Legislator Case Law & Legislation
1840/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against inheritance claim, ruling primary basis invalid and ancillary unjust enrichment claim inadmissible.

Case Number 1840/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal regarding an inheritance dispute, declaring the primary claim invalid and the ancillary unjust enrichment argument inadmissible. The appellant argued they won the first instance due to the rejection of their supplementary claim, but the court found no legal interest in overturning that specific rejection. Consequently, the appeal was accepted in substance only to the extent it challenged the primary claim, which was then rejected as unlawful against the named heirs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 516 para. 2, 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal against the rejection of an ancillary claim does not constitute a legal interest to overturn the primary claim's validity if the primary claim itself is rejected as unlawful.

Keywords

AI generated
appeal admissibility legal interest ancillary claim unjust enrichment inheritance dispute primary claim rejection court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 516 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 544/2021
Case 1514/2018
Case 2039/2014

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1840 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1840/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Ερατώ Κολέση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 24 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των καλούντων - αιτούντων - εφεσίβλητων: 1)Λ. Κ./νου του Θ., 2) Γ. Ν. Π., 3) Α. Ε. - Ε. του Η., 4)Μ. Γ. του Π., 5). Α. του Γ., 6) Μ. Ν. του Β., 7) Χ. Φ. του Π., 8)Ζ. Δ. του Π., 9) Α..- Ε. χήρας Δ. Γ. το γένος Α. και Ε. Σ., και Β..-1) Ε. Γ. του Δ. και της Ε. και 2) Ν. Γ. του Δ. και της Ε., κατοίκων Π., ως κληρονόμων του Γ. Δ. του Ν.,10) Κ. Τ. του Γ., 11)Σ. Α. του Κ./νου, 12)Μ.

Ι. του Β., 13)Μ. Δ. του Κ., 14) Μ. Α. του Α., 15) Μ. Γ. του Ν., 16) Χ. Θ. του Α.,17) Μ. Γ. του Α.,18) Π. Γ. του Η.,19) Φ. Δ. του Γ., 20) Κ. Φ. του Χρήστου, 21) Κ. Δ. του Κ./νου, 22) Κ. Π. του Γ., 23) Λ. Μ. του Π., 24) Α. Σ. του Α., 25)Α. Θ. του Α., 26)Γ. Ο. του Κ./νου, 27) Α. Π. του Δ., 28)Α. Ι. του Ν., 29)Μ. Ε. του Α., 30)Κ. Ι. του Χ., 31)Β. Ι. του Κ./νου, 32)Γ. Γ. του Ι., 33) Δ. Σ. του Γ., 34)Μ. Δ.

του Π., 35)Κ. Χ. του Φ., 36)Β. Φ. του Π., 37)Κ. Α. του Η., 38)Π. Σ. του Ι., 39) Λ. Θ. του Σ., 40)Α. Π. του Ε., 41)Μ. Ν. του Α., 42)Σ. Γ. του Κ./νου, 43) Μ. Σ. του Α., 44)Τ. Η. του Δ., 45)Π. Γ. του Ι., 46)Τ. Ν. του Σ., 47)Η. Η. του Γ., 48)Α. Π. (Π.) του Ι., 49)Δ. Θ. του Χ., 50)Ν. Α. του Α., 51)Α..- Α. χήρας Δ. Σ. και Β..-α) Α. Σ. του Δ., β) Χ. Σ. του Δ., και γ) Α. Σ. του Δ., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος Σ.

Δ. του Α., 52)Γ. Γ. του Λ., 53)Σ. Δ. του Ν., 54)Ζ. Α. του Α., 55)Κ. Δ. του Σ., 56)Λ. Σ. του Κ./νου, 57) Κ. Χ. του Ι., 58) Π. Δ. (Σ.) του Κ./νου, 59) Β. - Μ. Ι. του Ν., 60)Χ. Α. του Ν., 61)Ν. Ν. του Σ., 62)Τ. Λ. του Γ., 63)Κ. Γ. του Κ./νου, 64) Α..-Σ. Σ. του Ν. χήρας Π. Π. του Τ., και Β..- Α. Π. του Π. κατοίκων Π., ως κληρονόμων του αποβιώσαντος Π. Π. του Τ., 65) Χ. Ν. του Κ./νου, 66) Κ.

