Supreme Court dismisses appeal on contract modification, ruling unsigned document was considered by lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a contract dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider an unsigned document submitted to prove no oral agreement existed for contract modification. The court found that the appellate court had indeed examined and weighed this evidence alongside other proof. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 173, 200, 270(2)(b), 432, 433, 435, 443, 447 of the Code of Civil Procedure; An unsigned private document submitted as evidence is admissible in ordinary proceedings but lacks probative force against its author unless proven genuine, and its non-consideration by a lower court is not grounds for appeal if the record shows it was reviewed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1842 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1842/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαϊου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης μεταφορικής εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κοτζαμανίδη .
Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία " ΛΙΝΤΛ ΕΛΛΑΣ και ΣΙΑ ΟΕ" που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννη Αντωνιάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20446/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1837/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20-1-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 15-2-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ'αυτούς".
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ) καλούνται σε εφαρμογή, όταν το γράμμα της δηλώσεως δεν είναι σαφές και γεννώνται αμφιβολίες ως πρός την έννοια της δηλώσεως. Κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθής βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις (άρθρο 173 Α.Κ.) και οι συμβάσεις ερμηνεύονται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρο 200 ΑΚ).
Οι διατάξεις αυτές καλύπτουν τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται μεν βούληση των μερών, υπάρχουν όμως κενά στην διατύπωση αυτής ή η δήλωση υπήρξε ατελής. Διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων.
Η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 & 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, μόνο αν αυτά χρησιμοποιούνται εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων του ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και όχι προς έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση των αποδείξεων προς εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Περαιτέρω, το άρθρο 158 Α.Κ. ορίζει: "Η τήρηση τύπου για τη δικαιοπραξία απαιτείται μόνο όπου το ορίζει ο νόμος" και το άρθρο 159 Α.Κ.: "Δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο τύπος που απαιτεί ο νόμος, εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, είναι άκυρη.
Σε περίπτωση αμφιβολίας είναι επίσης άκυρη η δικαιοπραξία, αν δεν τηρήθηκε ο τύπος που είχαν καθορίσει τα μέρη. Αλλά η εκπλήρωση της δικαιοπραξίας με επίγνωση της έλλειψης του τύπου, θεραπεύει την έλλειψη αυτή". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, οτι όταν τα συμβαλλόμενα μέχρη όρισαν εκ των προτέρων ορισμένο τύπο για την δικαιοπραξία, είναι ζήτημα ερμηνείας της βουλήσεώς των 1)ποιοί οι για τον τύπο αυτόν απαιτούμενοι όροι και 2)ποιές είναι οι συνέπειες της μη τηρήσεως του τύπου.
Εφόσον δεν δύναται να συναχθεί άλλη βούληση των συμβληθέντων, ισχύει ο ερμηνευτικός κανόνας του άρθρου 159 εδ.β'Α.Κ., σύμφωνα με τον οποίο, η παράληψη της τηρήσεως του ορισθέντος από τα μέρη τύπου συνεπάγεται, όπως συμβαίνει και για τον οριζόμενο από τον νόμο τύπο, ακυρότητα της δικαιοπραξίας. Τέλος, το άρθρο 164 Α.Κ.
ορίζει: "Ο τύπος που ο νόμος ορίζει για τη δικαιοπραξία απαιτείται και για τις τροποποιήσεις της". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 361 Α.Κ. προκύπτει, οτι αν συμφωνήθηκε η τήρηση τύπου για δικαιοπραξία για την οποία δεν απαιτείται η τήρησή του από τον νόμο, οι τροποποιήσεις της εν λόγω δικαιοπραξίας, έστω και αν μεταβάλλουν ουσιώδη όρο της αρχικής ή αν με αυτές διευρύνονται οι υποχρεώσεις των μερών, είναι έγκυρες, έστω και αν γίνουν ατύπως.
