Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim regarding shared access to building entrance areas.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a dispute over shared access to a building's entrance areas. The appellant argued that the lower court erred in rejecting his claim of abusive exercise of rights under Article 281 of the Civil Code, contending that the defendants' actions violated mandatory urban planning laws. The court held that the defendants' exercise of rights did not exceed the bounds of good faith and social purpose, as they had voluntarily recognized exclusive ownership rights in the settlement agreement. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the first two respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: The exercise of a right by third parties does not constitute an abuse of right if it remains within the limits of good faith, social purpose, and the specific terms of a settlement agreement, even if it contradicts general urban planning provisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1843 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1843/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαΐου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Στρουγγάρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Ντάλλα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Ψ3, 4) Ψ4, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/10/1994 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 95/1995 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 51/1997 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ως άνω αναιρεσίβλητοι με την από 16/10/1997 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1554/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 51/1997 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 298/2006 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/11/2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος, ανέγνωσε την από 24/4/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν ο αντίδικος εκείνου, που επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, οι υπό στοιχείο 3 και 4 αναιρεσίβλητοι Ψ3 και Ψ4 δεν εμφανίστηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της, από το πινάκιο. Όπως προκύπτει από τις υπ' 2482Β και 2483Β/20-11-2008 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας ..., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω απ' αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την παρούσα συνεδρίαση της 8-5-2009, καθώς και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτήν, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους 3ο και 4η αναιρεσιβλήτους. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων τούτων.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 5 εδ. τελευταίο του ν. 960/1979, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 1221/1981, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 174, 180, 1002, 1117 ΑΚ και 1, 2 παρ. 1, 5 και 13 του ν. 3741/1929, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατ' άρθρο 54 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι αν η οικοδομή ανεγείρεται με άδεια και υπό το πολεοδομικό σύστημα της άφεσης του ισογείου χώρου ακαλύπτου (πυλωτή), ο ακάλυπτος αυτός χώρος και οι τυχόν επ' αυτού δημιουργούμενες θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων, δεν μπορούν ν' αποτελέσουν διαιρεμένες ιδιοκτησίες, που να ανήκουν στην αποκλειστική κυριότητα ενός ή περισσοτέρων ιδιοκτητών, είτε αυτοί είναι οροφοκτήτες, είτε τρίτοι, αλλά παραμένει ο χώρος αυτός κοινόχρηστος, επί του οποίου αποκτάται αυτοδικαίως συγκυριότητα, εφόσον υφίσταται οριζόντια ιδιοκτησία σε όροφο οικοδομής ή διαμέρισμα ορόφου, των ιδιοκτητών, κατ' ανάλογη μερίδα επί του χώρου αυτού, που χρησιμεύει σε κοινή από όλους τους οροφοκτήτες χρήση.
Κάθε αντίθετη συμφωνία, που αντιβαίνει στην παραπάνω αναγκαστικού δικαίου πολεοδομική διάταξη, είναι απολύτως άκυρη και ως τέτοια θεωρείται ως μη γενόμενη (ΟλΑΠ 5/1991, 23/2000). Με συμφωνία βέβαια όλων των συνιδιοκτητών, που γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή ή με την συστατική της οροφοκτησίας συμβολαιογραφική πράξη, που μπορεί να στηρίζεται σε μονομερή δικαιοπραξία του μοναδικού ιδιοκτήτη του όλου ακινήτου και τη μεταγραφή αυτής, δύναται εγκύρως, κατά τα άρθρα 5 και 13 του ν. 3741/1929, να παραχωρηθεί η αποκλειστική χρήση του χώρου της πυλωτής ή τμημάτων αυτής σε ορισμένους ιδιοκτήτες ή τον αρχικό οικοπεδούχο.
