Legislator Case Law & Legislation
1843/2016 AI generated

1843/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1843/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου-Εισηγήτρια, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1843/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δ’ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Keywords

AI generated
lack of economic substance unpaid work trade secret violation economic aspects conduct of the undertaking manufacturing costs
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1843 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1843/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου-Εισηγήτρια, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Α. Κ. του Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ιωαννίδη, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ.746/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά και με πολιτικώς ενάγοντα τον Μ. Β. του Ε., κάτοικο ..., που εμφανίστηκε χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο.

Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Σεπτεμβρίου 2016 αίτησή του αναίρεσης και στους από 18 Νοεμβρίου 2016 προσθέτους λόγους αυτής, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2016.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ’ και 3 ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση με συνήγορο. Κατά το άρθρο 515 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 15-11-2016 αποδεικτικό επιδόσεως του Επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά Ι. Γ., ο πολιτικώς ενάγων της κρινόμενης υπόθεσης Μ. Β. με αναιρεσείοντα τον Α. Κ. κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για να εμφανιστεί στην αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως αυτής συνεδρίαση που είχε οριστεί για να συζητηθεί η από 12-9-2016 (αριθ. ...2016) αίτηση του ως άνω αναιρεσείοντα για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 746/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Πειραιώς, πλην αυτός κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου εμφανίστηκε αυτοπροσώπως χωρίς συνήγορο όπως προς τούτο κατ’ αρθρ. 513 παρ. 3 ΚΠΔ είχε υποχρέωση, θεωρούμενος ως δικονομικά απών. Μετά από αυτά πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του σαν να ήταν και αυτός παρών.

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι από 18-11-2016 πρόσθετοι λόγοι που κατατέθηκαν με χωριστό δικόγραφο στις 18-11-2016, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να, συνεκδικαστούν ως συναφείς.

Από τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 του ΠΚ, στην οποία ορίζεται ότι "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπερξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους", προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται 1) το υλικό αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, 2) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα, ανήκει, κατά το Αστικό Δίκαιο, σε άλλον εκτός από το δράστη, 3) η κατοχή (ή συγκατοχή) του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στο δράστη, 4) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου δικαιολογητικού λόγου και 5) υποκειμενικά δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του, να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία.

Χρόνος τελέσεως της υπεξαιρέσεως θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος και ενσωματώσεώς του στην περιουσία του με εμφανείς υλικές πράξεις. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ’ αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ.

αμέσου. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί αυτά να αναφέρονται κατ’ είδος γενικώς, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών και χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται από ποιό συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως.

Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ’ όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά κατ’ επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 §1 και 178 ΚΠΔ. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής η μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο (Πλημ/των) Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχτηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ’ είδος λεπτομερώς αναφέρει (χωρίς όρκο κατάθεση πολιτικώς ενάγοντα, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογία του κατηγορουμένου και φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν), αποδείχτηκαν, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Με το από 10-1-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης ετερόρρυθμης εταιρίας, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Πειραιώς, ο Ε. Β. (υιός του πολιτικώς ενάγοντος) και η Ξ. Κ. (θυγατέρα του κατηγορουμένου) συνέστησαν ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... Ε.Ε." και με τον διακριτικό τίτλο "...", σκοπός της οποίας ήταν η κατασκευή και εμπορία ειδών αλιείας, δολωμάτων και παλαιών μετάλλων.

Με το ως άνω συμφωνητικό ορίστηκε ότι έδρα της εταιρίας θα ήταν ο Δήμος Πειραιά και, συγκεκριμένα, ένα μισθωμένο απ’ αυτήν κατάστημα επί της οδού ..., η διάρκεια αυτής ορίστηκε αόριστη και το εταιρικό της κεφάλαιο ορίστηκε στο ποσό των 10.000 ευρώ, που καλύφθηκε κατά το ήμισυ από έκαστο των συμβαλλομένων (με κατάθεση ποσού 5.000 ευρώ σε μετρητά από έκαστο αυτών στο ταμείο της εταιρίας), ενώ συμφωνήθηκε να συμμετέχουν αυτοί κατ’ ίσα μέρη (50% έκαστος) στα κέρδη της εταιρίας και, η Ξ.

