Legislator Case Law & Legislation
1842/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on land title dispute, rejecting claims of document distortion and lack of chain of title.

Case Number 1842/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a land title dispute. The appellant argued that the lower court distorted the content of a will and failed to verify the continuity of title documents. The court rejected these claims, ruling that the lower court's interpretation of the will's content did not constitute a distortion and that the appellant failed to prove the required chain of title.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(13) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a lower court's interpretation of a document's content, differing from the appellant's view, does not constitute distortion, and the appellant bears the burden of proving the document's existence and content to establish such a claim.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure distortion of document chain of title will interpretation land ownership dispute appellate review burden of proof

Cited Legislation

AI generated
Article 559(13) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 339 of the Code of Civil Procedure
Article 432 of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) and (3) of Law 3693/1957
Article 52(18) of Law 3693/1957
Article 52(18) of Law 1738/1987
Article 2 of Administrative Decree 134423/1992
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1842 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1842/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Μαϊου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. συζ. Α. Λ., το γένος Ξ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Αποστολίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Βαρδακαστάνη, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40/2000 μη οριστική, 90/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 311/2005 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-8-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 12-2-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τα άρθρα 1-3 του οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274, οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε (5) κατηγορίες α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) (οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες) των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ) (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση) των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνον δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια) των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ) (δημόσιοι δρόμοι, πλατείες) οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ) βουνά, ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση) οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.

Επακολούθησαν τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 3-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζοντας σε συνδυασμό με την από 9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως "Περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων "ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως 3-2-1830) και είχε δημεύσει κατά την διάρκεια του πολέμου, καθώς και σε εκείνα τα οποία, κατά τον χρόνο υπογραφής των πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς οι οποίοι απεχώρησαν και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου της 21-6/3-7/1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", περιεχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στη κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα.

Με τις ρυθμίσεις αυτές, το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενομένη δήμευση "δικαίωμα πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατείχοντο μόνον από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της ελληνικής επαναστάσεως και, ή κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου, ή ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατείχοντο πλέον απ' αυτούς.

Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματα πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αρ. 3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο την 10/22-3-1829 με τον παράτιτλο "Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων" διαλαμβάνοντας "Αι παρακείμεναι εις την Πελοπόννησο νήσοι, νήσος - Εύβοια και οι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες θέλουν ωσαύτος αποτελεί μέρος τούτου τον Κρατών".

Η διαδοχή όμως αυτή, δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίας "τεσσαρούφ" τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες, Ειδικότερα, οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου περί "γαιών" κατηγορία των καθαράς ιδιοκτησίας ακινήτων τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου.

Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από το σουλτάνο, ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος, πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης.

Τούτο, όμως, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, μεταξύ των οποίων και η Μήλος, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, για εκτάσεις που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής των δεν εξουσιαζόταν από κανένα, μετά τον αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου.

Και τούτο διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπήγοντο υπό την απόλυτη εξουσία του Κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη Σύσταση του Ελληνικού Κράτους δια των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίστηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το νέο Ελληνικό Κράτος χωρίς καμμία αποζημίωση.

Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται ότι τα κτήματα υπό το όνομα "Βοκούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα, θα ανήκουν αυτοδικαίως στη Κυβέρνηση της Ελλάδος, (ολ ΑΠ 1/2013). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ, για την κτήση κυριότητας μέχρι την ισχύ του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του προϊσχύσαντος Β.Ρ.Δικαίου.

Από τις διατάξεις Νομ. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39) Νομ. 9 παρ. 1 Βασ (50.14) Αρμεν. Α', γ' παρ. 10 και των άρθρων 18 και 21 του Νόμου της 21-6/3-7-1837 " περί διακρίσεως των δημοσίων κτημάτων, προκύπτει ότι σε δημόσια κτήματα στα οποία περιλαμβάνονται και τα δημόσια δάση, χωρεί έκτακτη χρησικτησία, όταν ασκείται νομή σε αυτά με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί τριακονταετία.

Ο νομέας που απέκτησε τη νομή με καθολική ή ειδική διαδοχή, μπορεί να προσμετρήσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνη των δικαιοπαρόχων του. Η τριακονταετής νομή πρέπει να είχε συμπληρωθεί μέχρι 11-9-1915 σύμφωνα με το Ν.ΔΞΗ/1912 και τα διατάγματα " περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση τον νόμο αυτό και το άρθρο 21 Ν.Δ της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από τα κτήματα της Αεροπορικής Αμύνης".

Με τις ανωτέρω διατάξεις έχει ανασταλεί κάθε παραγραφή, ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του και συνεπώς και η χρησικτησία πάνω σε αυτά. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι προϋπόθεση της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του μέχρι την 11-9-1915 για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα.

Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα στο οποίο περιλαμβάνεται και το δάσος, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά την 11-9-1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις. Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ουσιαστικού ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα, έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο, μετά την ανέλεγκτη περί της ουσίας κρίση του, δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: To επίδικο ακίνητο έχει εμβαδό 217,930 στρέμματα, εμφαίνεται περιμετρικά με τα στοιχεία 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7 ...23, 24, 25, 1 στο από 25.1.2002 τοπογραφικό διάγραμμα τού πραγματογνώμονα μηχανικού Β.

Β., βρίσκεται στη θέση "..." τής κτηματικής περιφέρειας τού ... και συνορεύει βορείως με βραχώδη ακτή, νοτίως με ιδιοκτησίες κληρονόμων Φ. Β., κληρονόμων Ε. Κ. και Ε. Κ., ανατολικώς με ιδιοκτησία κληρονόμων Β. (Γ.), νοτιοανατολικώς με διερχόμενη επαρχιακή οδό ... και δυτικώς με ξηροπόταμο και πέραν αυτού με υπάρχουσα ακίνητη ιδιοκτησία κληρονόμων Δ.

Α.. Επισημαίνεται, ότι εντός των προαναφερόμενων ορίων περιέχεται και ένα αυτοτελές ακίνητο, τού οποίου ως ιδιοκτήτες φέρονται οι κληρονόμοι Ι. Β.. (Γ.), και εμφαίνεται και αυτό στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα τού ίδιου πιο πάνω πραγματογνώμονα με τα στοιχεία 26, 27, 28, 29, 30, 31, 26 και έχει μορφή περίπου παραλληλόγραμμου.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι η επίδικη αυτή έκταση κατά το μεγαλύτερο μέρος της είναι δασική, διότι καλύπτεται από χαμηλή θαμνώδη αυτοφυή δασική βλάστηση (ρείκι, άρκενθο, σχίνο, ασπάλαθο), ύψους από 0,50 εκ. μέχρι 1.50 μ. κατά το υπόλοιπο είναι χορτολιβαδική και ένα μικρό μέρος γεωργική. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης τού ανωτέρω πραγματογνώμονα Ε.

Γ. ο οποίος έλαβε υπ' όψη του τον ορθοφωτοχάρτη των αεροφωτογραφιών έτους λήψεως 1995 που χρησιμοποιήθηκε από την εταιρεία "Κτηματολόγιο Α.Ε." για την εκπόνηση του Εθνικού Κτηματολογίου Ο.Κ.Χ.Ε. και προσδιορίζει, όπως αναφέρθηκε, την έκταση τού επιδίκου σε 202.563 τ.μ., α) επί μέρους εδαφικά τμήματα: Ε1 = 3-758,27 τ.μ. + Ε2 = 10.199>19 τ.μ. + Ε3 = 12.251,96 τ.μ. + Εχαι = 7.473,03 τ.μ. + Εχα2 = 3.544,05 τ.μ.

συνολικής επιφανείας 37.226,5 τ.μ. έχουν αγροτική μορφή (τα Εχαι + Εχα2 = 11.017,08 τ.μ. ήταν κατά το παρελθόν, χορτολιβαδικής μορφής), β) επί μέρους εδαφικό τμήμα Εχι + Εχ2 + Εχ3 = 73.470,85 τ.μ. έχουν χορτολιβαδική μορφή με κλίση διάφορη, με πενιχρή υποβαθμισμένη χορτολιβαδική - φρυγανώδη βλάστηση και εμφάνιση κατά θέσεις και τμήματα τού μητρικού πετρώματος, λόγω αποκλίσεως τού εδάφους και γ) επί μέρους εδαφικά τμήματα:

Εδι = 74.834,44τ.μ + Εδ2 = 7-359,68 τ.μ. + Εδ3 = 9-677,53 τ.μ. συνολικής επιφανείας 91.871,65 τ.μ. έχουν δασική μορφή, διότι καλύπτονται από χαμηλή θαμνώδη αυτοφυή δασική βλάστηση (ρείκι, άρκενθο, σχίνο, ασπάλαθο), ενώ κατά θέσεις διέρχονται ρέμματα. Παραπλήσια δε κρίση εμπεριέχεται στην εκδοθείσα υπ' αριθ. 79/1997 απόφαση τής Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Δασικών Αμφισβητήσεων Νομού Κυκλάδων, με την οποία κρίθηκε, ότι επί μέρους εδαφικό τμήμα επιφανείας 25.330 τ.μ.

τυγχάνει γεωργική έκταση, εδαφικό τμήμα επιφανείας 70.318 τ.μ. τυγχάνει χορτολιβαδική έκταση και εδαφικό τμήμα επιφανείας 126.993,5 τ.μ. τυγχάνει δασική έκταση (ως βάση λήφθηκε το τοπογραφικό διάγραμμα τού τοπογράφου - μηχανικού Ν. Έ., με το οποίο, όμως, η συνολική έκταση τού επιδίκου, όπως σημειώθηκε, προσδιορίζεται σε 222.641 τ.μ.).

