Legislator Case Law & Legislation
1840/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank's debt claim, upholding statute of limitations defense.

Case Number 1840/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the First Instance Court's judgment in favor of the National Bank of Greece. The bank successfully argued that the statute of limitations expired in 2015, regardless of whether the claim arose in 2011 or 2013. The Court ruled that the lower courts correctly applied substantive law and rejected the State's procedural objections.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1, 577 para. 1, 3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal against a final judgment is admissible if filed within the statutory period and must be examined on its merits if procedural requirements are met.

Keywords

AI generated
statute of limitations bank debt claim appeal admissibility substantive law application Greek Civil Procedure statutory period judgment dismissal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 1, 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 no. 1, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
OLNSK 39/2009

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1840 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1840/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ευτυχία Τσούντου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδριανή Παπαδοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από .../2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και .../2020 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από .../2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. .../2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, το οποίο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την υπ' αριθ. .../2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 8.12.2015 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Με τις διατάξεις του ν. 2322/1995 "Παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για τη χορήγηση δανείων και πιστώσεων και άλλες διατάξεις", όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο παροχής της επίδικης εγγύησης, πριν τα άρθρα 1 έως 12 αυτού καταργηθούν με το άρθρο 106 παρ. 1 του Ν.4549/2018 (ο οποίος στα άρθρα 91 επ.

αυτού θέσπισε αντίστοιχες διατάξεις), ρυθμίστηκαν η διαδικασία, οι προϋποθέσεις και οι όροι χορήγησης δανείων με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Η εγγύηση παρέχεται με απόφαση του Υπουργού, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (άρθρο 12), άλλως είναι ανυπόστατη (ΟλΝΣΚ 39/2009), εκδίδεται δε μετά από σύμφωνη γνώμη Τριμελούς Διυπουργικής Επιτροπής, που συνιστάται με το άρθρο 5 του νόμου και επικουρείται από την υπό του άρθρου 6 προβλεπόμενη Υποεπιτροπή.

Ειδικότερα, στο άρθρο 1 παρ. 1 του ανωτέρω νόμου ορίζεται ότι "Επιτρέπεται στον Υπουργό Οικονομικών να παρέχει με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από σύμφωνη γνώμη τριμελούς Διυπουργικής Επιτροπής, που συνιστάται με τις διατάξεις του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ημεδαπές ή αλλοδαπές τράπεζες, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς ή οίκους, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς τεχνικούς οίκους, ημεδαπές ή αλλοδαπές εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης και εταιρίες γενικά, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και Οργανισμούς Δημοσίου Δικαίου, καθώς και σε ξένες Κυβερνήσεις:

α. Για την κάλυψη δανείων, εγγυητικών επιστολών και πιστώσεων, που χορηγούν προς: αα.....ββ. Ομάδες φυσικών προσώπων ή βιώσιμων ιδιωτικών επιχειρήσεων και επαγγελματιών, για την προώθηση τη οικονομικής ανάπτυξης περιοχών, στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση, καθώς και για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων κλάδων και δραστηριοτήτων...".

Επίσης, σύμφωνα με την παράγραφο 7 του ίδιου ως άνω άρθρου "Σε περίπτωση κατάπτωσης των εγγυήσεων εξετάζονται από το Ελληνικό Δημόσιο (Υπουργείο Οικονομικών), που ως εγγυητής εξυπηρετεί πλέον τα δάνεια, οι λόγοι και οι ενδεχόμενες παραλείψεις που συνετέλεσαν στην αδυναμία κανονικής εξόφλησης του δανείου από τους υπόχρεους φορείς.

Το Υπουργείο Οικονομικών δύναται να θέσει σε ειδικό καθεστώς διαχείρισης τα πάσης φύσεως έσοδα και τις δαπάνες των φορέων και να επιβάλλει περιορισμούς στη διαχείριση της περιουσίας των φορέων αυτών, προς το σκοπό συνέχισης αποπληρωμής των δανείων από τους ίδιους και εξόφλησης των όσων έχει καταβάλει το Ελληνικό Δημόσιο.

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, τίθενται σε ειδικό καθεστώς, διαχείρισης φορείς του προηγούμενου εδαφίου και ρυθμίζονται κατά περίπτωση όλες οι σχετικές με την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου αναγκαίες λεπτομέρειες". Εξάλλου, στην παράγραφο 8 του ίδιου ως άνω άρθρου 1 του ν. 2322/1995 ορίζονται τα ακόλουθα: "8.α.

Συνιστάται στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης, της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου. Το Συμβούλιο εισηγείται στον Υπουργό Οικονομικών ή στα όργανα, προς τα οποία έχει μεταβιβασθεί η αρμοδιότητα παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, για: i) την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο υφιστάμενου καθεστώτος εγγύησης, σε επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα των υποπεριπτώσεων ββ' και γγ' της περίπτωσης α', της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εξετάζοντας τη συνδρομή των προϋποθέσεων που τάσσονται από την υπουργική απόφαση που θεσπίζει το καθεστώς ενίσχυσης, ii) την τροποποίηση των όρων και των προϋποθέσεων, υπό τους οποίους παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο θεσπισμένου καθεστώτος ενίσχυσης υπό τη μορφή κρατικής εγγύησης, των υποπεριπτώσεων ββ' και γγ' της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ύστερα από αίτημα του φορέα υπέρ του οποίου χορηγήθηκε η εγγύηση ή του πιστωτικού ιδρύματος έναντι του οποίου παρασχέθηκε αυτή......

γ. Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρέχεται στο πλαίσιο υφιστάμενου καθεστώτος κρατικής ενίσχυσης υπό τη μορφή εγγύησης, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ύστερα από εισήγηση του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου". Περαιτέρω, στο άρθρο 11 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζονται τα ακόλουθα: "1.Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεών του, που απορρέουν από την κατάπτωση των εγγυήσεων, που έχει παράσχει, μετά από προηγούμενη βεβαίωση, ως εσόδων του, των σχετικών ποσών στις αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και με βάση τα δικαιολογητικά, που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάστασή του στα δικαιώματα του πιστωτικού ιδρύματος ή άλλου φορέα που χορήγησε το δάνειο, την εγγυητική επιστολή ή την πίστωση γενικά, τόσο κατά των πρωτοφειλετών, όσο και κατά των εγγυητών και λοιπών συνυπόχρεων. 2.

Οι ασφάλειες που χορηγούνται από τους πρωτοφειλέτες, τους εγγυητές και άλλους συνυπόχρεους στο όνομα των πιστωτικών ιδρυμάτων και των λοιπών φορέων για την εξασφάλιση των δανείων, εγγυητικών επιστολών ή πιστώσεων, λειτουργούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου από τη βεβαίωση και μόνο ως εσόδων του, των εγγυημένων ανεξόφλητων οφειλών. 3.

Οι ασφάλειες αυτές, σε περιπτώσεις βεβαίωσης στις Δ.Ο.Υ. τμήματος των ανεξόφλητων απαιτήσεων των τραπεζών, λειτουργούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου αναλογικά κατά τη σχέση του ποσού των βεβαιωμένων οφειλών χωρίς προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, προς το συνολικό ποσό ανεξόφλητων οφειλών (βεβαιωμένων και μη). 4.

Αν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλειπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης ανακαλούνται και εκπίπτονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, όπου έχουν βεβαιωθεί τα αντίστοιχα ποσά με μέριμνα της Δ/νσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών (Γ.Λ.Κ.-Δ25). 5.

Τα αναγκαία δικαιολογητικά, που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάσταση του Δημοσίου στα δικαιώματα των τραπεζών, ο χρόνος και ο τρόπος βεβαίωσης, οι περιπτώσεις έκπτωσης από την αρμόδια Δ/νση του Υπουργείου Οικονομικών (Γ.Λ.Κ. -Δ25), βεβαιωμένων ήδη οφειλών και κάθε άλλο σχετικό θέμα, καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών".

Ακολούθως, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 11 παρ. 5 του ως άνω ν. 2322/1995 και του ν. 2362/1995 "Περί Δημόσιου Λογιστικού", εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 2/478/0025/4.1.2006 (ΦΕΚ τ. Β' 16/13.1.2006) Υπουργική Απόφαση "Διαδικασία βεβαίωσης και διαγραφής οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο", με την οποία ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής:

Τα πιστωτικά ιδρύματα είναι υποχρεωμένα να αποστείλουν πλήρη φάκελο μαζί με τα προβλεπόμενα από την παρ. Β' της ίδιας Υπουργικής Απόφασης δικαιολογητικά στην 25η Διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών. Η τελευταία, αφού διενεργήσει το σχετικό έλεγχο δικαιολογητικών και τήρησης των όρων της απόφασης με βάση την οποία παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, αποστέλλει πλήρη φάκελο με τον οικείο χρηματικό κατάλογο και τις τριπλότυπες περιληπτικές καταστάσεις βεβαίωσης στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., η οποία προβαίνει στην εν στενή εννοία βεβαίωση υπέρ του Δημοσίου του ποσού αυτού για το οποίο έχει εγγυηθεί το Ελληνικό Δημόσιο, σε βάρος των υποχρέων φυσικών ή νομικών προσώπων και αποστέλλει άμεσα στην 25η Δνση το αντίγραφο της περιληπτικής κατάστασης βεβαίωσης.

Μόνο μετά την εν λόγω βεβαίωση, δύναται να διενεργηθεί η πληρωμή της εγγυημένης οφειλής προς το πιστωτικό ίδρυμα. Η Δ.Ο.Υ., η οποία, σε περίπτωση που κρίνει, ότι δεν της εστάλησαν επαρκή δικαιολογητικά για τη βεβαίωση του συνόλου του ποσού υποχρεούται να ζητήσει συμπληρωματικά στοιχεία από τη δανείστρια Τράπεζα ή τη βεβαιούσα Αρχή, αμέσως μετά τη βεβαίωση των ως άνω οφειλών, υποχρεούται να προβαίνει σε όλες τις προβλεπόμενες από τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε) και λοιπές διατάξεις ενέργειες για τη διασφάλιση και είσπραξη των απαιτήσεων αυτών, καθώς και την πλήρη υποκατάσταση των δικαιωμάτων του Δημοσίου στις εμπράγματες και ενοχικές ασφάλειες.