Κ. από την ενηλικίωσή της, και στις ζημίες αυτής. Τέλος, ρητώς ορίστηκε ότι ομόρρυθμος εταίρος, διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω εταιρίας θα ήταν ο υιός του πολιτικώς ενάγοντος και ότι ετερόρρυθμη εταίρος θα ήταν η θυγατέρα του κατηγορουμένου. Στη συνέχεια, με το από 30-7-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης καταστατικού, το οποίο δημοσιεύθηκε νομίμως στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Πειραιώς, ορίσθηκε από τους ως άνω εταίρους ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρίας ο πολιτικώς ενάγων, ο οποίος αποδέχθηκε τον διορισμό του συνυπογράφοντας το εν λόγω συμφωνητικό.

Πάντως, την πραγματική άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εταιρίας αυτής είχαν ουσιαστικά αναλάβει από κοινού οι διάδικοι, δηλαδή ο πολιτικώς ενάγων και ο κατηγορούμενος, οι οποίοι είχαν πολυετή ενασχόληση με τον κλάδο της εμπορίας ειδών αλιείας, ενώ είχαν συνεργασθεί και προγενέστερα σε συναφείς επιχειρήσεις.

Συγκεκριμένα, ο πολιτικώς ενάγων δραστηριοποιείτο στον εν λόγω κλάδο από εικοσαετίας, είτε μέσω της επιχείρησης εμπορίας ειδών αλιείας που διατηρεί η σύζυγός του, Μ. Π., στον Πειραιά, είτε μέσω άλλων ομοειδών επιχειρήσεων που διατηρούσε στο παρελθόν ο ίδιος ή ο υιός του Ε. Β., ενώ και η σύζυγος του κατηγορουμένου, Π.

Π., διατηρούσε ομοειδή επιχείρηση στον … και μάλιστα αυτός (κατηγορούμενος) ήδη διατηρεί νέα ομοειδή εταιρία στον ..., όπως προκύπτει από την κατάθεση στο παρόν Δικαστήριο του μάρτυρα υπεράσπισης, Λ. Π., λογιστή, ο οποίος τηρεί τα βιβλία στην εταιρία αυτή. Ειδικότερα ως προς τον πολιτικώς ενάγοντα, πρέπει να αναφερθεί ότι αυτός, όπως αποδείχθηκε, λόγω της προαναφερόμενης επιχειρηματικής δραστηριότητάς του και της τεχνογνωσίας που είχε αποκτήσει από την πολυετή, συνεργασία του με εξειδικευμένους μηχανουργούς και τεχνίτες χυτηρίων, πέτυχε, με προσωπική του εργασία καθώς και με την συνδρομή των ως άνω επαγγελματιών, να κατασκευάσει, κατά τα έτη 2004 και 2005, τα αναφερόμενα στο διατακτικό 132 μεταλλικά καλούπια (διαφόρων διαστάσεων) για την κατασκευή βαριδίων αλιείας από μόλυβδο καθώς και μία πρέσα αέρος, διαστάσεων 60X60X1,00 εκατοστά του μέτρου (πάνω στην οποία προσαρμόζονταν τα καλούπια και η οποία χρησιμοποιείτο προκειμένου τα μολυβένια βαρίδια να παράγονται γρήγορα και σε μεγάλες ποσότητες), συνολικής αξίας 99.200 ευρώ.

Τα ανωτέρω 132 καλούπια και η εν λόγω πρέσα αέρος, που ήταν ιδιοκατασκευές του πολιτικώς ενάγοντος και του ανήκαν κατά πλήρη κυριότητα, βρίσκονταν προ του έτους 2007 στον επαγγελματικό χώρο της ομοειδούς ατομικής επιχείρησης, που διατηρούσε ο υιός του, Ε. Β., στον Πειραιά επί της οδού .... Σύμφωνα, μάλιστα, με όσα κατέθεσε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου η μάρτυρας κατηγορίας Ά.