Σημειώνεται, ότι προηγήθηκε η διενέργεια αυτοψίας, καθώς και φωτοερμηνείας από το δασονόμο Κ. Κ.. Είναι δε χαρακτηριστικό, ότι δεν παρατηρήθηκαν ίχνη καλλιέργειας στο δασικό και χορτολοβαδικό τμήμα, ενώ δεν υπάρχουν λιθοδομές (πεζούλια), που ασφαλώς θα προσέδιδε ανθρώπινη παρουσία, γεγονός, άλλωστε, το οποίο προκύπτει και από τις αεροφωτογραφίες τού έτους 1945, από τις οποίες επιβεβαιώνεται η υπάρχουσα δασική κατάσταση πριν από το έτος αυτό.

Στο δασικό τμήμα επικρατεί ο κέδρος, γεγονός, άλλωστε, που επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση τού μάρτυρα της ενάγουσας Δ. Τ., η οποία περιέχεται στην υπ' αριθ.1 2001 εισηγητική έκθεση, καθώς επίσης το ρείκι και ο άρκευθος, ο οποίος μπορεί να φθάσει και τα 150 χρόνια. Ωστόσο, ο εν λόγω μάρτυρας δεν μπορεί να καταθέσει για τα παλιά σύνορα τού επιδίκου, τα οποία, όπως σημειώνει, δεν γνωρίζει, ενώ δεν δικαιολογεί την άποψη του, πώς είναι δυνατό να καλλιεργείται ολόκληρο το κτήμα, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, ενώ το μεγαλύτερο τμήμα του καλύπτεται από δασική βλάστηση.

Ο μάρτυρας, επίσης, τής ενάγουσας Β. Κ. ενώ καταθέτει, ότι η συγκεκριμένη έκταση ουδέποτε υπήρξε δάσος, συμπληρώνει, ωστόσο, ότι σ' αυτή υπάρχουν ελάχιστα κεδράκια, θέλοντας με τον τρόπο αυτό τής χρήσεως τού υποκοριστικού να υποβαθμίσει την υπάρχουσα πραγματική και αποδεδειγμένη κατάσταση τής δασικής μορφής, όπως αυτή προεκτέθηκε.

Συνηγορεί, όμως, και αυτός στην ανυπαρξία λιθοδομών, ενώ από το συνδυασμό των καταθέσεων προκύπτει, ότι μετά το διερχόμενο δρόμο, η θάλασσα απέχει τουλάχιστον 300 μ. Δεν διατυπώνεται δε επακριβώς και με το αποδιδόμενο νόημα το τμήμα εκείνο τής κατάθεσης τού μάρτυρα τού Δημοσίου Γ. Σ. τόσο στην εκκαλουμένη, όσο και στις προτάσεις τής εφεσίβλητης.

Συγκεκριμένα, ο εν λόγω μάρτυρας δεν καταθέτει, ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει ακίνητη περιουσία στην περιοχή, αλλά, σε κάθε περίπτωση και για την αποφυγή λάθους και για κάθε επιφύλαξη, παραπέμπει στο Δασαρχείο, όπου είναι συγκεντρωμένα τα σχετικά στοιχεία. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ύπαρξη τής προαναφερόμενης βλάστησης προσδίδει στην επίδικη έκταση το χαρακτήρα τής δασικής έκτασης, δεδομένου, ότι υπάρχει οργανική ενότητα ως προς τα τμήματα τής δασικής και τής χορτολιβαδικής μορφής [βλ.

ΑΕΔ 27/ 1999 ΕλλΔνη 41, 945 - ΣτΕ 3140/1993 ΔιοικΔνη 1994, 210], η οποία χρονολογείται από το έτος 1836. Η κρίση δε αυτή τού δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός, ότι η ύπαρξη μιας τέτοιας δασικής βλάστησης, η οποία υπήρχε το έτος 1945 και εξ" ακολούθησε και μετά ταύτα σαφώς προϋπήρξε και καταδεικνύει ανυπαρξία ανθρώπινης παρουσίας και δραστηριότητας.

Σημειώνεται, ότι η Δευτεροβάθμια Επιτροπή Δασικών Αμφισβητήσεων Noμού Κυκλάδων, στην οποία προσέφυγε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, δεν υπεισήλθε στην ουσία της υποθέσεως και περιορίσθηκε σε τυπικούς και μόνο λόγους, δεδομένου, ότι, κατά την κρίση της, δεν είχαν τηρηθεί όλες οι προβλεπόμενες από το αρθ. 14 ν. 998/1979 διατυπώσεις δημοσιότητας.

