Supreme Court dismisses appeal on lack of binding force of prior Supreme Court decision regarding legal issues.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeals' final judgment. The appellant argued the lower court violated the binding force of a previous Supreme Court decision, but the Court held that binding force applies only to legal questions, not factual findings. Since the lower court relied on undisputed facts and correctly applied the relevant insurance law provisions, the appeal lacked merit.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 18 of the Code of Civil Procedure; The binding force of a Supreme Court decision applies only to legal issues, not factual findings, and a violation of this principle does not constitute grounds for appeal if the lower court correctly addressed the facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1843 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1843/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Νικολίδάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εδρεύουσας στην Νέα Σμύρνη Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΦΑΛΙΣΤΙΚΗ", νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/9/2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4259/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7056/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της αποφάσεως αυτής ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 25/11/2003 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 516/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την προσβαλλομένη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο Αθηνών για περαιτέρω εκδίκασή της από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Εκδόθηκε η υπ' αριθ. 4226/2006 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/1/2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την από 11/9/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθ. 4226/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται για παραβίαση της δεσμευτικότητας της απόφασης του Αρείου Πάγου, από το δικαστήριο της παραπομπής, μετ' αναίρεση. Η δέσμευση αφορά τα κριθέντα νομικά ζητήματα, ουσιαστικής ή δικονομικής φύσης. (ΑΠ 79/1998), ενώ αντίθετα, το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της αναιρεθείσας, ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Όταν, δηλαδή, με την αναιρετική απόφαση, αναιρέθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρ 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ) και εάν το Ακυρωτικό υποδεικνύει, στην αιτιολογία της αναιρετικής απόφασης, τα ελλείποντα πραγματικά περιστατικά, δεν δημιουργείται δέσμευση για το δικαστήριο της παραπομπής και, συνεπώς, η μη συμμόρφωσή του προς αυτά δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια, ο πρώτος, από την παραπάνω πλημμέλεια λόγος αναίρεσης, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση για μη συμμόρφωση του δικάσαντος Εφετείου, ως δικαστηρίου παραπομπής, προς την αναιρετική απόφαση (516/2005 Αρείου Πάγου), με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 7056/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, επειδή είχε υποπέσει στην πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, ένεκα ασαφών, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος
ΙΙ. Η αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου κατά του υποχρέου σε αποζημίωση προσώπου υπόκειται σε διετή (άρθρο 7 Ν. ΓΠΝ/1911) ή σε πενταετή (άρθρο 937 ΑΚ) παραγραφή, ανάλογα σε ποιά διάταξη στηρίζεται. Για την αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου, κατά του ασφαλιστή, ισχύει η ειδική ρύθμιση του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, που ορίζει ότι "η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, με την επιφύλαξη των κειμένων διατάξεων για αναστολή και διακοπή της παραγραφής".
Δεν ισχύει όμως η τελευταία αυτή παραγραφή, όταν ο παθών θεμελιώνει την κατά του ασφαλιστή αγωγή του για αποζημίωση στη σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, που προβάλλεται παραδεκτά και αποδεικνύεται. Στην περίπτωση αυτή, η έκταση ευθύνης του αναδοχέα ρυθμίζεται από τις γενικές διατάξεις των άρθρων 472 έως 475 ΑΚ, άρα ο ασφαλιστής υπέχει έναντι του παθόντος όμοια υποχρέωση με εκείνη του οφειλέτη ζημιώσαντος.
Έτσι, αν η απαίτηση του ζημιωθέντος προσώπου στηρίζεται σε αδικοπραξία, που υπόκειται σε πενταετή παραγραφή (άρθρο 937 ΑΚ), ο συμβατικός αναδοχέας ασφαλιστής αυτή την παραγραφή της απαίτησης μπορεί να προτείνει. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 6 του ν. 2094/1992, που είναι πανομοιότυπη με την ταυτάριθμη του άρθρου 43 παρ. 6 του ν. 614/1977 (παλιού Κ.Ο.Κ.), συνάγεται, ότι η από τον οδηγό ζημιογόνου αυτοκινήτου κατάθεση βεβαίωσης ασφάλισης αυτοκινήτου από αναγνωρισμένη στην Ελλάδα ασφαλιστική εταιρία, αποτελεί κατά πλάσμα του νόμου πρόταση της εταιρίας, η οποία εξέδωκε τη βεβαίωση, με την αποδοχή της οποίας (που μπορεί να γίνει και με την έγερση της αγωγής από τον ενδιαφερόμενο)- καταρτίζεται σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, που ιδρύει, σύμφωνα με τα άρθρα 361 και 477 ΑΚ, άμεση ευθύνη του αναδεχόμενου απέναντι στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από το ατύχημα, μέχρι του ασφαλιστικού ποσού (σχ.
