύστασή της και όχι τυχόν νέα ανάγκη, η δε έκλειψη της ως άνω ανάγκης επέρχεται εξαιτίας αυτάρκειας του δεσπόζοντος ή, κατ' άλλη έκφραση, όταν η άσκηση της δουλείας καθίσταται περιττή και μάταιη, πρέπει δε προς τούτο η αυτάρκεια του δεσπόζοντος να περιλαμβάνει ολόκληρο το περιεχόμενο του δικαιώματος της δουλείας, διότι, αν περιλαμβάνει μέρος εκείνου, η δουλεία κατ'εφαρμογή της αρχής του αδιαιρέτου των δουλειών, διατηρείται ακέραιη.

Εξ ετέρου, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ και το δικαίωμα ασκήσεως της πραγματικής δουλείας από τον εκάστοτε κύριο του δεσπόζοντος ακινήτου θεωρείται ότι γίνεται καταχρηστικώς, για το λόγο δε αυτό απαγορεύεται η άσκησή του, όταν από την όλη συμπεριφορά του δικαιούχου και από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, γίνεται φανερό ότι η συνέχιση ασκήσεως της πραγματικής δουλείας υπερβαίνει προφανώς πλέον τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος (ΑΠ 641/2018).

Έτσι, στην περίπτωση συνδρομής περίστασης κατά την οποία η άσκηση της πραγματικής δουλείας κατέστη πλέον μάταιη ή περιττή, άνευ ετέρου, η εξακολούθηση χρησιμοποίησης της διόδου επί του δουλεύοντος ακινήτου, με τη συνδρομή και άλλων περιστατικών μπορεί να συνιστά κατάχρηση δικαιώματος, οπότε αποτελεί και νομικό λόγο αδυναμίας άσκησής της, γιατί υπερβαίνει τα όρια που τάσσονται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, εφόσον το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει να μην παρεμποδίζεται με άσκοπους περιορισμούς η οικονομική εκμετάλλευση των ακινήτων.(ΑΠ 299/2020, ΑΠ 641/2018, ΑΠ 431/2017, ΑΠ 618/2014).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημος με τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1103/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 298/2020 απόφασης, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων που την εξέδωσε, δικάζοντας ως Εφετείο, δέχθηκε μετά από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν μετ' επικλήσεως ενώπιόν του, κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος της, τα εξής: "Ο ενάγων είναι αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος του υπ' αριθ. 1292 κληροτεμαχίου του ... 1929, εμβαδού 625,00 τ.μ.

που βρίσκεται στη θέση "..." της Κτηματικής περιφέρειας του τέως Δημοτικού Διαμερίσματος ... του Δήμου ..., νυν Δημοτικής Κοινότητας ... του Δήμου ... ... Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι επειδή το ανωτέρω περιγραφόμενο ακίνητο του ενάγοντος ήταν περίκλειστο, άσκησε εναντίον της Ξ. χήρας Δ. Π. ..., που εμφανιζόταν με βάση τους δικαιοκτητικούς της τίτλους κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής του ως αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος του όμορου υπ' αριθ. 1290 τεμαχίου, καθώς και εναντίον των κυρίων του όμορου υπ' αριθ. 1294 τεμαχίου, ήτοι των Ε.

Κ. Μ. και Ν. Κ. Μ., ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων την... αγωγή του για παροχή διόδου, προκειμένου το ακίνητό του να επικοινωνεί με την Εθνική Οδό Ιωαννίνων -Κόνιτσας. Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε ... η υπ' αριθμ. 556/2012 οριστική ... απόφαση ... η οποία απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή. Επί της ανωτέρω απόφασης ο ενάγων άσκησε την από 10.07.2012 έφεσή του ..., επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 363/2013 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου.

Με την απόφαση αυτή (363/2013) το Δικαστήριο δικάζοντας ως Εφετείο, απέρριψε την αγωγή του ενάγοντος ως προς τους ιδιοκτήτες του υπ' αριθ. 1294 τεμαχίου... την έκανε όμως δεκτή ως προς την Ξ. χα Π. Π., ιδιοκτήτρια του υπ' αριθ. 1290 τεμαχίου. Ειδικότερα, η τελευταία εμφανιζόταν κατά το χρόνο άσκησης της ως άνω από 15.10.2009 αγωγής...