Περαιτέρω, η ενάγουσα εκθέτει, ότι έγινε κυρία τού ως άνω επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα τής έκτακτης χρησικτησίας με την προσμέτρηση και τού χρόνου νομής των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων της. Προς επίρρωση μάλιστα τού εν λόγω ισχυρισμού της και για την απόδειξη τού δικαιώματος της τούτου επικαλείται και προσκομίζει τους παρακάτω τίτλους ιδιοκτησίας ισχυριζόμενη, ότι ολόκληρη η επίδικη έκταση εμπεριέχεται σ' αυτούς.

Ειδικότερα δε, 1) Ότι αρχικός κύριος τού ακινήτου υπήρξε ο Ζ. Ι. Ξ.., ο οποίος απεβίωσε σε χρόνο που δεν προκύπτει επακριβώς, αλλά τοποθετείται πριν από τις 14.11.1865. Μετά δε τον επισυμβάντα θάνατο του, τα τέκνα του Ι., Δ., Γ., Μ., Κ. και Μ. σύζυγο του Μ. χήρα Ζ. Ξ. ώς εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, διένειμαν την κληρονομιαία περιουσία του, δυνάμει τού υπ' αριθ. ...

συμβολαίου τού τότε συμβολαιογράφου Μήλου Νικολάου Ταταράκη, νόμιμα έκτοτε μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία μεταγραφών τού ... (τόμος …και αριθμός…). Ότι, από τη διανομή αυτή στην ώς άνω θυγατέρα τού κληρονομουμένου, Μ. Ξ.., μετέπειτα σύζυγο τού Ε. Ρ., φέρεται να περιήλθε το επίδικο ακίνητο. Σύμφωνα με το περιεχόμενο τού εν λόγω συμβολαίου, πρόκειται για ένα χωράφι, εκτάσεως δύο ζευγαριών, από το οποίο η μία ζευγάρια είναι φυτεμένο αμπέλι, στο οποίο υπάρχουν 32 νεόφυτα ελαιόδεντρα και μία άμπελον, εκτάσεως ώς έγγιστα πέντε ζευγαριών, πλησιάζουν ανατολικώς με τού Μ.

Π. Μ. και δυτικώς με Α. Κ., καθώς και ένα χωράφι, εκτάσεως περίπου μιας ζευγαριάς και πλησιάζουν ανατολικώς με Χ. Ζ. και δυτικώς με ιδιοκτησία τής ενταύθα Δυτικής Εκκλησίας. Έτσι, με το εν λόγω διανεμητήριο συμβόλαιο, στο μερίδιο της Μ. Ζ. Ξ.. περιέχονται τρία διακεκριμένα ακίνητα (χωράφι, άμπελος και χωράφι).

Η ενάγουσα ισχυρίζεται, ότι η ανωτέρω δικαιοπάροχος της μεταβίβασε στη συνέχεια με πώληση την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου προς τον Ε. Ι. Ξ.. (πάππο της ενάγουσας), δυνάμει τού υπ' αριθ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Μήλου Ιωάννου Νοστράκη, νόμιμα έκτοτε μεταγεγραμμένου στα ίδια πιο πάνω βιβλία μεταγραφών (τόμος … και αριθμός…).

Σύμφωνα με το περιεχόμενο τού εν λόγω συμβολαίου, η πώληση αφορά ακίνητο (απλάγια), εκτάσεως δέκα πέντε ζευγαριών, που βρίσκεται στη θέση "..." ... και συνορεύει με ιδιοκτησία Ν. Ι. Ξ.., Φ. Κ., λατομείο και διερχόμενο δημόσιο δρόμο. Ότι, μετά τον επισυμβάντα την 2.7.1915 θάνατο τού ανωτέρω αγοραστή Ε. Ξ.., το επίδικο ακίνητο, πλην των άλλων, περιήλθε στο γιό του, Γ.

Ε. Ξ.., δυνάμει τής υπ' αριθ. ... δημόσιας διαθήκης που συντάχθηκε ενώπιον τού τότε συμβολαιογράφου Μήλου Ιωάννου Νοστράκη. Πρόκειται για έναν αγρό στη θέση "...". Ότι ο εν λόγω κληρονόμος αποδέχθηκε την κληρονομιά με την ανάμειξη του σ' αυτή. "Ότι, μετά ταύτα αυτός κατέλιπε το επίδικο ακίνητο στην ενάγουσα με την από 13.1.1972 μυστική διαθήκη του, που κατατέθηκε στο συμβολαιογράφο Μήλου Ιωάννη Αγησ.

Μοστράκη, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 7902/1972 σχετική πράξη του και δημοσιεύθηκε στα υπ' αριθ. ... πρακτικά τού Ειρηνοδικείου Μήλου, χωρίς τον προσδιορισμό ορίων και εκτάσεως. Σύμφωνα με το περιεχόμενο τής εν λόγω διαθήκης, πρόκειται για ένα χωράφι που βρίσκεται στη θέση "...", όσης εκτάσεως και αν είναι με κολλιταράδες Ι.