Στις περιπτώσεις που έστω και εκ των υστέρων κριθεί, ότι, συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 4 του άρθρου 11 του ν. 2322/1995, δηλαδή διαπιστωθεί, ότι από υπαιτιότητα του δανειστή ή του πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλιπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και η 25η Διεύθυνση, ανακαλεί την εγγύηση του Ελληνικού δημοσίου, προβαίνει στη σύνταξη ΑΦΕΚ για την διαγραφή της βεβαιωμένης απαίτησης και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, ανακαλούνται.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την ενότητα Β` της ως άνω αναφερόμενης ΥΑ 2/478/0025/4-1-2006, για την διενέργεια του απαιτούμενου ελέγχου από την 25η Διεύθυνση, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, όσο και για την διασφάλιση των δικαιωμάτων του Δημοσίου κατά την είσπραξη των απαιτήσεων, ο φάκελος που αποστέλλει το πιστωτικό ίδρυμα θα πρέπει απαραίτητα να περιέχει: 1) Αναλυτικές καταστάσεις οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, 2) αντίγραφα όλων των δανειακών συμβάσεων, των συμβάσεων πίστωσης με Ανοικτό Αλληλόχρεο λογαριασμό και των παρεπομένων αυτών συμβάσεων, ώστε να διασφαλίζεται η γνώση του συνόλου των συμβατικών σχέσεων και δικαιωμάτων, που στεγάζονται κάτω από την σύμβαση, με την οποία συνδέεται η εγγυημένη από το Δημόσιο απαίτηση, 3) αντίγραφα όλων των τυχόν συμβάσεων ρύθμισης, που υπεγράφησαν, ώστε να γίνονται γνωστοί οι όροι τυχόν ρυθμίσεων (που εδράζονται σε διοικητικές ρυθμίσεις ή νόμους ή απλά αποτελούν "συμφωνίες" των πιστωτών με τα πιστωτικά ιδρύματα) και είναι εφικτή η διαπίστωση, αν στα πλαίσια των ρυθμίσεων αυτών έχουν παραβιασθεί οι διατάξεις των νομοθετικών - διοικητικών ρυθμιστικών πράξεων ή αν υφίστανται καταχρηστικοί όροι ή όροι, που βλάπτουν έμμεσα ή άμεσα τα συμφέροντα του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου, 4) ανάλυση της κίνησης των λογαριασμών που τηρήθηκαν για κάθε σύμβαση χωριστά, από την υπογραφή της μέχρι την ημερομηνία αποστολής των δικαιολογητικών.

Από την ανάλυση αυτή, θα πρέπει οπωσδήποτε να προκύπτουν με σαφήνεια: α) Τα ποσά που χορηγήθηκαν, β) Οι τόκοι που χρεώθηκαν, ενήμεροι και υπερημερίας, γ) Tα επιτόκια που εφαρμόσθηκαν εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων, ανά χρονική περίοδο που αυτά ίσχυσαν και τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τον εκτοκισμό της εγγυημένης οφειλής.

δ) Τα έξοδα με τα οποία χρεώθηκαν και η αιτιολογία τους, ε) Οι καταβολές που πραγματοποιήθηκαν εκ μέρους των ενεχομένων έναντι της οφειλής, με αναφορά στις ημερομηνίες που αυτές διενεργήθηκαν και στον τρόπο που τις κατένειμε η τράπεζα έναντι των εξόδων, των τόκων, συμβατικών και υπερημερίας, και των δόσεων ενήμερων και ληξιπροθέσμων, αντίγραφα των αιτήσεων, αποφάσεων, περιλήψεων και πιστοποιητικών υποθηκοφυλακείου, αναφορικά με τα βάρη που ασφαλίζουν τις απαιτήσεις που προκύπτουν από την σύμβαση, με την οποία συνδέεται η εγγυημένη από το δημόσιο απαίτηση του πιστωτικού ιδρύματος, ή πρόσθετες πράξεις, εγγυήσεις (προσωπικές και εμπράγματες) που έχουν χορηγηθεί για την ίδια απαίτηση και ενημέρωση αναφορικά με τις τυχόν δίκες που διεξήχθησαν και ολοκληρώθηκαν ή εκκρεμούν, αναφορικά με την διασφάλιση της απαίτησης.

Περαιτέρω με την υπ' αρ. 2/38330/0025/30.06.2009 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών(ΦΕΚ Β 1298/30.06.2009 τροποποιήθηκε η ως άνω υπ' αρ. 2/18875/0025/ 19.04.2006 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ως ακολούθως: "Παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, σε ποσοστό 80% για τη ρύθμιση των μέχρι 30.06.2009 εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει των υπ'αρ.2/18875/0025/19.4.2006 αποφάσεων του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών, που προέρχονται από δάνεια που έχουν χορηγηθεί για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης σε βιοτεχνικές, βιομηχανικές ....

επιχειρήσεις, που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν στο Ν. Δράμας, σε ένα ενιαίο με το τρέχον δάνειο, συμπεριλαμβανομένου και του 80% των οφειλομένων τόκων από 1.1.2008 έως και 30.6.2009. Το νέο αυτό δάνειο θα εξοφληθεί σε ίσες εξαμηνιαίες δόσεις, με πρώτη καταβλητέα δόση 31.12.2010 και τελευταία την 31.12.2018. Λόγω της παρεχόμενης εγγύησης καταβάλλεται στο Ελληνικό Δημόσιο εξαμηνιαία και μέχρι τη λήξη του δανείου από έκαστο δανειολήπτη προμήθεια ασφαλείας σε ποσοστό 0,4% επί του ανεξόφλητου κάθε φορά υπολοίπου του δανείου.

Η πρώτη καταβολή γίνεται με την υπογραφή της νέας δανειακής σύμβασης. Οι επιχειρήσεις, με την υπογραφή της δανειακής σύμβασης, υποχρεούνται να καταβάλουν το 20% των οφειλόμενων τόκων που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 30.6.2009, καθώς και την ανωτέρω προμήθεια ασφαλείας σε ποσοστό 0,4%. Ποσοστό 20% των τόκων του χρονικού διαστήματος από 1.7.2009 έως 31.12.2009, μαζί με προμήθεια ασφαλείας σε ποσοστό 0,4%, βαρύνει τις επιχειρήσεις και καταβάλλεται την 31.12.2009, ενώ το υπόλοιπο των τόκων κεφαλαιοποιείται την 31.12.2009.

Ποσοστό 20% των τόκων του χρονικού διαστήματος από 1.1.2010 έως 30.6.2010, μαζί με προμήθεια ασφαλείας σε ποσοστό 0,4% βαρύνει τις επιχειρήσεις και καταβάλλεται την 30.6.2010, ενώ το υπόλοιπο των τόκων κεφαλαιοποιείται την 30.6.2010. Ως επιτόκιο ορίζεται το εκάστοτε επιτόκιο της αγοράς για την κατηγορία της δανειοδότησης για την οποία παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου..

Οι όροι και οι προϋποθέσεις για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου είναι οι ακόλουθοι: 1. Η υποβολή αίτησης των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων στα πιστωτικά ιδρύματα για την υπαγωγή τους στις διατάξεις της παρούσας με καταληκτική ημερομηνία την 30.9.2009. 2. Η καταβολή του 20% των τόκων που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 30.6.2009. 3.Η καταβολή της προμήθειας ασφαλείας σε ποσοστό 0,4% επί του ανεξόφλητου υπολοίπου του δανείου την 30.6.2009. 4.

Οι ήδη ληφθείσες εξασφαλίσεις να παραμένουν ισχυρές. Σε περίπτωση που κατά την 31.12.2010, και μέσα στο επόμενο τρίμηνο από τη λήξη της πρώτης χρεολυτικής, με τους αναλογούντες τόκους, ή τοκοχρεολυτικής δόσης, οι πρωτοφειλέτες δεν εξοφλήσουν τη δόση αυτή και κάθε άλλη οφειλή απορρέουσα από τις προηγούμενες εξαμηνιαίες υποχρεώσεις καταβολής της προμήθειας 0,4% και του 20% των τόκων περιόδου, ολόκληρο το ποσό των οφειλών καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.

Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής και κάθε επόμενης χρεολυτικής ή τοκοχρεολυτικής δόσης. Τα πιστωτικά ιδρύματα, προκειμένου να εξοφληθούν από το Δημόσιο οι εγγυημένες απαιτήσεις τους, θα πρέπει να υποβάλουν τα δικαιολογητικά που ορίζονται στην υπ' αριθμ. 2/478/0025/4.1.2006 (ΦΕΚ Β' 16/13.1.2006) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών.

Τα πιστωτικά ιδρύματα πρέπει να επιδιώκουν μέσα στον ανωτέρω οριζόμενο χρόνο των τριών (3) μηνών, για τον οποίο το Δημόσιο καλύπτει με την εγγύηση του τους τόκους υπερημερίας, την είσπραξη από τους πρωτοφειλέτες της ληξιπρόθεσμης εγγυημένης από το Ελληνικό Δημόσιο δόσης, με την ίδια επιμέλεια που επιδεικνύουν και για τα δάνεια που χορηγούν χωρίς την εγγύηση του- Δημοσίου.

Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, αναλαμβάνει την υποχρέωση εξόφλησης των εγγυημένων απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων, που θα περιλαμβάνουν το ανεξόφλητο εγγυημένο ποσό κεφαλαίου, τους ανεξόφλητους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας μέχρι ενός τριμήνου), και τέλος τα έξοδα της αναγγελίας κλεισίματος του λογαριασμού.