Γ., η οποία εργαζόταν ως υπάλληλος της προαναφερόμενης ατομικής επιχείρησης του Ε. Β. (και συνέχισε από το έτος 2007 να εργάζεται στην εταιρία των τέκνων των διαδίκων, αλλά ουσιαστικά των διαδίκων, "..."), είχε προβεί η ίδια στην απογραφή των ως άνω 132 μεταλλικών καλουπιών και της πρέσας, συντάσσοντας σχετικό κατάλογο με αναλυτική περιγραφή του κάθε καλουπιού κατ’ είδος, βάρος και διαστάσεις.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι όταν ιδρύθηκε, στις αρχές του έτους 2007 η ανωτέρω ετερόρρυθμη εταιρία με το διακριτικό τίτλο ..., ο πολιτικώς ενάγων μετέφερε προς εναπόθεση και φύλαξη την πρέσα και όλα τα ανωτέρω καλούπια, κυριότητάς του, από το κατάστημα της ατομικής επιχείρησης του υιού του, η οποία έπαυσε να λειτουργεί, στο κατάστημα (έδρα) της εταιρίας αυτής επί της οδού ...

στον Πειραιά, όπου τα τοποθέτησε σε μεταλλικά ράφια. Στην ενέργεια αυτή προέβη ο πολιτικώς ενάγων, επιθυμώντας σε κάποια χρονική στιγμή στο μέλλον, ανάλογα και με την πορεία της εν λόγω ετερόρρυθμης εταιρίας, να μεταβιβάσει, την κυριότητα των ως άνω κινητών πραγμάτων στον υιό του, προκειμένου ο τελευταίος, με τη σειρά του, να τα εισφέρει, στη συνέχεια, ως κεφάλαιο στην εταιρία σε ενδεχόμενη μελλοντικά αύξηση κεφαλαίου, γεγονός, ωστόσο, που ουδέποτε έλαβε χώρα, καθόσον η εταιρική συνεργασία δεν εξελίχθηκε ομαλά λόγω διατάραξης των σχέσεων μεταξύ των εταίρων.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα ανωτέρω αντικείμενα παρέμειναν, ταξινομημένα και τοποθετημένα σε μεταλλικά ράφια, στο ως άνω κατάστημα της εταιρίας ... μέχρι και το απόγευμα της 5-1-2009, όπως βεβαίωσε, με την κατάθεσή της στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, και η μάρτυρας Ά. Γ., η οποία εργάσθηκε ως υπάλληλος στην εν λόγω ετερόρρυθμη εταιρία από την ίδρυσή της μέχρι και την άνοιξη του έτους 2009.

Την 7-1-2009, ήτοι την επομένη της αργίας της εορτής των Θεοφανείων, ο πολιτικώς ενάγων, προσερχόμενος με την υπάλληλο Ά. Γ. στο κατάστημα της εν λόγω εταιρίας, διαπίστωσε ότι τα ανωτέρω αντικείμενα (καλούπια και πρέσα) είχαν αφαιρεθεί, στο σύνολό τους, από το σημείο (μεταλλικά ράφια) όπου είχαν εναποτεθεί, και είχαν μεταφερθεί σε άγνωστο σημείο.

Επειδή δεν υπήρχαν ίχνη παραβίασης του καταστήματος, ο πολιτικώς ενάγων ειδοποίησε άμεσα τον κατηγορούμενο, ο οποίος και προσήλθε στο κατάστημα, παραδεχόμενος ενώπιον της μάρτυρος κατηγορίας Ά. Γ., ότι ο ίδιος είχε προβεί στην αφαίρεση των πραγμάτων λόγω των οικονομικών διαφορών που υπήρχαν μεταξύ αυτού και του πολιτικώς ενάγοντος.

Στο σημείο αυτό, πρέπει να αναφερθεί ότι, όπως αποδείχθηκε, τα ανωτέρω κινητά πράγματα (ήτοι 132 μεταλλικά καλούπια και μία πρέσα αέρος), ιδιοκτησίας του πολιτικώς ενάγοντος, που αναφέρονται λεπτομερώς στο διατακτικό της παρούσας, ουδέποτε εισφέρθηκαν ως κεφάλαιο στην ετερόρρυθμη εταιρία, ενώ ουδεμία σχέση είχαν με άλλα αντικείμενα (ήτοι 26 μεγάλα καλούπια, 21 μικρά καλούπια, μία χειροκίνητη πρέσα, τρυπάνι, ζυγαριά, ψύκτης νερού κλπ), που βρέθηκαν στην κατοχή του πολιτικώς ενάγοντος σε κτίριο επί της οδού ...

