Legislator Case Law & Legislation
1843/2019 AI generated

Appeal partially allowed on sentencing under new law; procedural defect regarding plaintiff's representation dismissed.

Case Number 1843/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a second-instance judgment, remanding the case for a new sentencing hearing under the newer, more lenient Criminal Code. The appellant argued for absolute nullity due to the plaintiff's unauthorized representation, but the court rejected this as it did not affect the validity of the prosecution. Consequently, the court applied the principle of non-retroactivity in favor of the defendant while dismissing the procedural objection.

Legislator headnote

AI generated

Articles 7(1) of the Constitution; Article 7(1) of the ECHR; Article 15 of the ICCPR; Article 216(1) of the Criminal Code; Article 511(d)(4) and 514(d)(2)(b) of the Criminal Procedure Code: When a new Criminal Code imposes a lighter penalty than the previous one, the new law applies automatically to the sentencing portion of the appeal, while procedural defects that do not affect the active or passive standing of the parties do not constitute grounds for absolute nullity.

Keywords

AI generated
principle of non-retroactivity lighter penalty rule absolute nullity unauthorized representation criminal procedure appeal sentencing remand active standing

Cited Legislation

AI generated
Article 7(1) of the Constitution
Article 7(1) of the ECHR
Article 15 of the ICCPR
Article 216(1) of the Criminal Code
Article 511(d)(4) of the Criminal Procedure Code
Article 514(d)(2)(b) of the Criminal Procedure Code
Article 522 of the Criminal Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1843 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1843/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Χρυσούλα Φλώρου - Κοντοδήμου Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Μπαλτά, για αναίρεση της υπ'αριθ.1174/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής. Με πολιτικώς ενάγουσα την "... Α.Σ.", νομίμως εκπροσωπουμένη, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκιδικής με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Απριλίου 2019 αίτησή του αναιρέσεως, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 22 Απριλίου 2019 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 4795/2019 και οι από 30 Αυγούστου 2019 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 760/2019.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, μόνον κατά το μέρος που αφορά την επιβολή ποινής (άρθρο 216 ΠΚ και ελαφρυντικές περιστάσεις άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ), να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως και να απορριφθεί κατά τα λοιπά και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η από 22-4-2019 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 22-4-2019 και οι επ' αυτής με ημερομηνία 30-8-2019 πρόσθετοι λόγοι (κατατεθέντες αρμοδίως την 31-8-2019) του Σ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1174/2018 δευτεροβάθμιας απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής, που πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς.

Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, "έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης". Επίσης, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, "ουδείς δύναται να καταδικασθή δια πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ' ην στιγμήν διεπράχθη, δεν απετέλει αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον.

Ούτε και επιβάλλεται βαρυτέρα ποινή από εκείνην η οποία επεβάλλετο κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος", ενώ κατά τo άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Ν. 2462/1997, "κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήταν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή το διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους.

Επίσης δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν". Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις".

Ανάλογου περιεχομένου είναι και η αντίστοιχη διάταξη του νέου Π.Κ. (Ν.4619/2019), ισχύοντος από 1-7-2019 (βλ. άρθρ. 460 αυτού). Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (ΟλΑΠ 1/2014).

Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.

Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου Π.Κ., ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.

Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος των απειλούμενων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης, ενώ θεωρείται η πρώτη βαρύτερη της δεύτερης και σε περίπτωση χρηματικής ποινής λαμβάνεται υπόψη επί ίσων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης και η χρηματική ποινή, η οποία, σε κάθε περίπτωση, είναι ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινής.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 461 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ (Ν. 4619/2019), "Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Ποινικού Κώδικα καταργείται ο Ποινικός Κώδικας που ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 1951, καθώς και κάθε άλλη διάταξη που τροποποιούσε το νόμο αυτό". Στις διατάξεις περί πλαστογραφίας (ΠΚ 216 παρ. 1 και 2) ορίζονταν στον παλαιό Ποινικό Κώδικα, ότι "1.

Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο".

Στο αντίστοιχο άρθρο 216 παρ. 1 και 2 του νέου ΠΚ ορίζεται, ότι "1.Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο".

Από τα παραπάνω είναι προφανές, ότι για το αδίκημα της πλαστογραφίας που έχει πλημμεληματικό χαρακτήρα, οι διατάξεις του νέου ΠΚ είναι ευνοϊκότερες για τoν κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, αφού για την πράξη αυτή προβλεπόταν στον παλαιό ΠΚ ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών, ενώ στο νέο ΠΚ προβλέπεται φυλάκιση και χρηματική ποινή, οπότε περιέχει διάταξη ευμενέστερη ως προς τη στερητική της ελευθερίας ποινή.

Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας με την μορφή της νόθευσης εγγράφου απαιτείται αντικειμενικώς μεν η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει με την χρήση του νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες μπορεί να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση.

Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας, νοείται, κατά το άρθρο 13 εδ. γ' του ΠΚ, πλην άλλων, κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός, το οποίο έχει έννομη συνέπεια, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1174/2018 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκιδικής, που την εξέδωσε δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε στο σκεπτικό της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς, κατ' είδος, αναφέρει (ανωμοτί κατάθεση του νομίμου εκπροσώπου της πολιτικώς ενάγουσας, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, απολογία κατηγορουμένου), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, επί λέξει, περιστατικά: "...ο κατηγορούμενος στον ...

στις 25-10-2012 νόθευσε έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος, ο οποίος εργαζόταν στην Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών ... Α.Σ. ως υπεύθυνος λογιστηρίου τα τελευταία χρόνια και ως απλός υπάλληλος από το έτος 1994, διατηρούσε παράλληλα και καρτέλα πελάτη με κωδικό πελάτη ...66 στον Αγροτικό Συνεταιρισμό ... (δηλαδή, στην πολιτικώς ενάγουσα Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών ...

Α.Σ.), προμηθευόμενος εφόδια και αγροτικά προϊόντα, και στην οποία καρτέλα αναγραφόταν οφειλή του προς τον Συνεταιρισμό ποσού 6.282,86 ευρώ από αγορές αυτού του είδους. Σε έλεγχο που διενεργήθηκε περί τον Νοέμβριο του έτους 2012 από τον καινούργιο διευθυντή της Ένωσης Γ. Σ., παρουσία και του Προέδρου της Ένωσης Ε.

Ε., διαπιστώθηκε ότι η οφειλή του πλέον δεν υφίστατο ένεκα εξόφλησης. Όμως, λόγω του ότι ο Πρόεδρος της Ένωσης Ε. Ε. ήταν ενήμερος περί των κινήσεων στο ταμείο της ένωσης και γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε εξοφλήσει, διενεργήθηκε περαιτέρω έλεγχος από την εταιρία ορκωτών λογιστών .... Από αυτόν τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι στον κωδικό πελάτη ...66 "Τ.

Σ. του Ι." διενεργήθηκε λογιστική εγγραφή πίστωσης ποσού 6.282,86 ευρώ, στις 30-06-2012, με κωδικό κίνησης "16 Γενική Πίστωση" και αιτιολογία κίνησης "Μεταφορά ...-000", χωρίς αντίστοιχη χρέωση αντισυμβαλλόμενου λογαριασμού. Συνέπεια αυτής της λογιστικής εγγραφής ήταν ο ισόποσος μηδενισμός της απαίτησης της ΕΑΣ ... (πολιτικώς ενάγουσας) από τον κατηγορούμενο, χωρίς να πραγματοποιηθεί είσπραξη μετρητών ή αξιόγραφων ή συμψηφισμός με αντίστοιχη υποχρέωση της ΕΑΣ ...