Τούτο συμβαίνει, επειδή μπορεί με νεότερη συμφωνία, έστω και σιωπηρή, να τροποποιηθεί η αρχική σύμβαση, καθόσον η νεότερη συμφωνία καταργεί αυτήν, περί εγγράφου τροποποιήσεως της αρχικής συμφωνίας (Α.Π.424/2011, ΑΠ 766/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Στις 5-7-2002 καταρτίσθηκε στη …έγγραφη σύμβαση μεταφοράς μεταξύ της ενάγουσας...ανώνυμης εταιρίας, που εδρεύει στο .......και της εναγομένης... ομόρρυθμης εταιρίας, που εδρεύει στη …, η οποία διατηρεί αλυσίδα καταστημάτων σούπερ-μάρκετ.
Δυνάμει της άνω συμβάσεως, για την οποία υπογράφηκε μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων εταιριών το από 5-7-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό, η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να μεταφέρει εμπορεύματα της εναγομένης από τις κεντρικές αποθήκες της τελευταίας στο ... στα καταστήματα (σούπερ-μάρκετ) που αυτή διατηρούσε τότε, ήτοι κατά το χρόνο συνάψεως της επίδικης σύμβασης, στις πόλεις της ...
…και …Παράλληλα, κάποιες φορές την εβδομάδα (μία-δύο), τα φορτηγά αυτοκίνητα της ενάγουσας θα επέστρεφαν από την …στις αποθήκες της εναγομένης στη …, μόνο με παλέτες ή με επιστρεφόμενα προϊόντα. Αναπόσπαστα στοιχεία του άνω συμφωνητικού αποτελούσαν και τα παραρτήματα αυτού Α και Β, τα οποία συνυπέγραψαν τα συμβαλλόμενα μέρη.
Με το άρθρο 14 της επίδικης σύμβασης συμφωνήθηκε ότι: "Ο τρόπος πληρωμής του αναδόχου (ενάγουσας) καθορίζεται αναλυτικά στο Παράρτημα Α. Ιδιαίτερα τονίζεται ότι η αμοιβή για το εκτελεσθέν έργο που πραγματοποίησε κάθε εβδομάδα ο ανάδοχος, θα καταβάλλεται από την εναγομένη από τη λήψη εκ μέρους της ενάγουσας των εκδοθέντων τιμολογίων.
Στο τίμημα περιλαμβάνονται όχι μόνο το κόμιστρο, αλλά και κάθε άλλη δαπάνη, έξοδα κ.λ.π. του αναδόχου, τα οποία δεν αποτελούν κόμιστρο κατά τη στενή έννοια του όρου. Ενδεικτικά περιλαμβάνονται: μεταφορικά έξοδα και δαπάνες εγκατάστασης, δαπάνες κι αμοιβές φόρτωσης, εκφόρτωσης, μεταφορές επιστρεφόμενων και μετακομιζόμενων φορτίων....
Όλες τις παραπάνω ενδεικτικές δαπάνες και τα έξοδα τα έχει υπολογίσει ο εργολάβος και τα έχει συμπεριλάβει στη συμφωνηθείσα αμοιβή του κι επομένως δεν δικαιούται επιπλέον αμοιβής ή επιπρόσθετης καταβολής ή όπως τυχόν ονομασθεί άλλη επιβάρυνση του εργοδότη (εναγομένης). Το συμφωνηθέν τίμημα-αμοιβή θα μπορεί να αναπροσαρμοσθεί μόνο κατόπιν κοινής συμφωνίας" (βλ.
παρ. α και γ του άνω άρθρου 14 του από 5-7-2002 ιδιωτικού συμφωνητικού). Στο Παράρτημα Α της επίδικης σύμβασης ορίσθηκε το είδος των δρομολογίων που θα εκτελούσε η ενάγουσα, το ποσό της αμοιβής της για έκαστο τούτων και ο τρόπος πληρωμής. Ειδικότερα, στο εν λόγω Παράρτημα συμφωνήθηκε ότι: Για την απλή μετάβαση από τις αποθήκες της εναγομένης στη …προς τα καταστήματα της στο …ή στην …, η αμοιβή ήταν 850 ευρώ, για την περίπτωση και επιστροφής από κάθε κατάστημα …ή …, με εμπορεύματα προς τη …-αποθήκες, η αμοιβή ήταν 1.300 ευρώ, ενώ για την περίπτωση εφοδιασμού με τον ίδιο θάλαμο-μεταφορικό μέσο και των δύο καταστημάτων …και …(για την απλή μετάβαση) η αμοιβή ήταν 1050 ευρώ.
