1841/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΈχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών ποσού 111.917,26 ΕΥΡΩ δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές, και 2)
Legislator headnote
AI generated1841/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως εργοδότης νοείται, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του ΑΝ 1846/1951, ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα για λογαριασμό των οποίων, τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, παρέχουν την εργασία τους, ενώ κατά τις διατάξεις των άρθρων 115 Ν. 2238/1994 και 4 παρ. 4 Ν. 2556/1997, όπως αντικ. από το άρθρο 61 παρ. 2 Ν. 2676/1999, σε περίπτωση που εργοδότης είναι ανώνυμη εταιρεία, υπόχρεος είναι ο διευθύνων σύμβουλος αυτής.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1841 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1841/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ' αριθ. 148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη-Εισηγητή και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Α. Κ. του Β., κατοίκου Αθηνών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Βαγενά, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ.44396/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 538/26-1-2016 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 147/2016.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση, από 26-1-2016 αίτηση του κατηγορουμένου, Α. Κ. του Β. για αναίρεση της υπ' αριθ. 44396/2015 αποφάσεως του δικάσαντος, κατ' έφεση, Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός (αναιρεσείων) καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, ασκήθηκε με σχετική δήλωση και επίδοσή της στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθ. 473 παρ. 2 ΚΠοινΔ), εμπροθέσμως, νομοτύπως και με συγκεκριμένη διατύπωση λόγου αναιρέσεως, από δικαιούμενο πρόσωπο και έχον προς τούτο συμφέρον, στρέφεται δε κατά υποκείμενης σε άσκηση του εν λόγω ενδίκου μέσου αποφάσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 463, 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 2 και 3, 474 παρ. 2 και 3, 504 παρ. 1, 505 παρ. 1 περ. α' και 507. Ο προβαλλόμενος με την αίτηση αναιρέσεως λόγος είναι η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ). Με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο προήλθε στην καταδίκη του αναιρεσείοντος, χωρίς να διαλάβει στην απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τόσο ως προς την κατάφαση της νομοτυπικής και ιδίως της υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάσθηκε, όσο και ως προς την απόρριψη του προβληθέντος από το συνήγορό του αυτοτελούς ισχυρισμού του πρότερου έντιμου βίου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ΑΝ 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικές), ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας πάσης φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν (εργατικές), με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000) δραχμών.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1 και 5 του ΑΝ 1846/1951, όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους.
Επί νομικού δε προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη, απαιτείται αναφορά των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η θέση του στην επιχείρηση, καθώς και αν πρόκειται για ατομική ή εταιρική επιχείρηση και ποία η νομική μορφή αυτής και η θέση του σ' αυτήν, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών στον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό, χωρίς να αρκεί ο χαρακτηρισμός του κατηγορούμενου ως εργοδότη ή νόμιμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης (ΟλΑΠ 1/1996).
Ως εργοδότης νοείται, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του ΑΝ 1846/1951, ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα για λογαριασμό των οποίων, τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, παρέχουν την εργασία τους, ενώ κατά τις διατάξεις των άρθρων 115 Ν. 2238/1994 και 4 παρ. 4 Ν. 2556/1997, όπως αντικ. από το άρθρο 61 παρ. 2 Ν. 2676/1999, σε περίπτωση που εργοδότης είναι ανώνυμη εταιρεία, υπόχρεος είναι ο διευθύνων σύμβουλος αυτής.
Ήδη δε, με τη ρύθμιση της παραγράφου 7 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, που προστέθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 4075/11.4.2012 (ΦΕΚ 89, τ. Α'), διευρύνθηκε ο κύκλος των υπόχρεων προσώπων και ως αυτουργοί των αδικημάτων του παρόντος άρθρου στην τελευταία, ως άνω, περίπτωση, θεωρούνται οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων, οι διευθύνοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές ή διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο, εντεταλμένο, είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση, στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών.
Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι, προσωρινά ή διαρκώς, ένα από τα αναφερόμενα πιο πάνω καθήκοντα. Επίσης, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφάλισης του ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά το άρθρο δε 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μηνός από το χρόνο που έχει ορισθεί.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, τα οποία αποτελούν γνήσια εγκλήματα παραλείψεως και πραγματώνονται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των εν λόγω εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται τόσο η συγκεκριμένη οφειλή όσο και η ιδιότητα του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ' αυτόν, καθώς και η μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητά στον ασφαλιστικό οργανισμό που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό.
Δεν αποτελεί, όμως, θεμελιωτικό της αντικειμενικής υποστάσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος στοιχείο και εκ τούτου δεν είναι αναγκαίο να καθορίζεται ο αριθμός και η ταυτότητα των απασχοληθέντων μισθωτών, καθώς και ο χρόνος που εργάσθηκε καθένας και οι τακτικές αποδοχές καθενός από αυτούς. Ο χρόνος απασχόλησης και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού, που συνάπτεται αμέσως με το χρόνο αμφοτέρων των αξιόποινων αυτών πράξεων είναι κρίσιμος, όταν ασκεί επιρροή στη διακρίβωση της ενδεχόμενης εξαλείψεως του αξιοποίνου των τελευταίων, λόγω παραγραφής.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντ και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/2005).
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα.
Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου ξεχωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη ως άνω απόφασή του, δέχθηκε, ότι από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ' είδος (αναγνωσθέντα έγγραφα, μάρτυρας κατηγορίας), προέκυψαν κατά πιστή μεταφορά τα εξής: "προέκυψε και το δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος, στην Αθήνα, την 1-6-2011 τέλεσε με πρόθεση τα εγκλήματα της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ΙΚΑ υπό τις συνθήκες που εκτίθενται στο διατακτικό της παρούσας.
Ακολούθως, το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στην Αθήνα, την 01/06/2011 τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία A. Π. ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ και A.M.Ε.: …, ΥΠΚ/ΜΑ ΙΚΑ 065 ΑΓ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ, είδος Επιχείρησης: Χονδρικό εμπόριο εργαλειομηχανών μαζί με τ....ως ανωτέρω συγκατηρογορούμ....
και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 01-01-2011 έως 31-03-2011 στην επιχείρηση του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές ποσού 167.875,89 ΕΥΡΩ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία.
Για την μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό 065/ Π.Ε.Ε/Α/221/2011 ΠΕΕ συνολικού ποσού εισφορών 167.875,89 ΕΥΡΩ.
1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών ποσού 111.917,26 ΕΥΡΩ δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές, και 2)
Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 55.958,63 ΕΥΡΩ με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση.
2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 54.744,75 ΕΥΡΩ, με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στον μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση ..". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο δεν διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη κατά τις προδιαληφθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πλημμέλεια η οποία είναι σύστοιχη από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ του ΚΠοινΔ λόγου αναιρέσεως και τούτο διότι ανεξάρτητα από τους προειρημένους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως περιορίζεται στην αναφορά ότι η ποινικά επιλήψιμη παράλειψη του αναιρεσείοντος ερείδεται στην ιδιότητά του ως "εργοδότη" της επιχείρησης "A. Π. ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", χωρίς, όμως, ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως να συγκεκριμενοποιείται, με την παράθεση σχετικών προς τούτο πραγματικών περιστατικών, η ιδιότητα και η θέση που αυτός κατείχε στην εργοδότρια επιχείρηση, η οποία λειτουργούσε με τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας, γεγονός που συναρτάται άμεσα με την απορρέουσα υποχρέωσή του και την εξ αυτής ακόλουθη ευθύνη του, που αφορά στην καταβολή των εργοδοτικών και απόδοση των παρακρατηθέντων εργατικών ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ, κατά τις άνω διακρίσεις του άρθρου 1 παρ. 7 του ΑΝ 86/1967.
Κατά συνέπεια όσων προεκτέθηκαν, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος και συνακόλουθα πρέπει, δεκτής γενομένης της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση για τον ανωτέρω λόγο και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 44396/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο, ως άνω δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