Β. και Α. Γ.. Ακολούθως, η ενάγουσα με την υπ' αριθ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς, η οποία συντάχθηκε ενώπιον τού ίδιου συμβολαιογράφου και μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών (τόμος … και αριθμός…), αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτή κληρονομιά. Αξίζει να σημειωθεί, ότι στην εν λόγω πράξη η έκταση τού ακινήτου αναφέρεται σε ιοο στρέμματα, ενώ στην αγωγή ανέρχεται σε 217,930 στρέμματα.

Από τη μελέτη, όμως, των παραπάνω τίτλων, σε συνδυασμό, άλλωστε, και με τα υπόλοιπα αποδεικτικά, στοιχεία προκύπτει, κατά την κρίση τού δικαστηρίου, ότι η επίδικη, έκταση δεν εμπεριέχεται στους τίτλους αυτούς. Πράγματι, με το αρχικό διανεμητήριο συμβόλαιο, το μερίδιο τής Μ. Ξ.. αποτελείται από τρία κτήματα και συγκεκριμένα δύο χωράφια και μία άμπελο, συνολικής εκτάσεως οκτώ ζυγαριών.

Η μεταβίβαση από αυτή στον Ε. Ξ.. με το υπ' αριθ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο αναφέρεται μόνο σε ένα κτήμα, (απλάγια), εκτάσεως δέκα πέντε ζευγαριών και με διαφορετικά σύνορα, όπου για πρώτη φορά περιέχονται ως όρια διερχόμενος δημόσιος δρόμος και λατομείο, ενώ δεν αναφέρεται καθόλου η ιδιοκτησία τής Δυτικής Εκκλησίας.

Η υπ' αριθ. ... δημόσια διαθήκη που συντάχθηκε ενώπιον τού τότε συμβολαιογράφου Μήλου Ιωάννου Νοστράκη δεν προσδιορίζει όρια και έκταση, ενώ η από 13.1.1972 μυστική διαθήκη τού πατέρα τής ενάγουσας περιορίζεται σε ένα χωράφι που βρίσκεται στη θέση "...", όσης εκτάσεως και αν είναι με κολλιταράδες Ι. Β. και Α. Γ., χωρίς κανένα άλλο ειδικότερο στοιχείο.

Η ενάγουσα με την υπ' αριθ... πράξη αποδοχής τής επαχθείσας σ' αυτή κληρονομιάς τού πατέρα της αναφέρεται σε 100 στρέμματα και με όρια επαρχιακό δρόμο, ιδιοκτησία Ε. Γ., ακίνητο Ε. Κ., ιδιοκτησία Ι. Β.. ή Γ. και με παραλία, που ουδέποτε μέχρι τώρα έχει αναφερθεί. Στο αγωγικό δικόγραφο αναφέρονται ώς όρια ανατολικώς αγρός κληρονόμων Β.

και διερχόμενη επαρχιακή οδός ..., νότια αγροί Ε. Κ., κληρονόμων Ε. Κ. και κληρονόμων Φ. Β., δυτικά αγρός κληρονόμων Δ. Α. και βόρεια βραχώδης ακτή και έκταση, ενώ η έκταση τού επιδίκου αναβιβάζεται σε 217,930 τ.μ. Η αδυναμία αυτή ταυτοποιήσεως τού επιδίκου ακινήτου ενισχύεται 1) από το γεγονός, ότι δεν υπάρχει αλληλουχία μεταξύ τους, 2) με την αναφορά επεκτάσεως τούτου στο αγωγικό δικόγραφο μέχρι τη θάλασσα, όριο, που, σημειωτέον, δεν αναφέρεται σε κανένα από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα στοιχεία και μνημονεύεται για πρώτη φορά στην αποδοχή της κληρονομιάς τής ενάγουσας και στη συνέχεια στην αγωγή της.

Η κρίση δε αυτή τού δικαστηρίου ενισχύεται ακόμη περισσότερη 3) και από το γεγονός, ότι εντός τών προαναφερομένων ορίων του αγωγικού δικογράφου φέρεται να περιέχεται και ένα αυτοτελές ακίνητο, τού οποίου ώς ιδιοκτήτες φέρονται οι κληρονόμοι Ι. Β.. (Γ.), και εμφαίνεται και αυτό στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα τού ίδιου πιό πάνω πραγματογνώμονα μηχανικού Β.

Β., με τα στοιχεία 26, 27, 28, 29, 30, 31, 26. Το εν λόγω παρεμβαλλόμενο ακίνητο δεν αναφέρεται σε κανένα επικαλούμενο στοιχείο και, κατά τα διδάγματα τής κοινής πείρας και λογικής (αρθ. 335 § 4 ΚΠολΔ) θεωρείται αδιανόητο εντός ενός ακινήτου να παρεμβάλλεται και να περικλείεται άλλο ακίνητο, για το οποίο οι μάρτυρες απόδειξης τής ενάγουσας δεν παρέχουν καμία απολύτως δικαιολογία και εξήγηση γι' αυτό το σοβαρό θέμα. 4) Ο πραγματογνώμων Β.