Η αμοιβή συμφωνήθηκε ότι θα καταβάλλεται από την εναγομένη, μετά τη σύνταξη από την ενάγουσα συγκεντρωτικής εβδομαδιαίας κατάστασης των πραγματοποιηθέντων δρομολογίων και την έκδοση του σχετικού τιμολογίου της (ενάγουσας-μεταφορέως), θα πληρωνόταν δε από την εναγομένη εντός 4 εβδομάδων από τη λήψη του τιμολογίου.
Στην ως άνω αμοιβή δεν περιλαμβανόταν ο επιβαλλόμενος ΦΠΑ. Πρέπει να σημειωθεί ότι ούτε στο άνω Παράρτημα ούτε σε οποιονδήποτε όρο της επίδικης σύμβασης προβλέπεται απλό δρομολόγιο επιστροφής (από ... προς …) αντί αμοιβής 450 ευρώ. Τέλος, στο άρθρο 23 παρ. β του ως άνω συμφωνητικού ορίσθηκε, ότι "κάθε τροποποίηση της επίδικης σύμβασης γίνεται κι αποδεικνύεται μόνον εγγράφως και ισχύει εφόσον ρητά αναφέρεται σ' αυτήν και περιέχει αυτούσιο το νέο όρο".
Η επίδικη σύμβαση λειτούργησε και εκτελέστηκε κανονικά μεταξύ των διαδίκων, από τα μέσα Ιουλίου 2002 έως τις 27-2-2007, οπότε, ως αορίστου χρόνου, καταγγέλθηκε από την εναγομένη, που είχε το προς τούτο δικαίωμα. Η τελευταία εξόφλησε το σύνολο των υποχρεώσεων της προς την ενάγουσα, η οποία, από την πλευρά της, εκτέλεσε το σύνολο των δρομολογίων που αναφέρονται στην αγωγή, όπως συνομολογεί και η εναγομένη.
Περαιτέρω, από τη συνεκτίμηση όλων των προεκτεθέντων αποδεικτικών μέσων, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα έχει οποιαδήποτε αξίωση σε βάρος της εναγομένης από την επίδικη σύμβαση. Ειδικότερα, κατά το πρώτο δίμηνο της συνεργασίας των διαδίκων, ήτοι από το τέλος Ιουλίου έως το τέλος Σεπτεμβρίου του έτους 2002, που δεν περιλαμβάνεται στο επίδικο χρονικό διάστημα, η ενάγουσα χρέωνε και η εναγομένη κατέβαλλε το ποσό των 450 ευρώ, για κάθε δρομολόγιο επιστροφής από την ...
στη …, όπου οι κεντρικές αποθήκες της εναγομένης. Το ποσό αυτό, χωρίς να προβλέπεται ρητώς από τη σύμβαση, όπως προεκτέθηκε, εξάγεται από την αφαίρεση: 1300 ευρώ (αξία μετάβασης από ... προς ... και αξία επιστροφής) - 850 ευρώ (αξία μετάβασης από ... προς ...). Κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, η πληρωμή της ενάγουσας από την εναγομένη γινόταν με την προσκόμιση των φορτωτικών, που εξέδιδε η ενάγουσα, στις οποίες αναγραφόταν και η αμοιβή της τελευταίας (κόμιστρο) ανά δρομολόγιο (βλ.