στον Πειραιά και κατασχέθηκαν την l6-11-2011 (βλ. τις αναγνωσθείσες από 16-11-2011 δύο εκθέσεις κατάσχεσης), όπως αποδείχθηκε και από την αναγνωσθείσα με αριθμό .../6-11-2013 ένορκη βεβαίωση του E. O., ιδιοκτήτη του ως άνω κτιρίου. Πρέπει να σημειωθεί, ότι για τα τελευταία αυτά αντικείμενα, που κατασχέθηκαν την 16-11-2011, σχηματίσθηκε, κατόπιν καταγγελίας του ήδη κατηγορουμένου και της θυγατέρας του Ξ.

Κ., ποινική δικογραφία με κατηγορούμενους τον ήδη πολιτικώς ενάγοντα και τον υιό του, Ε. Β., για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που αφορούσε τα ανωτέρω κατασχεθέντα αντικείμενα, στα οποία, κατά το κατηγορητήριο, είχε δικαίωμα συγκυριότητας κατά ποσοστό 50% η Ξ.

Κ., πλην όμως αυτοί (ο νυν πολιτικώς ενάγων και ο υιός του) αθωώθηκαν με την αναγνωσθείσα (σε απόσπασμα) υπ’ αριθ. AT 2815/2014 απόφαση του Α’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.

Περαιτέρω, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι εξαιτίας οικονομικών διαφορών, που δημιουργήθηκαν, από τη λειτουργία της εν λόγω εταιρίας μεταξύ του πολιτικώς ενάγοντος με τον κατηγορούμενο, ο τελευταίος, κατά το χρονικό διάστημα από το απόγευμα της 5-1-2009 μέχρι το πρωί της 7-1-2009, εισήλθε εντός του καταστήματος (αφού είχε κλειδιά αυτού) της εταιρίας και αφαίρεσε, ενεργώντας με πρόθεση, παράνομα, χωρίς δικαίωμα και χωρίς τη συναίνεση του πολιτικώς ενάγοντος, τα αναφερόμενα στο διατακτικό κινητά πράγματα (ήτοι μία πρέσα αέρος και 132 μεταλλικά-καλούπια), από το σημείο (μεταλλικά ράφια) όπου τα είχε τοποθετήσει ο κύριος αυτών, πολιτικώς ενάγων, με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, όπως και έπραξε, η αξία δε των πραγμάτων αυτών (99.200 ευρώ) είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Η κρίση του Δικαστηρίου για τα ανωτέρω περιστατικά, που θεμελιώνουν την ενοχή του κατηγορουμένου για την αποδιδόμενη σ’ αυτόν πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, στηρίζεται, μεταξύ άλλων, και στα εξής στοιχεία:

Α) Η μάρτυρας Ά. Γ., μοναδική μόνιμη υπάλληλος της ως άνω εταιρίας ..., κατά την ένορκη κατάθεσή της στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, βεβαίωσε ότι ο κατηγορούμενος, κληθείς την 7-1-2009 στο κατάστημα της εν λόγω εταιρίας από τον πολιτικώς ενάγοντα, παραδέχθηκε ενώπιον αυτού, του υιού του και της ιδίας, ότι στην αφαίρεση των ανωτέρω κινητών πραγμάτων είχε προβεί ο ίδιος λόγω οικονομικών διαφορών με τον πολιτικώς ενάγοντα. Ακόμη, ο τελευταίος, κατά την εξέτασή του στο παρόν Δικαστήριο, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος αρνήθηκε και σε επόμενη συνάντησή τους, να του επιστρέψει τα εν λόγω πράγματα, καλώντας συγχρόνως αυτόν (πολιτικώς ενάγοντα) να προσφύγει στη δικαιοσύνη για τη διεκδίκησή τους.