ως κυρία του υπ' αριθ. 1290 κληροτεμαχίου, αρχικής εκτάσεως 8.322,71 τ.μ., το οποίο μετά τη γενόμενη απαλλοτρίωση έχει εμβαδό 7.543,66 τ.μ... Εν συνεχεία, διαρκούσης της εκκρεμοδικίας της από 15.10.2009 αγωγής, η ανωτέρω (μη διάδικος στην παρούσα δίκη) Ξ. χήρα Π. Π.... μεταβίβασε με αιτία την πώληση ισομερώς το ιδανικό της μερίδιο του 1/2 εξ αδιαιρέτου πλήρους κυριότητας επί του υπ' αριθ. 1290 ως άνω κληροτεμαχίου προς τους εναγόμενους, και δη κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, δυνάμει του υπ' αριθ. .../30.04.2010 συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Β.

Π. - Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα... Η μεταβίβαση του δικαιώματός της επί του εν λόγω ακινήτου, διαρκούσης της εκκρεμοδικίας, ουδεμία μεταβολή επέφερε στη δίκη για τη σύσταση πραγματικής δουλείας διόδου από πλευράς υποκειμένων, ενόψει του ότι οι εναγόμενοι ως ειδικοί διάδοχοι δεν άσκησαν παρέμβαση ως δικαιούντο και ως εκ τούτου η μεταβιβάσασα το ιδανικό της μερίδιο Ξ.

Κ. - Π. εξακολουθούσε και μετά την εν λόγω μεταβίβαση να νομιμοποιείται στη δίκη εκείνη ως μη δικαιούχος διάδικος (άρθρο 225 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ) μέχρι την τελεσίδικη περάτωσή της με την έκδοση της προρρηθείσας υπ' αριθ. 363/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, οι δε εναγόμενοι, ως ειδικοί διάδοχοι δεσμεύονται από το δεδικασμένο αυτής κατ' άρθρο 325 αρ. 2 ΚΠολΔ...

Με την ίδια ως άνω απόφαση (363/2013), οριοθετήθηκε η δίοδος που υποχρεώθηκε να παράσχει η ανωτέρω δικαιοπάροχος των εναγομένων ως εξής: έχουσα εμβαδό 188,60 τ.μ., καταλαμβάνει εδαφική λωρίδα πλάτους 4,00 μέτρων, η νότια πλευρά της μήκους 47,45 μέτρων συμπίπτει με την οριοθετική γραμμή των υπ' αριθ. 1290 και 1294 κληροτεμαχίων, εκκινεί από την ανατολική πλευρά του υπ' αριθ. 1292 ακινήτου του ενάγοντος και καταλήγει στην απαλλοτριωμένη ζώνη της Ε.Ο.

Ιωαννίνων - Κόνιτσας, η δε βόρεια πλευρά της μήκους 46,85 μ. είναι παράλληλη σε απόσταση 4,00 μέτρων εντός του υπ' αριθ. 1290 ακινήτου της δικαιοπαρόχου των εναγομένων στην κρινόμενη αγωγή... Περαιτέρω, η ανωτέρω υπ' αριθ. 363/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, καθόρισε το ύψος της καταβλητέας, εκ μέρους του ενάγοντος στην Ξ.

χήρα Π. Π. αποζημιώσεως για την παροχή της επίμαχης διόδου, στο ποσό των 4.915,00 ευρώ. ... Παράλληλα, ο ενάγων προέβη σε μεταγραφή της ως άνω τελεσίδικης και ήδη αμετάκλητης απόφασης... με την οποία επιδικάσθηκε υπέρ του εκάστοτε κυρίου του αριθ. 1292 ακινήτου του ενάγοντος (ως δεσπόζοντος) δουλεία διόδου (οδού) από την προαναφερθείσα λωρίδα του (δουλεύοντος) υπ' αριθ. 1290 ακινήτου, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων...

Στη συνέχεια ο "Τοπικός Οργανισμός Εγγείων Βελτιώσεων (Τ.Ο.Ε.Β.) ..." Ιωαννίνων, άσκησε κατά των διαδίκων στην ανωτέρω υπ' αριθ. 363/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, την από 24.11.2016 ανακοπή του άρθρου 936 ΚΠολΔ..., ζητώντας την ακύρωση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως που επισπεύδονταν σε βάρος του βεβαρυμμένου δουλεύοντος ακινήτου με την ανωτέρω απόφαση...

