1842/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-11-2005 αγωγή των ήδη αποβιωσάντων, Κ. Λ. και Α. συζ. Ν. Μ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 551/2006 του ίδιου Δικαστηρίου, που έκρινε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλην και παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 160/2013 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης και 138/2017 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-10-2019 αίτηση και τους από 10-11-2020 προσθέτους λόγους αυτών.
Legislator headnote
AI generated1842/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 551/2006 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία αυτό κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλην για την εκδίκαση της υπόθεσης και παρέπεμψε την αγωγή στο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Κατά της ως άνω απόφασης οι εναγόμενοι άσκησαν έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την 160/2013 απόφαση του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Full text
Απόφαση 1842 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1842/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Ν. του Ι. και Ε., 2) Χρήστου Νύκταρη του Ιωάννου και της Ελένης, κατοίκων Ηρακλείου Κρήτης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Σκόπα-Ζαγγανά που ανακάλεσε την από 7-9-2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Λ. του Κ. και Ό., κατοίκου ..., 2) Μ. Λ. του Κ. και Ό., κατοίκου ..., 3) Δ. Μ. του Ν. και Α., κατοίκου ..., 4) Ν. Μ. του Δ. και Μ., κατοίκου ..., 5) Μ. Μ. του Ν. και Α., κατοίκου ..., 6) Ε. Μ. του Ν. και Α., συζ. Γ. Α., κατοίκου ..., 7) Ν. Α. του Γ. και Ε., κατοίκου ..., ως αποκλειστικών και μοναδικών διαδόχων (κληρονόμων) των αποβιωσάντων αρχικώς εναγόντων, α) Κ. Λ. του Μ. και β) Α. συζ. Ν. Μ., το γένος Μ. Λ., κατοίκων εν ζωή …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελπινίκη Μπαλτατζή και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-11-2005 αγωγή των ήδη αποβιωσάντων, Κ. Λ. και Α. συζ. Ν. Μ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 551/2006 του ίδιου Δικαστηρίου, που έκρινε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλην και παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 160/2013 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης και 138/2017 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-10-2019 αίτηση και τους από 10-11-2020 προσθέτους λόγους αυτών.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 20-10-2019 αίτηση αναίρεσης και με τους από 10-11-2020 πρόσθετους λόγους αυτής, προσβάλλεται η 138/2017 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που εκδόθηκε ερήμην των αναιρεσειόντων κατά την τακτική διαδικασία, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων:
Οι αρχικοί ενάγοντες Κ. Λ. του Μ. και Α. συζ. Ν. Μ., το γένος Μ. Λ., οι οποίοι απεβίωσαν το έτος 2014 και στη δικονομική τους θέση υπεισήλθαν ως νόμιμοι εκ διαθήκης κληρονόμοι τους οι ήδη αναιρεσίβλητοι, άσκησαν κατά των αναιρεσειόντων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου την από 2-11-2005 αγωγή, όπως αυτή διορθώθηκε στη συνέχεια, με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθεί η κυριότητά τους κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας επί μιας παλαιάς οικίας, αποτελούμενης από ισόγειο όροφο εμβαδού 17,12 τ.μ., πρώτο όροφο εμβαδού 183,04 τ.μ., με το δικαίωμα υψούν, που βρίσκεται σε οικόπεδο εμβαδού 189 τ.μ., στο Ηράκλειο, όπως το ακίνητο αυτό περιγράφεται ειδικότερα στην αγωγή και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να παύσουν να διαταράσσουν την νομή και κατοχή τους στο ανωτέρω ακίνητο.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 551/2006 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία αυτό κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλην για την εκδίκαση της υπόθεσης και παρέπεμψε την αγωγή στο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Κατά της ως άνω απόφασης οι εναγόμενοι άσκησαν έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την 160/2013 απόφαση του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Με την από 29-11-2013 κλήση των αρχικών εναγόντων, η αγωγή εισήχθη προς συζήτηση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, το οποίο με την αναιρεσιβαλλόμενη 138/2017 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή λόγω του τεκμηρίου από την ερημοδικία των εναγομένων-αναιρεσειόντων. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ.1 στοιχ.