Β) Αμέσως μετά την αφαίρεση των ανωτέρω πραγμάτων, ο πολιτικώς ενάγων και ο υιός του, Ε. Β., απέστειλαν (με επίδοση που έγινε την 9-1-2009) προς την θυγατέρα του κατηγορουμένου, Ξ. Κ., την αναγνωσθείσα από 7-1-2009 "εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση - δήλωση", με την οποία την καλούσαν, μεταξύ άλλων, να τους επιστρέψει άμεσα την ως άνω πρέσα και τα καλούπια. Σε απάντηση της ως άνω εξώδικης διαμαρτυρίας, η θυγατέρα του κατηγορουμένου τους απέστειλε (με επίδοση που έγινε την 21-1-2009) την αναγνωσθείσα από 19-1-2009 "εξώδικη δήλωση - πρόσκληση - διαμαρτυρία", με την οποία αρνείτο, μεταξύ άλλων, την αφαίρεση περιουσιακών στοιχείων και εργαλείων που ανήκαν στην ετερόρρυθμη εταιρία, αποφεύγοντας ωστόσο να αναφερθεί στα επίδικα πράγματα, τα οποία ανήκαν, όπως προαναφέρθηκε, στην κυριότητα του πολιτικώς ενάγοντος. Ακολούθως, ο τελευταίος, ανταπαντώντας μαζί με τον υιό του, απέστειλαν στη θυγατέρα του κατηγορουμένου (με επίδοση που έγινε την 6-2-2009) την αναγνωσθείσα από 27-1-2009 "εξώδικη απάντηση -δήλωση", με την οποία της δήλωναν, μεταξύ άλλων, ότι θα προσέφευγαν στη δικαιοσύνη για την εκ μέρους του πατέρα της αξιόποινη πράξη της παράνομης αφαίρεσης των επίδικων πραγμάτων (μίας πρέσας αέρα και των μεταλλικών καλουπιών), κυριότητας του πολιτικώς ενάγοντος.

Γ) Μετά τις ανωτέρω, χωρίς αποτέλεσμα, έγγραφες οχλήσεις του πολιτικώς ενάγοντος για την επιστροφή των αφαιρεθέντων πραγμάτων του, ο τελευταίος υπέβαλε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς την από 30-1-2009 αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων νομής, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθούν οι αντίδικοί του, Α. Κ. και Ξ. Κ. (ήτοι ο κατηγορούμενος και η θυγατέρα του) να του αποδώσουν προσωρινά τη νομή των επίδικων πραγμάτων (ήτοι 132 μεταλλικά καλούπια και μία πρέσα αέρος). Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η αναγνωσθείσα υπ’ αριθ. 90/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση και διατάχθηκε η αφαίρεση των επιδίκων πραγμάτων από τα χέρια των τότε καθ’ ων (του νυν κατηγορούμενου και της θυγατέρας του) και η παράδοσή τους στον τότε αιτούντα (ήδη πολιτικώς ενάγοντα). Κατά της απόφασης αυτής οι ηττηθέντες τότε καθ’ ων άσκησαν την από 27-04-2009 έφεσή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν με την αναγνωσθείσα υπ’ αριθ. 5252/2009 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου.

Δ) Επειδή ο κατηγορούμενος δεν απέδωσε τα ανωτέρω πράγματα στον πολιτικώς ενάγοντα, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του, ο τελευταίος άσκησε την από 21-12-2009 αγωγή από αδικοπραξία ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (ήτοι ο νυν κατηγορούμενος και η θυγατέρα του), ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να του καταβάλουν το ποσό των 99.200 ευρώ ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την υπεξαίρεση των ανωτέρω κινητών πραγμάτων (πρέσας αέρα και 132 μεταλλικών καλουπιών), καθώς και το ποσό των 50.000 ευρώ (αφού επιφυλάχθηκε για ποσό 40 ευρώ για να το διεκδικήσει στα ποινικά δικαστήρια) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η αναγνωσθείσα υπ’ αριθ. 5108/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκαν οι τότε εναγόμενοι να καταβάλουν στον τότε ενάγοντα το ποσό των 99.200 ευρώ ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την υπεξαίρεση των ανωτέρω κινητών πραγμάτων και το ποσό των 3.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη.

