Supreme Court allows appeal on procedural error regarding non-examination of a separate claim for revocation of mandate.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's second ground of appeal, finding the lower court erred in failing to examine a separate claim for revocation of mandate. The appellant argued this claim was admissible and legal, while the lower court had dismissed it as inadmissible. Consequently, the appeal was accepted, the case remitted for further trial, and the respondent was ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 309, 321, 495, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible if the lower court incorrectly fails to examine a separate claim that is admissible and legal, even if that claim was previously dismissed as inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1841 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1841/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Ερατώ Κολέση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 24 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Κ. του Δ., χήρας Ν. Μ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Βιτινιώτη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Θ. Φ. του Π., κατοίκου Αθηνών, που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Αικατερίνης Φραγκάκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, η δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως, διότι, όπως δήλωσε, η πληρεξούσια δικηγόρος της αναιρεσείουσας που χειρίζεται την υπόθεση δεν μπορεί να παρευρεθεί σήμερα στο Δικαστήριο και αυτή δεν έχει ενημερωθεί επί της υποθέσεως. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και η πληρεξούσια του αντιδίκου η οποία δεν συναίνεσε στο αίτημα αναβολής.
Το Δικαστήριο διασκέφτηκε επί της έδρας και δια της Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και την προφορική πρόσθετη παρέμβαση του ΝΠΔΔ "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών" στο ακροατήριο του ως άνω δικαστηρίου, αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η 254/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως αντιθέτων εφέσεων, αφού συνεκδικάσθηκαν, η 5591/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-5-2019 αίτησή της και τους από 13-2-2022 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Αριστείδης Βαγγελάτος. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 552, 553 παρ. 1 β', 309 εδάφ. 1, 321, 495 παρ. 1, 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκεινται οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων, που έχουν καταστεί τελεσίδικες, εκείνες δηλαδή οι οποίες, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνουν τη δίκη και δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.
Ο χαρακτήρας των αποφάσεων ως τελεσίδικων ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά της απόφασης, που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, ενεργοποιείται αμέσως με την έκδοσή της η δυνατότητα άσκησης από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας, σύμφωνα με το άρθρο 502 παρ. 1 του ΚΠολΔ, με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση αίτησης αναίρεσης κατ' αυτής, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ, με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου, αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδ.
β περ. β του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 211/2023, 602/2021, 692/2021), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε γιατί παρήλθε άπρακτη η, κατ' άρθρο 503 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δεκαπενθήμερη, για την άσκησή της, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε γιατί ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην και δικαιούται σε άσκησή της, παραιτήθηκε νόμιμα από το ένδικο αυτό μέσο ή από το δικαίωμα άσκησής του, καθόσον έκτοτε καθίσταται η απόφαση αυτή τελεσίδικη και, επομένως, προσβλητή με αναίρεση (ΑΠ 211/2023, 597/2021, 45/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 20.11.2011 (με αριθμ. καταθ. 221063/537/2011) αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε ότι με το από 3.9.2003 εργολαβικό δίκης που είχε συνάψει ως δικηγόρος με την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα, είχε αναλάβει τη διεκπεραίωση υπόθεσης της, που αφορούσε αντιδικία που είχε αυτή ως εκ διαθήκης κληρονόμος της αποβιώσασας Μ.
Μ. με τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, υπό τους αναγραφόμενους σ'αυτό όρους, ότι η εναγόμενη με την από 9.5.2007 έγγραφη δήλωση αυτής ανακάλεσε αδικαιολόγητα την εντολή και ότι αν δεν είχε ανακληθεί η εντολή θα είχε περατώσει επιτυχώς την υπόθεσή της αμετάκλητα. Ζητούσε, δε, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει ως δικηγορική αμοιβή κατά την κυρία βάση της αγωγής από τη σύμβαση εργολαβίας δίκης το ποσό των 541.638 ευρώ και κατά την επικουρική βάση, στηριζόμενη στις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων περί νόμιμης αμοιβής, για τις αναγραφόμενες σ'αυτή νομικές ενέργειες που διενήργησε, το ποσό των 44.609,64 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ'αριθμ 254/2014 απόφασή του, συνεκδικάζοντας, αντιμωλία των διαδίκων, την αγωγή και την ασκηθείσα προφορικά πρόσθετη υπέρ του ενάγοντος παρέμβαση του ΝΠΔΔ "Δικηγορικός Συλλογος Αθηνών" απέρριψε ως απαράδεκτη την πρόσθετη παρέμβαση και απέρριψε ως κατ'ουσία αβάσιμη τόσο την κυρία βάση της αγωγής, όσο και την επικουρική βάση αυτής, για την οποία (επικουρική βάση) έκανε δεκτή την ένσταση εξόφλησης της εναγόμενης.
Κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης ο ενάγων άσκησε την από 2.2.2015 (με αριθμ. καταθ. 1280/2015) έφεσή του και η εναγόμενη την από 27.11.2015 (με αριθμ. καταθ. 7148/2015) έφεσή της, επί των οποίων εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη υπ'αριθμ. 5591/13.11.2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την ως άνω απόφαση το Εφετείο, συνεκδικάζοντας τις ως άνω εφέσεις, ερήμην της εκκαλούσας-εφεσίβλητης, απέρριψε την έφεσή της ως ανυποστήρικτη, δέχθηκε την έφεση του εκκαλούντος εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή ως κατ'ουσία βάσιμη ως προς την κυρία της βάση και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 541.648 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.
Η ως άνω απόφαση του Εφετείου επιδόθηκε στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα στις 8.4.2019, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσίβλητο υπ'αριθμ. 7467Ε/8.4.2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών Ανδρέα Διαμαντή. Η εναγόμενη δεν άσκησε εντός της νόμιμης προθεσμίας των δεκαπέντε (15) ημερών από την ημερομηνία της επίδοσης της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, ανακοπή ερημοδικίας, όπως άλλωστε και η ίδια εκθέτει στο δικόγραφο της ένδικης αναίρεσης, αλλά και με το από 1.11.2023 σημείωμά της προς το παρόν Δικαστήριο και που δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσίβλητο με τις από 24.10.2023 προτάσεις του, με συνέπεια μετά την πάροδο της ως άνω προθεσμίας (που επήλθε στις 23.4.2019) να καταστεί η απόφαση τελεσίδικη και υποκείμενη έκτοτε σε αναίρεση.
Επομένως η από 7.5.2019 με αριθμ. κατάθεσης 4416/402/8.5.2019 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσίβλητου και κατά της υπ'αριθμ. 5591/13.11.2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ασκήθηκε εμπρόθεσμα, με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου στις 8.5.2019, ήτοι εντός της, κατ' άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ, προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία που κατέστη τελεσίδικη (23.4.2019) η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά της (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με το άρθρο 569 του ΚΠολΔ, όπως διαμορφώθηκε μετά την τροποποίηση της παρ. 2 με το άρθρο 37 του ν. 4842/2021 (Α 190), που, κατά τη διάταξη της παρ.2β του άρθρου 116 του ιδίου νόμου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ.2 του ν. 4912/2022 (Α` 59), εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ένδικων μέσων, ορίζεται ότι " 1. Πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι παραδεκτοί, και αν η αίτηση της αναίρεσης δεν περιέχει λόγο τυπικά παραδεκτό και ορισμένο. 2.
Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.
Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσίβλητου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση. Αντίγραφα των προσθέτων λόγων, τα οποία εκδίδονται ατελώς, αφού κατατεθούν από τον αναιρεσείοντα, παραδίδονται από τον γραμματέα του Αρείου Πάγου ένα στον εισηγητή της υπόθεσης για τους σκοπούς του άρθρου 571 και ένα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα στην παραπάνω προθεσμία των τριάντα ημερών.
Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή ο άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα". Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα άσκησε πρόσθετους λόγους αναίρεσης με το από 13.2.2022 δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμ. κατάθεσης 66/29.3.2023 και επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο, κατ'άρθρο 569 παρ.2 του ΚΠολΔ, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη μετ'επικλήσεως υπ'αριθμ. 1543Β/12.4.2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελητρίας στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Μαγδαληνής Καμπισιούλη.
Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί, και πρέπει, συνεκδικαζόμενοι με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246, 569, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), να ερευνηθούν περαιτέρω (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 134/2021, 269/2020, 1625/2018).
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1300/2022, 269/2020, 109/2020, 1361/2019).
Στην περίπτωση αυτή δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη απόφαση κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 982/2022, 1373/2019, 319/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες έκρινε ότι αν δεν μεσολαβούσε η εκ μέρους της ανάκληση της εντολής προς τον αναιρεσίβλητο, αυτός θα διεξήγαγε επιτυχώς τη δίκη στην οποία αφορούσε η εντολή, παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 91 παρ.1, 92 παρ.1, 3 και 5 και 170 του ν.δ. 3026/1954 "Περί του Κώδικος των Δικηγόρων".
Ειδικότερα, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ενώ δέχθηκε ότι ως προς τη δίκη επί της αγωγής που είχαν ασκήσει οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της διαθέτιδος Μ. Μ. κατ'αυτής (αναιρεσείουσας) ως εκ διαθήκης κληρονόμου της με την οποία ζητούσαν την αναγνώριση της ακυρότητας των διαθηκών λόγω ανικανότητας της διαθέτιδος προς σύνταξή τους, το Εφετείο Αθηνών, με την υπ'αριθμ. 2730/2006 μη οριστική απόφασή του είχε διατάξει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ως προς τη δικαιοπρακτική ικανότητα της ως άνω διαθέτιδος, διότι δεν μπορούσε να οδηγηθεί σε ασφαλές συμπέρασμα και να σχηματίσει πλήρη δικαστική πεποίθηση αναφορικά με την ικανότητα ή μη της διαθέτιδας προς σύνταξη των διαθηκών της, λόγω της σχιζοφρενικής ψύχωσης που έπασχε, ακολούθως και παρά την κρίση της αυτή, με βάση τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία που είχε το ως άνω Δικαστήριο, δέχθηκε με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες και χωρίς τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ότι κατά το χρόνο σύνταξης των διαθηκών στις 23.1.2001 και 18.1.2002, η ψυχωτική συνδρομή από την οποία έπασχε η διαθέτης δεν την εμπόδιζε να προσδιορίζει ελεύθερα τη βούλησή της με λογικούς υπολογισμούς χωρίς να υπόκειται σε υποβολές και ότι αν δεν μεσολαβούσε η αδικαιολόγητη ανάκληση της εντολής εκ μέρους αυτής (αναιρεσείουσας) προς τον αναιρεσίβλητο, ο τελευταίος θα διεξήγε επιτυχώς τη δίκη στην οποία αφορούσε η εντολή.
Ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, καθότι διαλαμβάνονται στο οικείο δικόγραφο της αίτησης, επί μέρους, μόνο, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επιλεκτικά και αποσπασματικά, κατ'επιλογή της αναιρεσείουσας, και δεν διαλαμβάνονται σ'αυτή (αίτηση), όλες οι κρίσιμες επί της ουσίας παραδοχές αυτής (που περιέχονται από το 35ο έως και το 42ο φύλλο αυτής), επί του ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το εν λόγω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ως θεμελιωτικά του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι κατόπιν της αδικαιολόγητης εκ μέρους της εναγόμενης εντολής προς τον ενάγοντα και της βεβαιότητας της επιτυχούς εκ μέρους του ενάγοντος διεξαγωγής της προαναφερθείσας δίκης, λόγω της ύπαρξης δικαιοπρακτικής ικανότητας της διαθέτιδος κατά το χρόνο σύνταξης των διαθηκών, ο ενάγων δικαιούται ως αμοιβή ποσοστό 20% επί της κληρονομιαίας περιουσίας, προκειμένου να κριθεί αν το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 91 παρ.1, 92 παρ.1, 3 και 5 και 170 του ν.δ. 3026/1954, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 2, 38, 39, 46, 49, 63, 91, 92, 94 και 170 του ν.δ. 3026/1954 "Κώδικας περί Δικηγόρων", που έχει εν προκειμένω εφαρμογή, διότι οι ένδικες αξιώσεις και η παροχή των αντίστοιχων υπηρεσιών έλαβαν χώρα πριν από την κατάργηση του εν λόγω Κώδικα και τη θέση σε ισχύ του νέου Κώδικα των Δικηγόρων με το άρθρο 166 του ν. 4194/2013, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ.
