1842/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1842/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1842 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1842/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δ. χας Μ. Κ. , το γένος Ι. Μ. , κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μπακογιάννη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ε. Τ. του Δ. , κατοίκου ... και 2. Α. Ν. του Α., κατοίκου ... , οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξουσία δικηγόρο τους Δήμητρα Μπελούμπαση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31.12.2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:20/ΤΜ/1/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 244/2007 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεσή της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13.3.2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 2.11.2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.
H πληρεξουσία των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τελος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 57 παρ. 1 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, αξίωση αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται. Προσβολή προσωπικότητας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, σε κάθε μειωτική επέμβαση της προσωπικότητας από τρίτο στη σφαίρα αυτής, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τα αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητα του άλλου, που συνιστούν συντελεστές, προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητας του ανθρώπου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ή ψυχικής πνευματικής και κοινωνικής προσωπικότητας του βλαπτόμενου κατά το χρονικό σημείο της προσβολής.
Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος το οποίο όμως είναι είτε από άποψη έννομης τάξεως μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της συγκρούσεως των προστατευομένων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα συμφέροντα για τη διακρίβωση της υπάρξεως της προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της.
Για την προστασία της προσωπικότητας δεν απαιτείται η ύπαρξη πταίσματος, δόλου ή αμέλειας, αυτού που προσβάλλει. Απαιτείται όμως για την αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 παρ. 3 του ΑΚ παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικοπραξιών (άρθρο 914 ΑΚ). Προσβολή προσωπικότητας με αδικοπραξία πραγματώνεται και με το έγκλημα της προβλεπόμενης από το άρθρο 229 παρ. 1 Π.Κ.
αξιόποινης πράξεως της ψευδούς καταμηνύσεως, για τη στοιχειοθέτηση της οποίας απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθεια και να απέβλεπε με αυτή την κίνηση ποινικής ή πειθαρχικής διώξεως εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η αναληθής καταγγελία του εγκαλούντος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με τις αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα: <<Τόσον η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) όσον και η πρώτη εναγομένη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) διαθέτουν αντίστοιχες και γειτονικές μεταξύ τους οικίες, που βρίσκονται στην περιοχή ...
Οι σχέσεις των αμέσως ανωτέρω γειτόνων διαδίκων είναι τεταμένες και διέπονται από μακρού χρόνου από αμοιβαία εμπάθεια και πνεύμα αντιδικίας. Μάλιστα, με την από 29-8-2003 αγωγή της η ήδη πρώτη εναγομένη, που είχε ασκήσει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Άμφισσας, κατά της ήδη ενάγουσας και του υιού της Χ. Κ. , είχε ισχυρισθεί ότι αυτοί προσέβαλαν τη νομή και κυριότητά της επί της όμορης οικίας της με την εκπομπή μεγάλων ποσοτήτων καπνού που εκπέμπονταν από τη χρήση της στόφας-φούρνου της οικίας της και σε βάρος της ανενόχλητης χρήσης της δικής της οικίας και είχε ζητήσει, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να παύσουν να προσβάλλουν την νομή και κυριότητά της και να απομακρύνουν την καμινάδα της στόφας, που είχε μέσα στην οικία της η πρώτη τούτων, Δ.
Κ. . Η αμέσως ανωτέρω αγωγή της ήδη πρώτης εναγομένης έγινε τελεσιδίκως δεκτή, δυνάμει της με αριθμό 36/2004 απόφασης του Ειρηνοδικείου Άμφισσας, η κατά της οποίας έφεση της ήδη ενάγουσας και του μη εν προκειμένω διαδίκου γυιου της Χ. Κ. , απορρίφθηκε δυνάμει της υπ' αριθμό 21/ΤΜ/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας.
Κατά τη διάρκεια της αντιδικίας που υπήρχε μεταξύ της ενάγουσας και του γυιού της αφενός και της πρώτης εναγομένης αφετέρου, στις 12 Ιουνίου 2004 και ώρα πρωϊνή άρχισε να εξέρχεται άφθονος καπνός από την καπνοδόχο της οικίας της ήδη ενάγουσας. Τον καπνό αυτό αντιλήφθηκε τόσον η πρώτη εναγομένη και ο σύζυγός της Α.
Ν. (δεύτερος εναγόμενος και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος), όσον και οι φιλοξενούμενοί της Π. Κ. , η σύζυγός του καθώς και ο κουνιάδος του Π. Κ., Γ. Μ. , όπως αποδεικνύεται από τη ρητή περί τούτου κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων Π. Κ. . Βλέποντας τον καπνό αυτό και νομίζοντας ότι ξέσπασε πυρκαγιά στην οικία της ενάγουσας, η πρώτη εναγομένη ειδοποίησε τηλεφωνικώς την Πυροσβεστική Υπηρεσία Άμφισσας ότι ξέσπασε πυρκαγιά στην οικία της ενάγουσας που βρίσκεται στη περιοχή ...