Κατά της απόφασης αυτής οι ηττηθέντες τότε εναγόμενοι άσκησαν την από 17-11-2011 έφεσή τους καθώς και τους από 2-9-2013 πρόσθετους λόγους αυτής ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς, το οποίο, με την αναγνωσθείσα υπ’ αριθ. 505/2014 απόφασή του απέρριψε την έφεση ως το περί αποζημίωσης λόγω υλικής ζημίας κεφάλαιο της εκκαλουμένης και εξαφάνισε αυτήν μόνο κατά το περί χρηματικής ικανοποίησης κεφάλαιό της, επιδικάζοντας τελικά υπέρ του ενάγοντος (ήδη πολιτικώς ενάγοντος) το ποσό των 2.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Ε) Ο κατηγορούμενος με την απολογία του στο παρόν Δικαστήριο αρνήθηκε την σε βάρος του κατηγορία, υποστηρίζοντας ότι, κατά την σύσταση της εν λόγω εταιρίας ..., ο ίδιος προέβη σε χρηματική εισφορά, ενώ ο αντίδικός του (πολιτικώς ενάγων) εισέφερε στην εταιρία μια πρέσα λαδιού επαγγελματική και περίπου 50 με 60 καλούπια, που ήταν παλιά και χειροκίνητα, ότι στην εταιρία υπήρχαν και 15-16 καινούργια καλούπια που είχε κατασκευάσει ο τεχνίτης Π., ότι μόνο αυτά τα καλούπια (ήτοι τα 50-60 παλιά και τα 15-16 καινούργια) υπήρχαν και ανήκαν στην εταιρία και ότι τα αναφερόμενα στην έγκληση του πολιτικώς ενάγοντος 132 καινούργια καλούπια δεν υπήρξαν ποτέ στην εταιρία και, συνακόλουθα, ουδέποτε υπεξαιρέθηκαν απ’ αυτόν.

Όμως, οι ανωτέρω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τους ισχυρισμούς του στο πλαίσιο των σχετικών αστικών δικών, κατά τις οποίες αυτός α) με το από 11-3-2009 σημείωμά του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, β) με τις από 18-9-2009 προτάσεις του και την προσθήκη-αντίκρουση, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, γ) με τις από 21-4-2010 προτάσεις του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και δ) με την από 17-11-2011 έφεσή του ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς, όχι μόνο δεν αρνήθηκε την ύπαρξη των επίμαχων κινητών πραγμάτων, ούτε τον αριθμό τους και το είδος αυτών (132 καλούπια και μία πρέσα), ούτε και το γεγονός ότι αυτά βρίσκονταν μέχρι την 5-1-2009 στο κατάστημα της εταιρίας ... ("...

E.E."), αλλ’ αντιθέτως ισχυρίσθηκε ότι τα πράγματα αυτά κατασκευάσθηκαν από τον μηχανουργό Κ. Π., κατ’ εντολή και για λογαριασμό της ως άνω εταιρίας, στην κυριότητα της οποίας περιήλθαν μετά την κατασκευή και την παράδοσή τους σ’ αυτήν από τον τεχνίτη αυτόν και ότι, συνεπώς, "τα επίδικα καλούπια... περιήλθαν στην κυριότητα, νομή και κατοχή της εταιρείας.

Μάλιστα τα επίδικα καλούπια φυλάσσονταν στην έδρα της εταιρείας στον Πειραιά και επί της οδού ......" (βλ. ιδίως στη σελίδα 12 της αναγνωσθείσας από 17-11-2011 έφεσης του κατηγορουμένου ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς). Σημειώνεται, ότι ο κατηγορούμενος δεν έδωσε πειστική εξήγηση στο παρόν Δικαστήριο για την αντίθεση αυτή των σχετικών ισχυρισμών του, αναφέροντας όλως γενικώς ότι "....

Η σημερινή μου θέση είναι η σωστή...".

