1841/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1841/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Full text
Απόφαση 1841 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1841/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καραμέτο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Σ. του Α., κατοίκου Θεσσαλονίκης, ως Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "SIGMA-ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ-ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΓΡΟΕΦΟΔΙΩΝ-ΛΙΠΑΝΤΙΚΩΝ - Γ. Σ. ΑΒΕΕ", και τον διακριτικό τίτλο "SIGMA AGRO ΑΒΕΕ", με έδρα το Καλοχώρι Θεσσαλονίκης, ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών.
Εκδόθηκε η απόφαση 118/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου. Την αναίρεσή της ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30.6.2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 7 Νοεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 4020Β/19-09-2011 έκθεση επιδόσεως, του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς παράσταση κατ' αυτή προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή (21-11-2011), επιδόθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στον αναιρεσίβλητο Γ. Σ. του Α.. Επομένως, εφόσον, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, κατά την παραπάνω δικάσιμο, αυτός δεν εμφανίσθηκε, ούτε υπέβαλε την κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Από τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ.1 και 321 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για να προσβληθεί με αναίρεση απόφαση πρωτοβαθμίου πολιτικού δικαστηρίου, που εκδόθηκε, όπως στην προκειμένη περίπτωση, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει να είναι τελεσίδικη, τελεσίδικη δε γίνεται η υποκείμενη σε έφεση πρωτόδικη απόφαση για κάποια επελθούσα αιτία και δη, εκτός των άλλων, και λόγω παρόδου της προθεσμίας για έφεση. Η προθεσμία της έφεσης σε περίπτωση μη επίδοσης της απόφασης είναι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 518 παρ.2 ΚΠολΔ, τρία χρόνια, που αρχίζουν από την δημοσίευση της απόφασης, μετά την πάροδο των οποίων η απόφαση δεν υπόκειται σε έφεση, γίνεται τελεσίδικη και προσβάλλεται τότε παραδεκτά με αναίρεση. Περαιτέρω, η προθεσμία της αναίρεσης, που αρχίζει μετά την πάροδο της προθεσμίας της έφεσης, στην ίδια περίπτωση κατά την οποία δεν επιδόθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είναι κατά το άρθρο 564 παρ.3 ΚΠολΔ τρία χρόνια και αρχίζει από την δημοσίευση της απόφασης που περατώνει την δίκη, είναι δηλαδή συνολικά έξι χρόνια από την δημοσίευση της προσβαλλομένης πρωτόδικης απόφασης (Ολ.ΑΠ 31/2009, Ολ.ΑΠ 1113/1986).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσιβαλλομένη πρωτόδικη 118/2004 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, εκδοθείσα κατ' αντιμωλία των διαδίκων, δημοσιεύθηκε, όπως προκύπτει απ' αυτήν, την 30-07-2004, ενώ δεν προκύπτει, ούτε υπάρχει σχετικός ισχυρισμός, ότι αυτή επιδόθηκε έκτοτε και δη πριν από την παρέλευση τριών ετών από την δημοσίευσή της, η δε αίτηση για αναίρεση αυτής ασκήθηκε την 01-07-2010, όπως προκύπτει από την κάτω από την αίτηση αναίρεσης πράξη του γραμματέα του ως άνω δικαστηρίου, δηλαδή πριν από την πάροδο έξι συνολικά ετών από την δημοσίευση της ως άνω απόφασης. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, είναι παραδεκτή ως ασκηθείσα εμπρόθεσμα και κατά τελεσίδικης απόφασης.
Από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώνει άλλο παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας.
Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ.1 του Ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972, κατά το οποίο τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής της επιταγής.
Από την ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίστηκε για την προστασία όχι μόνο του δημόσιου, αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 και επ. του ΑΚ, προκύπτει, ότι εκείνος που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει.
Η αξίωση προς αποζημίωση από τα άρθρο 914 και επ. ΑΚ συρρέει με την αξίωση από την επιταγή από τα άρθρα 40-47 του Ν. 5960/1933 και απόκειται στο δικαιούχο να ασκήσει αυτήν που προκρίνει. Δικαιούχος της αποζημιώσεως είναι όχι μόνο ο κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο της εμφανίσεως της (τελευταίος κομιστής), αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή, ως εξ αναγωγής υπόχρεος, και έγινε κομιστής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία αυτού είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτήν.
Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση κατά την οποία ο κομιστής της επιταγής τη μεταβιβάσει σε άλλο λόγω ενεχύρου, οπότε δικαίωμα να εμφανίσει την επιταγή προς πληρωμή έχει ο τελευταίος (ενεχυρούχος δανειστής), ασκώντας ίδιο δικαίωμα εκ του τίτλου (άρθρο 1255 ΑΚ). Αν, όμως, η επιταγή δεν πληρωθεί και την πληρώσει ο ενεχυράσας οφειλέτης, αποκτώντας εκ νέου τον τίτλο, εκείνος που ζημιώνεται και πάλι από τη μη πληρωμή της επιταγής είναι ο τελευταίος.