Ωστόσο την 6.03.2017 υπεγράφη πρακτικό συμβιβαστικής επίλυσης διαφοράς- δικαστικού και εξώδικου συμβιβασμού μεταξύ του "Τ.Ο.Ε.Β." και του ενάγοντος στην υπό κρίση αγωγή, δυνάμει του οποίου ο ενάγων δήλωσε ότι με κανένα τρόπο, είτε προβαίνοντας σε αναγκαστική εκτέλεση της υπ' αριθ. 363/2013 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία του παρασχέθηκε δίοδος δια μέσω του αριθ. 1290 κληροτεμαχίου, είτε ενασκώντας το δικαίωμά του ως δικαιούχου της ως άνω πραγματικής δουλείας οδού που συστήθηκε με την προαναφερθείσα τελεσίδικη δικαστική απόφαση και χρησιμοποιώντας αυτή, δεν θα θίξει ή βλάψει ή παρεμποδίσει στο ελάχιστο τις ανάγκες υδροληψίας του "Τ.Ο.Ε.Β. ...", η οποία διενεργείται μέσω του εγκατεστημένου αγωγού άρδευσης και του κεντρικού φρεατίου με τις βάνες υδροληψίας που υφίστανται επί του με αριθ. 1290 κληροτεμαχίου, έτσι ώστε ο "Τ.Ο.Ε.Β. ...", όπως και τα μέλη του, να συνεχίσουν να ενεργούν αναφορικά με τον αγωγό και το υπερυψωμένο φρεάτιο με τις βάνες και τις χρησιμότητες τους, όπως ενεργούσαν, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ρητά και κατηγορηματικά ότι το ως άνω δίκτυο με τα συστατικά και παραρτήματά του (τσιμεντένιο φρεάτιο διαμέτρου 1,00 μέτρου με υδροληψία τεσσάρων υδροστομίων συνδεδεμένα με υπόγειο κεντρικό αγωγό) δεν μπορεί να μετακινηθεί - μετατοπιστεί.

Ωστόσο από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι ενόψει των ανωτέρω εγκαταστάσεων του "Τ.Ο.Ε.Β." εντός του υπ' αριθ. 1290 κληροτεμαχίου καθίσταται αδύνατη η χρήση της επίμαχης δουλείας διόδου από τον ενάγοντα, απορριπτομένων ως ουσία αβασίμων τόσο της ένστασης απόσβεσης δουλείας λόγω αδυναμίας άσκησής της για πραγματικούς λόγους, όσο και της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος εκ μέρους του ενάγοντος για το λόγο αυτό που προέβαλλαν οι εναγόμενοι, απορριπτομένων και των σχετικών λόγων εφέσεως ως ουσιαστικά αβασίμων...".

Με τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων που δίκασε ως Εφετείο απέρριψε τον ουσιώδη και καταλυτικό της αγωγής ισχυρισμό (ένσταση) των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, που προβλήθηκε νομίμως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφέρθηκε με λόγο εφέσεως ενώπιόν του, με τον οποίο αυτοί υποστήριξαν ότι η επίδικη δουλεία διόδου έχει αποσβεσθεί, πλην άλλων, και διότι η άσκησή της έχει καταστεί αδύνατη λόγω της ύπαρξης στο μέσο των εγκαταστάσεων που μαζί με τη δουλεία χρήσης αυτών ανήκουν στο Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "Τοπικός Οργανισμός Εγγείων Βελτιώσεων (Τ.Ο.Ε.Β.) ..." .

Με τον δεύτερο λόγο και μέρος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως οι αναρεσείοντες υπό την επίκληση του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, για παραβίαση των διατάξεων των άρθρου 1136 και 281 ΑΚ. Ειδικότερα αιτιώνται οι αναιρεσείοντες ότι ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προέβαλαν τον ισχυρισμό (ένσταση), τον οποίο νομίμως επανέφεραν και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, περί αποσβέσεως της επίδικης δουλείας, αλλά και ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως του επίδικου δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, επικαλούμενοι ότι εξαιτίας της ύπαρξης στο μέσο της επίδικης διόδου των εγκαταστάσεων που μαζί με τη δουλεία χρήσης αυτών ανήκουν στο Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "Τοπικός Οργανισμός Εγγείων Βελτιώσεων (Τ.Ο.Ε.Β.) ...", οι οποίες εγκαταστάσεις αποτελούνται από υπερυψωμένο, κυκλικό, τσιμεντένιο φρεάτιο υδροληψίας διαμέτρου 1,50 μέτρων και ύψους 1,50 μέτρου, που εξυπηρετεί τον κεντρικό αγωγό του ως άνω Ν.Π.Ι.Δ.