ΣΤ) Ακόμη και ο προαναφερόμενος μηχανουργός Κ. Π. κατά την ένορκη κατάθεσή του που εμπεριέχεται στα υπ’ αριθ. 6812/2010 πρακτικά συνεδρίασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά τη συζήτηση της από 17-3-2009 τακτικής αγωγής του νυν πολιτικώς ενάγοντος περί αποβολής του από τη νομή των επίδικων πραγμάτων, κατέθεσε κατηγορηματικά και επανειλημμένα, ότι τα τότε επίδικα πράγματα, τα οποία ταυτίζονται με τα αναφερόμενα στην επίδικη έγκληση πράγματα, ουδέποτε κατασκευάσθηκαν από τον ίδιο (βλ. ιδίως στις σελίδες 28 και 29 των αναγνωσθέντων υπ’ αριθμ. 6812/2010 πρακτικών). Σημειώνεται ότι ο προαναφερόμενος Κ. Π., καταθέτοντας και στο παρόν Δικαστήριο ως μάρτυρας υπεράσπισης του κατηγορουμένου, δεν έδωσε πειστική εξήγηση για την ανωτέρω κατάθεσή του, αναφέροντας μόνο ότι "... Σε προηγούμενη δίκη που με ρώτησαν τι έχω φτιάξει απ’ αυτά, είπα ότι δεν τα έχω φτιάξει εγώ. Δεν έφτιαξα 130 που με ρώταγαν, παρέδωσα 15-17..".

Ενόψει όλων των ανωτέρω εκτεθέντων και αφού αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την αποδιδόμενη σ’ αυτόν αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, καθόσον τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης αυτής πράξης".

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο του ότι: "Στον Πειραιά κατά το χρονικό διάστημα από 5-1-2009 έως 7-1-2009, με πρόθεση παρανόμως ιδιοποιήθηκε ξένα κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή του, με οποιονδήποτε τρόπο, το αντικείμενο δε της πράξης του αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και συγκεκριμένα στον άνω τόπο και χρόνο, έχοντας στην κατοχή του στο κατάστημα που διατηρεί η εταιρία με την επωνυμία "... Ε.Ε." επί της οδού ... στον Πειραιά, στο οποίο αυτός, ως εν τοις πράγμασι διαχειριστής της ανωτέρω εταιρίας, είχε κλειδιά και δικαίωμα πρόσβασης ανά πάσα στιγμή, τα ακόλουθα μεταλλικά καλούπια για την κατασκευή βαριδίων αλιείας από μόλυβδο, και συγκεκριμένα: και μία πρέσα αέρος, κυριότητας του εγκαλούντος Μ. Β., τα οποία ο τελευταίος είχε εναποθέσει προσωρινώς στο ανωτέρω κατάστημα, όλως αυθαιρέτως και παρανόμως και χωρίς νόμιμη αιτία, με πρόθεση δεν απέδωσε τα ανωτέρω κινητά πράγματα στον ανωτέρω εγκαλούντα, αν και σχετικά οχλήθηκε προς τούτο επανειλημμένως, αλλά τα ιδιοποιήθηκε παρανόμως. Τα ανωτέρω δε αντικείμενα της υπεξαίρεσης του αυτής είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και συγκεκριμένα έχουν αξία ενενήντα εννέα χιλιάδων διακοσίων (99.200) ευρώ".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης, και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26§1 α, 27§1, και 375 παρ. 1 α ΠΚ, που εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.

Οι μερικότερες περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντα είναι αβάσιμες αφού: α) Στην αιτιολογία της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου αναφέρονται κατά το είδος τους τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, από το σύνολο δε των παραδοχών της αποφάσεως προκύπτει ότι το Δικαστήριο τα έλαβε όλα υπόψη και δεν προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση αυτών, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να παραθέσει όλα τα αποδεικτικά μέσα αναλυτικά, να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά και να αιτιολογήσει ποιο βάρυνε περισσότερο στην κρίση του, β) Με τις παραδοχές ότι την πραγματική άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εταιρείας "...