Ολ. ΑΠ 715/1978, ΑΠ 934/1993. Δ/νη 35.1504). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του ως αποδεικνυόμενα από τα αποδεικτικά μέσα, που κατονομάζει τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Με την με αριθ. 3739/2000 ήδη τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που εκδόθηκε κατόπιν ασκηθείσας εφέσεως της ενάγουσας, κατά της με αριθ. 5974/1998 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κρίθηκε, μετά δυνάμεως δεδικασμένου, ότι υπαίτιος, αποκλειστικά, του θανάσιμου τραυματισμού του συζύγου της Α, ο οποίος έλαβε χώρα κατά το αυτοκινητικό ατύχημα, που συνέβη στην Παλαιά Εθνική οδό Κορίνθου-Πάτρας, στις 6-9-1996, ήταν ο Β, οδηγός του με αριθ.
κυκλοφορίας ..... ΙΧΦ αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη, στην εναγομένη-εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία. Με την ίδια απόφαση επιδικάσθηκαν στην ενάγουσα διάφορα χρηματικά ποσά, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης. Στη συνέχεια, αυτή άσκησε την κρινόμενη (από 6-9-2000) αγωγή της κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία ζητεί αποζημίωση για στέρηση των υπηρεσιών του θανατωθέντος συζύγου της για το χρονικό διάστημα από 6-9-1996 έως 6-9-2000, συνολικού ποσού 2.400.000 δρχ. (48 μήνες Χ 50.000 δρχ.
τον μήνα) καθώς και ποσό 1.200.000 δρχ. που αντιστοιχεί στην αξία της καταστραφείσας, κατά το ατύχημα, δίκυκλης μοτοσυκλέτας του. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, δέχθηκε, ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη, την προβληθείσα από την εφεσίβλητη ένσταση της διετούς παραγραφής, ενόψει του ότι από το χρόνο του ατυχήματος (6.9.1996) έως την άσκηση της ενδίκου αξιώσεώς της (9.10.2000), παρήλθε χρονικό διάστημα μείζον της διετίας και απέρριψε την αγωγή της, κρίνοντας ότι η ερειδόμενη στα άρθρα 361, 477 ΑΚ και 43 παρ. 6 του Ν. 614/1977 βάση αυτής (σωρευτική αναδοχή χρέους) η οποία υπόκειται, όπως προαναφέρθηκε, σε πενταετή παραγραφή, δεν αποδείχθηκε κατ' ουσίαν.
Συγκεκριμένα .... δεν αποδείχθηκε αν η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία ή οι κληρονόμοι του θανατωθέντος, κατά το ατύχημα, Β, προσκόμισαν και κατέθεσαν στο Τμήμα Τροχαίας Πατρών, που διενεργούσε την προανάκριση, βεβαίωση ασφάλισης του ζημιογόνου αυτοκινήτου. Το γεγονός ότι στο με αριθ. πρωτ. ..... έγγραφο (Υποβολή Δικογραφίας) της Αστυνομικής Διεύθυνσης Αχαΐας (Τμήμα Τροχαίας Πατρών) προς τον Εισαγγελέα Πλημ/κών Πατρών, μνημονεύεται ότι υποβλήθηκαν, μεταξύ των άλλων εγγράφων, και δύο (2) βεβαιώσεις ασφαλίσεως των συγκρουσθέντων οχημάτων, από τις οποίες η μία αφορούσε το ασφαλισμένο στην εναγομένη ζημιογόνο αυτοκίνητο (.....