Μετά την καταγγελία αυτή μετέβη προς διαπίστωση της ύπαρξης πυρκαγιάς στον ανωτέρω τόπο αυτοκίνητο της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας επανδρωμένο με δύο πυροσβέστες ένας εκ των οποίων ήταν ο πυροσβέστης της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Μ. Γ. του Ν. . Ο τελευταίος, καθ' οδόν προς την ως άνω περιοχή ... , διαπίστωσε ότι πράγματι υπήρχε καπνός που ήταν μάλιστα ορατός από την Εθνική Οδό που και αυτός νόμισε (προφανώς λόγω της μεγάλης ποσότητάς του) ότι είχε ξεσπάσει εκεί πυρκαγιά.
Λόγω, όμως, του ότι δεν υπήρχε οδική πρόσβαση να προσεγγίσει, παρά τις καταβληθείσες προσπάθειές του, με το αυτοκίνητο, την ως άνω οικία και ενώ ήδη βρισκόταν μέσα στο χωριό ... , αυτός (πυροσβέστης Γ. Μ. ) μετέβη στη συνέχεια εκεί πεζή για να διαπιστώσει τα καταγγελόμενα και σε θετική περίπτωση να επέμβει δεόντως.
Όταν έφθασε στο ως άνω σημείο, από το οποίο φαινόταν να προέρχεται ο καπνός συνάντησε την πρώτη εναγομένη, η οποία επιβεβαίωσε ότι υπήρχε φωτιά στο γειτονικό προς το δικό της σπίτι της ενάγουσας και, σε σχετική ερώτηση του ανωτέρω πυροσβέστη του υπέδειξε τη θύρα εισόδου της ανωτέρω γειτονικής οικίας. Επειδή παρά το ότι κτύπησε την ανωτέρω θύρα 3-4 φορές και δεν του άνοιξε ο ιδιοκτήτης (ιδιοκτήτρια), ο ανωτέρω πυροσβέστης επέστρεψε στην οικία της πρώτης εναγομένης και από εκεί φώναξε δυνατά προς τον ιδιοκτήτη (ιδιοκτήτρια) της οικίας, από την οποία εξήρχετο ο καπνός και επειδή και πάλι δεν έλαβε απάντηση πήδηξε μέσα στο οικόπεδο της ανωτέρω οικίας, διασκελίζοντας τη μάνδρα περιφράξεώς της, διεπίστωσε δε ότι πράγματι εξήρχετο καπνός από την καπνοδόχο του φούρνου της ανωτέρω οικίας πλην προήρχετο από το ψήσιμο μπριζολών, όπως διεπίστωσε όταν η ιδιοκτήτρια της ανωτέρω οικίας - ενάγουσα του εξήγησε.
Κατόπιν τούτου και αφού ο εν λόγω πυροσβέστης συνέστησε στην ενάγουσα να προσέχει αναχώρησε από τον ανωτέρω τόπο μαζί με τον συνοδεύοντα αυτόν συνάδελφό του. Λόγω του ότι δεν είχε πράγματι ξεσπάσει πυρκαϊά ο προαναφερόμενος πυροσβέστης Μ. δεν κατέγραψε το ως άνω περιστατικό στο βιβλίο συμβάντων της υπηρεσίας του.
Στη συνέχεια ο γυιος της ενάγουσας Χ. Μ. Κ. υπέβαλε μήνυση κατά των εναγομένων για ψευδή καταμήνυση της μητέρας του (ενάγουσας), ότι δηλαδή την κατήγγειλαν στις αρχές ψευδώς με πρόθεσή τους προκειμένου να προκαλέσουν την ποινική της δίωξη για το ότι αυτή είχε προκαλέσει πυρκαϊά. Μετά γενόμενη προκαταρκτική εξέταση ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Άμφισσας, λαμβάνοντας υπόψη την ως άνω μήνυση καθώς και την ίδια την κατάθεση του εγκαλούντος, με την με αριθμό ...
διάταξή του απέρριψε τη σχετική μήνυση του Χ. Κ. , ως προδήλως αβάσιμη. Κατόπιν άσκησης της με αριθμό ... προσφυγής εκ μέρους του ως άνω καταγγέλοντος-μηνυτή κατά της ως άνω διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Άμφισσας, ο Εισαγγελέας Εφετών Λαμίας απέρριψε την προσφυγή αυτή. Σημειωτέον ότι ήδη η ενάγουσα Δ.
Κ. έχει υποβάλει μήνυση για ψευδορκία κατά του ήδη εξετασθέντος μάρτυρος των ήδη εναγομένων Π. Κ. . Από όλα τα παραπάνω αποδεικνυόμενα συνάγεται μεν ότι η εκ μέρους της πρώτης εναγομένης καταγγελία προς την Πυροσβεστική Υπηρεσία Άμφισσας ότι υπήρξε πυρκαϊά στην οικία της ενάγουσας ήταν αντικειμενικά ψευδής, αφού πράγματι δεν υπήρξε τέτοια πυρκαϊά, παρά ταύτα η εναγομένη εκ δικαιολογημένης πλάνης της και δη λόγω της, αμέσως προηγούμενης, της εκ μέρους της ειδοποίησης της πυροσβεστικής υπηρεσίας, άφθονης εκπομπής καπνού από την καπνοδόχο της οικίας της ενάγουσας επίστευε ότι πράγματι είχε εκδηλωθεί πυρκαϊά στην οικία της τελευταίας.