Τότε ο περιορισμός της χρήσης του άνω χώρου από τους λοιπούς οροφοκτήτες έχει απλώς το χαρακτήρα δουλείας και δεσμεύει τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους, χωρίς όμως και να είναι πραγματική δουλεία με τη στενή τεχνική έννοια του όρου των άρθρων 1118 και 1119 ΑΚ. Πάντως, επί συστάσεως διαιρεμένων ιδιοκτησιών στο χώρο της πυλωτής, η ρήτρα στη συστατική της οροφοκτησίας πράξη ότι αυτές (διαιρεμένες ιδιοκτησίες) περιέρχονται σε συγκεκριμένο ιδιοκτήτη κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, δεν αποτελεί ευθέως και συμφωνία περί παραχωρήσεως της αποκλειστικής χρήσης αυτών στον άνω ιδιοκτήτη.
Και τούτο γιατί εφόσον η σύσταση διαιρεμένων ιδιοκτησιών στην πυλωτή είναι απολύτως άκυρη και δεν μεταβάλλεται ο κοινόκτητος και κοινόχρηστος χαρακτήρας αυτής, είναι άκυρη και η παραχώρηση δικαιώματος κυριότητας επί των εν λόγω ιδιοκτησιών, άρα και δικαιώματος νομής και κατοχής, που στην ουσία αποτελούν το κατά το άρθρο 1000 ΑΚ περιεχόμενο του δικαιώματος της κυριότητας.
Στην περίπτωση αυτή τέτοια συμφωνία δύναται να συναχθεί μόνο στο πλαίσιο και υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 182 ΑΚ, κατά την οποία όταν η άκυρη δικαιοπραξία περιέχει τα στοιχεία άλλης δικαιοπραξίας, αυτή ισχύει εφόσον συνάγεται ότι τα μέρη θα την ήθελαν, αν ήξεραν την ακυρότητα. Δηλαδή, θα πρέπει το ενδιαφερόμενο μέρος να επικαλεσθεί και να αποδείξει: 1) την άγνοια των μερών για την ακυρότητα της συναφθείσας δικαιοπραξίας, 2) ότι αυτή περιέχει τα στοιχεία έγκυρης δικαιοπραξίας της παραχώρησης της χρήσης της πυλωτής στο άνω ενδιαφερόμενο μέρος και 3) την υποθετική βούληση των μερών να ισχύσει κατά μετατροπή η τελευταία, αν αυτά γνώριζαν την ακυρότητα της συναφθείσας (ΑΠ 1554/2005, 247/2004).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά και τις προτάσεις της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο αναιρεσείων, ισχυρίστηκε τα ακόλουθα: Στα υπ' αριθ. 95/1995 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας "πρότεινε τις παρακάτω ενστάσεις. 1).... 2) Δικαιώματος προς αποκλειστική χρήση από τον ίδιο τον εναγόμενο κατά μετατροπή του δικαιώματος της κυριότητος που του ανεγνωρίσθη με την πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας σε νόμιμο περιορισμό της επικαλούμενης αβασίμως από τους ενάγοντες συγκυριότητας επί του επιδίκου"...
Στις δε από 30-4-1994 προτάσεις του Α' βαθμού δικαιοδοσίας ισχυρίστηκε ότι "... σε ένα οικόπεδο της κυριότητός μου, εκτάσεως 544,82 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "...", του Δήμου ..., ανήγειρα πολυόροφη οικοδομή, την οποία υπήγαγα στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 "Περί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους", του Ν.Δ. 1024/71, του Ν. 1562/1985 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 963/4.4.1988 Πράξη Συστάσεως Οριζοντίου Ιδιοκτησίας και Κανονισμού της Πολυκατοικίας, της συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Αλίκης Νικ.