Ο έλεγχος της εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας απόφασης, καθώς και η αντιμετώπιση στο πλαίσιο αυτής των προβλημάτων που θα ανακύπτουν κατά την υλοποίηση, ανατίθεται στη Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών (Γ.Λ.Κ.-Δ.25 -Τμήμα Δ')..." Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι στοιχεία της βάσεως της αγωγής του πιστωτικού ιδρύματος, που χορήγησε την πίστωση, κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εγγυήθηκε υπέρ του πιστούχου, με την οποία ζητείται η καταβολή από το Δημόσιο του ποσού, που εγγυήθηκε αυτό, επειδή ο υπέρ ου η εγγύηση πιστούχος δεν τήρησε τους όρους της πίστωσης, είναι α) η σύναψη της συμβάσεως δανείου ή πιστώσεως και το περιεχόμενό της, β) η παροχή της εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, υπέρ του πιστούχου με Υπουργική Απόφαση, εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του Ν.2322/1995, υπό τις αναφερόμενες στην απόφαση αυτή προϋποθέσεις και γ) η κατάπτωση της εγγυήσεως, λόγω μη τηρήσεως από τον πιστούχο των εν λόγω προϋποθέσεων (ΑΠ 797/2023), η δε προσφυγή της δανείστριας τράπεζας στην διαγραφόμενη από την πιο πάνω ΥΑ διαδικασία εξοφλήσεως της σχετικής απαιτήσεώς της λόγω καταπτώσεως της εγγυήσεως, αποτελεί δικαίωμα και όχι υποχρέωση της τελευταίας, ή αναγκαία προδικασία, της έναντι του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου στρεφόμενης αγωγής της, για την πληρωμή του καλυπτόμενου από την εγγύηση μέρους του χορηγηθέντος στην πιστούχο πρωτοφειλέτρια εταιρεία δανείου, σε εκτέλεση υφισταμένης συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού (ΑΠ 1254/2023).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Προκειμένου να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποίο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 159/2004).

Η υπουργική απόφαση, κανονιστικού περιεχομένου (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 850/2004, ΑΠ 825/2004, ΑΠ 1605/ 1995), η οποία, για τη ρύθμιση των θεμάτων της, εκδίδεται επιτρεπτά στο πλαίσιο νομοθετικής εξουσιοδότησης, που παρασχέθηκε νόμιμα, αποτελεί, υπό την προϋπόθεση δημοσίευσής της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ελέγχεται μέσω του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, όταν εσφαλμένα εφαρμόστηκε (ΑΠ 1903/2022, 1352/2022).

Τέλος από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 133/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).

Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της κρίσης του για την νομική επάρκεια της αγωγής ή της ένστασης αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 797/2023, ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των υπ' αριθ. 15077/Β658/2006, 2/478/0025/2006, 2/18875/0025/2006 και 2/38330/0025/2009 ΥΑ, κρίνοντας ότι η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, ενώ στο δικόγραφό της δεν εκτίθεται ότι πριν την άσκησή της η αναιρεσίβλητη υπέβαλε αίτηση καταπτώσεως της εγγυήσεως του αναιρεσείοντος και πλήρη φάκελο με τα αναγκαία δικαιολογητικά έγγραφα στην αρμόδια 25η Διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομικών, δεν περιγράφονται τα υποβληθέντα στην ως άνω υπηρεσία δικαιολογητικά και δεν εκτίθεται ότι, μετά την υποβολή της ως άνω αιτήσεως και των αναγκαίων δικαιολογητικών, η αρμόδια υπηρεσία αρνήθηκε να εξοφλήσει την απαίτησή της.

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη ιστορούσε τα εξής : "Α. Την 21.12.2006 με την υπ' αρ. 3777010176/21.12.2006 σύμβαση δανείου - ρύθμιση οφειλής, η οποία καταρτίσθηκε και υπογράφηκε νόμιμα στην Δράμα μεταξύ της Τράπεζάς μας και της εδρεύουσας στην ΒΙ.ΠΕ.

Δράμας ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "Ρ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΞΗΡΩΝ ΚΑΡΠΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "PRIMO Α.Β.Ε.Ε." (ΑΦΜ ...) συμφωνήθηκε κατ' εφαρμογή της ως ίσχυε τότε υπ' αρ. 15077/Β/658/5.4.2006 Απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών οι απορρέουσες οφειλές της ως άνω εταιρείας προς την Τράπεζά μας από τις υπ' αρ. ....1997 και ....2003 συμβάσεις παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, των οποίων το χρεωστικό υπόλοιπο την 30.6.2006 ανερχόταν στο ποσό των € 256.708,34 και € 49.416,42 αντίστοιχα, να αποτελέσουν μια ενιαία οφειλή, συνολικού ποσού € 306.124,76 και χορηγήθηκε προς ρύθμιση αυτής της ενιαίας οφειλής ισόποσο δάνειο, με επιτόκιο εκτοκισμού το εκάστοτε επιτόκιο των Εντόκων Γραμματίων Ελληνικού Δημοσίου (Ε.Γ.Ε.Δ.) δωδεκάμηνης διάρκειας της τελευταίας έκδοσης πριν από την έναρξη της περιόδου εκτοκισμού προσαυξημένο κατά εβδομήντα τοις εκατό (70%) πλέον εισφοράς του Ν 128/1975 (σήμερα 0,60%), με βάση υπολογισμού των τόκων το έτος των 360 ημερών, που θα λογίζονται την 30η Ιουνίου και 30η Δεκεμβρίου κάθε έτους, οπότε και πρέπει να πληρώνονται από τον Δανειζόμενο.

Το ως άνω δάνειο, ποσού € 306.124,76 χορηγήθηκε με την εγγύηση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου δυνάμει της υπ' αρ. 2/18875/0025/19.4.2006 (ΦΕΚ Β579/9.5.2006) Αποφάσεως του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών σε συνδυασμό με την απόφαση - έγκριση του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου, που περιέχεται στο υπ' αρ.

πρωτ. 263854/0025/20.11.2006 έγγραφο του Δ' Τμήματος της 25ης Διεύθυνσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών της Γενικής Διεύθυνσης Θησαυροφυλακίου και Προϋπολογισμού του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, και με τους όρους : α) διατήρησης των υφιστάμενων εξασφαλίσεων, και β) εγγραφής πρόσθετης προσημείωσης υποθήκης ποσού 57.000 € στο επιχειρηματικό ακίνητο της δανειολήπτριας στη ΒΙ.ΠΕ.

Δράμας, όρο τον οποίο και εκπλήρωσα, δεδομένου ότι δυνάμει της υπ' αρ. ....2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων) όπως αυτή έχει διορθωθεί με την υπ' αρ. ....2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας (Ασφ. Μέτρων), την 5.1.2007 ενεγράφη στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Δράμας, στον τόμο 188, φύλλο 66 και αυξ.

αρ. 7, προσημείωση υποθήκης, ποσού 57.000 €, στο επιχειρηματικό ακίνητο ιδιοκτησίας της εταιρείας, δηλαδή επί ενός γηπέδου, με τα συστατικά και τα παραρτήματά του, εμβαδού 3.000,07 τ.μ., που βρίσκεται στο υπ' αρ. 1.4 Ο.Τ. της ΒΙ.ΠΕ. Δράμας, επί του οποίου υφίσταται διώροφο κτίριο, συνολικού εμβαδού 1.082,13 τ.μ., όγκου 5.200 κ.

μ., που περιήλθε στην δανειολήπτρια εταιρεία με το υπ' αρ. ....2000 συμβόλαιο μετατροπής ομορρύθμου σε ανωνύμου εταιρείας της συμβολαιογράφου Δράμας Α. Κ. - Κ., νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δράμας στο τόμο ..., με αριθμό ... Η εξόφληση του ως άνω δανείου συμφωνήθηκε σύμφωνα με την ως άνω σύμβαση, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τις από 8.3.2007 και 23.11.2007 ταυτάριθμες πρόσθετες πράξεις αυτής, κατ' εφαρμογή των υπ' αρ. 15077/Β658/5.4.2006 και 2/18875/0025/19.4.2006 Αποφάσεων του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ότι θα γίνει σε δεκαοκτώ (18) συνεχείς και διαδοχικές εξαμηνιαίες χρεολυτικές δόσεις, που θα καταβάλλονται στις 30.6 και 31.12 κάθε έτους με την πρώτη δόση καταβλητέα στις 30.6.2008 και η τελευταία στις 31.12.2016 και θα υπολογιστούν με βάση το κεφάλαιο που θα διαμορφωθεί την 31.12.2007, οι δε τόκοι της περιόδου χάριτος συμφωνήθηκε να λογίζονται ως τοκαριθμικώς την 30.6 και 31.12 κάθε έτους και να καταβάλλονται κανονικά, εάν δεν καταβληθούν να εκτοκίζονται από το λογισμό τους, οι δόσεις θα υπολογιστούν με βάση το κεφάλαιο που θα διαμορφωθεί την 31.12.2007.

Επίσης, συμφωνήθηκε ότι η παρούσα σύμβαση δεν αποτελεί ανανέωση χρέους αλλά απλώς ρυθμίζει τον τόπο εξόφλησης της οριζόμενης στην παράγραφο 3.01 ρυθμιζόμενης οφειλής της πρώτης των καθ' ων και συμπληρώνει ως προς αυτό τις ανωτέρω υπό άρθρο 1 συμβάσεις πίστωσης, των οποίων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος. Εάν παρά ταύτα η παρούσα σύμβαση θεωρηθεί ότι ενέχει ανανεωτικό χαρακτήρα, η πρώτη των καθ' ων που έχει ήδη παραχωρήσει εμπράγματο βάρος στην Τράπεζα, παρέχει τη ρητή και ανεπιφύλακτη συναίνεσή της για τη διατήρηση όλων ανεξαιρέτως των ασφαλειών και εγγυήσεών της προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της Τράπεζας και από την παρούσα σύμβαση.

Β. Την 15.10.2010 και μετά από αίτηση της άνω δανειολήπτριας εταιρείας καταρτίσθηκε και υπογράφηκε νόμιμα στη Δράμα μεταξύ της Τράπεζάς μας και αυτής, η υπ' αρ. ....2010 σύμβαση ρύθμισης οφειλής, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι οι απορρέουσες από την ως άνω υπ' αρ. ....2006 σύμβαση δανείου - ρύθμισης οφειλής, ληξιπρόθεσμες και μη οφειλές της (συμπεριλαμβανομένων των δεδουλευμένων και μη καταλογισμένων τόκων έως 30.6.2009) ανερχόταν την 30.6.2009 στον ποσό των € 269.395,35 και συμφωνήθηκε σε εφαρμογή της υπ' αρ. 2/38330/0025/30.6.2009 (ΦΕΚ Β1298/30.6.2009) Απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών από το ποσό της ως άνω συνολικής οφειλής να ρυθμιστεί το ποσό των € 266.937,08 και να εξοφληθεί σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 4 της σύμβασης.