πλέον των βανών και των σωληνώσεων υδροληψίας του φρεατίου ύψους 1,00 μέτρου και είναι μόνιμες, σταθερές και μη δυνάμενες να μετακινηθούν εξαιτίας με της σύνδεσής τους με υπόγειες εγκαταστάσεις, εμποδίζεται απολύτως η χρήση και άσκηση της επίδικης δουλείας διόδου καθιστάμενη έτσι αδύνατη, επισημαίνοντας ταυτόχρονα τη δέσμευση του αναιρεσίβλητου κατόπιν δικαστικού συμβιβασμού του με το ως άνω Ν.Π.Ι.Δ., ότι δεν πρόκειται να αποξηλώσει τις εγκαταστάσεις αυτές, ούτε να εμποδίσει με οποιοδήποτε τρόπο τη χρήση τους.

Επίσης, σχετικά με τον ισχυρισμό τους περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες ότι η επιμονή του αναιρεσίβλητου ως κυρίου του δεσπόζοντος ακινήτου για την άσκηση του δικαιώματος της δουλείας διόδου, ενώ αυτή εξαιτίας των προαναφερομένων σταθερών και αμετακίνητων εγκαταστάσεων του ως άνω Ν.Π.Ι.Δ.

εντός αυτής έχει καταστεί αδύνατη, άλλως εξαιρετικά περιορισμένη, υπερβαίνει τα όρια που τάσσονται από τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ., διότι υφίσταται μεγάλη διάσταση μεταξύ της ωφέλειας του αναιρεσίβλητου και της ζημίας που θα υποστούν αυτοί από την άσκησή της, καθόσον έχουν προβεί σε δημιουργία δαπανηρών εγκαταστάσεων εντός της επίδικης διόδου στο δουλεύον ακίνητό τους, με την εύλογη πεποίθηση, ότι ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος είχε γνώση των ενεργειών τους αυτών και αδράνησε να επιδιώξει την απόδοση της οιονεί δουλείας διόδου επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας και την καθαίρεση των εγκαταστάσεων που οι ίδιοι έχουν εγείρει εντός αυτής, δεν θα ασκούσε το εν λόγω δικαίωμά του .

Με αμφότερους τους ως άνω (πρώτο και μέρος του τετάρτου) λόγους αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων που δίκασε ως Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 1136 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 281ΑΚ, και στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον ως προς τους προαναφερόμενους ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς τους, στερείται παντελώς αιτιολογιών, ήτοι δεν αναφέρει τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά απαιτούνταν, αλλά απέρριψε κατ' ουσίαν, χωρίς την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων διαφορετικών από αυτά που τους συγκροτούν.

Το δικάζον ως Εφετείο Δικαστήριο, που απέρριψε κατ' ουσίαν τους ως άνω ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς (ενστάσεις) των αναιρεσειόντων με τις εντελώς επιγραμματικές παραδοχές ότι "από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι ενόψει των ανωτέρω εγκαταστάσεων του <<Τ.Ο.Ε.Β.>> εντός του 1290 κληροτεμαχίου, καθίσταται αδύνατη η χρήση της επίμαχης δουλείας διόδου από τον ενάγοντα, απορριπτομένων ως ουσία αβασίμων τόσο της ένστασης απόσβεσης δουλείας λόγω αδυναμίας άσκησής της για πραγματικούς λόγους, όσο και της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος εκ μέρους του ενάγοντος για το λόγο αυτό, που πρόβαλλαν οι εναγόμενοι απορριπτομένων και των σχετικών λόγων εφέσεως ως ουσιαστικά αβασίμων" παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1136 και 281 ΑΚ και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Τούτο δε, διότι, ενώ διέλαβε στις παραδοχές του περιστατικά σχετικά με την, κατόπιν δικαστικού και εξώδικου συμβιβασμού μεταξύ του "Τ.Ο.Ε.Β. ..." και του αναιρεσίβλητου, δήλωση του τελευταίου ότι με κανένα από τους προαναφερόμενους τρόπους δεν θα θίξει ή βλάψει ή παρεμποδίσει στο ελάχιστο τις ανάγκες υδροληψίας του ως άνω Ν.Π.Ι.Δ., η οποία διενεργείται μέσω του αγωγού άρδευσης και του κεντρικού υπερυψωμένου τσιμεντένιου φρεατίου, διαμέτρου 1,00 μέτρου με τις τέσσερις βάνες υδροληψίας που υφίστανται εντός του δουλεύοντος, ακινήτου και είναι συνδεδεμένες με υπόγειο κεντρικό αγωγό και οι οποίες εγκαταστάσεις δεν μπορούν να μετακινηθούν - μετατοπισθούν, ουδόλως εξέθεσε πραγματικά περιστατικά σχετικά με το τι αποδείχθηκε σε σχέση με τους καταλυτικούς της αγωγής ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων για την απόσβεση της επίδικης δουλείας διόδου, σε συσχετισμό και με την επικαλούμενη καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος αυτού του αναιρεσίβλητου.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει καμία αιτιολογία, με την έκθεση περιστατικών που να αφορούν: α) στον ακριβή προσδιορισμό της θέσης των ως άνω μόνιμων και σταθερών εγκαταστάσεων εντός της επίδικης εδαφικής λωρίδας δουλείας διόδου, β) στην, παρά την ύπαρξη των εγκαταστάσεων αυτών, μη έκλειψη της εξυπηρετούμενης ανάγκης του δεσπόζοντος ακινήτου του αναιρεσίβλητου έτσι, όπως αυτή αποτέλεσε στοιχείο του περιεχομένου της επίδικης δουλείας διόδου κατά τη σύστασή της, ήτοι της διέλευσης από αυτήν από τον ίδιο πεζή και εποχούμενο, γ) στην μη ύπαρξη πραγματικού λόγου αδυναμίας άσκησης της εν λόγω δουλείας διόδου, εξαιτίας των, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, υφιστάμενων εντός αυτής των συγκεκριμένων εγκαταστάσεων, ήτοι ότι η ύπαρξη τους δεν καθιστά μάταιη και περιττή την διατήρηση της οιονεί δουλείας διόδου και δεν καταλύει το δικαίωμα αυτό του αναιρεσίβλητου, δ) στην όλη συμπεριφορά του δικαιούχου και την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε με την δημιουργία των ως άνω μόνιμων εγκαταστάσεων επί της επίδικης λωρίδας δουλείας διόδου, ήτοι περιστατικών που δεν καθιστούν την εξακολούθηση της ασκήσεως του δικαιώματος δουλείας διόδου εκ μέρους του αναιρεσίβλητου καταχρηστική, με προφανή πλέον υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος για τη συνέχιση της ασκήσεως της .