προς το ίδιο πρόσωπο. Σημειώνεται ότι α) ο κωδικός ...-000, στον οποίο έγινε η μεταφορά του ποσού, αντιστοιχεί στην καρτέλα του Ελαιουργικού Συνεταιρισμού ..., που είναι μέλος της ΕΑΣ ... (πολιτικώς ενάγουσας) και του οποίου τα λογιστικά τηρούσε ο κατηγορούμενος, β) η πραγματική ημερομηνία εγγραφής είναι 25-10-2012 και γ) ο μηδενισμός καρτέλας έγινε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή που χειριζόταν ο κατηγορούμενος.

Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι ο οποιοσδήποτε θα μπορούσε να καθίσει στο γραφείο του, να ανοίξει τον υπολογιστή του και να πράξει την εν λόγω μεταφορά, καθώς δεν υπήρχαν ξεχωριστοί κωδικοί πρόσβασης για τον κάθε υπολογιστή στο λογιστήριο, πλην όμως, το Δικαστήριο αδυνατεί να διαγνώσει το κίνητρο του οποιουδήποτε άλλου (τρίτου ή υπαλλήλου), που - προκειμένου να βλάψει τον κατηγορούμενο - θα προέβαινε σε εξάλειψη του χρέους του.

Επιπλέον, δεν είναι τυχαίο το γεγονός της μεταφοράς του ποσού στην καρτέλα του Ελαιουργικού Συνεταιρισμού ..., ήτοι ενός νομικού προσώπου που δεν έχει ανά πάσα στιγμή έλεγχο των οφειλών του, όπως ένα φυσικό πρόσωπο, και που τα λογιστικά του τα είχε αναλάβει επίσης ο κατηγορούμενος, θα έπρεπε δηλαδή ο οποιοσδήποτε άλλος (που υποτίθεται θα ήθελε να βλάψει τον κατηγορούμενο) να γνώριζε και τον κωδικό του Ελαιουργικού Συνεταιρισμού ...

και τη σχέση του με τον κατηγορούμενο. Ακόμη, ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι η σχετική εγγραφή δεν είναι οριστικοποιημένη, γεγονός όμως που δεν έχει νομική σημασία, καθόσον αφενός μεν μπορούσε να περάσει ένας χρόνος χωρίς να οριστικοποιηθούν οι όποιες εγγραφές, δοθέντος του τρόπου που λειτουργούσε το συγκεκριμένο λογιστήριο, και αφετέρου η οριστικοποίηση δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα της εγγραφής πίστωσης, η οποία υφίσταται, αλλά είναι ένας λογιστικός όρος.

Ας σημειωθεί δε, ότι η συγκεκριμένη εγγραφή θα ήταν αδύνατο να οριστικοποιηθεί, διότι δεν υπάρχουν τα σχετικά παραστατικά εξόφλησης. Τέλος, ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι και η δική του οικογένεια έχει απαιτήσεις έναντι της Ένωσης (πολιτικώς ενάγουσας) και ότι καμία ωφέλεια δεν έχει από αυτή την εγγραφή, ισχυρισμός όμως που επίσης δεν αλλάζει την πραγματικότητα της δικής του πράξης πλαστογραφίας, όσον αφορά δε την ωφέλεια, είναι προφανές ότι από την εν λόγω πλαστή εγγραφή ο κατηγορούμενος αποκτά ωφέλεια της τάξης των 6.282,86 ευρώ, αφού εμφάνισε μηδενική την ισόποση οφειλή του προς την πολιτικώς ενάγουσα και την παρουσίασε αναληθώς σαν οφειλή του Ελαιουργικού Συνεταιρισμού ...

προς αυτήν (πολιτικώς ενάγουσα), γεγονός βλαπτικό για τη σχέση της τελευταίας με το συναλλακτικό κοινό, καθώς έχει αντίκτυπο στην αξιοπιστία, το κύρος και την φήμη της. Κατόπιν όλων αυτών, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, αφού αποδείχθηκαν τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του διωκόμενου αδικήματος σε βάρος του.

Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, αφού κήρυξε ένοχο τον τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας, με την μορφή της νόθευσης εγγράφου, επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, την οποία ανέστειλε για μία τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον παραπάνω κατηγορούμενο ένοχο του ότι: ο κατηγορούμενος στον ... στις 25-10-2012 νόθευσε έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα ενώ στην καρτέλα πελάτη που διατηρεί με κωδικό πελάτη ...66 στον Αγροτικό Συνεταιρισμό ... στον οποίο εργαζόταν ως υπάλληλος λογιστηρίου και στην οποία αναγράφονταν οφειλή του προς τον Συνεταιρισμό ποσού έξι χιλιάδων διακοσίων ογδόντα δύο ευρώ και ογδόντα έξι λεπτά (6.282,86€), προέβη σε λογιστική μεταφορά του ποσού αυτού στην καρτέλα του Ελαιουργικού Συνεταιρισμού ... έχοντας ως σκοπό με τον τρόπο αυτό να παραπλανήσει το Διοικητικό Συμβούλιο του Αγροτικού Συνεταιρισμού σχετικά με το γεγονός της οφειλής του ανωτέρω ποσού ήτοι με τον τρόπο αυτό εμφανίζεται στην ανωτέρω καρτέλα ότι δεν υπάρχει δική του οφειλή".

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέπονται τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες τα υπήγαγε στην ως άνω εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς ούτε ευθέως ούτε κατά πλάγιο τρόπο να την παραβιάσει με ελλιπή, ασαφή ή αντιφατική αιτιολογία και έτσι δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) ο τρόπος, με τον οποίο ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ενήργησε στην τέλεση της ως άνω αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας, καθώς και το υλικό αντικείμενο αυτής, με παράθεση των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν τις παραδοχές της απόφασης, αφού σαφώς αναφέρεται ότι η νόθευση επήλθε με τη λογιστική μεταφορά από την καρτέλα πελάτη που διατηρούσε ο αναιρεσείων στην πολιτικώς ενάγουσα "Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών ...", του ποσού που αναγραφόταν σ' αυτή ως οφειλή του προς τον Συνεταιρισμό, ύψους 6.282,86 ευρώ, στην καρτέλα άλλου μέλους της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών ...

και συγκεκριμένα του Ελαιουργικού Συνεταιρισμού ..., με αντίστοιχη εγγραφή, ώστε να εμφανίζεται ως οφειλή του τελευταίου προς την πολιτικώς ενάγουσα και όχι δική του και β) ο σκοπός αυτού να παραπλανήσει με τη χρήση του άνω νοθευμένου εγγράφου τους εκπροσώπους της πολιτικώς ενάγουσας (Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών ...) περί του ότι δεν υφίσταται οφειλή του προς αυτήν, λόγω εξόφλησης, ποσού 6.282,86 ευρώ, γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, αφού με τον τρόπο αυτό θα απέφευγε ο ίδιος την καταβολή του οφειλόμενου ως άνω ποσού.

Εξάλλου, ουδεμία ασάφεια δημιουργείται από το ότι στο μεν σκεπτικό της απόφασης ως παραπλανηθέντες από την ανωτέρω νόθευση αναφέρονται "ο Διευθυντής και ο Πρόεδρος της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών ..." και στο διατακτικό της "τα μέλη του ΔΣ του Αγροτικού Συνεταιρισμού ...", αφού, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, πρόκειται για τους εκπροσώπους του αυτού νομικού προσώπου, ήτοι της πολιτικώς ενάγουσας Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών ....

Εξάλλου, με βάση τα προεκτεθέντα, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της πλαστογραφίας αρκεί ο σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με την χρήση του νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες μπορεί να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ανεξαρτήτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση.

Επομένως, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα πρώτος λόγος του κυρίως δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και δύο πρώτοι πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την πλαστογραφία με τη μορφή της νόθευσης εγγράφου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω της ύπαρξης ασαφειών και αντιφάσεων, που συνιστούν τους προβλεπόμενους από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ λόγους αναίρεσης, είναι αβάσιμοι.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης και εφαρμόζεται εν προκειμένω, με βάση τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 588 παρ. 3 του νέου ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου.