β`, 577 παρ. 2, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη, εκείνη δηλαδή η οποία, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Εξάλλου, ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, παρέχεται δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (αρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του αρθρ. 513 παρ. 1 εδ.
β` περ. β` ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση (Ολ ΑΠ 11/1998, 15/2001).
Καθιερώνεται, δηλαδή, η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων. Αν δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης (με την προσκομιδή αποδεικτικών επίδοσής της ή πιστοποιητικού του αρμοδίου γραμματέα κλπ) τότε η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 967/2021, ΑΠ 430/2009, ΑΠ 12/2011).
Περαιτέρω, η προθεσμία της έφεσης σε περίπτωση μη επίδοσης της απόφασης είναι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, δύο έτη, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης, μετά την οποία δεν χωρεί έφεση, υπόκειται όμως σε ανακοπή ερημοδικίας εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην ενός από τους διαδίκους.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της ανακοπής είναι δεκαπέντε ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Έτσι, αν η μη επιδοθείσα πρωτόδικη απόφαση εκδόθηκε ερήμην ενός από τους διαδίκους, για να καταστεί τελεσίδικη και να μπορεί να προσβληθεί με αναίρεση, δεν αρκεί να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία της έφεσης, αλλά πρέπει, μετά την πάροδο της προθεσμίας για την έφεση, εφόσον ακολούθησε επίδοση της απόφασης, να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, οπότε η πρωτόδικη απόφαση καθίσταται πλέον τελεσίδικη και παραδεκτά προσβάλλεται με αναίρεση.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης (ΑΠ 242/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσιβαλλομένη πρωτόδικη υπ' αριθ. 138/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, εκδόθηκε ερήμην των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων και δημοσιεύθηκε, όπως προκύπτει απ` αυτήν, την 4-9-2017, ενώ δεν προκύπτει, ούτε υπάρχει σχετικός ισχυρισμός, ότι αυτή επιδόθηκε έκτοτε και δη πριν από την παρέλευση δύο ετών από την δημοσίευσή της.
Αντίθετα, μάλιστα, συνομολογείται από τους αναιρεσίβλητους ότι δεν επέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση στους αντιδίκους τους εντός διετίας από την δημοσίευσή της, η οποία διετία συμπληρώθηκε στις 4-9-2019. Η άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όπως συνομολογείται από τους αναιρεσείοντες με το αναιρετήριο, επιδόθηκε σ' αυτούς στις 26-9-2019, μετά την συμπλήρωση δηλαδή της διετίας, μετά την οποία οι ερήμην δικασθέντες εναγόμενοι-αναιρεσείοντες δεν είχαν πλέον δικαίωμα να ασκήσουν έφεση.
Είχαν, όμως, δικαίωμα να ασκήσουν ανακοπή ερημοδικίας, πλην όμως τέτοια ανακοπή, όπως εμμέσως συνομολογείται από τους αναιρεσείοντες με το αναιρετήριο δεν άσκησαν, αλλά προέβησαν στις 25-10-2019 στην άσκηση την κρινομένης αίτησης αναίρεσης, όπως προκύπτει από την κάτω από αυτήν βεβαίωση της γραμματέα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, δηλαδή μετά την πάροδο της δεκαπενθήμερης προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, η οποία συμπληρώθηκε στις 11-10-2019, οπότε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης (25-10-2019) η προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είχε πλέον καταστεί τελεσίδικη και άρχισε να τρέχει η προθεσμία των τριάντα ημερών η οποία δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298 και 299 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αποδοχή της απόφασης πριν από την άσκηση ενδίκου μέσου, όπως και της αναίρεσης εναντίον της, η οποία υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα της άσκησής του, δεν υπόκειται σε ορισμένο διαδικαστικό τύπο, όπως εκείνη που γίνεται μετά την άσκηση του ενδίκου μέσου, δυναμένη να γίνει ρητώς, με την τήρηση των διατυπώσεων που διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 297 του κώδικα αυτού και συγκεκριμένα με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο αυτού που παραιτείται, αλλά και σιωπηρώς, με δηλώσεις ή πράξεις από τις οποίες συνάγεται αναγκαίως ο περί αποδοχής σκοπός.