Ε. του Χ., 67) Λ. Χ. του Ι., 68) Σ. Μ. του Κ./νου,69) Α. Ν. του Γ., 70)Π. Ε. του Ι., 71) Υ. Α. του Μ., 72)Α. Β. του Π., 73)Κ. Κ./νου του .Γ., 74)Π. Χ. του-Ι., 75) Λ. Γ. του Κ./νου, 76)Δ. Χ. του Ν., 77)Π. Κ. του Ι., 78)Κ. Κ./νου του Σ., 79)Κ. Ν. του Η., 80)Μ. Κ./νου του Θ., 81)Σ. Η. του Π., 82)Ρ. Ν. του Γ., 83)Σ. Δ. του Μ., 84)Σ. Κ./νου του Α., 85)Κ. Β. -Π. του Σ. (Α.), 86)Μ. Ν. του Α., 87) Λ. Α. του Γ., 88) Κ.

Ο. του Π., 89)Δ. Ν. του Γ., 90)Κ. Α. του Κ./νου, 91) Κ. Ε. του Ν., 92)Κ. Ι. του Σ., 93) Κ. Δ. του Π., 94)Δ. Δ. του Ι., 95) Α. Θ. του Ν., 96)Ρ. Ε. του Κ.,97) Χ. Α. του Ν., 98) Θ. Α. του Β., 99)Ρ. Ε. του Μ., 100) Ν. Ι. του Γ., 101) Α. Α. του Κ., κατοίκου Π., ως κληρονόμου του θανόντος Α. Κ. του Γ., 102) Β. Κ./νου του Γ., 103)Χ. Κ./νου του Δ., 104) Σ. Γ. του Ε.,105) Γ. Α. του Ν.,106) Π. Π. του Α., 107) Σ.

Χ. του Χ.,108)Μ. Α. του Ε., 109)Φ. Ν. του Α., 110) Ρ. Γ. του Κ./νου, 111)Γ. Κ./νου του Α., 112) Μ. Ε. του Δ., 113)Κ. Α. του Κ./νου, 114)Α. Α. του Α., 115) Σ. Η. του Ι., 116) Θ. Α. του Α., 117)Τ. Β. του Χ., 118) Π. Γ. του Ι., 119) Π. Κ./νου του Χ., 120) Δ. Κ./νου του Γ., 121) Μ. Κ./νου του Β., 122) Σ. Δ. του Γ., 123)Σ. Ι. του Σ.,124) Α. Σ. (Σ.) του Ν., 125) Α. Μ. του Κ./νου, 126)Κ. Α. του Θ., 127) Α. Α. του Α., 128) Ζ.

Χ. του Π., 129) Κ. Ν. του Ε., 130)Π. Γ. του Χ., 131)Δ. Α. του Γ., 132) Μ. Κ. -Ν. του Ε., 133) Ζ. Π. του Γ., 134) Κ. Ν. του Σ., 135) Φ. Δ. του Ν., 136) Α..- Ε. χήρας Ε. Α., το γένος Τ. Σ. και Β..- 1) Ι. Α. του Ε. και της Ε. και 2) Σ. Α. του Ε., κατοίκων Π. ως κληρονόμων του θανόντος Α. Ε. του Ι., 137) Σ. Σ. του Γ., 138) Φ. Α. του Χ., 139) Κ. Ι. του Δ., 140) Τ. Κ. του Κ./νου, 141)Κ. Π. του Α., 142) Α.

Γ. του Π., 143) Σ. Β. του Γ., 144)Π. Δ. του Χ., 145) Α. Γ. του Τ., 146)Σ. Α. του Α., 147) Μ. Δ. του Σ., 148) Γ. Γ. του Δ., 149) Θ. Ι. του Ν., 150) Κ. Φ. του Κ./νου, 151)Π. Α. του Γ., 152)Σ. Κ. του Γ.,153)Κ. Γ. του Ε., 154)Τ. Θ. του Δ., 155) Μ. Α. του Κ./νου, 156)Μ. Φ. του Γ., 157)Α. Φ. του Ι., 158)Ζ. Κ./νου του Ι., 159)Τ. Π. του Κ./νου, 160)Π. Λ. του Ν.,161) Ρ. Τ. του Β.,162)Α. Α. του Χ., 163)Μ. Π. του Δ., 164)Γ.

Κ./νου του Δ., 165)Κ. Κ./νου του Σ., 166) Μ. Ε. του Π., 167) Ν. Π. του Α., 168)Κ. Π. του Θ., 169)Ξ. Π. του Α., 170) Ο. (Ο.) Θ. του Α., 171)Κ. Α. του Θ., 172)Π. Φ. του Γ., 173)Κ. Φ. του Ι., 174)Α. Μ. του Ι., 175) Β. Α. του Α.,176)Γ. (Γ.) Χ. του Κ./νου, 177) Λ. Δ. του Κ./νου, 178) Ν. Α. του Κ./νου, 179) Φ. Γ. του Κ./νου, 180) Π. Ι. του Ι., 181)Ζ. Β. του Θ., 182)Φ. Π. του Ν.,183) Χ. Π. του Β., 184) Κ. Θ. του Ι., 185) Η.

