Supreme Court dismisses appeal against conviction for issuing a dishonored check as a typical crime requiring only objective elements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a Piraeus Court of Assizes judgment convicting him of issuing a dishonored check. The appellant argued for lack of proper reasoning regarding his guilt and procedural defects, but the court held that the crime is typical and requires only the objective act of issuing a check without funds. The court ruled that the defendant's intent is inherent in the circumstances and that the victim's knowledge of the lack of funds does not negate the criminal nature of the act.
Legislator headnote
AI generatedArt. 79 of Law 5960/1933; Art. 510 of the Criminal Code: The crime of issuing a dishonored check is a typical offense where the subjective element of intent is presumed from the objective circumstances, and the lack of specific reasoning regarding guilt does not constitute an appealable error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1842 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1842/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Χρυσούλα Φλώρου-Κοντοδήμου- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Τ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Χρυσάφη, για αναίρεση της υπ'αριθ. ΒΤ 1093/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "..." νομίμως εκπροσωπουμένη, που εδρεύει στον ……, η οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Γιαννακόπουλο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Απριλίου 2019 αίτησή του αναιρέσεως, που ασκήθηκε με δήλωση και επιδόθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στις 24 Απριλίου 2019 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 4944/2019, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 774/19.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 79 παρ.1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή η οποία δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αντικειμενικά μεν: α) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, β) υπογραφή του εκδότη, στην οικεία θέση, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας.
Κατά συνέπεια, αν κάποιος εκδώσει ακάλυπτη επιταγή ως νόμιμος εκπρόσωπος νομικού προσώπου για λογαριασμό του τελευταίου, δράστης του αδικήματος αυτού είναι ο ενεργών ως όργανο του νομικού προσώπου, ο οποίος με την προγενέστερη άδικη συμπεριφορά του φέρει ο ίδιος την ποινική ευθύνη για την ποινή που προβλέπεται στο άρθρο 79 ν. 5960/1933 και υπέχει νομική υποχρέωση κάλυψης της επιταγής, εφόσον ενήργησε γνωρίζοντας τα στοιχεία του αδικήματος και το ενδεχόμενο να υπάρχει έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στο λογαριασμό του νομικού προσώπου, με χρέωση του οποίου είναι πληρωτέα η επιταγή κατά το χρόνο έκδοσης ή της πληρωμής αυτής, γ) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και δ) έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή, τόσο κατά το χρόνο έκδοσης, όσο και κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε, γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξης, δηλαδή της έκδοσης επιταγής που είναι ακάλυπτη.
Ειδικότερα, αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, μετά την αντικατάσταση της διάταξης της παρ. 1 του άνω άρθρου 79 με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, εξέλιπε από αυτό η παλαιότερη πρόβλεψη, η οποία, ενόψει του ότι έκανε λόγο για έκδοση ακάλυπτης επιταγής "εν γνώσει" του δράστη, άφηνε έξω από την περιγραφή της, αναγκαίας για την κατάφαση του εγκλήματος, υπαιτιότητας του εκδότη τον απλό ή ενδεχόμενο δόλο.
Με τη νέα δηλαδή ρύθμιση, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) δόλος και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξης. Άρα, για να είναι αξιόποινη η πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, αρκεί ο εκδότης αυτής σε επίπεδο γνωστικό να γνωρίζει ακόμη και ως ενδεχόμενο και σε επίπεδο βουλητικό να επιδιώκει ή απλά να αποδέχεται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων.
Όταν, συνεπώς, στην καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής διαλαμβάνεται ότι ο δράστης ενήργησε από πρόθεση (με δόλο), σημαίνει ότι αυτός γνωρίζει και αποδέχεται όλα τα στοιχεία που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα.