τις προσκομιζόμενες από την εναγομένη φορτωτικές του άνω διαστήματος), καθόσον μέχρι τότε η ενάγουσα δεν εξέδιδε τιμολόγια. Από το τέλος Σεπτεμβρίου 2002, όμως, με προφορική συμφωνία των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων, συμφωνήθηκε η μη χρέωση του δρομολογίου της επιστροφής, ενώ άλλαξε και η διαδικασία πληρωμής, ήτοι εκδιδόταν από την ενάγουσα τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, όπως προβλεπόταν από την επίδικη σύμβαση.
Με βάση την άνω προφορική συμφωνία τροποποιήθηκε ο προεκτεθείς όρος του Παραρτήματος Α, με τον οποίο προβλεπόταν η συναγόμενη εμμέσως, κατά τα ανωτέρω, αμοιβή της εναγομένης ποσού 450 ευρώ, για το δρομολόγιο επιστροφής. Η μη χρέωση του δρομολογίου επιστροφής συμφωνήθηκε, μετά από πρόταση της εναγομένης, την οποία αποδέχθηκε ο τότε νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, διευθύνων σύμβουλος αυτής, Γ.
Μ., διότι και οι άλλες (ανταγωνιστικές της ενάγουσας) μεταφορικές εταιρίες, που εκτελούσαν αντίστοιχα δρομολόγια, δεν χρέωναν το δρομολόγιο της επιστροφής και είχαν κάνει σχετικές προσφορές στην εναγομένη. Έτσι, από 28-9-2002 και μετέπειτα, σύμφωνα με την άνω νεότερη, τροποποιητική συμφωνία, που έλαβε χώρα λόγω της αρμονικής και συμφέρουσας σε αμφότερες τις πλευρές, συνεργασίας των διαδίκων, δεν χρεωνόταν η εναγομένη με το ποσό των 450 ευρώ, για την επιστροφή των φορτηγών, που διέθετε η μεταφορέας-ενάγουσα, από την ...
προς τη .... Για το λόγο αυτό, το σύνολο των τιμολογίων που εξέδωσε η ενάγουσα, από το τέλος Σεπτεμβρίου του 2002 μέχρι και τη λήξη της επίδικης σύμβασης, δεν περιλαμβάνουν χρέωση επιστροφών, γεγονός που δεν αμφισβητείται. Ως αιτιολογία δε όλων των ως άνω τιμολογίων αναφέρεται η "μεταφορά εμπορευμάτων από ...
προς καταστήματα". Χαρακτηριστικό της άνω νεότερης συμφωνίας είναι το προσκομιζόμενο από την εναγομένη υπ' αριθ. 12/23-11-2002 τιμολόγιο της ενάγουσας με το επ' αυτού εβδομαδιαίο πρωτόκολλο μεταφοράς, από τα οποία, έγγραφα, προκύπτει ότι η εναγομένη κατέβαλε το ποσό των 850 ευρώ για την απλή μετάβαση από ... προς ...
ή προς ... ότι η ίδια κατέβαλε το ποσό των 1050 ευρώ, όταν το αυτό φορτηγό εκτελούσε δρομολόγιο και προς τα δύο παραπάνω καταστήματα της εναγομένης, ενώ δεν χρεωνόταν κανένα ποσό για τις επιστροφές από ...-... και από ..... Ομοίως, στους εβδομαδιαίους πίνακες δρομολογίων των φορτηγών της ενάγουσας, τους οποίους υπέγραφε η ήδη νόμιμος εκπρόσωπος της τελευταίας, Ε.
Μ. και βάσει των οποίων εκδίδονταν τα αντίστοιχα τιμολόγια, δεν υπάρχει καμία χρέωση δρομολογίου επιστροφής (βλ. τους εν λόγω πίνακες δρομολογίων). Το ότι και η ενάγουσα αποδεχόταν τη νεότερη αυτή τροποποιητική συμφωνία ενισχύεται και από το γεγονός ότι αυτή, όταν απέστελνε κατά καιρούς διάφορες επιστολές προς την εναγομένη, με τις οποίες επεδίωκε, όπως η ίδια επικαλείται, να καταστεί μελλοντικός η επίδικη σύμβαση ορισμένου χρόνου (τουλάχιστον πενταετούς διάρκειας) δεν ανέφερε στις προσφερόμενες τιμές αμοιβής της οποιοδήποτε ποσό για το δρομολόγιο επιστροφής...
Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι κατά τη διάρκεια λειτουργίας της επίδικης σύμβασης, που εξελίχθηκε ομαλά μέχρι τη λήξη της, κατά τα προεκτεθέντα, η αμοιβή της ενάγουσας, λόγω της αύξησης των καυσίμων και των εισιτηρίων των πλοίων, αναπροσαρμόσθηκε πολλές φορές, κατόπιν κοινής προφορικής συμφωνίας των διαδίκων, όπως ρητά ορίζεται στο ως άνω άρθρο 14 του ιδιωτικού συμφωνητικού και στο Παράρτημα Α αυτού.
Τροποποιήθηκαν επίσης, κατόπιν προφορικής συμφωνίας των διαδίκων, τόσο ο τόπος φορτώσεως, που από το Νοέμβριο του 2005, αντί της ... ήταν η …, στην οποία διατηρούσε επίσης αποθήκες η εναγομένη, όσο και οι προορισμοί των μεταφερόμενων εμπορευμάτων στην ..., καθόσον, πλην των δύο ως άνω πόλεων, η εναγομένη ίδρυσε νέα καταστήματα στις πόλεις .., .., .., ωστόσο, η εκτέλεση της επίδικης σύμβασης συνεχίσθηκε από αμφότερες τις πλευρές κανονικά, με τη μετάβαση των φορτηγών της ενάγουσας και στους άνω προφορικά συμφωνηθέντες τόπους.
Η ενάγουσα ισχυρίζεται με την ένδικη αγωγή, ότι η εναγομένη καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα της συνεργασίας τους (από 28-9-2002 έως 27-2-2007) δεν της κατέβαλε την αμοιβή της για τα δρομολόγια επιστροφών που πραγματοποίησε, από την ..., όπου τα διάφορα καταστήματα της αντιδίκου της, προς τη ... και αργότερα προς την ..., όπου οι αποθήκες της τελευταίας, αποτελεί δε η εν λόγω αμοιβή της το αντικείμενο της παρούσας δίκης.
Ο ισχυρισμός αυτός της ενάγουσας πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει να μη χρεώνονται τα δρομολόγια επιστροφών, των οποίων τα κονδύλια ζητεί με την ένδικη αγωγή της η ενάγουσα...
Είναι δε έγκυρη η ως άνω προφορική σύμβαση, σύμφωνα και με όσα στη μείζονα σκέψη εκτέθηκαν, αφού ο έγγραφος τύπος για την επίδικη σύμβαση έργου δεν προβλέπεται από το νόμο, αλλά ορίσθηκε από τα διάδικα μέρη, τα οποία, ενεργώντας στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ) , κατήργησαν, με την άνω συμφωνηθείσα τροποποίηση, τα αντιθέτως οριζόμενα στο Παράρτημα Α του από 5-7-2002 συμφωνητικού, κατά το μέρος που αφορούσε την αμοιβή της ενάγουσας για τα δρομολόγια επιστροφής από την ..., έστω και αν με το προεκτεθέν άρθρο 23 παρ.
β της σύμβασης προβλεπόταν ο έγγραφος τύπος για κάθε τροποποίηση αυτής (ΑΠ 1054/1976, όπ.π.). Εξάλλου, σύμφωνα με την πρόβλεψη του ως άνω γενικού όρου του άρθρου 14 παρ. α της επίδικης σύμβασης, στην αμοιβή της αναδόχου-ενάγουσας περιλαμβάνονται, εκτός του κόμιστρο και κάθε άλλη δαπάνη αυτής, μεταξύ των οποίων ενδεικτικά αναφέρονται οι μεταφορές επιστρεφόμενων ή μετακομιζόμενων φορτίων, ενώ σύμφωνα με την παρ.