Ως επιτόκιο εκτοκισμού της ρυθμιζόμενης οφειλής ορίσθηκε : Α) Για το διάστημα μέχρι την 31.12.2016 το εκάστοτε επιτόκιο των Εντόκων Γραμματίων Ελληνικού Δημοσίου (Ε.Γ.Ε.Δ.) δωδεκάμηνης διάρκειας της τελευταίας έκδοσης πριν από την έναρξη της περιόδου εκτοκισμού προσαυξημένο κατά εβδομήντα τοις εκατό (70%) πλέον εισφοράς του Ν 128/1975 (σήμερα 0,60%).

Β) Για το διάστημα από 1.1.2017 έως 31.12.2018 το επιτόκιο που αποτελείται από το άθροισμα των κατωτέρω : α) του βασικού επιτοκίου της Τράπεζας το οποίο ισχύει κάθε φορά για τις χορηγήσεις της συγκεκριμένης κατηγορίας χρηματοδότησης (σήμερα 6,85 %), β) Του περιθωρίου επιτοκίου το οποίο συνομολογείται σε 4,75 % για χορηγήσεις κεφαλαίου κίνησης και 4,75 % για χορηγήσεις παγίων εγκαταστάσεων, γ) των τυχόν επιβαλλόμενων εκάστοτε εκ του νόμου εισφορών (σήμερα εισφορά Ν. 128/1975 εκ 0,60 %).

Επίσης, συμφωνήθηκε ότι η Τράπεζα έχει το δικαίωμα της περιοδικής αναπροσαρμογής του βασικού επιτοκίου χωρίς τη σύμπραξη της πρώτης των καθ' ων, το συμβατικό επιτόκιο μπορεί να αναπροσαρμόζεται από την Τράπεζα, κάθε φορά που μεταβάλλεται το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς (παρεμβατικό επιτόκιο) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) για πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης του Ευρωσυστήματος.

Όταν μεταβάλλεται το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), το νέο επιτόκιο δημοσιεύεται από αυτήν και αναδημοσιεύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος. Η αναπροσαρμογή του συμβατικού επιτοκίου από την Τράπεζα δεν μπορεί να υπερβαίνει το διπλάσιο της εκάστοτε διαφοράς μεταξύ του προηγούμενου επιτοκίου προσφοράς (παρεμβατικού επιτοκίου) και του νέου επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Η παραπάνω αναπροσαρμογή του συμβατικού επιτοκίου από την Τράπεζα μπορεί να γίνεται είτε αμέσως μετά από κάθε μεταβολή του παρεμβατικού επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας είτε αθροιστικά για την τελευταία και την προηγουμένη από αυτήν μεταβολή του. Για την κατά τα ανωτέρω αναπροσαρμογή η Τράπεζα θα προβαίνει σε σχετική ανακοίνωση δια του ημερήσιου τύπου και σε καταχώριση στην ιστοσελίδα της στο διαδίκτυο.

Επίσης, η Τράπεζα έχει το δικαίωμα περιοδικής αναπροσαρμογής του περιθωρίου επιτοκίου, είτε με σχετική ανακοίνωσή της στον Τύπο κατά τον αυτόν, ως ανωτέρω εξετέθη, τρόπο που θα αφορά γενικώς όλους τους πελάτες της, είτε με συστημένη επιστολή της προς την δεύτερη των καθ' ων. Οι τόκοι της περιόδου χάριτος βαρύνουν κατά είκοσι τοις εκατό (20 %) αποκλειστικά την δεύτερη των καθ' ων, ως βάση δε υπολογισμού των τόκων συμφωνήθηκε να λαμβάνεται το έτος των 360 ημερών.

Η εξόφληση της ως άνω ρυθμιζόμενης οφειλής συμφωνήθηκε κατά το άρθρο 4 της σύμβασης να γίνει σε δέκα επτά (17) συνεχείς και διαδοχικές εξαμηνιαίες χρεολυτικές δόσεις, καταβλητέες στις 30/6 και 31/12 εκάστου έτους, εκ των οποίων η πρώτη να καταβληθεί στις 31.12.2010 και η τελευταία στις 31/12/2018. Παρασχέθηκε έντοκη περίοδος χάριτος μέχρι την 30.6.2010, εκτοκιζόμενη με το επιτόκιο του άρθρου 3.01 της σύμβασης, όπως επίσης ότι οι τόκοι της περιόδου χάριτος θα βαρύνουν την εταιρεία κατά είκοσι τοις εκατό (20%) και θα καταβάλλονται κανονικά ανά εξάμηνο και κατά ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%) θα κεφαλαιοποιούνται την 30.6.2010.

Σε περίπτωση ολικής ή μερικής καθυστέρησης κάποιας δόσης της ρυθμιζόμενης οφειλής ή τόκων μη περιλαμβανόμενων στις παραπάνω υπό 4.01 χρεολυτικές δόσεις ή και εξόδων και λοιπών επιβαρύνσεων του άρθρου 11, κατά το άρθρο 6 συμφωνήθηκε ότι η εταιρεία θα καθίσταται υπερήμερη και θα οφείλει στην Τράπεζα, από την ημέρα καθυστέρησης και χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ειδοποίησή της, επί των ποσών που καθυστερεί, αντί του τόκου του άρθρου 3.01 της παρούσας σύμβασης, τόκο υπερημερίας ο οποίος συμφωνείται κατά δύο και μισή (2,5) εκατοστιαίες μονάδες, σύμφωνα με την ΠΔΤΕ 2393/1996, ανώτερος του υπό 3.01 παραπάνω επιτοκίου.

Η Τράπεζα επί υπερημερίας του Δανειζόμενου διατηρεί το δικαίωμα σε περίπτωση κατάργησης ή τροποποίησης της Π.Δ.Τ.Ε. 2393/96 να μεταβάλει μονομερώς τον αριθμό των εκατοστιαίων μονάδων (σήμερα 2,5 %), με τον οποίο θα προσαυξάνεται το συμβατικό επιτόκιο (ήτοι το άθροισμα: βασικό επιτόκιο πλέον του περιθωρίου επιτοκίου πλέον των τυχόν επιβαλλόμενων εκάστοτε εκ του νόμου ισχυουσών εισφορών), ή να ορίσει νέο τρόπο προσδιορισμού του επιτοκίου υπερημερίας.

Οποιαδήποτε μεταβολή του αριθμού των εκατοστιαίων μονάδων, που θα επιφέρει προσαύξηση του παραπάνω αθροίσματος (συμβατικού επιτοκίου), ή του τρόπου υπολογισμού του επιτοκίου υπερημερίας, θα δημοσιεύεται στον Τύπο ή θα γνωστοποιείται εγγράφως στην πρώτη των καθ' ων. Οι οφειλόμενοι σε καθυστέρηση τόκοι της ρυθμιζόμενης οφειλής συμφωνείται ρητώς ότι θα εκτοκίζονται από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης, μέχρι και την οριστική εξόφλησή τους, οι τόκοι δε που προκύπτουν, προστίθενται στο οφειλόμενο κεφάλαιο ανά εξάμηνο, επερχομένου ούτω ανατοκισμού με εξάμηνη περιοδικότητα.

Επίσης συμφωνήθηκε ότι η παρούσα σύμβαση δεν αποτελεί ανανέωση χρέους αλλά απλώς ρυθμίζει την τρόπο εξόφλησης την υπό 3.01 ρυθμιζόμενης οφειλής της εταιρείας και συμπληρώνει ως προς αυτό τις ανωτέρω υπό 1 συμβάσεις πίστωσης, των οποίων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος. Εάν παρά ταύτα η παρούσα σύμβαση θεωρηθεί ότι ενέχει ανανεωτικό χαρακτήρα, η εταιρεία που έχει ήδη παραχωρήσει εμπράγματο βάρος στην Τράπεζα, παρέχει τη ρητή και ανεπιφύλακτη συναίνεσή της για την διατήρηση όλων ανεξαιρέτως των ασφαλειών και εγγυήσεών της προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της Τράπεζας και από την παρούσα σύμβαση.

Επίσης, με το άρθρο 12 ότι τα εκδιδόμενα από την Τράπεζα αντίγραφα ή αποσπάσματα από τα βιβλία της, που εμφανίζουν την κίνηση του λογαριασμού της εξυπηρέτησης της παρούσας σύμβασης από την πρώτη εκταμίευση ή από την οποιαδήποτε αναγνώριση του υπολοίπου από την εταιρεία, μέχρι την καταγγελία της, καθώς και του υπό τον αυτό αριθμό τηρουμένου λογαριασμού καθυστερήσεων, στον οποίο θα παρακολουθείται η οφειλή μετά την καταγγελία, αποτελούν πλήρη απόδειξη των απαιτήσεων της Τράπεζας.

Επίσης με το άρθρο 11 συμφωνήθηκε ότι την εταιρεία βαρύνουν και της επιρρίπτονται, από την ημέρα καταβολής τους από την Τράπεζα, όλοι οι εκάστοτε ισχύοντες φόροι, τέλη, εισφορές, δικαιώματα ή άλλες κάθε μορφής επιβαρύνσεις υπέρ του Δημοσίου ή οιουδήποτε τρίτου, που επιβάλλονται στο κεφάλαιο, τους τόκους, τα έξοδα ή τις προμήθειες και γενικά σε κάθε άλλης μορφής ωφέλειες, που απορρέουν ή έχουν οπωσδήποτε σχέση με τη σύμβαση αυτή, καθώς και οι οποιεσδήποτε τυχόν επιβαλλόμενες με αποφάσεις των αρμοδίων αρχών εισφορές σε βάρος του Δανειζομένου ή της Τράπεζας.