Τέτοια περίπτωση σιωπηρής παραίτησης από την άσκηση κάποιου ένδικου μέσου μπορεί να συντρέχει και όταν ο υπόχρεος καταβάλει, χωρίς να επισπεύδεται σε βάρος του αναγκαστική εκτέλεση και χωρίς επιφύλαξη, το μεγαλύτερο μέρος της τελεσιδίκως σε βάρος του επιδικασθείσας απαίτησης του αντιδίκου του μετά των τόκων και της δικαστικής δαπάνης (ΑΠ 1308/2008).
Η αποδοχή δε της απόφασης επάγεται, ως δικονομική έννομη συνέπεια, την απόρριψη του ασκηθέντος ενδίκου μέσου, ως απαραδέκτου, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 556 παρ. 2 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2008). Στην κρινομένη υπόθεση οι αναιρεσίβλητοι, με τις κατά το άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ εμπροθέσμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις τους, προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι η ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων, λόγω σιωπηρής αποδοχής από τους τελευταίους της αναιρεσιβαλλόμενης 138/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου.
Ειδικότερα, ισχυρίζονται οι αναιρεσίβλητοι ότι μετά τη δημοσίευση της ανωτέρω απόφασης, οι αναιρεσείοντες, εν γνώσει του διατακτικού της απόφασης αυτής, διατύπωσαν εγγράφως την πρόθεσή τους να αγοράσουν το επίδικο ακίνητο και για το λόγο αυτό συντάχθηκε το από 6-11-2017 ιδιωτικό συμφωνητικό, ενώ σε πίστωση της συμφωνίας τους αυτής τους κατέβαλαν ως προκαταβολή για την αγοραπωλησία το ποσό των 30.000 ευρώ.
Ότι προκειμένου να υλοποιηθεί η αγοραπωλησία αυτή, τους ζητήθηκε από τους αναιρεσείοντες να τακτοποιήσουν τα ποσοστά εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου στο οικόπεδο των 189,57 τ.μ. και ότι για το λόγο αυτό άσκησαν την από 1-2-2017 αγωγή με το ανωτέρω αίτημα, η οποία κοινοποιήθηκε και στους αναιρεσείοντες. Ότι από το δικόγραφο της αγωγής αυτής παραιτήθηκαν στη συνέχεια με νέα αγωγή που άσκησαν με το ίδιο αίτημα, η οποία και αυτή κοινοποιήθηκε στους αναιρεσείοντες.
Ότι εντελώς ξαφνικά, στις αρχές του έτους 2019, οι αναιρεσείοντες υπαναχώρησαν αναίτια και απέσυραν την πρότασή τους για αγορά του επιδίκου, αξιώνοντας την επιστροφή σ' αυτούς της προκαταβολής που είχαν καταβάλει, την οποία οι ίδιοι, καλή τη πίστη, τους την επέστρεψαν. Ότι από τη συμπεριφορά αυτή των αναιρεσειόντων προκύπτει ότι αυτοί αναγνώρισαν την κυριότητά τους στο επίδικο ακίνητο και αποδέχθηκαν την προσβαλλόμενη απόφαση, με αποτέλεσμα η ασκηθείσα στη συνέχεια ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής να είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων.
Ο ισχυρισμός αυτός των αναιρεσιβλήτων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, εφόσον η ανωτέρω επικαλούμενη συμφωνία περί αγοραπωλησίας του επιδίκου δεν ευοδώθηκε, και λαμβανομένου επί πλέον υπόψη και του γεγονότος ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν αναφέρουν το αποτέλεσμα της ως άνω αγωγής που άσκησαν για την τακτοποίηση των ποσοστών του επιδίκου ακινήτου τους επί του οικοπέδου, όπως αναφέρουν ότι ζητήθηκε από τους αναιρεσείοντες, οι τελευταίοι έχουν κάθε έννομο συμφέρον στην άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης, η οποία για το λόγο αυτό είναι παραδεκτή.