Έτσι, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης για το παραπάνω έγκλημα, δεν είναι απαραίτητο να γίνεται σ' αυτήν και ειδική αναφορά σε "γνώση" του εκδότη της επιταγής για την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα, όπως απαιτούσε η προαναφερθείσα διάταξη πριν από την τροποποίησή της από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, αλλά αρκεί προς τούτο, ότι αυτός θεωρεί την έλλειψη πιθανή και την αποδέχεται.
Εξάλλου, η επιταγή μπορεί να εκδοθεί και μεταχρονολογημένη, δηλαδή να φέρει ημερομηνία έκδοσης μεταγενέστερη από την πραγματική. Στην περίπτωση αυτή, κατά την αληθή έννοια των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 79, 28 και 29 εδάφια α' και δ' του ίδιου νόμου 5960/1933, το προβλεπόμενο και τιμωρούμενο από την πρώτη αυτών ως άνω έγκλημα συντελείται, όταν η μεταχρονολογημένη επιταγή εμφανιστεί προς πληρωμή και δεν πληρωθεί, λόγω έλλειψης αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων, σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο ανάμεσα στην ημέρα της πραγματικής έκδοσης και την ημέρα κατά την οποία παρέρχεται η προθεσμία προς εμφάνιση, δηλαδή, κατ' άρθρο 56 του ν. 5960/1933, από την επομένη της πραγματικής έκδοσης της επιταγής, μέχρι και την όγδοη ημέρα από την επομένη της ημέρας που αναγράφεται σε αυτήν ως ημέρα έκδοσης (Ολ.ΑΠ 123/81, Ολ.ΑΠ 46/80).
Αν κατά τον χρόνο αυτό ο εκδότης της μεταχρονολογημένης επιταγής δεν έχει κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα, κατά τον ίδιο χρόνο τελεί το ανωτέρω έγκλημα. Τέλος, το αξιόποινο του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής δεν επηρεάζεται από την έλλειψη οποιασδήποτε αιτίας ή οφειλής του εκδότη, γιατί το έγκλημα αυτό, εν όψει της φύσης της επιταγής ως χρηματικού μέσου πληρωμής και της ανάγκης προστασίας των συναλλαγών, πραγματώνεται με μόνη την έκδοση ή μη πληρωμή της ακάλυπτης επιταγής, χωρίς να ασκεί επιρροή η εσωτερική σχέση μεταξύ εκδότη και λήπτη της επιταγής, δεδομένου ότι στο πεδίο του ποινικού δικαίου δεν ερευνάται η αιτία έκδοσης.
Ούτε αίρεται το άδικο της πράξης, αν η ενσωματωμένη στην επιταγή απαίτηση είναι αγώγιμη ή δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του εκδότη, λόγω της ανύπαρκτης ή της παράνομης αιτίας. Αρκεί ότι η επιταγή, ως αξιόγραφο, έχει τα τυπικά στοιχεία της εγκυρότητας. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη δε τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού (σκεπτικού) με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει τα πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.
Επίσης, η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ειδικά, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης αυτού, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την πραγμάτωση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).
Τέτοια, στοιχεία, όμως, όπως προαναφέρθηκε, δεν αξιώνονται πλέον από το νόμο στην περίπτωση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο σε σχέση με την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους ή μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά.
Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά κατ' επιλογή, όπως τούτο επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Τέλος, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία (παραβίαση) υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. ΒΤ 1093/2019 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό και καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα Ε. Τ. για παράβαση του Νόμου "περί επιταγής" (άρθρο 79 Ν. 5960/1933), δέχθηκε στο σκεπτικό της, μετά την παράθεση νομικών σκέψεων, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, και κατά τα ενδιαφέροντα εδώ σημεία, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου), αποδείχθηκαν τα εξής επί λέξει: "ο κατηγορούμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", περί μηνός Ιανουαρίου 2013, εξέδωσε τη με αριθμό ...