Χ. του Γ., 186) Π. -Σ. Θ. του Γ., 187)Π. Α. του Ι., 188) Μ. Α. του Α., 189)Κ. Φ. του Κ./νου, 190) Ρ. Π. του Γ., 191)Ζ. Β. του Γ., 192) Φ. Φ. του Χ., 193) Π. Ζ. του Α., 194)α) Σ. χας. Α. Π., β) Μ. Π. του Α., γ)Ζ. Π. του Α., ως κληρονόμων του Α. Π., 195) Κ. Μ. του Ε., απάντων κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Ρήγα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του καθ'ου η κλήση-καθ'ου η αίτηση-εκκαλούντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση 'Υδρευσης Αποχέτευσης Πατρών" ως οιονεί καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Πάτρας", όπως νόμιμα εκπροσωπείται που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Παπαγεωργίου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν η 507/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως και της αίτησης επαναφοράς πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση της ήδη αναιρεσίβλητης, εκδόθηκε η 120/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών που έκανε δεκτή την παραπάνω αίτηση επαναφοράς πραγμάτων και την έφεση και απέρριψε την αγωγή. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 25-06-2016 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1198/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.

Εκδόθηκε η 619/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 1-6-2020 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 830/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου που διέταξε τον χωρισμό της δίκης ως προς τους: 21ο,58ο,84ο,113ο και 119ο αναιρεσείοντες, ως προς τους οποίους κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Ως προς τους λοιπούς, αναίρεσε την υπ'αριθ. 619/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και κράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, στο παρόν αναιρετικό τμήμα. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι ανωτέρω καλούντες, με την από 29-7-2022 κλήση-αίτηση κατά του καθού η κλήση-αίτηση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Αριστείδης Βαγγελάτος. Η πληρεξούσια του καθ'ου η κλήση-καθ'ου η αίτηση-εκκαλούντος, ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτησή της περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και η έφεσή της και την απόρριψη της αγωγής των καλούντων - εναγόντων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 570 παρ. 2, 579 παρ. 1, 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, και 581 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, προκύπτει ότι, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας) που προσβλήθηκαν με την αναίρεση, όχι δε ως προς άλλα κεφάλαιά της, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, οπότε συναναιρούνται (ΑΠ 1794/2022, 1481/2021, 1196/2020).

Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του προτελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 1794/2022, 1196/2020).

Κατά την νέα εκδίκαση της έφεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση που ήταν πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση και το αναιρετικό τμήμα, όταν δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση, οφείλει να τηρεί τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 του ΚΠολΔ και επανεξετάζει την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις (ΑΠ 1794/2022, 1481/2021, 1196/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η κρινόμενη υπόθεση είχε την ακόλουθη διαδικαστική διαδρομή: Με την από 2.12.2006 με αριθμ. καταθ. 1533/28.12.2006 αγωγή, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πατρών, οι διακόσιοι δεκαεννέα (219) σε αριθμό ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Πάτρας" να τους καταβάλει το αναγραφόμενο για το καθένα από αυτούς ποσό που αντιστοιχεί στο επίδομα ύψους 176 ευρώ το μήνα, που προβλέφθηκε από το ν. 3016/2002, με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας κατά την κυρία βάση αυτής (αγωγής), τις περί αποζημίωσης διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ κατά την πρώτη επικουρική βάση και τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις των άρθρων 904 επ.

του ΑΚ κατά τη δεύτερη επικουρική της βάση. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η υπ'αριθμ. 507/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών, που απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς τις επικουρικές της βάσεις, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ'ουσία βάσιμη ως προς την κυρία βάση και επιδίκασε τα αναγραφόμενα για έκαστο ενάγοντα ποσά, με το νόμιμο τόκο.

Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο άσκησε την από 6.8.2014 με αριθμ. κατάθ. 149/8.8.2014 έφεση, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και συγχρόνως άσκησε ενώπιον του ως ιδίου ως άνω Δικαστηρίου και την από 22.12.2014 με αριθμ. καταθ 3371/22.12.2014 αίτηση επαναφοράς προκειμένου να κριθεί, για τους σ'αυτή εκτιθέμενους λόγους, ότι η ως άνω έφεσή του έχει ασκηθεί παραδεκτά και εμπρόθεσμα.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, με την υπ' αριθμ. 120/2016 απόφασή του συνεκδίκασε την έφεση και την αίτηση επαναφοράς, δέχθηκε την αίτηση επαναφοράς, θεώρησε την έφεση ως εμπροθέσμως ασκηθείσα, δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη.

Κατά της ως άνω απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών ασκήθηκε εκ μέρους των εναγόντων η από 25.6.2016 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθ. 1198/2018 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία, κατά παραδοχή του τρίτου εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για την εκ νέου εκδίκασή της, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών.