Στο ότι διακαιολογημένα πίστευε η πρώτη εναγομένη ότι εκδηλώθηκε πυρκαϊά στην οικία της ήδη ενάγουσας συνηγορεί και το γεγονός ότι και ο ίδιος κληθείς ως άνω πυροσβέστης Γ. Μ. , πριν δοθούν σ' αυτόν εκ μέρους της ήδη ενάγουσας εξηγήσεις ότι ο καπνός που εκπεμπόταν ήταν καπνός από το ψήσιμο μπριζολών θεώρησε και αυτός ότι ο καπνός είχε δημιουργηθεί από πυρκαϊά που είχε ξεσπάσει στο εσωτερικό της οικίας της ενάγουσας.
Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος κατήγγειλε προς την ανωτέρω Πυροσβεστική Υπηρεσία ότι είχε ξεσπάσει πυρκαϊά στην οικία της εκκαλούσας, αφού κανείς μάρτυρας δεν κατέθεσε εκ μέρους του δεύτερου εφεσίβλητου καταγγελία σε σχέση με την καταγγελόμενη πυρκαϊά.
Περί τούτου είναι κατηγορηματική η κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης Π. Κ. , ο οποίος ρητώς στην ένορκή του κατάθεση καταθέτει: "...η Τ. (δηλαδή η πρώτη εναγομένη) πήρε τηλέφωνο...είπε (δηλαδή η πρώτη εναγομένη): εγώ είμαι η Τ. ", ενώ και ο ίδιος μάρτυρας απόδειξης, ανωτέρω Χ. Κ. , ρητώς στην ένορκη κατάθεσή του ανέφερε: "...είπαν ότι έχει γίνει σοβαρή καταγγελία από την κυρία Τ. (δηλαδή την πρώτη εναγομένη) στο τηλέφωνο">>.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του έκρινε το Εφετείο ότι οι εναγόμενοι δεν τέλεσαν σε βάρος της ενάγουσας το αδίκημα της ψευδούς καταμηνύσεως και δη ο δεύτερος , διότι ουδόλως κατήγγειλε την ενάγουσα, ενώ δεν υπήρχε δόλος εκ μέρους της μόνης καταγγέλουσας πρώτης εναγομένης, ακολούθως δε απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο κρίνοντας ομοίως, είχε απορρίψει την αγωγή της τελευταίας, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, εις ολόκληρον καθένας, το ποσό των 50.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβής, εξαιτίας της προσβολής της προσωπικότητας της, που συντελέσθηκε από την ως άνω ψευδή καταγγελία σε βάρος της.
Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, που διαλαμβάνονται στις διαφεύγουσες τον αναιρετικό έλεγχο ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ, 229 παρ. 1 ΠΚ απόρριψη του αιτήματος επιδίκασης στην αναιρεσείουσα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, εξ αιτίας προσβολής της προσωπικότητάς της, ενόψει της καταγγελίας που έγινε στην Πυροσβεστική Υπηρεσία Άμφισσας εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης για πρόκληση πυρκαϊάς στην οικία της στον ...
Άμφισσας, ελλείψει υπαιτιότητας αυτής (πρώτης αναιρεσίβλητης) και ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο διότι αυτός ποτέ δεν προέβη σε τέτοια καταγγελία στην παραπάνω υπηρεσία. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, προσάπτεται εκ πλαγίου παραβίαση των εν λόγω διατάξεων με την έννοια της ασάφειας, ανεπάρκειας και αντιφατικότητας των σχετικών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πλήττοντας παράλληλα απαραδέκτως κατά τούτο, την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ελέγχεται ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, "είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη".
Η διάταξη αυτή καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των αναιρετικών λόγων, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Ειδικότερα, πρέπει, για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αναιρέσεως, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που τον στηρίζει είχε προταθεί και μάλιστα παραδεκτώς και νομίμως, στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Έτσι, προκειμένου για την εσφαλμένη επιδίκαση των δικαστικών εξόδων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πρέπει να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο, ότι το τελευταίο προεβλήθη ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με λόγο εφέσεως. Εξάλλου, η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 176 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο, και τελευταίο, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με πλημμελή αιτιολογία, επέβαλε εις βάρος της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας) δικαστικά έξοδα καθορίζοντας το ύψος τους σε 2000 ευρώ, η τοιαύτη δε επιβολή των δικαστικών εξόδων εις βάρος της είναι εξοντωτική και καταχρηστική, ενόψει και του γεγονότος ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε την έφεσή της, της επέβαλε για δικαστικά έξοδα το ποσό των 450 ευρώ.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον τέτοιο παράπονο δεν προεβλήθη ενώπιον του Εφετείου με σχετικό λόγο εφέσεως, δεν επικαλείται άλλωστε η αναιρεσείουσα στο αναιρετήριο την προβολή τέτοιου λόγου, πέραν του ότι η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, και επομένως και γι' αυτό είναι απαράδεκτος ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-03-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 244/2007 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Αθήνα στις. 5 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