Τα πάσης δε φύσεως έξοδα, όπως ενδεικτικά κάθε είδους δικαστικά, ελέγχου τίτλων από δικηγόρους της Τράπεζας, εγγραφής υποθήκης, εγγραφής προσημειώσεως, τροπής προσημειώσεως σε υποθήκη, συνομολογήσεως ενεχύρου, κοινοποιήσεως ενεχυριακών συμβάσεων, εξαλείψεως προσημειώσεως ή υποθήκης, τα ασφάλιστρα βεβαρημένων με εμπράγματη ασφάλεια ακινήτων πάσης φύσεως πραγμάτων και αναγκαστικής εκτελέσεως εν γένει ή οποιαδήποτε άλλα, που έχουν πραγματοποιηθεί ή θα γίνουν συνεπεία ή σε εκτέλεση των όρων της συμβάσεως και προς εξασφάλιση ή διατήρηση των σχετικών δικαιωμάτων της Τράπεζας, καθώς και πάσης φύσεως προμήθειες και αμοιβές όπως αυτές προσδιορίζονται στο κάθε φορά ισχύον τιμολόγιο εργασιών της Τράπεζας, βαρύνουν την εταιρεία και καθίστανται έντοκα από της καταβολής τους με επιτόκιο υπερημερίας σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 6.01 της παρούσας συμβάσεως.

Κατά τα λοιπά η ως άνω σύμβαση ρύθμισης οφειλής συμφωνήθηκε να διέπεται από τους όρους και συμφωνίες που περιλαμβάνονται σε αυτήν αλλά και από τους όρους που δεν τροποποιούνται από αυτήν και περιέχονται στην προαναφερόμενη υπό ρύθμιση υπ' αρ. ....2006 δανειακή σύμβαση - ρύθμιση. Η ως άνω ρύθμιση οφειλής, ύψους € 266.937,08, καλύφθηκε σε ποσοστό 80% με την Εγγύηση του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, που παρασχέθηκε με την υπ' αρ. 2/38330/0025/30.6.2009 Απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, σε συνδυασμό με την απόφαση - έγκριση του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου, που περιέχεται στο υπ' αρ.

πρωτ. ....2010 έγγραφο του Δ' Τμήματος της 25ης Διεύθυνσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών της Γενικής Διεύθυνσης Θησαυροφυλακίου και Προϋπολογισμού του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, και με τους όρους : α) οι ήδη ληφθείσες εξασφαλίσεις να παραμείνουν ισχυρές και β) να καταβληθεί με την υπογραφή της σύμβασης αυτής το 20% των οφειλόμενων τόκων, που αντιστοιχούν στο διάστημα 1/1/2008 - 30/6/2009 και η προμήθεια ασφαλείας σε ποσοστό 0,4% επί του ανεξόφλητου υπολοίπου του δανείου την 30.6.2009, καθώς και το 20% των τόκων μαζί με την προμήθεια ασφαλείας 0,4 % που αντιστοιχούν στο κάθε εξάμηνο που θα έχει παρέλθει μέχρι την ημερομηνία υπογραφής της νέας δανειακής σύμβασης, σε κάθε δε περίπτωση πριν από την ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης του δανείου, δηλαδή πριν την 31.12.2010.

Σημειώνεται ότι όπως ενημέρωσα το εναγόμενο με το αρ. ....2010 έγγραφό μου, κατά την ημερομηνία υλοποίησης της ρύθμισης δεν καταβλήθηκε το 20% των τόκων διότι το 100% των οφειλομένων τόκων που αντιστοιχούν στο διάστημα 1/1/2008 - 30/6/2009 είχαν εξοφληθεί από τον Δανειζόμενο πριν την υλοποίηση της ρύθμισης. Στο το ίδιο έγγραφό μου επισύναψα τα παραστατικά είσπραξης της προβλεπόμειης προμήθειας ασφαλείας.

Στα πλαίσια της ως άνω υπ' αρ. ....2010 σύμβασης ρύθμισης οφειλής τηρήθηκε σύμφωνα με τη λογιστική τάξη της Τράπεζας ο υπ' αρ. ... λογαριασμός, ο οποίος εμφανίζει την αναλυτική κίνηση από την ημερομηνία υπογραφής της ως άνω σύμβασης ρύθμισης οφειλής μέχρι και την καταγγελία αυτής. Σύμφωνα με τον παραπάνω λογαριασμό η οφειλέτρια εταιρία κατέβαλε μέρος της πρώτης καταβλητέας την 31.12.2010 χρεολυτικής δόσης την 18.10.2010, κατέστη δε υπερήμερη στην καταβολή των καταβλητέων την 30.6.2011, 31.12.2011, 30.06.2012, 31.12.2012 και 30.06.2013 χρεολυτικών δόσεων.

Την παραπάνω εκ μέρους μου από 17.07.2013 καταγγελία της σύμβασης καθώς και τη συνολική πλέον ληξιπρόθεσμη οφειλή, ύψους € 322.204,35 εντόκως από 18.07.2013, τα εγνώρισα στην ως άνω οφειλέτρια εταιρία με την από 17.07.2013 εξώδικη γνωστοποίηση, καταγγελία σύμβασης και πρόσκληση, με την οποία την κάλεσα να μου καταβάλει την πιο πάνω συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή εντόκως με το εκάστοτε ισχύον στην Τράπεζάς μας για την απαίτηση αυτή επιτόκιο υπερημερίας από 18.07.2013 μέχρις εξοφλήσεως, των τόκων υπερημερίας ανατοκιζομένων ανά εξάμηνο μέχρι την εξόφλησή τους.

Η επιστολή μου αυτή επιδόθηκε σ' αυτήν από τον δικαστικό επιμελητή του Πρωτοδικείου Δράμας Κωνσταντίνο Παπαδόπουλο και συντάχθηκε η υπ' αρ. ....2013,αντίστοιχα, σχετική έκθεση επίδοσης αυτού. Την ως άνω απαίτησή μου από την υπ' αρ. ....2010 προαναφερόμενη σύμβαση ρύθμισης οφειλής, ποσού € 322.204,35, έντοκη από 18.07.2013 μέχρις εξοφλήσεως, επιδίκασα με την υπ'αρ. ....2014 Διαταγή Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, η οποία κοινοποιήθηκε στην οφειλέτρια εταιρία με επιταγή προς πληρωμή, συνολικού ποσού € 332.350,1 1, όπως αποδεικνύεται από την υπ' αρ. ...2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητού Δράμας Κ.

Π., πλην όμως η οφειλέτρια εταιρία δεν μου κατέβαλε κανένα ποσό. Την ως άνω εγγυημένη από το εναγόμενο απαίτησή μου, και μάλιστα πριν από την επιδίκασή της με την προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής, ανήγγειλα, μεταξύ άλλων απαιτήσεων μου, με την από 24-02-2014 αναγγελία μου στην συμβολαιογράφο Δράμας Ε. Κ., ενώπιον της οποίας την 12.02.2014 εκπλειστηριάσθηκε το περιγραφόμενο ανωτέρω επιχειρηματικό ακίνητο της οφειλέτριας εταιρίας με επιτευχθέν πλειστηρίασμα, ποσού € 300.000.

Επειδή προς εξασφάλιση της πληρωμής της αμέσως ως άνω απαιτήσεώς μου επί του ως άνω εκπλειστηριασθέντος επιχειρηματικού ακινήτου της οφειλέτριας εταιρίας είχα εγγράψει στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Δράμας : α) με την υπ' αρ. ....1997 πράξη παροχής δικαιώματος εγγραφής υποθήκης της συμβολαιογράφου Δράμας Αφροδίτης Μοναστηριώτου υποθήκη, ποσού 100.000 δρχ.

άλλως 293,47 ευρώ, β) με την υπ'αρ. ....1997 απόφαση του Μον. Πρωτοδικείου Δράμας (Ασφ. Μέτρων) προσημείιοση υποθήκης, ποσού 55.000.000 δρχ., άλλως 161.408,66 ευρώ, γ) με την υπ'αρ.....1997 απόφαση του Μον. Πρωτοδικείου Καβάλας (Ασφ. Μέτρων) προσημείωση υποθήκης, ποσού 30.000.000 δρχ., άλλως 88.041,09 ευρώ, και δ) με την υπ'αρ. ....2006 απόφαση του Μον.

Πρωτοδικείου Δράμας (Ασφ. Μέτρων), όπως αυτή έχει διορθωθεί και συμπληρωθεί από την υπ'αρ.....2007 απόφαση του Μον. Πρωτοδικείου Δράμας (Ασφ. Μέτρων), προσημείωση υποθήκης, ποσού 57.000 ευρώ, με την υπ'αρ. ....2014 πράξη σύνταξης πίνακα κατάταξης δανειστών της ως άνω συμβολαιογράφου-υπαλλήλου επί του πλειστηριασμού κατατάχθηκα :

α) προνομιακά και οριστικά για το ποσό των € 293,47, β) προνομιακά και τυχαία για το ποσό των € 161.408,65 και γ) προνομιακά και τυχαία για το ποσό των € 33.966,40, το οποίο αποτελεί μέρος του ποσού των 88.041,09 €. Μετά την έκδοση της προαναφερομένης διαταγής πληρωμής με την οποία επιδικάσθηκε η απαίτησή μου από την ως άνω σύμβαση ρύθμισης οφειλής και την απόκτηση αυτής ισχύ δεδικασμένου, λόγω των προαναφερομένων εξασφαλίσεων αυτής, που διατηρούσα ισχυρές επί του επιχειρηματικού ακινήτου της οφειλέτριας εταιρίας, κατατάχθηκα προνομιακά και οριστικά για το συνολικό ποσό των € 195.668,52, το οποίο και εισέπραξα την 9-5-2014, καταχωρώντας την 2-2-2015 ως πίστωση στον υπ' αρ. ...

λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, μετά την αφαίρεση τθ)ν εν γένει δικαστικών εξόδων επιδίκασης της απαίτησής μου, το ποσό των € 180.714,57 ως είσπραξη έναντι του κεφαλαίου, με συνέπεια η ανέλιξη της οφειλής της ως άνω οφειλέτριας εταιρίας σύμφωνα με τον αμέσως παρατιθέμενο πίνακα ανέλιξης οφειλής κίνηση του λογαριασμού οριστικής καθυστέρησης να ανέρχεται σήμερα (8.12.2015) στο ποσό των € 216.153,12.

Από την ως άνω συνολική οφειλή € 216.513,12, με την εγγύηση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 80%, καλύπτεται το ανεξόφλητο κεφάλαιο αυτής δηλαδή το ποσό των € 141.489,78, σύμφωνα με τον ανωτέρω παρατιθέμενο πίνακα ανέλιξης αυτής μετά την καταγγελία.

