Supreme Court allows appeal on costs but dismisses claim regarding res judicata violation in Greek civil litigation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a second-instance judgment regarding a lease dispute. While the court rejected the argument that the lower court violated res judicata principles, it found the lower court erred in failing to fully offset legal costs between the parties. Consequently, the decision was annulled regarding costs, and the case was remitted for further proceedings with the defendants ordered to pay the state's legal expenses.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 16 of the Code of Civil Procedure; Art. 22 para. 2 of Law 3693/1957: The Supreme Court may annul a judgment if it violates res judicata rules or fails to apply the statutory rule that legal costs must be fully offset when both parties partially win and lose in the same case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1843 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1843/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό της Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Κωνσταντίνο Βαρδακαστάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. .............., 2. ..............., 3. .............., 4. ........... και 5. ..........., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Πέππα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Ιουνίου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 98/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5528/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης ανέγνωσε την από 18 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίσθηκε ως ανύπαρκτη. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος ερευνά αν παραβιάσθηκαν οι περί δεδικασμένον διατάξεις του Κ.Πολ.Δ.
Μεταξύ των διατάξεων αυτών είναι και αυτές των άρθρων 321,322 παρ.1, και 324 και 331 του ιδίου κώδικα, κατά την έννοια των οποίων, οι τελεσίδικες αποφάσεις αποτελούν δεδικασμένο για το κριθέν από αυτές προδικαστικό ζήτημα, ως και για τα κριθέντα παρεμπιπτόντως ζητήματα, τα οποία αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, εφόσον το δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να αποφασίσει γι' αυτά.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 514 Κ.Πολ.Δ., δεύτερη έφεση από τον ίδιο διάδικο και κατά της ίδιας απόφασης ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεται. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το κώλυμα της ασκήσεως εφέσεως μόνο μια φορά αναφέρεται μόνο στο διάδικο που άσκησε ήδη το ένδικο αυτό μέσο και όχι σε άλλο και συνεπώς η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει όταν η έφεση ασκείται από άλλο εκκαλούντα ή εναντίον άλλου εφεσίβλητου.
Στην περίπτωση, όμως, που ασκηθούν εφέσεις και από τους δύο διαδίκους κατά της ίδιας αποφάσεως, αν δεν γίνει συνεκδίκαση αυτών, οπότε εκδίδεται κοινή απόφαση, αλλά προσδιοριστούν σε άλλη, καθεμιά, δικάσιμο και εκδοθεί απόφαση με βάση τη μία έφεση για την ουσία της υπόθεσης, η τελευταία αποτελεί πλέον δεδικασμένο, η δε μετά την έκδοσή της εισαγωγή προς συζήτηση της δεύτερης έφεσης του άλλου διαδίκου, είναι απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, υπό την προϋπόθεση ότι το με τη δεύτερη έφεση καταγόμενο στο εφετείο προς κρίση ζήτημα εξετάσθηκε και κρίθηκε απ' αυτό (Εφετείο), βάσει της πρώτης έφεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη 5528/20004 απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα:"Με την από 17.6.2002 και με αριθμό κατάθεσης 88303/4656/26.6.2002 αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν ότι, δυνάμει του από .......... μισθωτηρίου συμβολαίου, εκμισθώθηκε στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο το αναφερόμενο στην αγωγή ακίνητο προς στέγαση υπηρεσιών του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., για μια τριετία, αντί μηνιαίου μισθώματος 1.400.000 δρχ.
Ότι, με την πάροδο του συμφωνηθέντος χρόνου η μίσθωση έληξε στις 14.5.1998 και ότι, μολονότι αυτοί (ενάγοντες) δήλωσαν την εναντίωσή τους για οποιαδήποτε παράταση μετά την παραπάνω λήξη της μίσθωσης και ζήτησαν την απόδοση σ' αυτούς του μισθίου, το εναγόμενο εξακολούθησε να χρησιμοποιεί αυτό (μίσθιο) και κατά το χρονικό διάστημα από 14.5.1998 και εφεξής.
Ότι, για το λόγο αυτό, ήγειραν κατά του Δημοσίου την από 25.5.1999 αγωγή, που έγινε δεκτή και υποχρεώθηκε το εναγόμενο με την υπ' αριθμ. 2304/2000 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία μισθώσεων), να αποδώσει το μίσθιο σ' αυτούς. Ότι, αν το μίσθιο παραδινόταν σ' αυτούς, όπως έπρεπε, δηλαδή στις 14.5.1998, οι ίδιοι (ενάγοντες)θα εκμίσθωναν τούτο σε τρίτους, αντί, 4.500 δρχ ανά τ.μ.