Ενόψει όλων των ανωτέρω αναφερθέντων, η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Παραδεκτοί εξάλλου, είναι και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε νόμιμα στους αναιρεσιβλήτους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Πρέπει, επομένως, τα ανωτέρω δικόγραφα της αναίρεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων να συνεκδικαστούν (άρθρα 246 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 286 ΚΠολΔ, η δίκη διακόπτεται αν, έως ότου τελειώσει η συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος ή νόμιμος αντιπρόσωπός του ή συμβεί άλλη μεταβολή στο πρόσωπο κάποιου από αυτούς, η οποία επηρεάζει την ικανότητα της δικαστικής παράστασής του ή την εξουσία εκπροσώπησης του νομίμου αντιπροσώπου.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 287 παρ. 1 ιδίου ως άνω Κώδικα, "Η διακοπή επέρχεται από το γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγους της διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η γνωστοποίηση γίνεται από πρόσωπο που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 290 του ιδίου επίσης ως άνω Κώδικα "Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή".
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, διατείνονται οι αναιρεσείοντες ότι κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου κατά τη δικάσιμο της 10-2-2017, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η πληρεξούσια δικηγόρος των εναγόντων δήλωσε τη βίαιη διακοπή της δίκης επειδή είχαν αποβιώσει οι αρχικοί δύο ενάγοντες και ότι η δίκη συνεχιζόταν στο πρόσωπο των εκ διαθήκης κληρονόμων τους, αναφέροντας στη συνέχεια τα ονόματα των κληρονόμων και ήδη αναιρεσιβλήτων και ότι η δήλωση αυτή επαναλήφθηκε και στις κατατεθείσες από τους διαδόχους των αρχικών εναγόντων προτάσεις τους επί της ένδικης αγωγής.
Ότι με δεδομένο ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) δεν παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής κατά την ανωτέρω δικάσιμο της 10-2-2017, δεν περιήλθε σε γνώση τους η ως άνω δήλωση της πληρεξούσιας των εναγόντων, ούτε κατ' άλλο τρόπο γνωστοποιήθηκε σ' αυτούς ο θάνατος των εναγόντων στα πλαίσια της δίκης αυτής, όπως απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 287, με αποτέλεσμα να μην έχει επέλθει η διακοπή και επανάληψη της δίκης από τους κληρονόμους των εναγόντων.
Ότι ενόψει των ανωτέρω, εφόσον δεν επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης, το δικαστήριο όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρο 73 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 62 ιδίου Κώδικα, τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων της ιδιότητας του διαδίκου στα πρόσωπα των αποθανόντων εναγόντων και να κηρύξει απαράδεκτη την αγωγή.
Ότι επίσης, δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αν επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης, ούτε ότι αυτή επαναλαμβάνεται στα πρόσωπα των νομίμων κληρονόμων των εναγόντων, αλλά αντ' αυτών, έκανε δεκτή την αγωγή και αναγνώρισε την κατ' ισομοιρία συγκυριότητα των αρχικών εναγόντων Κ. Λ. και Α. συζ. Ν. Μ. επί του επιδίκου ακινήτου, υποπίπτοντας έτσι στην παράβαση του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.
Με τον πρώτο δε πρόσθετο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση των ιδίων ως άνω περιστατικών και την επίκληση επίσης της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε, με τη μη εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 35 ΑΚ και 62 ΚΠολΔ.