Με τη μη έκθεση στην προσβαλλόμενη απόφαση τέτοιων πραγματικών περιστατικών που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου, σχετικά με το εάν το δικαίωμα δουλείας διόδου του αναιρεσίβλητου από το δουλεύον ακίνητο των αναιρεσειόντων έχει αποσβεστεί, για τους ως άνω πραγματικούς λόγους, επειδή η δίοδος αυτού από την επίδικη εδαφική λωρίδα έχει καταστεί αδύνατη, άλλως εξαιρετικά περιορισμένη, εξαιτίας της ύπαρξης εντός αυτής των προαναφερομένων σταθερών και μονίμων εγκαταστάσεων του ως άνω Ν.Π.Ι.Δ.

και εάν η επιμονή του αναιρεσίβλητου για την συνέχιση της ασκήσεως του δικαιώματός του αυτού, ενόψει της παραπάνω καταστάσεως που έχει διαμορφωθεί, σε συνδυασμό και με τις λοιπές περιστάσεις που αφορούν στους διαδίκους υπερβαίνει τα όρια που τάσσονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή ή μη των διατάξεων του άρθρου 1136 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 281 ΑΚ.

Συνεπώς, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί οι πρώτος λόγος και ο τέταρτος λόγος της ένδικης αναίρεσης, κατά το ως άνω σκέλος του, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων που δίκασε ως Εφετείο την πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου και τη στέρηση της προσβαλλόμενης απόφασής του από νόμιμη βάση.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω και εφόσον παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, λόγω της εμβέλειας των αναιρετικών λόγων που έγιναν δεκτοί, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, στο σύνολό της, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση της εφέσεως των αναιρεσειόντων, στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που την εξέδωσε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος πρέπει να επιστραφεί το παράβολο σ' εκείνον που το κατέθεσε (άρθρ. 495 παρ 3 ΚΠολΔ) και να συμψηφιστούν κατά ένα μέρος μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων και μη καταθεσάντων προτάσεις αναιρεσειόντων, για την πληρωμή των οποίων βαρύνεται ο αναιρεσίβλητος ως ηττηθείς διάδικος, λόγω της εύλογης αμφιβολίας του ίδιου για την έκβαση της δίκης, όπως αυτά προσδιορίζονται στο διατακτικό της παρούσας (άρθρ. 176, 179 εδ.

β', που προστέθηκε με τον ν. 4842/2021 και εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ. 1β των μεταβατικών διατάξεων του ΚΠολΔ και στις εκκρεμείς υποθέσεις, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 298/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που δίκασε ως Εφετείο. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου σ' εκείνον που το κατέθεσε.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, ως προς την ως άνω έφεση των αναιρεσειόντων, στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειόντων, που προσδιορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