γ του ιδίου άρθρου, το συμφωνηθέν τίμημα- αμοιβή θα μπορεί να αναπροσαρμοσθεί μόνο κατόπιν κοινής συμφωνίας. Προκύπτει δηλαδή ευθέως από τους άνω όρους της επίδικης σύμβασης, ότι οι διάδικοι είχαν το δικαίωμα να τροποποιήσουν τα αφορώντα την αμοιβή της ενάγουσας, κατόπιν κοινής συμφωνίας τους, η οποία θα μπορούσε εγκύρως να είναι και προφορική.
Το αυτό άλλωστε συνέβη και με τις λοιπές τροποποιήσεις του άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, που αφορούσαν είτε τον τόπο φόρτωσης, από τη ... στην ..., είτε τους προορισμούς των μεταφερομένων εμπορευμάτων, που δεν ήταν μόνο το ... και η ... αλλά και οι λοιπές άνω πόλεις της ... που προστέθηκαν κατά την εκτέλεση της επίδικης συμφωνίας.
Πρέπει δε να επισημανθεί ότι η επίδικη συμφωνία ήταν και εύλογη, δεδομένου ότι τα φορτηγά αυτοκίνητα της ενάγουσας, που μετέφεραν επί το πλείστον παλέτες κατά την επιστροφή τους από την ...... θα ξεκινούσαν από την ... με προορισμό τις αποθήκες της εναγομένης (...-...), απ' όπου και θα φόρτωναν τα εμπορεύματα προς ..., δρομολόγιο καθημερινό, για το οποίο και αμοιβόταν η ενάγουσα, κατά τα συμφωνηθέντα.
Όπως δε ήδη εκτέθηκε, η σύναψη της νεότερης αυτής συμφωνίας και η εκτέλεση της αποδείχθηκε από τα εκδοθέντα εκ μέρους της ενάγουσας παραστατικά έγγραφα, που ήταν τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών και οι εβδομαδιαίες καταστάσεις δρομολογίων, επί των οποίων δεν αναγράφεται αξία (χρέωση) δρομολογίου επιστροφής, αλλά αναγράφεται "μετάβαση από ...
ή ... προς ...". Η ενάγουσα επικαλείται και προσκομίζει για την απόδειξη του άνω αγωγικού αιτήματος της, το σύνολο των φορτωτικών που εξέδιδε για τα επίδικα δρομολόγια, των οποίων την αμοιβή ζητεί, διατεινόμενη ότι σε όλες ανεξαιρέτως τις φορτωτικές έθετε ειδική σφραγίδα με την ένδειξη "Βάσει συμφωνητικού που συνετάγη την 5-7-2002", η οποία ένδειξη, καταδεικνύει, όπως ισχυρίζεται, τη βούληση της να εμμείνει στην αρχικά συμφωνηθείσα αμοιβή της για τις επιστροφές.
Όμως, στις φορτωτικές αυτές, σε αντίθεση με τις εκδοθείσες μέχρι την 28-9-2002, δεν αναγράφεται το ποσό του κομίστρου, ώστε να αποτελέσουν οι φορτωτικές αποδεικτικό χρέωσης των κομίστρων, διότι, κατά τα προλεχθέντα, η χρέωση ανά δρομολόγιο γινόταν πλέον και εφεξής, βάσει των τιμολογίων και όχι βάσει των φορτωτικών, στις οποίες δεν αναγράφεται οποιαδήποτε χρέωση. 0 περαιτέρω ισχυρισμός της ενάγουσας, τον οποίο αβασίμως επανέλαβε και η άνω μαρτυράς της, ότι δηλαδή στην επίδικη σύμβαση η ενάγουσα ήταν το ασθενέστερο μέρος και ότι η σύμβαση αυτή κάλυπτε το 50% της όλης εμπορικής της δραστηριότητας, γι' αυτό εκτελούσε τις μεταφορές που της ανέθετε η εναγομένη, διαμαρτυρόμενη απλώς, κατά καιρούς, στην αντίδικο της (για τη μη καταβολή της επίμαχης αμοιβής), διότι υπήρχε κίνδυνος καταγγελίας της σύμβασης από την τελευταία, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Διότι, και αληθής υποτιθέμενος ο ισχυρισμός αυτός, δεν δικαιολογεί την επί μία τετραετία και πλέον εκτέλεση της τροποποιηθείσας σύμβασης, χωρίς τη σαφή έγγραφη εκδήλωση διαμαρτυρίας, ή την άσκηση αγωγής. Ωστόσο, ουδέποτε μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής η ενάγουσα αξίωσε οποιοδήποτε ποσό από την εναγομένη για την επίδικη αιτία, επειδή ακριβώς υπήρχε η άνω συμφωνία.