Τέτοια ακυρότητα υπάρχει μόνο όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠοινΔ, καθώς και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία, που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο άσκησης και υποβολής αυτής (πολιτικής αγωγής) κατά το άρθρο 68 του ΚΠοινΔ (Ολ.

ΑΠ 762/1992), ο οποίος φτάνει μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου ποινικού δικαστηρίου. Άλλες ελλείψεις ή πλημμέλειες, που αφορούν την παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος δεν ασκούν επιρροή στη νομιμότητα της παράστασης της πολιτικής αγωγής και δεν επιφέρουν απόλυτη ακυρότητα, αφού οι ελλείψεις ή οι πλημμέλειες αυτές θίγουν απλώς το συμφέρον του δικαιούχου και όχι του κατηγορουμένου ούτε πλήττουν τη δημόσια τάξη.

Έτσι, δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα, όταν ο παραστάς ως εκπρόσωπος ή αντιπρόσωπος άλλου, ως πολιτικώς ενάγοντος, δεν είχε την αναγκαία εξουσία εκπροσώπησης ή αντιπροσώπευσης ούτε είναι παράνομη η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος για λόγο που αναφέρεται στη σχετική νομιμοποίηση του πληρεξούσιου δικηγόρου του.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω παράνομης παράστασης σ' αυτό της πολιτικώς ενάγουσας "Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών", με την ειδικότερη αιτίαση, ότι δεν είχε ληφθεί απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, δυνάμει της οποίας επιτρεπόταν εκ νέου η εκπροσώπησή της και στη δευτεροβάθμια δίκη από τον Πρόεδρό της, ο οποίος, ως εκ τούτου, στερείτο της δυνατότητας να διορίσει συνήγορο πολιτικής αγωγής. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον οι επικαλούμενες ελλείψεις ως προς την εκπροσώπηση της παραστάσας ως πολιτικώς ενάγουσας και τη νομιμοποίηση του πληρεξούσιου δικηγόρου της, μη αναγόμενες στην ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση αυτής (πολιτικώς ενάγουσας) ούτε στην τήρηση της διαδικασίας ως προς τον τρόπο και χρόνο άσκησης της πολιτικής αγωγής, δεν επιφέρουν, κατά τα προεκτεθέντα, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.

Περαιτέρω, εφόσον, όπως αναλυτικά πιο πάνω αναφέρθηκε, η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ ποινή του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ (Ν.4619/2019) είναι επιεικέστερη της ποινής της αντίστοιχης διάταξης του ίδιου άρθρου του ισχύσαντος μέχρι την 30-6-2019 παλαιού ΠΚ, οπότε, ενόψει του ότι η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης μετά των προσθέτων λόγων της είναι παραδεκτή, εφαρμόζεται αυτεπαγγέλτως η προμνημονευόμενη ευμενέστερη διάταξη, κατά τα άρθρα 511 εδ. δ' και 514 εδ.δ'περ.β'του νέου ΚΠοινΔ, πρέπει, κατά τον βάσιμο, ως προς τούτο, τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις διατάξεις της περί ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο, αν είναι δυνατό, από τους ίδιους δικαστές, εφόσον πρόκειται να κριθεί μόνο το σκέλος της ποινής (άρθρο 522 ΚΠοινΔ), να απορριφθούν δε κατά τα λοιπά η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την απόφαση με αριθμό 1174/2018 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής, ως προς τις διατάξεις της περί ποινής.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο, αν είναι δυνατό, από τους ίδιους δικαστές, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως. Και

Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 22-4-2019 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 22-4-2019) και τους επ' αυτής με ημερομηνία 30-8-2019 πρόσθετους λόγους του Σ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της ανωτέρω απόφασης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Νοεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