Β. καθορίζει τμήμα τού επιδίκου με τα στοιχεία 13, 14, 15, 16, 17, 18, 13 στο τοπογραφικό του διάγραμμα ώς ανέκαθεν υπάρχουσα κοίτη χειμάρρου. Είναι, λοιπόν, σαφές, ότι το γεγονός αυτό καθιστά το εν λόγω τμήμα κοινόχρηστο, τόσο κατά τις διατάξεις τού προϊσχύσαντος, βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, όσο και βάσει τών διατάξεων των αρθ. 966 και 967 ΑΚ [βλ.

ΑΠ 522/1973 ΝοΒ 21,1423 - ΑΠ 646/1969, ΝοΒ 19, 531], το οποίο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ανήκει στην ιδιοκτησία τής ενάγουσας. Επίσης, δεν γίνεται πουθενά αναφορά του στους επικαλούμενους τίτλους, ενώ για όλα τα παραπάνω ο πραγματογνώμονας Β. Β., αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός στην περιληπτική και ατελή καθ' όλα έκθεση, την οποία συνέταξε, δεν δίνει καμία εξήγηση και ούτε παρέχει διευκρινήσεις για την ασάφεια τών ορίων, τής υπάρξεως και άλλου περικλεισμένου ακινήτου, καθώς και τής κοίτης τού χειμάρρου μέσα στο επίδικο και τής κατά περίεργο τρόπο επεκτάσεως τής επίδικης έκτασης, κατά τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς τής ενάγουσας μέχρι τή θάλασσα. 5) Επίσης, σοβαρές διαφοροποιήσεις υπάρχουν και στην έκταση τού επιδίκου στους επικαλούμενους τίτλους.

Αυτή εκφράζεται σε "ζευγαριές" που φαίνεται να αποτελεί ανεπίσημη μονάδα μέτρησης τών κατοίκων της εποχής σε ορισμένες περιοχές. Κατά την επίσημη επιστημονική άποψη που στηρίζεται σε αυθεντικές πηγές τών Κυκλάδων [βλ. Παναγ. Κουσαθανάς, Λεξικό τού ιδιώματος της Μυκόνου, εκδ. 1996, πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης], το μέγεθος τής ζευγαριάς ώς μονάδας μέτρηση τής επιφάνειας τών χωραφιών αποτελούσε συνάρτηση διαφόρων παραγόντων, όπως τής ποιότητας του εδάφους και χονδρικά ήταν πέντε στρέμματα καλλιεργημένης γής, χωρίς να υπολογίζονται τα ακαλλιέργητα και άγονα μέρη τού χωραφιού [βλ., επίσης, Δ.

Δημητράκου, Λεξικό τής Ελληνικής Γλώσσης, εκδ. 2η, 1970, σελ 649 στη λέξη "ζευγάρι", όπου παρέχεται η έννοια εκτάσεως γής, η οποία μπορεί να καλλιεργηθεί με ένα ζεύγος βοών, κατά το χρόνο αροτριώσεώς). Ο υπολογισμός δε σε 80 περίπου στρέμματα είναι παντελώς αστήρικτος και εκτός πραγματικότητας - εξάλλου, ο Γ. Μπαμπινιώτης, Λεξικό τής Νέας Ελληνικής Γλώσσας, εκδ. 2η, 2002, σελ. 709, όπου στη λέξη "ζευγάρισμα" δίνει την έννοια τής οργώσεως με αλέτρι που το σέρνουν δύο ζώα, βόδια ή άλογα, σε χωράφι, αλλά παραλείπεται οποιαδήποτε αναφορά στον υπολογισμό τής έκτασης, για την οποία δεν γίνεται κανένας λόγος, αλλ' ούτε και αναφορά στα ιδιώματα τών περιοχών τών Κυκλάδων].

Τη σοβαρή αυτή διακύμανση και ασυμφωνία τής εκτάσεως στους επικαλούμενους από την ενάγουσα τίτλους επισημαίνει, κατ' ανάγκην, ο παραπάνω πραγματογνώμονας Β. Β., αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός υπογραμμίζοντας την αδυναμία του να οδηγηθεί σε ασφαλές συμπέρασμα και ότι οι τίτλοι, οι οποίοι χρησιμοποιούν ώς μονάδα τη "ζευγάρια" δεν περιγράφουν ποτέ την πραγματική έκταση τού συγκεκριμένου ακινήτου και παρουσιάζουν μεγάλη απόκλιση και μάλιστα σε περιοχές, οι οποίες δεν μπορούσαν να καλλιεργηθούν, όπως το επίδικο.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι ο δεύτερος πραγματογνώμονας Ε. Γ. διαφοροποιείται σοβαρώς ώς προς την έκταση τού επιδίκου, την οποία προσδιορίζει σε 202.563 τ.μ., όπως διεξοδικά θα αναπτυχθεί παρακάτω, ενώ ο τοπογράφος μηχανικός Ν. Ε., ο οποίος ασχολήθηκε κατά τη διαδικασία τής Επιτροπής των Δασικών Αμφισβητήσεων την αναφέρει σε 222.641 τ.μ.