επιταγή θέτοντας ως ημερομηνία έκδοσης την 19/8/2013, για να πληρωθεί από την τράπεζα "EUROBANK ERGASIAS ΑΕ", για το χρηματικό ποσό των -40.000- ευρώ, σε διαταγή της "...". Την επιταγή αυτή εμφάνισε νόμιμα και εμπρόθεσμα η ανωτέρω λήπτρια αυτής, την 19-8-2013, πλην όμως δεν πληρώθηκε, διότι όπως τούτο βεβαιώνεται με την από 21-8-2013 βεβαίωση της τράπεζας Πειραιώς ΑΕ, κατόπιν ρητής εξουσιοδότησης από την πληρώτρια τράπεζα "λόγω λήξης νομιμοποίησης εκδοτών", λόγος που ισοδυναμεί με έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων.
Εξάλλου, ο ίδιος ο κατηγορούμενος ενώπιον μας ως προς την ύπαρξη κατά το χρόνο εμφάνισης διαθεσίμων κεφαλαίων κατέθεσε ενώπιον μας "Δεν νομίζω να υπήρχε διαθέσιμο κεφάλαιο όταν εξεδόθη η επίδικη επιταγή". Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η εγκαλούσα τυγχάνει νόμιμη κομίστρια ως λήπτρια της εν λόγω επιταγής τη δε έγκληση, υπέβαλε εμπροθέσμως ήτοι 15-11-2013.
Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως που του αποδίδεται πλην όμως να του αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2 α, β και δ ΠΚ........... Τέλος ο ίδιος κατηγορούμενος με έγγραφο σημείωμα αυτοτελών ισχυρισμών διατείνεται ότι η εγκαλούσα τελούσε σε γνώση της έλλειψης αντικρύσματος, δεν υπέστη ζημία εφόσον η ανωτέρω επιταγή εξεδόθη προς εξασφάλιση απαίτησης και μόνον, η επιταγή εξεδόθη για αιτία που δεν επακολούθησε και η μη πληρωμή της οφείλεται σε υπαιτιότητα μόνον του κομιστή, ισχυρισμοί που κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη πέρα του ότι δεν απεδείχθησαν στην ουσία τους εφόσον προέκυψε ότι η επιταγή εδόθη σαφώς χάριν καταβολής πραγματικού χρέους της ανωτέρω εταιρείας την οποία εκπροσωπούσε ο κατηγορούμενος και μάλιστα για προγενέστερες της εκδόσεως οφειλές της προς την εγκαλούσα, το αξιόποινο του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής δεν επηρεάζεται από την έλλειψη κάθε αιτίας ή οφειλής του εκδότη, γιατί το έγκλημα αυτό, εν όψει της φύσεως της επιταγής ως χρηματικού μέσου πληρωμής και της ανάγκης προστασίας των συναλλαγών, πραγματώνεται με μόνη την έκδοση ή μη πληρωμή της ακάλυπτης επιταγής, χωρίς να ασκεί επιρροή η εσωτερική σχέση μεταξύ εκδότη και λήπτη της επιταγής, δεδομένου ότι στο πεδίο του ποινικού δικαίου δεν ερευνάται η αιτία εκδόσεως.
Ούτε αίρεται το άδικο της πράξεως αν η ενσωματωμένη στην επιταγή απαίτηση είναι αγώγιμη ή δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του εκδότη λόγω του ανυπάρκτου ή του παράνομου της αιτίας. Αρκεί ότι η επιταγή ως αξιόγραφο έχει τα τυπικά στοιχεία της εγκυρότητας".