και 713 επ. του ΑΚ, προκύπτει ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξάρτησης, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ τους σχέση χαρακτηρίζεται ως αμειβόμενη εντολή και δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δαπάνης, δικαστηριακής ή άλλης, την οποία εξ ιδίων κατέβαλε και αμοιβή για κάθε εργασία δικαστική ή εξώδικη.
Η αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες που πρόσφερε καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε την εντολή επ' ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξάρτητα από το αν είναι διάδικος. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο της αμοιβής ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 99 επ.
του Κώδικα περί Δικηγόρων (ΑΠ 1040/2020, 949/2020). Κατά τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα, επιτρέπεται συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, ως και συμφωνία περί αμοιβής δι' εκχωρήσεως ή μεταβιβάσεως μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας.
Η τοιαύτη συμφωνία δεν δύναται να υπερβαίνει το 20% του αντικειμένου της δίκης. Κατά δε τη διάταξη της παρ. 5 του ίδιου άρθρου η συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης τότε μόνο ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή, ούτε αυτός ούτε ο κατά τον αυτόν ή άλλο βαθμό συμπληρεξούσιος ή υποκατάστατος.
Από τις άνω διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 201 του ΑΚ, συνάγεται: α) ότι η συμφωνία περί εργολαβίας δίκης είναι έγκυρη όταν περιέχει ρητώς, προς άρση κάθε αμφιβολίας, τον όρο ότι ο δικηγόρος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας ή την ανατεθείσα εργασία μέχρι περατώσεως αυτής και ότι σε περίπτωση αποτυχίας δεν θα λάβει αμοιβή, β) ότι η αμοιβή του δικηγόρου, ο οποίος ανέλαβε εργολαβικά τη διεξαγωγή της δίκης ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό 20% του αντικειμένου της δίκης, γ) χρόνος υπολογισμού της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς είναι εκείνος της τελεσιδικίας ή ο τυχόν συμφωνηθείς μεταγενέστερος τοιούτος, από τον οποίο γεννάται η αξίωση αμοιβής του δικηγόρου, δ) ότι δεν τίθενται περιορισμοί ως προς το είδος της αμοιβής, η οποία μπορεί να τελεί "εξ οιασδήποτε άλλης αιρέσεως", σύμφωνα με την απορρέουσα από τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, παρά μόνο ως προς το ύψος αυτής (20%) και ε) ότι η σχετική απαίτηση τελεί υπό την αναβλητική αίρεση και γεννιέται όταν διεξαχθεί επιτυχώς η δίκη ή επιλυθεί με συμβιβασμό ή διαφορά ή περατωθεί η εργασία (ΑΠ 1040/2020, 133/2018, 1310/2012).
Σε περίπτωση που η συμφωνηθείσα αμοιβή υπερβαίνει το ποσοστό αυτό (20%), τότε είναι άκυρη, κατά το υπερβάλλον, με βάση τη διάταξη του άρθρου 174 του ΑΚ ως αντιβαίνουσα σε απαγορευτική διάταξη νόμου (ΑΠ 912/2019, πρβλ. ΑΠ 425/2020). Ως επιτυχής έκβαση της δίκης, άρα και ως πλήρωση της αίρεσης, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, νοείται το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο ο εντολέας έχει τελεσίδικα δικαιωθεί από τις ενέργειες του εντολοδόχου δικηγόρου με ικανοποιητική δικαστική ή εξώδικη επίλυση της διαφοράς (ΑΠ 31/2022, 1040/2020, 396/2017, 730/2015).
Εξάλλου, μόνη η κατά τη διάρκεια της εκκρεμότητας της σχετικής δίκης, που αφορά η δικηγορική εργολαβική σύμβαση, καταβολή από τον εντολέα στον εντολοδόχο δικηγόρο ενός χρηματικού ποσού έναντι της συμφωνηθείσης με τη σύμβαση αυτή αμοιβής, δεν επιφέρει άνευ ετέρου την κατάργηση της σύμβασης εργολαβίας, εκτός αν συνάγεται, έστω και σιωπηρώς, ότι με την καταβολή αυτή τα μέρη θέλησαν να παύσει η αρχική αυτή σύμβαση και ο εντολοδόχος δικηγόρος να αμειφθεί για όλες τις ενέργειές του σχετικά με τη χειριζόμενη από αυτόν υπόθεση σύμφωνα με τις προβλεπόμενες από τον Κώδικα Δικηγόρων αμοιβές.