ή 13,20 ευρώ, για τη χρονική περίοδο 15-5-1998 έως 14-5-1999, 5.500 δρχ. ή 16,14 ευρώ ανά τ.μ κατά το χρονικό διάστημα από 15.5.1999 έως 15.5.2000, 6.000 δρχ. ή 17,61 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 15.5.2000 έως 14.5.2001 και 6.500 δρχ ή 19,08 ανά τ.μ. για το χρονικό διάστημα από 15.5.2001 έως 30.7.2002, δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο το εναγόμενο συνέχιζε να κατέχει παράνομα και να χρησιμοποιεί το μίσθιο, με συνέπεια να ζημιωθούν κατά τα παραπάνω ποσά.
Ζήτησαν δε κατόπιν αυτών, όπως το αίτημα της αγωγής τους παραδεκτά περιορίσθηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις τους από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει σ' αυτούς (ενάγοντες) κατά το λόγο της συγκυριότητας εκάστου εξ΄ αυτών, τα παραπάνω ποσά, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα της υποχρεώσεως καταβολής της μηνιαίας αποζημίωσης, βάσει του αρχικού μισθωτηρίου συμβολαίου.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 98/2003 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία μισθώσεων) με την οποία έγινε αυτή (αγωγή) δεκτή κατά ένα μέρος, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν. Συγκεκριμένα έγινε δεκτό ότι οι ενάγοντες από την παράνομη παρακράτηση και χρήση του μισθίου από το εναγόμενο και τη συνεπεία τούτου αδυναμία τους να εκμισθώσουν αυτό σε τρίτους, υπέστησαν ζημία, για το από 2.8.1999 και εφεξής χρονικό διάστημα, δηλαδή από τότε που εξέφρασαν ρητά την εναντίωσή τους για παράταση της μίσθωσης, με την άσκηση της προηγηθείσας αγωγής τους, που επιδόθηκε στον Υπουργό Οικονομικών στις 2.8.1999.
Η ζημία τους δε αυτή κατά την εκκαλούμενη ανέρχεται στο ποσό των 9.231,10 Ευρώ (3.145.497 δραχμές) μηνιαίως, από 2.8.1999 και εφεξής. Ενόψει αυτών υποχρεώθηκε, με την εκκαλούμενη απόφαση, το εναγόμενο (Ελληνικό Δημόσιο), να καταβάλει στους ενάγοντες, κατά το ποσοστό συγκυριότητας εκάστου επί του μισθίου ακινήτου, το ποσό των 9.231,10 ευρώ μηνιαίως, από 2.8.1999 και εφεξής και για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως.
Κατά της αποφάσεως αυτής οι ήδη εφεσίβλητοι (ενάγοντες) άσκησαν την από 28.2.2003 (αριθμός καταθ. 1970/3.3.2003) έφεσή τους και τους από 30.5.2003 (αριθμ. Β.Α.Β. 927/30.6.2003) προσθέτους λόγους εφέσεως, με τους οποίους παραπονούνταν ότι η εκκαλουμένη κατά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε:
α΄)ότι η εναντίωση τους για τη μη παράταση της μίσθωσης έγινε από 2.8.1999 με την άνω επίδοση στον υπουργό Οικονομικών και όχι από 14.5.1998 που έληξε η μίσθωση, β΄)ότι το ύψος της αποζημίωσης που δικαιούνται από την πιο πάνω αιτία ανέρχεται μηνιαίως σε 9.231,10 ευρώ, αντί των αιτουμένων με την αγωγή τους μεγαλύτερων ποσών, γ΄) ότι δικαιούνται της τοιαύτης αποζημίωσης από 15.5.1998 και όχι από 2.8.1999 που δέχθηκε η εκκαλουμένη.
Επί της άνω εφέσεως και προσθέτων λόγων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 8013/2003 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου με την οποία έγιναν δεκτά, μεταξύ άλλων, και τα εξής: α΄) Ότι υφίσταται εναντίωση των εναγόντων (εκμισθωτών) ως προς την παράταση της μίσθωσης, η οποία όμως έγινε στις 2.8.1999 με την επίδοση στον Υπουργό Οικονομικών της προηγηθείσης αγωγής τους και όχι στις 14.5.1998 που έληξε η τριετής διάρκεια της μίσθωσης, β΄) ότι το ύψος της αποζημίωσης που δικαιούνται για την παραπάνω αιτία ανέρχεται στο ποσό των 9.231,10 ευρώ μηνιαίως και γ΄) ότι την αποζημίωση αυτή την δικαιούται από 2.8.1999 και εφεξής και όχι από 14.5.1998 που έληξε η μίσθωση.