Συνεπώς, η εγγύηση εκ μέρους του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου καλύπτει το ποσό ευρώ € 113.191,82 δηλαδή το 80% του ανεξόφλητου εγγυημένου κεφάλαιο, ποσού € 141.489,78 Όπως έχει προαναφερθεί η απαίτησή μου από την ως άνω σύμβαση ρύθμισης ήδη εγγυημένης από το Ελληνικό Δημόσιο οφειλής της δανειολήπτριας εταιρίας "Ρ.

Α.Β.Ε.Ε." έχει καλυφθεί με εγγύηση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, σε ποσοστό 80%, που ενέκρινε με απόφασή του το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου, που περιέχεται στο υπ' αρ. πρωτ. ....2010 έγγραφο του Δ' Τμήματος της 25ης Διεύθυνσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών, της Γενικής Διεύθυνσης Θησαυροφυλακίου και Προϋπολογισμού του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.

Η έγκριση παροχής εγγυήσεως του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου για την κάλυψη της ως άνω σύμβασης ρύθμισης οφειλής της δανειολήπτριας εταιρίας "Ρ. Α.Β.Ε.Ε." από το προαναφερόμενο Συμβούλιο έγινε με τους όρους : α) οι ήδη ληφθείσες εξασφαλίσεις να παραμείνουν ισχυρές και β) να καταβληθεί με την υπογραφή της σύμβασης αυτής το 20% των οφειλομένων τόκων, που αντιστοιχούν στο διάστημα 1/1/2008 -30/6/2009 και η προμήθεια ασφαλείας σε ποσοστό 0,4% επί του ανεξόφλητου υπολοίπου του δανείου την 30.6.2009, καθώς και το 20% των τόκων μαζί με την προμήθεια ασφαλείας 0,4% που αντιστοιχούν σε κάθε εξάμηνο που θα έχει παρέλθει μέχρι την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης αυτής.

Σε κάθε δε περίπτωση η σύμβαση αυτή θα πρέπει να υπογραφεί πριν από την ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης του δανείου, δηλαδή πριν την 31.12.2010. Τους ως άνω όρους, που έθεσε το παραπάνω Συμβούλιο εκπλήρωσα πλήρως δεδομένου ότι αφενός καθ' όλη τη διάρκεια της ως άνω σύμβασης διατήρησα ισχυρές τις ως άνω εξασφαλίσεις επί του επιχειρηματικού ακινήτου της οφειλέτριας εταιρίας, αφετέρου, όπως προαναφέρθηκε, το μεν 20% των οφειλομένων τόκων που αντιστοιχούσαν στο διάστημα 1/1/2008 -30/6/2009 είχε ήδη καταβληθεί από τον Δανειζόμενο πριν την υλοποίηση της ρύθμισης, η δε προμήθεια ασφαλείας 0,4% καταβλήθηκε από τον δανειζόμενη κατά την ημέρα υλοποίησης της ρύθμισης.

Επειδή όπως έχει αναφερθεί αναλυτικά ανωτέρω η οφειλέτρια εταιρία με την επωνυμία "Ρ. Α.Β.Ε.Ε." δεν ήταν συνεπής στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών της που απέρρεαν από την προαναφερόμενη σύμβαση ρύθμισης , όπως αποδεικνύεται από την παρατιθέμενη ανοοτέρω αναλυτική κίνηση του τηρηθέντος προς εξυπηρέτησή της λογαριασμού, καταγγείλαμε την επίδικη σύμβαση ρύθμισης οφειλής, με συνέπεια να καταστεί ληξιπρόθεσμο και δικαστικά επιδιώξιμο το σύνολο της ρυθμιζόμενης οφειλής της ως άνω εταιρίας, ποσού € 322,204,35.

Επειδή σύμφωνα με τα αναφερόμενα ανωτέρω η εγγύηση εκ μέρους του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου καλύπτει ποσό ευρώ € 113.191,82 δηλαδή το 80% του ανεξόφλητου εγγυημένου κεφάλαιο, ποσού € 141.489,78 όπως αναλυτικά περιγράφονται στην ανωτέρω παρατεθείσα κατάσταση ανακεφαλαίωσης ανεξόφλητων υπολοίπων και διαχωρισμού εγγυημένων και μη ποσών, νομιμότοκα από την επίδοση της παρούσας, μέχρι εξοφλήσεως.

Επειδή σύμφωνα με τα προαναφερθέντα το εναγόμενο ευθύνεται απέναντι μας για την εξόφληση του ως άνω ποσού των € 113.191,82 βάσει των υπ' αρ. 2/18875/0025/ 19.4.2006 (ΦΕΚ Β579/9.5.2006) και 2/38330/0025/30.6.2009 (ΦΕΚ Β1298 /30.6.2009) αποφάσεων του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών σε συνδυασμό με την απόφαση-έγκριση του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου, που περιέχεται στο υπ' αρ.πρωτ. ....2010 έγγραφο του Δ' Τμήματος της 25ης Διεύθυνσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών, και των άρθρων 847 επ.του ΑΚ".

Με βάση το ιστορικό αυτό η αναιρεσίβλητη, ζήτησε να υποχρεωθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλει το προμνησθέν ποσό των 113.191,82 ευρώ, που το τελευταίο της οφείλει λόγω κατάπτωσης της εγγύησής του, το οποίο αντιστοιχεί στο καλυπτόμενο από την εγγύηση του τελευταίου (αναιρεσείοντος) ποσοστό του συνολικού ανεξόφλητου υπολοίπου του προαναφερόμενου δανείου, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, καθόσον διαλαμβάνεται σ' αυτήν ότι η αναιρεσίβλητη χορήγησε το επίδικο δάνειο με την εγγύηση του αναιρεσείοντος, δυνάμει των ανωτέρω υπουργικών αποφάσεων και ότι κατέπεσε η εγγύηση αυτή, επειδή η πιστούχος εταιρεία κατέστη υπερήμερη στην καταβολή των καταβλητέων στις 30.6.2011, 31.12.2011, 30.6.2012, 31.12.2012 και 30.6.2013 χρεολυτικών δόσεων, ότι κατήγγειλε την σύμβαση και κατέστησε την οφειλή ληξιπρόθεσμη και απαιτητή στο σύνολό της και ζήτησε από την οφειλέτρια εταιρεία την καταβολή του χρεωστικού υπολοίπου του δανείου, για το οποίο εκδόθηκε η υπ' αριθ. 794/2014 διαταγή πληρωμής, με βάση την οποία η αναιρεσίβλητη κατατάχθηκε στον πλειστηριασμό προνομιακά και οριστικά για το ποσό των 216.153 ευρώ, χωρίς να απαιτείται η αναφορά στην αγωγή των επικαλούμενων από το αναιρεσείον στοιχείων, καθόσον η προσφυγή της αναιρεσίβλητης στην διαγραφόμενη από την υπ' αριθ. 2/478/0025/2006 ΥΑ διαδικασία εξοφλήσεως της απαιτήσεώς της λόγω καταπτώσεως της εγγυήσεως, αποτελεί δικαίωμα και όχι υποχρέωση ή αναγκαία προδικασία της ένδικης αγωγής.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως ότι είναι ορισμένη και νόμιμη η ένδικη αγωγή, δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ως εκ τούτου ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Με τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 1 και 91 εδ. α' Ν. 2362/1995 "Περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", όπως ίσχυαν μέχρι την κατάργησή τους με τη διάταξη του άρθρου 177 § 1 περ. α' Ν. 4270/2014 "Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας - δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις" (όμοιες των οποίων εισήχθησαν με τις διατάξεις των άρθρων 140 § 1 και 141 Ν.4270/2014, τυγχάνουν δε εφαρμογής σε όσες περιπτώσεις οι απαιτήσεις του Δημοσίου βεβαιώνονται προς είσπραξη μετά την 1η Ιανουαρίου 2015, καθώς και σε όσες περιπτώσεις οι απαιτήσεις σε βάρος του Δημοσίου γεννώνται μετά την ως άνω ημεροχρονολογία (άρθρο 183 § 2 περ.

γ' εδ. α' Ν.4270/2014 ), ορίζεται ότι "Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής. Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής".

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, εφόσον από άλλη διάταξη, γενική ή ειδική, δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής, οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά την πάροδο πενταετίας, η οποία αρχίζει, υπό την προϋπόθεση ότι δεν ορίζεται διαφορετικά από άλλη ειδική διάταξη του Ν. 2362/1995, από το τέλος του οικονομικού έτους, εντός του οποίου γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της απαίτησης.

Η ρύθμιση αυτή, ως ειδικότερη για το Δημόσιο, υπερισχύει της γενικής διάταξης του άρθρου 251 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή της αξίωσης αρχίζει από τότε που γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 94 εδ. δ' Ν. 2362/1995 ορίζεται ότι "Η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια".

Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Ν. 2362/1995 συνάγεται ότι η παραγραφή αξίωσης κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο της ουσίας, ενώ η διακοπή της παραγραφής αυτής συνιστά αντένσταση, την οποία πρέπει να προτείνει παραδεκτά και νόμιμα ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή, ενώ δεν μπορεί να τη λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως το Δικαστήριο (ΑΠ 570/2018).

Βέβαια, η έννοια της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 94 εδ. δ' Ν. 2362/1995 είναι ότι, προκειμένου να λάβει το Δικαστήριο υπόψη οίκοθεν, δηλαδή χωρίς την υποβολή σχετικού ισχυρισμού εκ μέρους του Δημοσίου, την παραγραφή της απαίτησης, η οποία κατάγεται σε δίκη από κάποιο δικαιούχο, πρέπει και αρκεί να έχουν τεθεί ενώπιον αυτού τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνάγεται αφενός μεν η γέννηση της αξίωσης και εντεύθεν η έναρξη του χρόνου της παραγραφής κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη, αφετέρου δε η συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής, που είναι ζήτημα απλής εφαρμογής του εν χρήσει ημερολογίου, πριν από την άσκηση της αξίωσης, ήτοι, κατά το συνήθως συμβαίνον, πριν από την επίδοση της σχετικής αγωγής (ΑΠ 570/2018).