Μάνου, νόμιμα μεταγραφέντων, ΤΜ 152 και α.α. 80. Στην πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας αναφέρεται ρητά στο 11 φύλλο, κεφάλαιο Γ, άρθρο 3, ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΝ ΟΡΙΖΟΝΤΙΩΝ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΩΝ, ότι με το συμβόλαιο αυτό καθορίζονται ανεξάρτητες και αυτοτελείς ιδιοκτησίες, όπως φαίνονται στα σχεδιαγράμματα, ήτοι ...β) την πυλωτή, στην οποία υπάρχουν 10 πάρκινγκ ..., με αντίστοιχα ποσοστά συμμετοχής στο κτίσμα και στο οικόπεδο..., ρητά αναφέρεται στο ίδιο άρθρο ότι "οι πιο πάνω οριζόντιες ιδιοκτησίες, ανήκουν αποκλειστικά στην κυριότητα, νομή και κατοχή του Χ...Επομένως ουδεμία αμφιβολία γεννάται περί της αδιαμφισβητήτου γνώσεως των αγοραστών, ότι δεν είχαν κανένα δικαίωμα χρήσεως τόσον...
όσο και στα Γκαράζ του Ισογείου-Πυλωτής. Από την πολυκατοικία αυτή πώλησα στους αντιδίκους δυο διαμερίσματα στο δεύτερο όροφο. Στα συμβόλαιά τους αναγράφονται ρητά, ότι με την 963/1988 πράξη συστάσεως οριζοντίου Ιδιοκτησίας και του κανονισμού της πολυκατοικίας, καθορίστηκαν τα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της πολυκατοικίας....και στις 22.1.1993 έγινε Γενική Συνέλευση...Εκεί ετέθησαν όλα τα ζητήματα των κοινοχρήστων χώρων, χωρίς να εγερθεί θέμα Γκαράζ...αφού όλοι γνώριζαν ότι ήμουν αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος εγώ.
Οι ενάγοντες, επειδή έμαθαν ότι οι πυλωτές είναι κοινόχρηστοι χώροι, άσκησαν την ένδικη αγωγή, με την οποία ζητούν ν' αναγνωρισθεί ότι δικαιούνται να κάνουν ανενόχλητη χρήση και αυτής... Ο χώρος της πυλωτής χαρακτηρίστηκε εξ αρχής με τη συστατική πράξη, τον πίνακα χιλιοστών και τα σχέδια της κάτοψης, ως χώρος σταθμεύσεως αυτοκινήτων-πάρκινγκ, με στοιχεία Π1 έως Π10.
Ρητά δε αναφέρθηκε στη συστατική πράξη ότι αποκλειστικά δικαιώματα επί των πάρκινγκ θα έχω μόνο εγώ". Τον ως άνω ισχυρισμό, ως ένσταση καταλυτική, από το άρθρο 182 ΑΚ το Εφετείο τον απέρριψε ως αόριστο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην τρίτη σκέψη της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, "αφού δεν περιέχει τα αξιούμενα από το άρθρο αυτό παραπάνω στοιχεία για τη θεμελίωσή του και κυρίως δεν περιέχει σαφή αίτηση του αναιρεσείοντος για τη μετατροπή του άκυρου μέρους της πράξης οριζόντιας ιδιοκτησίας, καθώς και την άνω υποθετική θέλησή του ως συμβληθέντος σ' αυτή (πράξη).
Επομένως η εκκαλούμενη απόφαση, που απέρριψε (σιωπηρά) τον αόριστο αυτό ισχυρισμό δεν έσφαλε και τα αντίθετα που υποστηρίζει ο εναγόμενος με το σχετικό δεύτερο, κατά το δεύτερο σκέλος του, όπως εκτιμάται, λόγο της έφεσης είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Πρέπει εδώ να σημειωθεί, ότι τα αναγκαία αυτά στοιχεία, που θεμελιώνουν νόμιμη ένσταση από το άρθρο 182 ΑΚ επικαλείται (απαραδέκτως) ο εναγόμενος-εκκαλών με τις από 15-5-2006 προτάσεις, που υπέβαλε σ' αυτό το Δικαστήριο".
Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο και συγκεκριμένα με το να απορρίψει ως αόριστο τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, δεν παραβίασε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 182 ΑΚ, απαιτώντας στοιχεία περισσότερα από εκείνα, που απαιτεί η διάταξη αυτή. Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής και τη θεμελίωση της σχετικής ενστάσεως, είναι αναγκαίο να εκτίθενται σ' αυτή ότι για τη μετατροπή του άκυρου μέρους της πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, η άγνοια των μερών για την ακυρότητα και η υποθετική βούληση των μερών να ισχύσει κατά μετατροπή η τελευταία, αν γνώριζαν την ακυρότητα της συναφθείσας.
Αντίθετα, διαλαμβάνεται στις ως άνω προτάσεις ότι "οι ενάγοντες, επειδή έμαθαν ότι οι πυλωτές είναι κοινόχρηστοι χώροι, άσκησαν την ένδικη αγωγή, με την οποία ζητούν να κάνουν ανενόχλητη χρήση και αυτής". Επομένως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως που υποστηρίζουν τα αντίθετα.
Επίσης, δεν έσφαλε το Εφετείο με το να δεχθεί ότι απαραδέκτως ο αναιρεσείων με τις από 15-5-2006 προτάσεις στο Εφετείο, (μετά από την αναίρεση προηγουμένης αποφάσεως του ιδίου δικαστηρίου με τη 1554/2005 απόφαση του δικαστηρίου τούτου), επικαλείται τα αναγκαία περιστατικά για τη θεμελίωση της ένστασης του άρθρου 182 ΑΚ, με ερμηνεία κατ' άρθρα 173 και 200 ΑΚ του άρθρου 3 της πράξεως συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας, που ορίζει ότι "οι οριζόντιες ιδιοκτησίες των πάρκινγκ ανήκουν αποκλειστικά στην κυριότητα, νομή και κατοχή του Χ", εφόσον, κατά κανόνα είναι απαράδεκτη προβολή στην κατ' έφεση δίκη ισχυρισμού μη προταθέντος νομίμως πρωτοδίκως (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, δεν εκτίθεται ότι συντρέχει εξαίρεση από τις καθοριζόμενες στα άρθρα 269 και 527 ΚΠολΔ προϋποθέσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ η ένσταση, που διατυπώνεται με τις πρωτόδικες προτάσεις, πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και αυτή επιγραμματικά διατυπώνεται στα πρακτικά.
Συνακόλουθα, οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι, κατά το μέρος τους από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι προκειμένου να απορρίψει την ως άνω από το άρθρο 182 ΑΚ ένσταση του αναιρεσείοντος δεν έλαβε υπόψη όλα τα απ' αυτόν επικληθέντα με τις προτάσεις του στο Εφετείο πραγματικά περιστατικά, τα συγκροτούντα την ένστασή του αυτή, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού δεν ιδρύονται οι λόγοι αυτοί, όταν το δικαστήριο δεν λάβει υπόψη ισχυρισμό μη προταθέντα νομίμως, δεν είναι δηλαδή λυσιτελής, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση.
Μετά ταύτα, για τον ίδιο λόγο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο δεύτερος λόγος, με τον οποίο αποδίδει πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ γιατί το Εφετείο δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ως προς την ως άνω μετατροπή. Από το περιεχόμενο των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, που έχουν προπαρατεθεί, δεν προκύπτει ότι το Εφετείο διαπίστωσε την ύπαρξη κενών ή αμφιβολιών στις δηλώσεις των διαδίκων ως προς τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 182 ΑΚ.
Αντίθετα προκύπτει ότι απέρριψε την ένσταση αυτή ως αόριστη και συνακόλουθα δεν περιέχονται σχετικές παραδοχές. Απλώς εκτίθεται στη μείζονα σκέψη πως μπορεί, με συμφωνία των συνιδιοκτητών, να παραχωρηθεί η χρήση του χώρου της πυλωτής σε έναν από αυτούς. Τέλος, ο πρώτος λόγος, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός προϋποθέτει, ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και όχι όταν απέρριψε τον ισχυρισμό, ως αόριστο, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση.