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας, με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, με τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2α', β' και δ' ΠΚ, για το ότι: "Στον ……, το μήνα Ιανουάριο 2013 εξέδωσε ως Διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", με πρόθεση, τη μεταχρονολογογημένη και δη με ημερομηνία εκδόσεως ……., με αριθμό ... επιταγή, για να πληρωθεί από την τράπεζα "EUROBANK ERGASIAS ΑΕ", για το χρηματικό ποσό των -40.000- ευρώ, σε διαταγή της "...", η οποία αν και εμφανίσθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τη λήπτρια αυτής ανωτέρω εταιρεία προς πληρωμή της την 19-8-2013, όπως τούτο προκύπτει από την από 21-8-2013 βεβαίωση επί της ένδικης επιταγής από την τράπεζα Πειραιώς ΑΕ, κατόπιν ρητής εξουσιοδότησης από την πληρώτρια τράπεζα, δεν πληρώθηκε στον κομιστή της και δη στην ανωτέρω λήπτρια εταιρεία, "λόγω λήξης νομιμοποίησης εκδοτών" όπως τούτο βεβαιώνεται από την ανωτέρω τράπεζα και ισοδυναμεί με έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων", επέβαλε δε ακολούθως σ' αυτόν ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία.
Με αυτές τις παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27, 51, 53, 57, 79 του ΠΚ και 79 παρ. 1, 5 του Ν. 5960/1933 (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ΝΔ 1325/1972), όπως η παρ. 5 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς ούτε ευθέως ούτε κατά πλάγιο τρόπο να τις παραβιάσει με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία και έτσι δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, αναφέρεται στην απόφαση με τα πλήρη στοιχεία της η ως άνω (έγκυρη) μεταχρονολογημένη επιταγή, την οποία εξέδωσε ο αναιρεσείων, ως διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", ο χρόνος έκδοσης της επιταγής αυτής, η ημερομηνία εμπρόθεσμης εμφάνισής της προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, η μη πληρωμή της "λόγω λήξης νομιμοποίησης εκδοτών", όπως βεβαιώθηκε στο σώμα της επιταγής από τους αρμόδιους τραπεζικούς υπαλλήλους, που ισοδυναμεί με έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στον οικείο λογαριασμό της εκπροσωπούμενης από τον κατηγορούμενο εταιρίας, καθώς και ότι ο τελευταίος ενήργησε με πρόθεση, ενώ το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως τον δόλο του κατηγορουμένου, αφού αυτός (δόλος) ενυπάρχει, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος.
Επίσης, με την προσήκουσα, κατά τα άνω, αιτιολογία το Δικαστήριο της ουσίας, αν και δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, οπότε δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης ακρόασης, απέρριψε, ως αβάσιμο, τον προβληθέντα (αρνητικό της κατηγορίας) ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί μη στοιχειοθέτησης εν προκειμένω του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, λόγω του ότι η λήπτρια της επιταγής, εγκαλούσα εταιρία, γνώριζε ότι η επιταγή ήταν ακάλυπτη και ότι είχε εκδοθεί για αιτία μη επακολουθήσασα, αφού, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, το αξιόποινο του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής δεν επηρεάζεται από την έλλειψη οποιασδήποτε αιτίας ή οφειλής του εκδότη, πραγματώνεται δε το έγκλημα αυτό με μόνη την έκδοση ή μη πληρωμή της ακάλυπτης επιταγής, χωρίς να ασκεί επιρροή η εσωτερική σχέση μεταξύ εκδότη και λήπτη της επιταγής, ούτε αίρεται το άδικο της πράξης, αν η ενσωματωμένη στην επιταγή απαίτηση είναι αγώγιμη ή δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του εκδότη, λόγω της ανύπαρκτης ή της παράνομης αιτίας.
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Β', Δ' και Ε'του ΚΠοινΔ, λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακρόασης, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την επί της ενοχής κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για την πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, αντικειμενικά και υποκειμενικά και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων.
Ενόψει όλων αυτών και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Επίσης, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΚΠοινΔ) και να καταδικαστεί αυτός (αναιρεσείων) στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της πολιτικώς ενάγουσας, η οποία κλήθηκε και παραστάθηκε νόμιμα (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-4-2019 αίτηση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 24-4-2019, του Ε. Τ. του Π., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. ΒΤ 1093/2019 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Και
Καταδικάζει αυτόν (αναιρεσείοντα) στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...) και τον διακριτικό τιτλο "...), πρώην "...", την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Νοεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