Η δε εγγυητική ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου, εφόσον συντρέχει η καθυστέρηση καταβολής από τον πιστούχο δύο ή τριών συνεχόμενων δόσεων του δανείου κατά την προπαρατεθείσα υπουργική απόφαση, ανακύπτει με την καταγγελία της σύμβασης από την τράπεζα, οπότε και δικαιούται αυτή να ζητήσει από το Δημόσιο την εξόφληση του οφειλόμενου ποσού και συνιστά και τον κρίσιμο χρόνο για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής της απαίτησης, και όχι από την καθυστέρηση του πιστούχου να καταβάλει τις άνω δόσεις, η οποία προηγείται μεν της κήρυξης του δανείου ληξιπρόθεσμου, αλλά δεν δημιουργεί από μόνη και την εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου (ΑΠ 181/2021, ΑΠ 1271/2014, ΑΠ 82/2008).

Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 1, 91 εδ. α', 93 περ. α', β' του ν. 2362/1995 και ήδη 140 παρ. 1, 141 εδ. α', 143 περ.

α', β' του ν. 4270/2014, της ΥΑ 15077/Β658/2006 και ΥΑ 2/1875/0025/2006, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η παραγραφή της αξιώσεως της αναιρεσίβλητης, έναντι αυτού άρχισε από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο έλαβε χώρα το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού (17.7.2013) ήτοι από 1.1.2014 και ότι διεκόπη στις 30.12.2015 με την επίδοση της αγωγής, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι η πενταετής παραγραφή άρχισε όταν η δανειολήπτρια εταιρεία κατέστη υπερήμερη στην καταβολή δύο συνεχόμενων δόσεων.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, η οποία επισκοπείται παραδεκτά, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό αυτό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Την 21.12.2006 με την υπ' αριθ. ....2006 σύμβαση δανείου-ρύθμισης οφειλής, η οποία καταρτίσθηκε και υπογράφηκε νόμιμα στην Δράμα μεταξύ της ενάγουσας και της εδρεύουσας στην ΒΙ.ΠΕ.

Δράμας ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "Ρ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΞΗΡΩΝ ΚΑΡΠΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "PRIMO Α.Β.Ε.Ε." (ΑΦΜ ...), συμφωνήθηκε κατ' εφαρμογή της ως ίσχυε τότε υπ' αρ. 15077/Β 658/5.4.2006 Απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών οι απορρέουσες οφειλές της ως άνω εταιρίας προς την ενάγουσα από τις υπ' αρ. ...

και ... συμβάσεις παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, των οποίων το χρεωστικό υπόλοιπο την 30.06.2006, ανερχόταν στο ποσό των € 256.708,34 και € 49.416,42, αντίστοιχα, να αποτελέσουν μία ενιαία οφειλή, συνολικού ποσού € 306.124,76, και χορηγήθηκε προς ρύθμιση αυτής της ενιαίας οφειλής ισόποσο δάνειο. Το ως άνω δάνειο, ποσού € 306.124,76, χορηγήθηκε με την εγγύηση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου δυνάμει της υπ' αρ. 2/18875/0025/19.4.2006 (ΦΕΚ Β579/9.5. 2006) Απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, σε συνδυασμό με την απόφαση-έγκριση του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου, που περιέχεται στο υπ' αρ.πρωτ. ...2006 έγγραφο του Δ' Τμήματος της 25ης Διεύθυνσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών, της Γενικής Διεύθυνσης Θησαυροφυλακίου και Προϋπολογισμού του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, και με τους όρους:

α) διατήρησης των υφιστάμενων εξασφαλίσεων και β) εγγραφής πρόσθετης προσημείωσης υποθήκης, ποσού 57.000 € στο επιχειρηματικό ακίνητο της δανειολήπτριας εταιρίας στη ΒΙ. ΠΕ. Δράμας, όρο τον οποίο και εκπλήρωσε, δεδομένου ότι δυνάμει της υπ' αρ. ....2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων), όπως αυτή έχει διορθωθεί με την υπ' αρ. ...2007 απόφαση του Μον.

Πρωτοδικείου Δράμας (Ασφ. Μέτρων), την 05.01.2007 γράφτηκε στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Δράμας, στον τόμο 188, φύλλο 66 και αυξ.αρ.7, προσημείωση υποθήκης, ποσού 57.000 €, στο επιχειρηματικό ακίνητο ιδιοκτησίας της εταιρίας, δηλαδή επί ενός γηπέδου, με τα συστατικά και παραρτήματα του, εμβαδού 3.000,07 τ.μ., που βρίσκεται στο υπ'αρ.1.4 Ο.Τ.

της ΒΙ.ΠΕ. Δράμας, επί του οποίου υφίσταται διώροφο κτήριο, συνολικού εμβαδού 1.082,13 τ.μ. Η εξόφληση του ως άνω δανείου συμφωνήθηκε σύμφωνα με την ως άνω σύμβαση, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τις από 08.03.2007 και 23.11.2007 ταυτάριθμες πρόσθετες πράξεις αυτής, κατ' εφαρμογήν των υπ' αρ. 15077/Β 658/5.4.2006 και 2/18875/0025/19.4.2006 Αποφάσεων του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ότι θα γίνει σε δέκα οκτώ (18) συνεχείς και διαδοχικές εξαμηνιαίες χρεολυτικές δόσεις, που θα καταβάλλονται την 30.6 και την 31.12 κάθε έτους, με την πρώτη δόση καταβλητέα την 30.6.2008 και η τελευταία στις 31.12.2016 και θα υπολογιστούν με βάση το κεφάλαιο που θα διαμορφωθεί την 31.12.2007.

Στη συνέχεια, την 15.10.2010 και μετά από αίτηση της ως άνω δανειολήπτριας εταιρίας καταρτίσθηκε και υπογράφηκε στη Δράμα μεταξύ της ενάγουσας και αυτής, η υπ' αρ. ...2010 σύμβαση ρύθμισης οφειλής, με την οποία αναγνωρίσθηκε ότι οι απορρέουσες από την ως άνω υπ' αρ. ....2006 σύμβαση δανείου - ρύθμισης οφειλής, ληξιπρόθεσμες και μη οφειλές της, ανέρχονταν την 30.06.2009, στο ποσό των € 269.395,35, και συμφωνήθηκε σε εφαρμογή της υπ' αρ. 2/38330/0025/30. 6. 2009 (ΦΕΚ Β1298 / 30. 6.2009) Απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών από το ποσό της ως άνω συνολικής οφειλής να ρυθμισθεί το ποσό των € 266.937,08, και να εξοφληθεί σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 4 της σύμβασης.

Η εξόφληση της ως άνω ρυθμιζόμενης οφειλής συμφωνήθηκε κατά το άρθρο 4 της σύμβασης να γίνει σε δέκα επτά (17) συνεχείς και διαδοχικές εξαμηνιαίες χρεολυτικές δόσεις, καταβλητέες την 30/6 και 31/12 κάθε έτους, από τις οποίες η πρώτη να καταβληθεί την 31.12.2010 και η τελευταία την 31/12/2018. Παρασχέθηκε έντοκη περίοδος χάριτος μέχρι την 30.6.2010, εκτοκιζόμενη με το επιτόκιο του άρθρου 3.01 της σύμβασης, όπως επίσης ότι οι τόκοι της περιόδου χάριτος θα βαρύνουν την εταιρία κατά είκοσι τοις εκατόν (20%) και θα καταβάλλονται κανονικά ανά εξάμηνο και κατά ποσοστό ογδόντα τοις εκατόν (80%) θα κεφαλαιοποιούνται την 30.6.2010.

Μεταξύ άλλων, η ως άνω σύμβαση ρύθμισης οφειλής συμφωνήθηκε να διέπεται από τους όρους και συμφωνίες που περιλαμβάνονται σ' αυτήν, αλλά και από τους όρους, που δεν τροποποιούνται από αυτήν και περιέχονται στην προαναφερόμενη υπό ρύθμιση υπ' αρ. ....2006 δανειακή σύμβαση-ρύθμιση. Η ως άνω ρύθμιση οφειλής, ύψους € 266.937,08, καλύφθηκε σε ποσοστό 80% με την Εγγύηση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, που παρασχέθηκε με την υπ' αρ. 2/38330/0025/ 30. 6.2009 Απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, σε συνδυασμό με την απόφαση-έγκριση του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου, που περιέχεται στο υπ' αρ.

πρωτ. ....2010 έγγραφο του Δ' Τμήματος της 25ης Διεύθυνσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών, της Γενικής Διεύθυνσης θησαυροφυλακίου και Προϋπολογισμού του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, και με τους όρους: α) οι ήδη ληφθείσες εξασφαλίσεις να παραμείνουν ισχυρές και β) να καταβληθεί με την υπογραφή της σύμβασης αυτής το 20% των οφειλομένων τόκων, που αντιστοιχούν στο διάστημα 1/1/2008 -30/6/2009 και η προμήθεια ασφαλείας σε ποσοστό 0,4% επί του ανεξόφλητου υπολοίπου του δανείου την 30.6.2009, καθώς και το 20% των τόκων μαζί με την προμήθεια ασφαλείας 0,4% που αντιστοιχούν στο κάθε εξάμηνο που θα έχει παρέλθει μέχρι την ημερομηνία υπογραφής της νέας δανειακής σύμβασης, σε κάθε δε περίπτωση πριν από την ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης του δανείου, δηλαδή πριν την 31.12.2010.

Σημειώνεται ότι όπως ενημέρωσα το εναγόμενο με το αρ. ....2010 έγγραφό μου, κατά την ημερομηνία υλοποίησης της ρύθμισης δεν καταβλήθηκε το 20% των τόκων, διότι, το 100% των οφειλομένων τόκων που αντιστοιχούν στο διάστημα 1/1/2008 -30/6/2009 είχαν εξοφληθεί από τον Δανειζόμενο πριν την υλοποίηση της ρύθμισης. Στο ίδιο έγγραφό μου επισύναψα τα παραστατικά είσπραξης της προβλεπόμενης προμήθειας ασφαλείας.