Ενόψει αυτών η άνω απόφαση του Δικαστηρίου τούτου απέρριψε την έφεση και πρόσθετους λόγους εφέσεως των εκκαλούντων - εναγόντων (ήδη εφεσιβλήτων). Μετά την έκδοση της παραπάνω απόφασης (8013/2003 του Δικαστηρίου τούτου), το εναγόμενο στην άνω αγωγή Ελληνικό Δημόσιο άσκησε κατά των εναγόντων την από 4.2.2004 (αριθμό καταθ. 857/4.2.2004) έφεσή του και τους από 29.4.2004 (αριθμός Β.Α.Β. 523/29.4.2004) πρόσθετους λόγους εφέσεως, με την οποία προσβάλλει, την άνω, υπ' αριθμ. 98/2003 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την άνω έφεση και πρόσθετους λόγους, όπως εκτιμώνται τα δικόγραφά τους από το Δικαστήριο , πλήττεται η εκκαλούμενη απόφαση, ως προς τις παραδοχές της που αναφέρονται: α΄) Στο ότι εναντιώθηκαν οι ενάγοντες (εκμισθωτές) στην μη παράταση της μίσθωσης μετά τη λήξη της τριετούς διάρκειας αυτής, β΄) στο ότι το ύψος που μπορεί να διαμορφωθεί η αποζημίωση που δικαιούνται οι ενάγοντες μετά την επικαλούμενη εναντίωσή τους για παράταση της μίσθωσης και παρακράτηση του μισθίου ακινήτου απ' αυτό ανέρχεται μηνιαίως σε 9.231,10 ευρώ από 2.8.1999 και εφεξής, ενώ η αποζημίωση αυτή δεν διαμορφώνεται σε ποσό μεγαλύτερο των 5.223,77 ευρώ.
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι με την πιο πάνω υπ' αριθμ. 8013/2003 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αρχή της παρούσης σκέψεως, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, ότι οι ενάγοντες ( ήδη εφεσίβλητοι) εναντιώθηκαν στην μη παράταση της παραπάνω μίσθωσης από 2.8.1999 και ότι η αποζημίωση που δικαιούνται οι ενάγοντες από του χρόνου αυτού ανέρχεται σε 9.231,10 ευρώ μηνιαίως και επομένως η υπό κρίση έφεση κατά το μέρος που προσβάλλεται η εκκαλούμενη απόφαση σε σχέση με τις παραδοχές της ως προς τα ανωτέρω είναι απαράδεκτη και ως εκ τούτου απορριπτέα".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν δέχθηκε κατά παράβαση του νόμου ότι υπάρχει δεδικασμένο για τα παραπάνω ζητήματα. Και αυτό γιατί με βάση όσα έχουν εκτεθεί, το Εφετείο με την προηγούμενη 8013/2003 απόφασή του είχε δεχθεί ότι οι ενάγοντες είχαν εναντιωθεί στη μη παράταση της μισθώσεως από 2.8.1999 και ότι η αποζημίωση που δικαιούνται οι ενάγοντες από του χρόνου αυτού ανέρχεται σε 9231,10 ευρώ μηνιαίως και επομένως η εκ νέου έρευνα των ζητημάτων αυτών με την προσβαλλόμενη απόφαση θα ήταν απαράδεκτη, ως προσκρούουσα στο παραχθέν δεδικασμένο, χωρίς η από αυτό δέσμευσή του να εμποδίζεται από το γεγονός ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προς το οποίο δεν επιδόθηκε η πιο πάνω εκκαλούμενη απόφαση, άσκησε έφεση κατά της τελευταίας αυτής απόφασης, μετά την έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι παρά το νόμο το Εφετείο δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου (άρθρο 559 αρ.16 Κ.Πολ.Δ.), είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.2 ν. 3693/1957, στις δίκες με το Ελληνικό Δημόσιο τα δικαστικά έξοδα συμψηφίζονται ολικά, όταν καθένας από τους διαδίκους εν μέρει νικήσει και εν μέρει ηττηθεί. Η διάταξη αυτή δεν είναι αντισυνταγματική, γιατί δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας των διαδίκων (άρθρο 4§ 1 του Συντάγματος) ούτε είναι αντίθετη στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που επίσης δεν παραβιάζει. Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν χώρησε σε ολικό συμψηφισμό των δικαστικών εξόδων, αν και καθένας από τους διαδίκους, στην προκειμένη περίπτωση, μερικά νίκησε και μερικά ηττήθηκε, παραβίασε την προεκτεθείσα ουσιαστική διάταξη περί δικαστικών εξόδων. Επομένως από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. III. Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη διάταξή της που αναφέρεται στην επιβληθείσα σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου δικαστική δαπάνη, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές εκτός εκείνων δίκασαν (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5528/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα, το ύψος της οποίας ορίζει σε τριακόσια τριάντα (330) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουλίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουλίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