Συνεπώς είναι απορριπτέοι, κατά τα εκτιθέμενα παραπάνω, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, που αποδίδουν πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1, 8 και 19 του ΚΠολΔ.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, που σκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας κατά την ενάσκηση κάθε δικαιώματος και έχει ως εκ τούτου έντονο το χαρακτήρα κανόνα δημόσιας τάξης, δεν αρκεί κατ' αρχήν μόνο η για μακρό χρονικό διάστημα μη άσκηση του δικαιώματος από το δικαιούχο, αλλ' απαιτείται η συνδρομή και περιστατικών από τα οποία να εμφανίζεται συμπεριφορά, που να δημιουργεί εκδήλως την πεποίθηση στον υπόχρεο, ότι δεν θ' ασκήσει πλέον το δικαίωμά του, σε τρόπο ώστε η παρά ταύτα άσκησή του, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που εν τω μεταξύ δημιουργήθηκε και έχει συγκεκριμένες επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο, να αντίκειται κατά τρόπο, που είναι προφανής στα αντικειμενικά όρια, που θέτει η διάταξη.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε αναφορικά με την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ ότι, "σύμφωνα όμως με τα νομικά δεδομένα και παραδοχές που αναφέρονται στην 3η σκέψη, η συστατική αυτή πράξη, είναι, σε σχέση με τους επίδικους χώρους της πυλωτής, άκυρη, γιατί έρχεται σε αντίθεση με την αναγκαστικού δικαίου πολεοδομική διάταξη του ν. 1221/1981, (άρθρ. 174 ΑΚ) και ο εναγόμενος δεν απέκτησε χωριστή (αποκλειστική) κυριότητα στους χώρους αυτούς, που είναι κατά το νόμο κοινόχρηστοι και κοινόκτητοι, αλλά, μόνο συγκυριότητα κατά την αναλογία της μερίδας του επί της όλης οικοδομής, όπως άλλωστε και οι ενάγοντες, κατά την αναλογία της δικής τους μερίδας, δικαιούμενοι να κάνουν χρήση των επίδικων χώρων της πυλωτής.
Ενόψει δε αυτών, ο ισχυρισμός του εναγομένου για καταχρηστική άσκηση του ένδικου δικαιώματος των εναγόντων, για χρήση των χώρων της πυλωτής (σε περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή η ύπαρξη τέτοιου δικαιώματος), για το λόγο ότι αυτοί με την προσχώρησή τους στην πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας, αναγνώρισαν ότι η χρήση των χώρων αυτών ανήκει αποκλειστικά στον ίδιο, και ότι το τίμημα που κατέβαλαν για την αγορά των διαμερισμάτων τους, διαμορφώθηκε με βάση το γεγονός ότι οι επίδικοι χώροι ανήκουν κατά κυριότητα, νομή και κατοχή σ' αυτόν και θα ήταν διαφορετικό και πολύ μεγαλύτερο αν θα είχαν ποσοστό συνιδιοκτησίας και δικαίωμα χρήσης των χώρων αυτών, είναι (ο ισχυρισμός αυτός) ως ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, απορριπτέος, γιατί με τα περιστατικά αυτά η άσκηση του επιδίκου δικαιώματος των εναγόντων δεν υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, καθώς και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Η εκκαλούμενη απόφαση, που με τις ίδιες σκέψεις, έκανε δεκτή κατά το μέρος αυτό την αγωγή και αναγνώρισε το δικαίωμα των εναγόντων στη χρήση της πυλωτής της εν λόγω πολυκατοικίας, απορρίπτοντας ως αβάσιμη την ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ, του εναγομένου, δεν έσφαλε και τα αντίθετα που υποστηρίζει με τους σχετικούς, δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος του, και τρίτο, λόγους της έφεσης, είναι αβάσιμα και οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσία".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα. IV. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-11-2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της 298/2006 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