Οι αναιρεσίβλητοι με τις από 6-7-2021 προτάσεις τους, που κατέθεσαν εμπρόθεσμα, ισχυρίζονται ότι σε προηγούμενη δικάσιμο από αυτήν της 10-2-2017, κατά την οποία συζητήθηκε η αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και συγκεκριμένα κατά τη δικάσιμο της 21-11-2014, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου γνωστοποίησαν το θάνατο των αρχικών εναγόντων, παρόντων των αναιρεσειόντων, τότε εναγομένων, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 19-2-2016.
Οι αναιρεσείοντες, με την από 7-9-2021 προσθήκη-αντίκρουση επί των από 6-7-2021 προτάσεων των αναιρεσιβλήτων, δεν αντικρούουν τον ισχυρισμό αυτό των αναιρεσιβλήτων, όπως αντικρούουν άλλους ισχυρισμούς των τελευταίων, που αυτοί διαλαμβάνουν στις προτάσεις τους. Εξ άλλου, το γεγονός της γνωστοποίησης του θανάτου των αρχικών εναγόντων κατά την ανωτέρω δικάσιμο της 21-11-2014, παρόντων των εναγομένων-αναιρεσειόντων, αποδεικνύεται και από το φωτοτυπικό αντίγραφο του πινακίου της δικασίμου αυτής, που προσκομίζουν οι αναιρεσίβλητοι, στο οποίο, λόγω της πιο πάνω δήλωσης, έχει σημειωθεί από τον προεδρεύοντα του δικαστηρίου σε συντομία ότι οι ενάγοντες απεβίωσαν και συνεχίζουν οι κληρονόμοι, ότι οι εναγόμενοι παρίστανται δια πληρεξουσίου δικηγόρου και ότι η συζήτηση της υπόθεσης αναβάλλεται λόγω της αποχής των δικηγόρων για τη δικάσιμο της 19-2-2016.
Επομένως, με την ανωτέρω δήλωση γνωστοποιήθηκε στους εναγομένους ο θάνατος των αρχικών εναγόντων, με αποτέλεσμα τη βίαιη διακοπή της δίκης και συγχρόνως την εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους τους. Κατά συνέπεια, η δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων κατά τη δικάσιμο της 10-2-2017, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, περί βίαιης διακοπής της δίκης λόγω θανάτου των αρχικών εναγόντων και περί συνέχισης αυτής από τους αναφερόμενους κληρονόμους τους, έγινε ως εκ περισσού, αφού η διακοπή της δίκης είχε ήδη επέλθει σε προηγούμενη δικάσιμο, όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης και με τον πρώτο πρόσθετο λόγο είναι αβάσιμα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 315 ΚΠολΔ, αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται σ' αυτήν γραφικά λάθη ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του.
Περαιτέρω, και καθώς δεν υπάρχει διάταξη που να καθιερώνει, τουλάχιστον αμέσως, επίδραση της αντίστοιχης διαδικασίας διόρθωσης στην αναιρετική διαδικασία, ο Άρειος Πάγος, ανεξάρτητα από την έκδοση ή μη της διορθωτικής απόφασης, προχωρεί στην αναιρετική διαδικασία λαμβάνοντας υπόψη την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σαν να είναι διορθωμένη ως προς τα γραφικά λάθη, ή προχωρεί στη σχετική διαδικασία και αν ακόμα εκκρεμεί αίτηση για διόρθωση της απόφασης στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 888/2000, ΑΠ 205/2017 ΑΠ 795/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, παρά το γεγονός ότι, όπως δέχονται κατά τα ανωτέρω και οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες, δηλώθηκε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της αγωγής ο θάνατος των εναγόντων και ότι συνεχίζουν τη δίκη οι αναφερθέντες κληρονόμοι τους, ήδη αναιρεσίβλητοι, από προφανή παραδρομή κατά τη σύνταξη της προσβαλλόμενης απόφασης και όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, δεν περιλήφθηκαν σ' αυτήν τα ονόματα των κληρονόμων των αρχικών εναγόντων, ως υπεισελθόντων στη δικονομική θέση των τελευταίων, ενώ επί πλέον στο διατακτικό της απόφασης αναγνωρίστηκαν οι αρχικοί ενάγοντες συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου, αντί των κληρονόμων που συνέχιζαν τη δίκη.