Ανεξαρτήτως αυτών, δεν αποδεικνύεται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, ότι οι φερόμενοι στους προαναφερόμενους τίτλους απώτεροι δικαιοπάροχοι τής ενάγουσας άσκησαν στην επίδικη δασική έκταση διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου, καλή πίστη για τριάντα συνεχή χρόνια πριν από το έτος 1915, ώστε να καταστούν κύριοι αυτής με τα προσόντα τής έκτακτης χρησικτησίας, κατά τις διατάξεις τών Ν. 8, § 1, Κ. 7, 39, ν. 9 § 1, βασιλ (50.14) [βλ.

Αν. Τούση, Εμπράγματον Δίκαιον, εκδ. 1948, § 103, σελ. 252, σημ. 64] - για το μετά το έτος 1915 χρονικό διάστημα δεν γίνεται λόγος για χρησικτησία, καθόσον μεταγενεστέρως δεν ήταν δυνατό να επέλθει χρησικτησία επί τών δημοσίων κτημάτων, όπως είναι το δάσος, βάσει τών διατάξεων τού ν. ΔΞΗ71912 και τών διαταγμάτων που εκδόθηκαν βάσει αυτού περί δικαιοστασίου, τα οποία, όπως προαναφέρθηκε στην αρχή τής παρούσας, ανέστειλαν κάθε παραγραφή επί τών κτημάτων τού Δημοσίου-.

Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί, ότι η ενάγουσα είχε ζητήσει με αίτηση της το έτος 1988 να τής επιτραπεί η επανακαλλιέργεια τής επίδικης έκτασης, μετά, δε την έκδοση τής εκκαλουμένης κατέθεσε αίτηση στο δασάρχη Κυκλάδων (αριθ. πρωτ. 1894/25.5.2004), με την οποία ζήτησε τον επαναχαρακτηρισμό αυτής. Αποδεικνύεται, λοιπόν, ότι το επίδικο ακίνητο δεν εμπεριέχεται στους επικαλούμενους από την ενάγουσα τίτλους κυριότητας της, την οποία, εκ τών πραγμάτων, ουδέποτε απέκτησε προσμετρώντας και το χρόνο νομής τών προαναφερομένων προκτητόρων της μέχρι την 15.9.1915, αφού δεν αποδεικνύονται πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο και αποτελεί περιουσία τού εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου.- Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή με την οποία η αναιρεσείουσα, ζητούσε την αναγνώριση της κυριότητας της επί ακινήτου της ευρισκόμενου στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του ...

και στη συνέχεια εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει διαφορετική κρίση και είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις των πρωτοκόλλων του Λονδίνου της 3-2-1830, της 4/16-6-1830 και της 19-6/1-7-1830 σε συνδυασμό με την από 9-71832 συνθήκη της Κωνσταντινούπολης και του β.δ/τος της 17/19-11-1836 τις οποίες, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη νομική σκέψη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του εκ του άρθρου 559 αρ. 1ΚΠολΔ με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα.

Κατά το δεύτερο σκέλος του ο λόγος αυτός εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για παραβίαση του άρθρου 62 του ν.998/1979 που αφορά το βάρος της απόδειξης επί αμφισβητήσεων ή διενέξεων ή δικών μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου υπό οποιαδήποτε ιδιότητα και άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου με εξαίρεση τις νήσους των Κυκλάδων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος εφόσον η διάταξη του άρθρου 62 παρ. 1 ν. 998/1979, είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού κανόνα δικαίου.

Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης νοείται η παρά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, κατανομή του υποκειμενικού βάρους της απόδειξης που προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας περί αποδείξεων απόφασης.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται μόνον όταν το βάρος αποδείξεως επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα, ενώ κατά νόμο ο τελευταίος δεν έφερε αυτό και έτσι ο σχετικός ισχυρισμός του απορρίφθηκε για έλλειψη αποδείξεων ή ανεπάρκεια αυτών κατ' εφαρμογή του κανόνα "μη αποδεικνύοντας του φέροντος το βάρος της απόδειξης, ο αντίδικος απαλλάσσεται" γιατί, εάν προσκομίστηκαν αποδείξεις, αδιάφορο από ποιον διάδικο και μετά την εκτίμησή τους από το δικαστήριο, ενόψει της επιταγής του άρθρου 346 ΚΠολΔ περί κοινότητας των αποδεικτικών μέσων, θεωρήθηκαν αυτές επαρκείς προς απόδειξη του αντιθέτου του επιμάχου ισχυρισμού, ο οποίος απορρίφθηκε για το λόγο αυτό, ή τυχόν εσφαλμένη κατανομή του βάρους της απόδειξης στερείται σημασίας, αφού ελλείπει το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος για την προβολή του λόγου αυτού της αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ πλημμέλεια γιατί κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 62 ν.998/1979 που αφορά το βάρος απόδειξης επί αμφισβητήσεων ή διενέξεων ή δικών μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου υπό οποιαδήποτε ιδιότητα και άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου με εξαίρεση τις νήσους των Κυκλάδων οπότε το Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να επικαλείται την ιδιότητα της δασικής ή χορτολιβαδικής έκτασης και να προσκομίζει τα στοιχεία προς απόδειξη του τεκμηρίου κυριότητας, τάχθηκε σε βάρος της αναιρεσείουσας θέμα απόδειξης της κυριότητας της στο επίδικο ακίνητο και όχι σε βάρος του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου το οποίο ισχυριζόμενο ότι το εν λόγο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητά του λόγω της φύσης του ως δασικής ή χορτολιβαδικής έκτασης, ώφειλε να αποδείξει τον εν λόγω ισχυρισμό του.

Όπως, όμως προκύπτει από την υπ' αριθ. 40/2000προδικαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η μεν ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα υποχρεώθηκε να αποδείξει, ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας αυτής και των δικαιοπαρόχων της, καθώς και τους αγωγικούς ισχυρισμούς της περί κτήσης ιδίας κυριότητας της στο πιο πάνω ακίνητο με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο δηλαδή με τακτική και έκτακτη χρησικτησία το δε εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο τις ενστάσεις του περί κτήσης ιδίας κυριότητας του στο επίδικο ακίνητο μεταξύ των οποίων και εκείνη περί του ότι το εν λόγω ακίνητο " προ της ισχύος του Β.Δ 17/29-11-1836 αποτελούσε δάσος καλυπτόμενο εξολοκλήρου από δασικά είδη φείδας, σχίνου και ρεικίου τα οποία μπορούσαν να αποδώσουν δασικά προϊόντα ξυλείας ή καυσόξυλων και να συμβάλλουν στη διαβίωση του ανθρώπου στο φυσικό περιβάλλον και στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας, χωρίς εντός έτους από της δημοσιεύσεως του προαναφερομένου Βασιλικού Διατάγματος να προσαχθεί στην γραμματεία του Υπουργείου Οικονομικών νόμιμος τίτλος επ' αυτώ από ιδιώτη".

Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 13 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού, από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Για τη θεμελίωση του λόγου απαιτείται η προσκόμιση από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο του εγγράφου το οποίο φέρεται παραμορφωθέν προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του, για τη διαπίστωση του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 13-11-1972 μυστικής διαθήκης του πατέρα της ενάγουσας Γ.

Ξ.. που δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα υπ αριθ. ... πρακτικά του Ειρηνοδικείου Μήλου και της ... πράξης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Μήλου Ιωάννη Νοστράκη που έχει νόμιμα μεταγραφεί με το να δεχθεί ότι δεν υπάρχει αλληλουχία μεταξύ των τίτλων που προσκόμισε η αναιρεσείουσα και επίσης ότι η επίδικη έκταση δεν εμπεριέχεται στους εν λόγω τίτλους και να μη δεχθεί ότι η ταυτότητα του επίδικου ακινήτου με το σ' αυτά τα έγγραφα περιγραφόμενο κληρονομιαίο ακίνητο, προκύπτει από την περιγραφή των ορίων του, ότι ο πατέρας της αναιρεσείουσας απέκτησε το επίδικο ακίνητο από κληρονομία του πατέρα του Ε.

Ξ.., ότι ο παππούς της το είχε αποκτήσει με αγορά του από τη Μ. Ρ. και ότι η τελευταία το είχε αποκτήσει με έκτακτη χρησικτησία. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι δεν αποτελεί παραμόρφωση του εγγράφου της ως άνω διαθήκης ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε μετά από εκτίμηση του περιεχομένου της, διαφορετική ερμηνεία από αυτή που θεωρεί ορθή η αναιρεσείουσα και κατέληξε σε συμπέρασμα διαφορετικό, από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.

Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η από 17-8-2007 αίτηση Μ. συζ. Α. Λ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 311/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου και να καταδικασθεί η ηττώμενη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 και 3 ν.3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝ ΚΠολΔ, 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης) κατά το νόμιμο (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) αίτημά του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-8-2007 αίτηση της Μ. συζ. Α. Λ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 311/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, 17 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