Σημειώνεται, ότι το δικαίωμα αναγωγής του (τελευταίου) κομιστή κατά του εκδότη και των προγενεστέρων υπογραφέων της επιταγής, παρέχεται από τις διατάξεις του Ν. 5960/1933 (άρθρο 44), σε οποιοδήποτε υπογραφέα της επιταγής, ο οποίος την πλήρωσε. Ο οπισθογράφος δε που πλήρωσε την επιταγή, δύναται επιπλέον να διαγράψει την οπισθογράφησή του, καθώς και τις οπισθογραφήσεις των επομένων οπισθογράφων με συνέπεια να εμφανίζεται και ως τελευταίος κομιστής που στηρίζει το δικαίωμα του σε αδιάκοπη σειρά οπισθογρα φήσεων (άρθρα 19 και 47 παρ.2 του Ν. 5960/1933).
Αντίθετη άποψη, ότι δηλ. δικαιούχος της αποζημιώσεως από τη μη πληρωμή της επιταγής είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής αυτής, δεν συνάγεται ούτε από τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, που είχε προστεθεί με το άρθρο 4 παρ.1 του Ν. 2408/1996, και κατά την οποία η ποινική δίωξη (για την πράξη της παρ.1) ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε.
Τούτο δε, διότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει, ότι ο όρος "κομιστής" της επιταγής χρησιμοποιείται στην παραπάνω διάταξη μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή. Κατά συνέπεια, ως "κομιστής" θεωρείται κατά τη διάταξη αυτή και ο εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος πλήρωσε την επιταγή και έγινε κομιστής της.
Εξάλλου, η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε ήδη από το άρθρο 15 παρ.3 του Ν. 3472/2006 και ορίζεται πλέον ρητώς, ότι δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως έχουν τόσο ο κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όσο και ο εξ αναγωγής υπόχρεος ο οποίος εξόφλησε την επιταγή και έγινε κομιστής της. Στην ίδια διάταξη προστέθηκε με το παραπάνω άρθρο 15 παρ.3 του Ν. 3472/2006, για την άρση κάθε αμφισβήτησης, ότι ο εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος εξόφλησε την επιταγή, δικαιούται να λάβει αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τις αδικοπραξίες (άρθρο 914 επ.).
Τέλος, η άποψη ότι ο εξ αναγωγής δικαιούχος ή ο ενεχυράσας την επιταγή κομιστής δεν έχουν δικαίωμα αποζημιώσεως κατά τα άρθρα 914 και επ. του ΑΚ, οδηγεί σε ανεπιεική αποτελέσματα, που δεν συνάγονται από το σκοπό του νόμου, αφού έτσι ωφελείται τελικά ο εκδότης, παρότι η δόλια συμπεριφορά του αποτελεί εκτροπή του θεσμού της επιταγής από την κατά νόμο λειτουργία του και συντελεί στη μείωση της αξιοπιστίας της επιταγής ως ex lege οργάνου πληρωμών.
Το ότι οι παραπάνω ζημιωθέντες έχουν δικαίωμα να στραφούν κατά του εκδότη ή των προηγουμένων οπισθογράφων, ασκώντας το προαναφερόμενο δικαίωμα αναγωγής αυτών δεν οδηγεί σε αντίθετο συμπέρασμα, αφού η παρεχόμενη από τις σχετικές διατάξεις προστασία είναι ενδεχόμενο στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποβαίνει αναποτελεσματική.
Επομένως, και υπό την ισχύ της παρ.5 του άρθρου 79 παρ.1 του Ν. 5960/1933, όπως αυτή είχε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 15 παρ.3 του Ν. 3472/2006, ο ενεχυράσας την επιταγή οφειλέτης, ο οποίος πλήρωσε την επιταγή και έγινε εκ νέου κομιστής αυτής, έχει αξίωση αποζημιώσεως κατά του εκδότη, ως αμέσως ζημιωθείς από την παράνομη και υπαίτια πράξη του τελευταίου, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (Ολ.ΑΠ 23/2007).
Εξάλλου, για τη θεμελίωση αυτής της αγωγής από αδικοπραξία αρκεί ο ενάγων να επικαλεσθεί ότι ο εκδότης εναγόμενος εξέδωσε την επιταγή αυτή δόλια, δηλαδή ενώ γνώριζε ότι δεν είχε αντίστοιχα με την αξία της διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο εκδόσεως και πληρωμής και ότι η επιταγή αυτή εμφανίσθηκε προς πληρωμή μέσα στην οκταήμερη προθεσμία με αφετηρία την αναγραφόμενη επί του σώματος αυτής ημεροχρονολογία εκδόσεως της.