Στα πλαίσια της ως άνω υπ' αρ. ...2010 σύμβασης ρύθμισης οφειλής τηρήθηκε σύμφωνα με την λογιστική τάξη της Τράπεζας ο υπ' αρ. ... λογαριασμός, ο οποίος εμφανίζει την αναλυτική κίνηση από την ημερομηνία υπογραφής της ως άνω σύμβασης ρύθμισης οφειλής μέχρι και την καταγγελία αυτής. Σύμφωνα με την κίνηση του παραπάνω λογαριασμού η οφειλέτρια εταιρία κατέβαλε μέρος της πρώτης καταβλητέας την 31.12.2010 χρεολυτικής δόσης την 18.10.2010, κατέστη δε υπερήμερη στην καταβολή των καταβλητέων την 30.06.2011, 31.12.2011, 30.06.2012, 31.12.2012 και 30.06.2013 χρεολυτικών δόσεων.

Για τον λόγο αυτό η ενάγουσα κατήγγειλε την ως άνω σύμβαση ρύθμισης οφειλής και κήρυξε την ως άνω υπό ρύθμιση οφειλή ληξιπρόθεσμη και απαιτητή στο σύνολο της, ήτοι και κατά ληξιπρόθεσμο τμήμα αυτής, που ανερχόταν την 17.07.2013 στο ποσό των € 139.872,15 (138.382,22 € ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο της 01.07.2013 + 1.489,93 € τόκοι επ' αυτού από 01.07.2013 έως 17.07.2013) και κατά το άληκτο κεφάλαιο της ρυθμισμένης οφειλής, που ανερχόταν την 17.07.2013 στο ποσό των € 182.332,20.

οπότε η υφιστάμενη συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή της προς την ενάγουσα Τράπεζα ανερχόταν στις 17.07.2013 στο ποσό των € 322.204,35 (=139.872,15 +182.332,20), εντόκως με το εκάστοτε ισχύον για την απαίτηση αυτή επιτόκιο υπερημερίας από 18.07.2013 μέχρι την εξόφληση, των τόκων υπερημερίας ανατοκιζομένων ανά εξάμηνο μέχρι την εξόφληση τους.

Το χρεωστικό υπόλοιπο της 17.07.2013 του υπ' αρ. ... λογαριασμού της σύμβασης ρύθμισης οφειλής, ύψους € 322.204,35 μεταφέρθηκε την ίδια ημέρα στον υπ' αρ. ... λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης. Η παραπάνω από 17.07.2013 καταγγελία κοινοποιήθηκε στην ως άνω οφειλέτρια εταιρία με την από 17.07.2013 εξώδικη γνωστοποίηση, καταγγελία σύμβασης και πρόσκληση, (βλ.

την υπ' αρ. ....2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Δράμας Κ. Π.). Περαιτέρω, η ως άνω απαίτηση της ενάγουσας από την υπ' αρ. ...2010 προαναφερόμενη σύμβαση ρύθμισης οφειλής, ποσού € 322.204,35, επιδικάσθηκε με την υπ'αρ. ...2014 Διαταγή Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας. Την ως άνω εγγυημένη από το εναγόμενο απαίτηση της, ανήγγειλε, μεταξύ άλλων απαιτήσεων της, με την από 24-02-2014 αναγγελία της στην συμβολαιογράφο Δράμας Ε.

Κ., ενώπιον της οποίας την 12.02.2014 εκπλειστηριάσθηκε το περιγραφόμενο ανωτέρω επιχειρηματικό ακίνητο της οφειλέτριας εταιρίας με επιτευχθέν πλειστηρίασμα, ποσού € 300.000. Επειδή η ενάγουσα ήταν εμπραγμάτως εξασφαλισμένη για την ως άνω απαίτηση της επί του ως άνω εκπλειστηριασθέντος επιχειρηματικού ακινήτου της οφειλέτριας εταιρίας κατατάχθηκε προνομιακά και οριστικά για το συνολικό ποσό των € 195.668,52, το οποίο και εισέπραξε την 9.5.2014, καταχωρώντας την 2-2-2015 ως πίστωση στον υπ' αρ. ...

λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, μετά την αφαίρεση των εν γένει δικαστικών εξόδων επιδίκασης της απαίτησης της, το ποσό των € 180.714,57 ως είσπραξη έναντι του κεφαλαίου, με συνέπεια η ανέλιξη της οφειλής της ως άνω οφειλέτριας εταιρίας σύμφωνα με την κίνηση του λογαριασμού οριστικής καθυστέρησης να ανέρχεται την 8.12.2015 στο ποσό των € 216.153,12.

Από την ως άνω συνολική οφειλή € 216.513,12, με την εγγύηση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 80%, καλύπτεται το ανεξόφλητο κεφάλαιο αυτής δηλαδή το ποσό των € 141.489,78.

Συνεπώς, η εγγύηση από μέρους του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου καλύπτει το ποσό των 113.191,82 ευρώ, δηλαδή το 80% του ανεξόφλητου εγγυημένου κεφάλαιο, ποσού € 141.489,78. Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, η ενάγουσα τήρησε τους όρους που έθεσε το παραπάνω Συμβούλιο, δεδομένου ότι αφενός καθ' όλη τη διάρκεια της ως άνω σύμβασης διατήρησε ισχυρές τις ως άνω εξασφαλίσεις επί του επιχειρηματικού ακινήτου της οφειλέτριας εταιρίας, αφετέρου, το μεν 20% των οφειλομένων τόκων που αντιστοιχούσαν στο διάστημα 1/1/2008 -30/6/2009 είχε ήδη καταβληθεί από τον δανειζόμενο πριν την υλοποίηση της ρύθμισης, η δε προμήθεια ασφαλείας 0,4% καταβλήθηκε από την δανειζόμενη κατά την ημέρα υλοποίησης της ρύθμισης.

Ας σημειωθεί ότι, μετά την άσκηση της αγωγής η ενάγουσα με την αριθμ. πρωτ. ...2017 αίτηση της προς τη Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίου, Εγγυήσεων και Δανείων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους αιτήθηκε την κατάπτωση της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου ύψους 113.191,30 ευρώ. Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, υφιστάμενης της κατάπτωσης της εγγύησης που παρέσχε το Ελληνικό Δημόσιο στην οφειλή της εταιρίας με την επωνυμία "Ρ.

ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΞΗΡΩΝ ΚΑΡΠΩΝ", πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη η ένδικη αγωγή. Ο περί παραγραφής ισχυρισμός του Δημοσίου, ο οποίος δεν προβλήθηκε πρωτοδίκως, αλλά νομίμως προβάλλεται το πρώτον ενώπιον αυτού του δευτεροβαθμίου, διότι ο ισχυρισμός αυτός, περί παραγραφής, λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη, έστω και αν δεν προβλήθηκε από το Δημόσιο, είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, διότι σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η υπ' αρ. ... 2010 ένδικη σύμβαση ρύθμισης οφειλής (απορρέουσας από συμβάσεις πίστωσης σε ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό) καταγγέλθηκε από την Τράπεζα με την από 17.07.2013 επιστολή με την οποία γνώρισε στην πιστούχο-οφειλέτρια εταιρία το σε βάρος της χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού αυτής, συνολικού ποσού € 322.204,35 έντοκο από 18.07.2013 μέχρις εξοφλήσεως, όπως προκύπτει από την υπ' αρ.....2013 προαναφερόμενη έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Δράμας Κ.

Π., και έκλεισε την 17.07.2013, ως εκ τούτου η παραγραφή της αξίωσης της Τράπεζας για το κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού αυτής έναντι του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου, που είναι πενταετής, άρχισε από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο έλαβε χώρα το κλείσιμο του αλληλόχρεου Λογαριασμού, ήτοι από 01.01.2014 και διεκόπη την 30.12.2015, ήτοι όταν η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στο Δημόσιο, όπως προκύπτει από την υπ' αρ. ...2015 προσκομιζόμενη και επικαλούμενη έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Ν.

Κ. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του Δημοσίου ότι η παραγραφή της ένδικης απαίτησης άρχισε όχι από το κλείσιμο της ένδικης σύμβασης ρύθμισης την 17.07.2013, αλλά με την μη καταβολή της πρώτης καταβλητέας την 31.12.2010 χρεολυτικής δόσης, ήτοι την 01.01.2011 και πάλι η απαίτηση δεν έχει παραγραφεί, αφού εντός πενταετίας ασκήθηκε η ένδικη αγωγή , ήτοι την 30.12.2015...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με το οποίο είχε γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν η αγωγή της αναιρεσίβλητης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και ειδικότερα ότι η αξίωση της αναιρεσίβλητης γεννήθηκε εντός του έτους 2013 και συγκεκριμένα στις 17.7.2013, οπότε αυτή προέβη στην καταγγελία της επίδικης συμβάσεως ρυθμίσεως οφειλής (απορρέουσας από συμβάσεις πιστώσεως σε ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό) με την οφειλέτιδα εταιρεία, συνεπεία της μη τηρήσεως εκ μέρους της τελευταίας των συμβατικών της υποχρεώσεων, δοθέντος ότι κατέβαλε μέρος της πρώτης καταβλητέας στις 31.12.2010 χρεολυτικής δόσεως στις 18.10.2010, κατέστη δε υπερήμερη στην καταβολή των καταβλητέων στις 30.6.2011, 31.12.2011, 30.6.2012, 31.12.2012 και 30.6.2013 χρεολυτικών δόσεων, ότι η παραγραφή της ένδικης αξιώσεως άρχισε από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο έλαβε χώρα το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού, από 1.1.2014 και διεκόπη στις 30.12.2015, όταν επιδόθηκε στο αναιρεσείον η αγωγή και ότι σε κάθε περίπτωση αν γίνει δεκτό ότι η παραγραφή της ένδικης αξιώσεως άρχισε με την μη καταβολή της πρώτης καταβλητέας στις 31.12.2010 χρεολυτικής δόσεως, δηλαδή την 1.1.2011, η αξίωση δεν έχει παραγραφεί, αφού η αγωγή ασκήθηκε εντός πενταετίας, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι η αξίωση της αναιρεσίβλητης γεννήθηκε όχι στις 17.7.2013 όταν καταγγέλθηκε η επίδικη σύμβαση, αλλά στις 30.6.2011 και 31.12.2011 που κατέστη υπερήμερη η οφειλέτιδα εταιρεία στην καταβολή δύο συνεχόμενων δόσεων, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, (άρθρα 176, 183, 189 αριθ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 ν. 3693/1957, όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από ....2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμόν .../2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