Τούτο δε διότι η καταβολή αυτή γίνεται υπό την εξυπακουόμενη αίρεση ότι η δίκη θα κερδηθεί τελεσιδίκως, άλλως ο εντολοδόχος δικηγόρος υποχρεούται ν' αποδώσει στον εντολέα του τα ποσά που έχει προεισπράξει (ΑΠ 1040/2020, 1310/2012). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 170 του ως άνω Κώδικα, συνάγεται ότι ο εντολέας, ενόψει της απόλυτης προσωπικής σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ αυτού και του δικηγόρου του, δύναται κατά πάντα χρόνο να ανακαλέσει την εντολή είτε υφίστανται λόγοι που δικαιολογούν την ανάκληση είτε όχι.
Σε καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές γεννώνται οι αντίστοιχες υποχρεώσεις του εντολέα που προβλέπει η εν λόγω διάταξη (ΑΠ 31/2022, 1040/2020, 396/2017, 1388/2015). Η ως άνω ανάκληση ασκείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 167 και 724 του ΑΚ, με μονομερή και απευθυντέα στον αντισυμβαλλόμενο δήλωση βουλήσεως, η δε λύση της εντολής επέρχεται με την περιέλευση αυτής στο πρόσωπο που απευθύνεται (ΑΠ 1040/2020, 1310/2012).
Η ανάκληση της εντολής μπορεί να γίνει και σιωπηρά, αρκεί ο εντολέας να καταστήσει γνωστή την περί τούτου βούλησή του στον εντολοδόχο (ΑΠ 945/2019, 1338/2018). Η ανάκληση της εντολής ενεργεί ex nunc και όχι ex tunc και συνακόλουθα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών θα κριθούν, ως νόμιμη αιτία, με βάση την έννομη σχέση της έμμισθης εντολής (ΑΠ 1040/2020, 810/2003).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το δικαιολογημένο ή αδικαιολόγητο της ανακλήσεως της εντολής είναι νομική (ΑΠ 31/2022, 1040/2020, 193/2008). Σε περίπτωση που ο εντολέας ανακαλέσει την εντολή κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, δηλαδή πριν από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, ή την εξωδικαστική συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, επί αδικαιολόγητης ανακλήσεως της εντολής, ο εντολέας υποχρεούται να καταβάλει στον δικηγόρο τη συμφωνημένη αμοιβή, η με βεβαιότητα, δε, προσδοκώμενη πλήρωση της προαναφερομένης αίρεσης της επιτυχημένης διεξαγωγής της δίκης ή της υπόθεσης, αποτελεί γεγονός θεμελιωτικό του δικαιώματος του δικηγόρου για απόληψη της συμφωνημένης αμοιβής (ΑΠ 31/2022, 1040/2020, 133/2018).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, αν η υπόθεση εξετασθεί και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση. Και τούτο γιατί, αν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται κατά το μέρος που έχει εκκληθεί, ενώ αν απορριφθεί η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση κατά το ίδιο μέρος επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 524 παρ. 3 του ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους.
Επομένως, εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνον η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι δε τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο κατά το μέρος που εξεκλήθη, μπορούν να προταθούν με την άσκηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλόμενους (ΑΠ 165/2023, 1403/2021, 920/2019).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 591 παρ.1 του ΚΠολΔ (όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο άσκησης της αγωγής, πριν δηλαδή από την αντικατάσταση της από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015) και 256 παρ.1 στοιχ. δ` του ιδίου Κώδικα σαφώς συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές δικηγόρων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους με τις προτάσεις τους και να προτείνουν αυτούς και συνοπτικά και προφορικά κατά τη συζήτηση με καταχώρησή τους στα πρακτικά και, επιπλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.