Ενόψει, όμως, του ότι, όπως εκτέθηκε στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στην αναιρετική διαδικασία λαμβάνοντας υπόψη την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση σαν να είναι διορθωμένη ως προς τα ανωτέρω γραφικά λάθη, ο εξεταζόμενος πρώτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, καθώς και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση και επομένως ως αβάσιμοι.
Άλλωστε, με την προσκομιζόμενη με επίκληση από τους αναιρεσίβλητους 56/2021 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, εκδόθηκε μετά από αυτεπάγγελτη κίνηση της σχετικής διαδικασίας κατά τα άρθρα 315 και 317 παρ. 3 ΚΠολΔ, διορθώθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 138/2017 απόφαση ως προς τα στοιχεία των παρασταθέντων εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ως εκ διαθήκης κληρονόμων των αρχικών εναγόντων, λόγω της δήλωσης του θανάτου των τελευταίων και ότι οι εν λόγω παριστάμενοι ενάγοντες συνεχίζουν τη δίκη, ενώ περαιτέρω διορθώθηκε και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τη συγκυριότητα αυτών (εναγόντων-αναιρεσιβλήτων) επί του επιδίκου ακινήτου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 953, 954, 1002 και 1117 ΑΚ, 1 και 14 του Ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους", 1 και 2 του ΝΔ 1024/1971 "περί διηρημένης ιδιοκτησίας, επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου" και 480 Α ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι ο νομοθέτης, κατ' εξαίρεση της αρχής superficies solo cedit, καθιέρωσε τη σύσταση χωριστής κυριότητας επί ορόφου ή διαμερίσματος, την οποία αργότερα επεξέτεινε και στα πλείονα αυτοτελή οικοδομήματα, ανεγειρόμενα σε ενιαίο οικόπεδο που ανήκει σε ένα ή περισσότερους, καθώς και στους ορόφους ή μέρη των οικοδομημάτων αυτών.
Ο ίδιος νομοθέτης προσδιόρισε ως συστατική πράξη των διηρημένων αυτών ιδιοκτησιών αρχικά "μόνο τη ρητή συμφωνία ή πράξη τελευταίας βουλήσεως" (άρθρ. 14 Ν. 3741/1929), ακολούθως "μόνο τη δικαιοπραξία του κυρίου του όλου ακινήτου" (άρθρ. 1002 ΑΚ), μεταγενέστερα δε "είτε τη δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου του κυρίου του οικοπέδου, είτε τη σύμβαση των τυχόν συγκυρίων αυτού" (άρθρ. 2 ΝΔ 1024/1971), ενώ με την προσθήκη του άρθρου 480 Α ΚΠολΔ προέβλεψε τη σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας κατ' ορόφους ή μέρη ορόφων και με δικαστική απόφαση σε δίκη διανομής.
Είναι δε πρόδηλο από την ως άνω εξέλιξη του θεσμού της χωριστής ιδιοκτησίας κατ' ορόφους ή μέρη αυτών, από τον εξαιρετικό χαρακτήρα του έναντι της προαναφερόμενης αρχής και από τη γραμματική ερμηνεία των στενά ερμηνευτέων πιο πάνω διατάξεων, ότι αποκλείεται η σύσταση χωριστής κυριότητας επί ορόφου ή διαμερίσματος με χρησικτησία τακτική ή έκτακτη.
Μόνο συνεστημένης ήδη χωριστής κυριότητας ορόφου ή διαμερίσματος είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τον τελευταίο ως άνω πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με χρησικτησία (ΑΠ 1225/2018, ΑΠ 642/2012, ΑΠ 56/2011, ΑΠ 502/2001). Περαιτέρω, κατά κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος, όμως, αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 554/2020, ΑΠ 1035/2020, ΑΠ 398/2015, ΑΠ 142/2013).