Ακόμη και στην από 22-3-2007 εξώδικη πρόσκληση-διαμαρτυρία της προς την εναγομένη, η οποία έλαβε χώρα μετά τη γενόμενη καταγγελία εκ μέρους της εναγομένης της επίδικης σύμβασης, ουδεμία σαφής αξίωση για καταβολή της ένδικης αμοιβής διατυπώνεται. Με βάση όλα τα ανωτέρω, αφού δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη έχει υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα την ένδικη αμοιβή, πρέπει, αφού γίνει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη η και πρωτοδίκως υποβληθείσα από την εναγομένη ένσταση του άρθρου 361 ΑΚ, να απορριφθεί η αγωγή, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη...".
Από αυτά τα οποία διέλαβε το Εφετείο στην απόφασή του, προκύπτει, ότι δέχθηκε, ότι οι διάδικοι, παρά τον όρο της αρχικής έγγραφης συμβάσεως ότι τροποποίησή της θα γίνεται μόνον εγγράφως, συνεφώνησαν κατόπιν προφορικώς και τροποποίησαν την αρχική σύμβαση όσον αφορά την μη καταβολή αμοιβής στην αναιρεσείουσα για τις μεταφορές από την ...
προς ... και ... (δρομολόγιο επιστροφής). Η σύμβαση δε αυτή είναι σύννομη, σύμφωνα με τις εκτιθέμενες στην αρχή σκέψεις. Περαιτέρω, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο σύμφωνα με τις ως άνω αιτιολογίες και παραδοχές του, δεν διεπίστωσε ούτε άμεσα ούτε έμμεσα κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις της βουλήσεως των διαδίκων στην έγγραφη σύμβαση και στα συνδέοντα αυτήν παραρτήματα και ειδικότερα ως προς το θέμα ότι τα διάδικα μέρη, με προφορική μεταγενέστερη συμφωνία ετροποποίησαν τον σχετικό με τον καθορισμό του ύψους της αμοιβής της εναγούσης έγγραφο όρο της συμβάσεως.
Ως εκ τούτου, δεν υπήρχε ανάγκη το Εφετείο να προσφύγει και δεν προσέφυγε στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., ούτε παρέβη τα διδάγματα της κοινής πείρας, οι δε επικουρικές αναφορές του στο γεγονός ότι οι διάδικοι ετροποποίησαν προφορικώς την σύμβαση επί πλέον και εις προς τους τόπους αναχωρήσεως και αφίξεως των φορτηγών αυτοκινήτων (αναχώρηση από ...
αντί από ... και άφιξη, πλην του ... και της ... και σε άλλες πόλεις της ...ς και αντιστρόφως) και στο γεγονός ότι η αναιρεσείουσα επί τέσσερα και πλέον έτη δεν επεδίωξε να εισπράξει το αιτούμενο με την αγωγή ποσόν κ.λπ., έγιναν προς επιβεβαίωση και μόνον της κυρίας παραδοχής του και όχι για την αναζήτηση της αληθούς βουλήσεως των μερών.
Τέλος, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε τις αναφερθείσες στην αρχή ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 158, 159, Α.Κ. και περιέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, όσον αφορά το θέμα της προφορικής συμφωνίας των διαδίκων για την τροποποίηση της επίδικης συμβάσεως σχετικά με το δικαίωμα αμοιβής της αναιρεσειούσης για τα δρομολογία επιστροφής των φορτηγών αυτοκινήτων από την ...