Απαιτείται δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν έχουν κατατεθεί προτάσεις στις οποίες περιέχονται οι εν λόγω ισχυρισμοί, προφορική προβολή των ισχυρισμών αυτών, που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 235/2019, 378/2018, 88/2018). Για την παραδεκτή όμως προβολή κατά τα ανωτέρω των σχετικών ισχυρισμών ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εφόσον έχουν κατατεθεί προτάσεις που περιέχουν έκθεση των πραγματικών περιστατικών που τους θεμελιώνουν, αρκεί η επιγραμματική καταχώριση αυτών στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, καθότι στην περίπτωση αυτή είναι δυνατή η εξέτασή τους στο ακροατήριο (ΑΠ 1482/2021, 235/2019, 981/2018).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ. ΑΠ 12/2000, ΑΠ 1132/2022, 516/2018) και με αυτόν ελέγχεται και η απόρριψη από το Δικαστήριο ισχυρισμού ότι προβλήθηκε απαράδεκτα (ΑΠ 907/2022, 447/2020, 98/2015, 1387/2011).
Τέλος, όταν προβάλλεται αιτίαση και εκτίθενται στο αναιρετήριο με πληρότητα όλα τα αναγκαία περιστατικά, ο Άρειος Πάγος εκτιμώντας το δικόγραφο υπάγει αυτεπαγγέλτως αυτά στον προσήκοντα λόγο αναίρεσης, έστω και αν από τον αναιρεσείοντα δεν γίνεται ή γίνεται εσφαλμένα επίκληση της σχετικής διάταξης από το 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 331/2021, 1252/2017, 301/2013, 648/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο εκ των αριθμών 1 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προσάπτει στο Δικαστήριο της ουσίας την πλημμέλεια ότι με το μην λάβει υπόψη και εξετάσει τη βασιμότητα του αυτοτελούς ισχυρισμού της ότι υπήρχε εκ μέρους της δικαιολογημένη ανάκληση της προς τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο εντολής, λόγω κλονισμού της εμπιστοσύνης της προς το πρόσωπό του για το λόγο ότι αυτός επί χρονικό διάστημα από το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2004 έως το μήνα Μάιο του έτους 2006 εισέπραττε εν αγνοία της μισθώματα, από μισθωτές κληρονομιαίων ακινήτων, που είχαν περιέλθει σ' αυτή ως εκ διαθήκης κληρονόμου της αποβιώσασας Μ.
Μ., που τα κατέθεταν σε προσωπικό του λογαριασμό, αφενός μεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 92 παρ.1,3,5 και 170 του Ν.Δ. 3026/1954 και των άρθρων 167 και 724 του ΑΚ και αφετέρου δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό της περί δικαιολογημένης εκ μέρους της ανάκλησης της προς τον αναιρεσίβλητο εντολής της, που είχε αυτή προβάλει παραδεκτά ως εναγόμενη στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις πρωτόδικες προτάσεις της, και που τον είχε επαναφέρει παραδεκτά ως εκκαλούσα στο εφετείο με τον τρίτο λόγο της έφεσης της.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης για τις ανάγκες του ελέγχου του ως άνω αναιρετικού λόγου (αρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα είχε προβάλλει παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με δήλωση που καταχωρήθηκε στα από 3.12.2013 πρακτικά του, τον αυτοτελή ισχυρισμό της ότι η εκ μέρους της, με την από 9.5.2007 εξώδικη δήλωση ανάκλησης της, προς τον ενάγοντα εντολής ήταν απόλυτα δικαιολογημένη κατά το άρθρο 170 του "Κώδικα περί Δικηγόρων" και με τις από 3.12.2013 πρωτόδικες προτάσεις της προέβαλε αναλυτικά τους λόγους με τους οποίους ισχυριζόταν ότι ήταν δικαιολογημένη η ανάκληση της εντολής, στους οποίους συμπεριλαμβανόταν και ο λόγος ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, ενεργώντας κατά παράβαση των συμφερόντων της, εισέπραττε τα μισθώματα που κατέθεταν σε ατομικό του λογαριασμό οι μισθωτές καταστημάτων επί της οδού ...