Εξ άλλου, η παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνα του ουσιαστικού δικαίου με την εσφαλμένη υπαγωγή ή με την εσφαλμένη μη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων, τα οποία είτε επικαλέστηκε ο ενάγων είτε αυτό ανελέγκτως δέχθηκε, η οποία ιδρύει, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, αποτελεί σφάλμα κατά την έννοια της ως άνω διάταξης (άρθρ. 562 παρ. 2 εδ.
β'), που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, την οποία το δικαστήριο εκείνο εξέδωσε. Επομένως, ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ένα τέτοιο σφάλμα παραδεκτά προβάλλεται, και αν ακόμα το εσφαλμένο της υπαγωγής ή της μη υπαγωγής αυτής δεν είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 722/1993, ΑΠ 937/1992).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 4/2021).
Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 7/2006, ΑΠ 3/2022, ΑΠ 1111/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αρχικοί ενάγοντες ισχυρίστηκαν με την από 2-11-2005 αγωγή τους και όπως αυτή διορθώθηκε κατά τη δικάσιμο της 10-2-2017 με δήλωση της πληρεξούσιας τους δικηγόρου που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ότι είναι συγκύριοι σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας μιας παλαιάς οικίας αποτελούμενης από ισόγειο εμβαδού 17,12 τ.μ., πρώτο όροφο εμβαδού 183,04 τ.μ., και το δικαίωμα υψούν, που βρίσκεται σε οικόπεδο εμβαδού 189 τ.μ., στην πόλη του Ηρακλείου, με το ανάλογο ποσοστό συγκυριότητας στο όλο οικόπεδο επί του οποίου η παλαιά οικία.
Ότι απέκτησαν την κυριότητα στο ως άνω ακίνητο δυνάμει κληρονομικής διαδοχής και συγκεκριμένα ως κληρονόμοι του αληθούς κυρίου και πατέρα τους Μ. Λ., κληρονομία την οποία αποδέχθηκαν με την αναφερόμενη δήλωση αποδοχής κληρονομίας, που μεταγράφηκε νόμιμα και επικουρικά ότι απέκτησαν την κυριότητα του ακινήτου και με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, δηλαδή με συνεχή νομή αυτού με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη για χρονικό διάστημα 26 ετών.
Ότι οι εναγόμενοι, εκμεταλλευόμενοι την απουσία τους από την ως άνω ιδιοκτησία τους, διάνοιξαν μια πόρτα στο μεσότοιχο που χωρίζει το δικό τους ισόγειο τμήμα των 17,12 τ.μ. από το υπόλοιπο ισόγειο χώρο, που αποτελεί κατάστημα και ανήκει στη συνιδιοκτησία των εναγομένων, και τοποθέτησαν σε αυτό (στο ισόγειο τμήμα) διάφορα αντικείμενα, αμφισβητώντας με τον τρόπο αυτό την κυριότητά τους στο ισόγειο τμήμα του ακινήτου τους.
Με αυτά τα δεδομένα, ζήτησαν με την αγωγή τους να αναγνωρισθούν συγκύριοι της ανωτέρω παλαιάς οικίας και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να παύσουν να διαταράσσουν την κυριότητά τους, κλείνοντας την ανοιγείσα από αυτούς πόρτα στον ισόγειο χώρο της ιδιοκτησίας τους και επαναφέροντας το μεσότοιχο στην προτέρα κατάσταση.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 138/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, κατέστη τελεσίδικη και με την οποία, αφού απορρίφθηκε σιωπηρά η βάση της αγωγής που στηριζόταν στην κληρονομική διαδοχή, κρίθηκε η αγωγή νόμιμη, ως στηριζόμενη στις διατάξεις περί χρησικτησίας και συγκεκριμένα σ' αυτές των άρθρων 974, 976, 999, 1041, 1045, 1051 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ, ενώ κρίθηκε ως και ουσιαστικά βάσιμη, λόγω της ερημοδικίας των εναγομένων-αναιρεσειόντων.