και της εγκυρότητας της συμφωνίας αυτής. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Για την βασιμότητα του λόγου αυτού πρέπει το αποδεικτικό μέσον να προσκομίσθηκε για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού ο οποίος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αρκεί δε και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνον το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου, δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως συνάγεται, ότι έχει ληφθεί αυτό υπόψη από το δικαστήριο.
Εξ άλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ. α' και β' Κ.Πολ.Δ, όπως ήδη ισχύουν μετά την αντικατάσταση τους με εκείνη του άρθρου 12 του ν. 2915/2001 από 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2001), στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων (Ειρηνοδικείων, Μονομελών και Πολυμελών Πρωτοδικείων), λαμβάνονται υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία του καθενός, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 Κ.Πολ.Δ, δηλαδή μόνον εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, αφού αυτή είναι η πραγματική έννοια του όρου "συμπληρωματικά" στην παρ. 2 εδάφ.
β" του αμέσως πιο πάνω άρθρου - 270. Έτσι, στην πρωτοβάθμια τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νομική διαδικασία (άρθρο 270 παρ. 2 εδάφ.
γ' Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 432, 433 και 435 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι ένα ιδιωτικό έγγραφο για να υπάρχει ως αποδεικτικό μέσο και να συγκαταλέγεται στα επώνυμα αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 339 του ίδιου Κώδικα, πρέπει να είναι αναγνώσιμο, να μην έχει υποστεί τεμαχισμό, διάτρηση ή διαγραφή, οπότε τεκμαίρεται πως έχει εκμηδενιστεί η αποδεικτική του δύναμη (άρθρο 433 Κ.Πολ.Δ) και να είναι γνήσιο.
Τέλος, ένα ιδιωτικό έγγραφο για να έχει αποδεικτική δύναμη, δηλαδή ψα να μπορεί να συμβάλει ovctfδιαμόρφωση δικανικής πεποίθησης, πρέπει να φέρει την υπογραφή του εκδότη (άρθρο 433 Κ.Πολ.Δ, πρβλ. και άρθρο 160 ΑΚ) ενώ δεν αποδεικνύει, καταρχήν, υπέρ του εκδότη του (άρθρο 447 Κ.Πολ.Δ). Επομένως, ένα ιδιωτικό έγγραφο που απλώς περιέχει κάποιες "ιδιόγραφες σημειώσεις" χωρίς καμιά υπογραφή δεν έχει, καταρχήν, αποδεικτική ισχύ υπέρ του εκδότη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 443 και 447 Κ.Πολ.Δ.
Δεν παύει όμως να έχει τα τυπικά χαρακτηριστικά του εγγράφου και είναι υποστατό ως έγγραφο. Αποτελεί ένα αποδεικτικό μέσο που δεν πληροί τους όρους του νόμου, με την έννοια της διάταξης του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ. β' Κ.Πολ.Δ και συνεπώς λαμβάνεται υπόψη στην τακτική διαδικασία (ΑΠ 1707/2009, πρβλ.Ολ.ΑΠ 15/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.11γ'ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το προσκομισθέν με επίκληση από την αναιρεσείουσα έγγραφο, το οποίο αναφέρει ως ημερομηνία συντάξεώς του την 1-3-2005, είναι ανυπόγραφο και, κατά την αναιρεσείουσα, απεστάλη σε αυτήν από την αναιρεσίβλητη και ότι το έγγραφο αυτό το προσεκόμισε η αναιρεσείουσα για να αποδείξει ότι ουδέποτε υπήρξε προφορική συμφωνία των διαδίκων περί τροποποιήσεως της μεταξύ των υφισταμένης έγγραφης συμβάσεως.
Όμως, από την σχετική βεβαίωση του Εφετείου σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι ελήφθη υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και το ως άνω έγγραφο. Επομένως, και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-1-2012 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία " …" για αναίρεση της υπ'αριθ.1837/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