Επί εκδόσεως δε ακάλυπτης επιταγής από νομικό πρόσωπο ποινικώς υπεύθυνος υπό τους όρους του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 και, άρα, αυτοτελώς υπόχρεος σε αποζημίωση κατά τα άρθρα 71 εδ. β', 914, 297 και 298 ΑΚ είναι το φυσικό πρόσωπο το οποίο την εξέδωσε είτε υπό την ιδιότητα του καταστατικού οργάνου του νομικού προσώπου, είτε έχοντας τη σχετική εξουσία αντιπροσωπεύσεώς του, είτε εμφανιζόμενο ότι έχει την ανωτέρω ιδιότητα ή εξουσία.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παρα βιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/ 1998).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την αγωγή επί της οποίας έκρινε η αναιρεσιβαλλομένη, ιστορούσε ο ενάγων, ότι ο εναγόμενος με την ιδιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "SIGMA ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΓΡΟΕΦΟΔΙΩΝ - ΛΙΠΑΝΤΙΚΩΝ - Γ. Σ. Α,Ε.Β.Ε.Ε." και τον διακριτικό τίτλο " SIGMA ARGO ΑΒΕΕ", που εδρεύει στο Καλοχώρι Θεσσαλονίκης, εξέδωσε στις 5-9-2003 στη Θεσσαλονίκη την υπ' αριθ. ...
επιταγή, ποσού 25.985 ευρώ, πληρωτέα σε διαταγή της ιδίας, από τον αναφερόμενο τραπεζικό λογαριασμό της, και ακολούθως τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΑΔΡΑΝΗ ΥΛΙΚΑ Ε.Π.Ε.", εν γνώσει του ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια προς πληρωμή της. Ότι, στη συνέχεια η ως άνω κομίστρια, τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΚΡΗΚΤΙΚΑ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στη Δράμα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία με τη σειρά της τη μεταβίβασε σ' αυτόν (ενάγοντα), που και ο ίδιος τη μεταβίβασε λόγω ενεχύρου στην Τράπεζα "Alpha Τράπεζα Α.Ε.".
Ότι, η τελευταία αυτή κομίστρια, αν και την εμφάνισε εμπρόθεσμα στην πληρώτρια τράπεζα "Λαϊκή Α.Ε", δεν πληρώθηκε, λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων και ότι, κατόπιν τούτου ο ενάγων, καταβάλλοντας το αναγραφόμενο σ' αυτή ποσό στην τελευταία κομίστρια έγινε εκ νέου κομιστής αυτής εξ αναγωγής, με αποτέλεσμα να υποστεί ισόποση με την αξία της επιταγής αυτής ζημία.
Με βάση το ιστορικό αυτό και την επίκληση των στοιχείων του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 και του άρθρου 914 ΑΚ, ζητεί, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος στην πληρωμή του ποσού της παραπάνω επιταγής, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της ημερομηνίας εμφανίσεώς της μέχρις εξοφλήσεως, άλλως από την επίδοση της αγωγής και επί πλέον, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει νομιμοτόκως και το ποσό των 6.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την σε βάρος του τελεσθείσα αδικοπραξία, και να απαγγελθεί εις βάρος του εναγομένου προσωπική κράτηση ενός (1) έτους, λόγω της αδικοπραξίας του, ως μέσον εκτελέσεως της απόφασης που θα εκδοθεί.
Η αγωγή, η οποία μοναδική βάση έχει την αδικοπραξία, κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, διότι αξίωση αδικοπραξίας έχει κατά τις, ως άνω, διατάξεις ο κομιστής της ακάλυπτης επιταγής που την εμφάνισε, εμπροθέσμως, προς πληρωμή, η προσβολή του δικαιώματος του οποίου συντελείται με την παραβίαση του άρθρου 79 παρ.1 του ν. 5960/1933 και όχι και ο προηγούμενος από αυτόν οπισθογράφος, ο οποίος πλήρωσε την επιταγή στον κομιστή και έχει αξίωση κατά του προηγούμενου από αυτόν οπισθογράφου ή του εκδότη, όπως στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων, ο οποίος δύναται να ασκήσει κατά του εκδότη (εναγομένου) το δικαίωμα αναγωγής (άρθρο 40 ν. 5960/1933), ή αγωγή της υποκείμενης σχέσεως, εφόσον συντρέχουν οι αντίστοιχες προϋποθέσεις.
Έτσι, όμως, κρίνοντας το Δικαστήριο της ουσίας (Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών), σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 71 ΑΚ, 79 Ν. 5960/ 1933, τις οποίες ευθέως παραβίασε ως προς το ζήτημα της ευθύνης του αναιρεσιβλήτου από αδικοπραξία έναντι του αναιρεσείοντος, και υπέπεσε, στην από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που του αποδίδεται με τον ένα και μοναδικό λόγο αναιρέσεως, ο οποίος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών) αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 118/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