ΙΧΦ) του υπαιτίου οδηγού Β, δεν αποδεικνύει ότι αυτή προσκομίσθηκε και κατατέθηκε στο Τμήμα Τροχαίας Πατρών από τους ανωτέρω αναφερθέντες, ήτοι από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, όπως ισχυρίζεται στην αγωγή η ενάγουσα ή από τους κληρονόμους του Β, όπως το πρώτο επικαλείται στην έφεση της αυτή. Αν προσκομίζετο ή αν κατατίθετο η βεβαίωση αυτή, θα υπήρχε έκθεση εγχειρίσεως ή καταθέσεως, από την οποία θα προέκυπτε ποιος είναι ο ενεχειράσας ή ο καταθέτης.
Ενόψει δε και του ότι ουδείς εκ των εξετασθέντων μαρτύρων, κατά την προανάκριση, κατέθεσε κάτι το σχετικό με την ως άνω βεβαίωση, ενώ στην έκθεση αυτοψίας αναφέρεται ότι "το όχημα είναι ασφαλισμένο στην εταιρεία Αγροτική", πιθανολογείται ότι η βεβαίωση αυτή ανευρέθη στο αυτοκίνητο από τον διενεργήσαντα την αυτοψία και επισυνάφθηκε στην ποινική δικογραφία.
Αν πάλι το Τμήμα Τροχαίας Πατρών ζητούσε από τους ανωτέρω (Ασφαλιστική Εταιρεία ή κληρονόμους του αποβιώσαντος Β) να προσκομισθεί η ανωτέρω βεβαίωση ασφαλίσεως, αυτό, εκτός του ότι θα βεβαιωνόταν αρμοδίως, θα προέκυπτε και από σχετική έκθεση καταθέσεως. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει λόγος ότι καταρτίσθηκε σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους κατά τα ανωτέρω".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν Εφετείο έκρινε ότι η αγωγή, κατά το μέρος που είχε ως βάση τη σωρευτική αναδοχή χρέους και στηριζόταν στα άρθρα 471, 472, 473 και 477 ΑΚ και άρθρο 43 παρ. 6 Ν. 2094/1992 - ΚΟΚ - ήταν αβάσιμη κατ' ουσία και ότι η κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας αγωγική αξίωση δεν υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθ. 937 Α.Κ., αλλά στη διετή παραγραφή του άρθ. 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, στην οποία (διετή παραγραφή) είχε ήδη υποπέσει και έπρεπε, ως εκ τούτου, να απορριφθεί. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο και ενόψει του ότι δεν αποτελούν πρόταση για την κατάρτιση της σύμβασης σωρευτικής αναδοχής χρέους ούτε η κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, ούτε η από την ασφαλιστική εταιρεία εκδοθείσα και μη κατά τον προσδιοριζόμενο, από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθ. 43 παρ. 6 Ν. 2094/1992, τρόπο κατατεθείσα βεβαίωση ασφάλισης (ΑΠ 1168/2004), δεν παρεβίασε τις ως άνω διατάξεις και ο περί του αντιθέτου, από το άρθ. 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Για το ορισμένο του, από το άρθ. 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγου αναίρεσης και ειδικώτερα όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς ή ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να εξειδικεύεται το σφάλμα του δικάσαντος δικαστηρίου, δηλαδή, εάν πρόκειται για ανεπαρκείς ή ασαφείς αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και εάν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιές είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ ΑΠ 32/1996, ΑΠ 48/1997).
Γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" ή "αντιφατικότητα" δεν αρκούν (ΑΠ 1176/1993). Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο τρίτος, από το άρθ. 559 αριθμ. 19, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης και ειδικώτερα για ανεπαρκείς, ασαφείς και ελλειπείς αιτιολογίες είναι απορριπτέος πρωτίστως ως αόριστος, διότι ουδόλως αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι επαρκείς οι αιτιολογίες της, ως προς το ζήτημα της παραγραφής ή μη της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας - νυν αναιρεσείουσας.
Σε κάθε περίπτωση, είναι αβάσιμος, διότι, το δικάσαν Εφετείο με βάση τα αναφερόμενα την προηγούμενη αιτιολογία πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αναφορικά με το πιο πάνω ζήτημα, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του επαρκείς και χωρίς ασάφεια αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών διατάξεων και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.
IV. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η ηττηθείσα αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου (άρθρ.176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-1-2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της 4226/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