Ε.Ε", με τον διακριτικό τίτλο "..." είχαν ουσιαστικά αναλάβει από κοινού οι διάδικοι, δηλαδή ο πολιτικώς ενάγων και ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, ο οποίος είχε κλειδιά του εταιρικού καταστήματος και δικαίωμα πρόσβασης ανά πάσα στιγμή σ’ αυτό, θεμελιώνεται με την προσήκουσα αιτιολογική επάρκεια η, τουλάχιστον από τότε που ανέλαβε και τυπικά τη διαχείριση της άνω εταιρείας ο πολιτικώς ενάγων, κατοχή του αναιρεσείοντα επί των ειδικότερα αναφερομένων στο διατακτικό κινητών πραγμάτων, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως, δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας η αναφορά συγκεκριμένων διαχειριστικών πράξεων εκ μέρους του τελευταίου, ενώ από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης σαφώς προκύπτει ότι αυτός διατήρησε την παραπάνω ιδιότητα του συνδιαχειριστή μέχρι τις 7-1-09 και επομένως, εφόσον δεν απέδωσε στον πολιτικώς ενάγοντα τα ως άνω κινητά με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή τους, διέπραξε υπεξαίρεση ως ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις παραπάνω διατάξεις δέχτηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Τα παραπάνω δεν αναιρεί η στο σκεπτικό της προσβαλλομένης παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος "...κατά το χρονικό διάστημα από το απόγευμα της 5-1-2009 μέχρι το πρωί της 7-1-2009, εισήλθε εντός του καταστήματος (αφού είχε κλειδιά αυτού) της εταιρίας και αφαίρεσε ....τα αναφερόμενα στο διατακτικό κινητά πράγματα (ήτοι μία πρέσα αέρος και 132 μεταλλικά καλούπια) από το σημείο (μεταλλικά ράφια) όπου τα είχε τοποθετήσει ο κύριος αυτών, πολιτικώς ενάγων, με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, όπως και έπραξε....", καθόσον από το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού σαφώς προκύπτει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έλαβε χώρα άρση ξένης κατοχής και θεμελίωση νέας από τον κατηγορούμενο, αφού ο τελευταίος ήταν ήδη κάτοχος των εν λόγω κινητών, δυνάμενος να ασκεί επ’ αυτών τη φυσική εξουσία, της παραπάνω παραδοχής έχουσας μετά ταύτα την έννοια ότι ο κατηγορούμενος κατά το ως άνω χρονικό διάστημα ενσωμάτωσε τα ένδικα κινητά στην περιουσία του, συμπεριφερόμενος ως κύριος πλέον αυτών.

Επομένως, ο ισχυρισμός αυτού ότι, αληθών υποτιθεμένων των παραδοχών της προσβαλλομένης, δεν τέλεσε την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αλλ’ αυτή της κλοπής είναι αβάσιμος και γ) Για τον προσδιορισμό της αξίας του αντικειμένου της ένδικης αξιόποινης πράξης, αναφέρεται το είδος, το βάρος, οι διαστάσεις και η αξία εκάστου εκ των υπεξαιρεθέντων κινητών πραγμάτων, ανερχομένη συνολικά στο ποσό των 99.200 ευρώ κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, η οποία διαμορφώθηκε από τη συνεκτίμηση και αξιολόγηση των διαλαμβανομένων στο προοίμιο του σκεπτικού αποδεικτικών μέσων, δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας ως προς το ζήτημα τούτο η αναφορά και μνεία του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά.

Κατά συνέπεια οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ, λόγοι αναίρεσης και πρόσθετος λόγος αυτής, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 375 ΠΚ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Οι λοιπές, περιεχόμενες στους λόγους αυτούς, αιτιάσεις περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον εξ αυτών συνάγονται, κατά τον αναιρεσείοντα, αντίθετα συμπεράσματα από αυτά στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτες, καθόσον αφορούν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, την οποία και επιχειρούν να πλήξουν με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της έλλειψης νόμιμης βάσης.

Μετά ταύτα, εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι, κύριοι και πρόσθετοι, προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-9-2016 (αριθμ. ...2016) αίτηση του Α. Κ. του Μ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 746/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Πειραιώς καθώς και τους από 18-11-2016 πρόσθετους λόγους, που κατατέθηκαν με χωριστό δικόγραφο στις 18-11-2016. Και.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Δεκεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