Συγκεκριμένα, με την προσβαλλόμενη απόφαση και όπως αυτή διορθώθηκε με την 56/2021 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, αναγνωρίστηκε η συγκυριότητα των αναιρεσιβλήτων, ως διαδόχων των αρχικών εναγόντων, επί της επίδικης παλαιάς οικίας, αποτελούμενης από ισόγειο όροφο εμβαδού 17,12 τ.μ., από πρώτο όροφο εμβαδού 183,04 τ.μ.
και από το δικαίωμα υψούν. Έτσι, όμως κρίνοντας το Δικαστήριο και με το να δεχθεί κτήση με τακτική χρησικτησία από τους αναιρεσιβλήτους, ως διαδόχους των αρχικών εναγόντων, της χωριστής κυριότητας της επίδικης παλαιάς οικίας ως μέρους της όλης οικοδομής, η οποία επίδικη παλαιά οικία δεν αποτελούσε συνεστημένη με κάποιον από τους προαναφερόμενους τρόπους χωριστή ιδιοκτησία κατ' ορόφους ή μέρη αυτών, αφού ούτε στην αγωγή αναφέρεται τέτοια περίπτωση, παραβίασε ευθέως τις πιο πάνω αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1002, 1117, 1041 και 1045 ΑΚ και 14 Ν. 3741/1929, όπως βάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με το πρώτο μέρος του τέταρτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης.
Ο λόγος αυτός, αναφερόμενος σε σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτά προβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ, αβάσιμα δε υποστηρίζουν το αντίθετο με τις προτάσεις τους, που κατέθεσαν εμπρόθεσμα κατ' άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι διατείνονται ότι με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης προβάλλεται το πρώτον ο ισχυρισμός ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι μπορεί να συσταθεί διηρημένη ιδιοκτησία με χρησικτησία σε οικοδομή, στην οποία δεν έχει προηγηθεί νόμιμη σύστασή της.
Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές..." Εάν επομένως, ενόψει του περιεχομένου της αναιρετικής απόφασης και της έκτασης της αναίρεσης, δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για "περαιτέρω εκδίκαση" της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται η διατύπωση μόνο του διατακτικού της απόφασης, ο Άρειος Πάγος μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να εκδώσει την τελειωτική για την υπόθεση απόφαση (ΑΠ 700/2019, ΑΠ 790/2019).
Τέτοιο δικονομικό έδαφος για περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση, αφού, κατά τα προαναφερόμενα, η από 2-11-2005 αγωγή των αρχικών εναγόντων έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη, δεδομένου ότι δεν γίνεται καμία αναφορά σ' αυτήν ότι η επίδικη παλαιά οικία, επί της οποίας οι εν λόγω ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωρισθεί η κατ' ισομοιρία κυριότητά τους, αποτελούσε συνεστημένη με κάποιον από τους ανωτέρω αναφερόμενους νόμιμους τρόπους χωριστή ιδιοκτησία κατ' ορόφους ή μέρη των ορόφων αυτών.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και δεδομένου ότι παρέλκει η έρευνα των υπολοίπων αναιρετικών λόγων, καθώς αυτοί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ανωτέρω τέταρτου πρόσθετου λόγου, κατά το πρώτο μέρος του, που γίνεται δεκτός, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 138/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, να κρατηθεί η υπόθεση για εκδίκαση από τον Άρειο Πάγο, εφόσον δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση και στη συνέχεια να απορριφθεί η από 2-11-2005 αγωγή των αρχικών εναγόντων ως μη νόμιμη, όπως στο διατακτικό.
Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις και υπέβαλαν σχετικό αίτημα, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 20-10-2019 αίτηση των Κ. Ν. του Ι. και Χ. Ν. του Ι. με τους από 10-11-2020 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της 138/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου.
Αναιρεί την 138/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 2-11-2005 αγωγή των αρχικών εναγόντων Κ. Λ. του Μ. και Α. συζ. Ν. Μ., το γένος Μ. Λ..
Απορρίπτει την αγωγή.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Σεπτεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