αριθμ. 30 στον Πειραιά, που είχαν περιέλθει σ'αυτή ως εκ διαθήκης κληρονόμου της αποβιώσασας στις 9.8.2003 Μ. Μ. για το χρονικό διάστημα από το Φεβρουάριο του 2004 έως το Μάιο του έτους 2006, γεγονός που της είχε αποκρύψει και το πληροφορήθηκε από τους ίδιους τους μισθωτές, και το οποίο κλόνισε την εμπιστοσύνη της προς αυτόν.
Τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό της εναγομένης περί δικαιολογημένης ανάκλησης της εντολής για την ως άνω αιτία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τον απέρριψε με την αιτιολογία ότι "Η εναγόμενη με τις προτάσεις της κάνει ιδιαίτερα λόγο στο ότι τα μισθώματα (το 61% αυτών) που τρεις από τους μισθωτές των καταστημάτων του επί της οδού ...
αρ. 30 στον Πειραιά κτιρίου κατέθεταν, όπως προειπώθηκε, από το Φεβρουάριο του έτους 2004 σε ατομικό λογαριασμό του ενάγοντος και συγκεκριμένα αυτά της περιόδου από Φεβρουάριο 2004 έως και Μάιο 2006, της δόθηκαν από αυτόν στις 23.6.2006. Πράγματι, τούτο είναι αληθές και δεν αμφισβητείται από τον ενάγοντα, ο οποίος μάλιστα επικαλείται και προσκομίζει την από 23.6.2006 απόδειξη είσπραξης από την εναγομένη ποσού 43.550 ευρώ, που αποτελεί το 61% των πιο πάνω μισθωμάτων της ανωτέρω χρονικής περιόδου.
Ισχυρίζεται δε αυτός ότι δεν ενημερωνόταν για την κίνηση του τραπεζικού αυτού λογαριασμού του, μόλις δε η εναγομένη του είπε ότι, όπως έμαθε από τους μισθωτές, αυτοί κατέθεταν τα μισθώματα, προέβη σε έλεγχο του λογαριασμού του και άμεσα της απέδωσε το ανωτέρω ποσό. Πέραν όμως του όποιου ισχυρισμού προ-βάλλεται από τον ενάγοντα για την καθυστέρηση αυτή, από κανένα αποδεικτικό μέσο προκύπτει σκοπός ιδιοποίησης από αυτόν του ανωτέρω χρηματικού ποσού, ενώ εξάλλου η εναγομένη ουδέποτε φέρεται να διαμαρτυρήθηκε για το γεγονός αυτό, για το οποίο δεν κάνει σχετική μνεία ούτε στην από 1.12.2006 εξώδικη δήλωσή της προς τον ενάγοντα.
Αλλά κυρίως, σχετική μνεία δεν γίνεται ούτε στην από 9.5.2007 εξώδικη δήλωσή της με την οποία ανακάλεσε την εντολή που του είχε δώσει. Εφόσον επομένως δεν προβλήθηκε από αυτήν ως μία από τις αιτιάσεις ένεκα των οποίων ανακάλεσε την προς τον ενάγοντα εντολή της, ώστε να καλείται το Δικαστήριο να κρίνει, εάν εκ του λόγου αυτού ήταν δικαιολογημένη ή αδικαιολόγητη η ανάκληση της εντολής της, δίχως έννομη επιρροή προβάλλεται από αυτήν με τις προτάσεις της".
Από την επισκόπηση της από 27.11.2015 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας προκύπτει ότι αυτή ως εκκαλούσα με τον τρίτο λόγο αυτής, επανέφερε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό της. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προεκτέθηκε , απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεσή της χωρίς περαιτέρω έρευνα των λόγων της γιατί θεώρησε ότι κατά πλάσμα νόμου ότι είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, από την επισκόπηση της από 2.2.2015 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, προκύπτει ότι αυτός ως εκκαλών δεν είχε προσβάλλει με λόγο έφεσης την πρωτοβάθμια απόφαση κατά το μέρος που έκρινε ότι ήταν αδικαιολόγητη η εκ μέρους της εναγομένης ανάκληση της προς τον αυτόν εντολής, αφού, άλλωστε, ως προς την παραδοχή αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δεν είχε έννομο συμφέρον να ασκήσει έφεση ως νικήσας διάδικος.
Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ερεύνησε κατ'ουσία για το αν ήταν δικαιολογημένη ή αδικαιολόγητη ή εκ μέρους της εναγομένης ανάκληση της προς τον ενάγοντα εντολής, αν και το κεφάλαιο αυτό είχε μεταβιβασθεί στο Εφετείο μόνο με λόγο έφεσης της εναγομένης που, όπως προεκτέθηκε, απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη και απέρριψε με την ίδια ως άνω αιτιολογία με αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό της εναγομένης.
Πλην, όμως, εσφαλμένα το Δικαστήριο της ουσίας, απέρριψε με την προαναφερθείσα αιτιολογία, δηλαδή ως απαράδεκτο τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό της εναγομένης περί δικαιολογημένης εκ μέρους της ανάκλησης της εντολής για το λόγο ότι αυτός της απέκρυπτε ότι εισέπραττε μισθώματα από κληρονομιαία ακίνητα για το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, που κλόνισε την εμπιστοσύνη της προς το πρόσωπό του, καθότι ο ισχυρισμός αυτός είχε προβληθεί παραδεκτά, όπως προεκτέθηκε, από την εναγόμενη στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, χωρίς να είναι στοιχείο του παραδεκτού του ισχυρισμού αυτού, όπως εσφαλμένα διέλαβε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (αλλά και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο) η αναφορά του ως άνω λόγου στην από 9.5.2007 εξώδικη δήλωση της εναγομένης περί ανάκλησης της προς τον ενάγοντα εντολής της.
Και τούτο διότι, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η ανάκληση της εντολής μπορεί να γίνει και σιωπηρά και χωρίς την επίκληση του λόγου ή των λόγων που δικαιολογούν την ανάκλησή της, εφόσον οι λόγος αυτός μπορεί να προβληθεί εκ μέρους της εντολέως στο Δικαστήριο της ουσίας, ως αυτοτελής ισχυρισμός (ένσταση, βλ.
ΑΠ 932/2017) προς αντίκρουση αγωγικού ισχυρισμού του εντολοδόχου περί αδικαιολόγητης ανάκλησης της εντολής. Επομένως το Δικαστήριο της ουσίας που απέρριψε ως απαράδεκτο τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης εκτιμώμενος, αληθώς, ως αναιρετικός εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος, εφόσον η αναιρεσείουσα με το λόγο αυτό προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι εσφαλμένα το Δικαστήριο της ουσίας δεν εξέτασε τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό της, ενώ αυτός ήταν παραδεκτός και νόμιμος.
Επομένως ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αναίρεσης, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Λόγω, δε, της βασιμότητας του ως άνω δεύτερου λόγου αναίρεσης της αναιρεσείουσας , παρέλκει η έρευνα του πρώτου, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ , πρόσθετου λόγου αναίρεσης (με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της ότι αυτή είχε συμβιβασθεί με τους αντιδίκους της πριν την ανάκληση της προς τον ενάγοντα εντολής και ότι ως εκ τούτου δεν θα ελάμβανε χώρα δίκη και ότι σε κάθε περίπτωση όφειλε να υπολογίσει το ποσοστό αμοιβής του ενάγοντος με βάση την αξία της κληρονομιαίας περιουσίας που περιήλθε σ'αυτή λόγω του συμβιβασμού με τους αντιδίκους της και όχι επί της συνολικής κληρονομιαίας περιουσίας) και του δεύτερου, εκ του αριθμού 11β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρόσθετου λόγου αναίρεσης (με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι δέχθηκε ανύπαρκτη ομολογία αυτής περί της αξίας των κληρονομιαίων ακινήτων), καθόσον αμφότεροι οι ως άνω λόγοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του δεύτερου λόγου αναίρεσης.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου αυτής, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, ως προς το ως άνω αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ).
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 7.5.2019 με αριθμ. καταθ. 4416/402/8.5.2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 13.2.2022 με αριθ. καταθ. 66/29.3.2023 πρόσθετους λόγους αυτής, κατά της υπ' αριθμ. 5591/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Αναιρεί την υπ' αριθ. 5591/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