Ακολούθως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, με την υπ'αριθμ. 619/2019 απόφασή του, συνεκδικάζοντας την από 6.8.2014 έφεση και την από 22.12.2014 αίτηση επαναφοράς, δέχθηκε την αίτηση επαναφοράς, θεώρησε την έφεση ως εμπροθέσμως ασκηθείσα, δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή, την οποία απέρριψε ως μη νόμιμη.

Επί της από 1.6.2020 αίτησης αναίρεσης εκ μέρους διακοσίων (200) σε αριθμό αναιρεσειόντων (στους οποίους δε συμπεριλαμβάνονται οι 3η, 10η, 37ος, 45ος , 52ος, 60ος, 61ος, 71ος, 73ος, 87ος, 111ος, 137ος, 142ος, 143ος, 150ος, 154ος, 158ος, 161ος και 197ος ενάγοντες) εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 830/2022 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία α) κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους 21ο, 58ο, 84ο, 113ο και 119ο αναιρεσείοντες (23ος, 65ος, 94ος, 124ος και 130ος ενάγοντες, αντίστοιχα) β) αναιρέθηκε η υπ'αριθμ. 619/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, κατά παραδοχή του πρώτου εκ του αριθμού 2 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης (μη νόμιμη σύνθεση δικαστηρίου) και γ) κρατήθηκε η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο για να δικαστεί κατ' ουσίαν, σε ιδιαίτερη συζήτηση, ενώπιον του παρόντος αναιρετικού Τμήματος.

Ήδη, μετά την ως άνω δεύτερη αναίρεση, με την από 29-7-2022 με αριθμ. καταθ. 159/29.7.2022 κλήση των εκατό ενενήντα πέντε (195) σε αριθμό καλούντων (στους οποίους δεν συμπεριλαμβάνονται οι 3η, 10η, 23ος, 37ος 45ος , 52ος, 60ος, 61ος, 65ος, 71ος, 73ος, 87ος, 94ος, 111ος , 124ος, 130ος, 137ος, 142ος, 143ος, 150ος, 154ος, 158ος, 161ος και 197ος ενάγοντες-εφεσίβλητοι) κατά του καθού η κλήση ΝΠΙΔ (Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Πάτρας), νόμιμα φέρονται προς συζήτηση η από 6.8.2014 με αριθμ.

κατάθ. 149/8.8.2014 έφεση του εναγομένου-εκκαλούντος νομικού προσώπου και η από 22.12.2014 με αριθμ. κατάθ. 3371/22.12.2014 αίτηση επαναφοράς του ιδίου ως άνω νομικού προσώπου, που πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω κατ' ουσία.

Από τις διατάξεις των άρθρων 126 παρ. 1 εδ. δ, 127 παρ. 1, 128 παρ. 1, 129 παρ. 1 και 139 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο άσκησης της ένδικης έφεσης, συνάγεται ότι για να επιδοθεί έγκυρα δικόγραφο σε νομικό πρόσωπο, πρέπει αυτό να παραδοθεί στον κατά νόμο ή κατά το καταστατικό νόμιμο εκπρόσωπό του είτε στην κατοικία του είτε στο κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο του νομικού προσώπου.

Αν ο νόμιμος εκπρόσωπος του νομικού προσώπου δεν βρίσκεται στην κατοικία του ή στο κατάστημα κ.λπ. του νομικού προσώπου, το έγγραφο παραδίδεται στην πρώτη περίπτωση, σ' έναν από τους συγγενείς, υπηρέτες ή άλλους, που συνοικούν με τον παραλήπτη και στη δεύτερη περίπτωση σ' ένα από τα διαζευκτικώς αναφερόμενα πρόσωπα (στο διευθυντή του καταστήματος, του γραφείου ή του εργαστηρίου ή σ' έναν από τους συνεταίρους, συνεργάτες, υπαλλήλους ή υπηρέτες), χωρίς να είναι απαραίτητο για το κύρος της επίδοσης να τηρηθεί καμιά σειρά τόσο ως προς τον τόπο επίδοσης, δηλαδή αναζήτηση του νόμιμου εκπροσώπου πρώτα στην κατοικία και μετά στο κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο, όσο και ως προς τα πρόσωπα, που θα παραδοθεί το επιδιδόμενο έγγραφο, σε απουσία του (ΑΠ 245/2022, 1024/2019).

Στην έκθεση επίδοσης, πρέπει να αναγραφεί από τον δικαστικό επιμελητή το ονοματεπώνυμο του νόμιμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου, αν η επίδοση γίνεται στον ίδιο. Σε περίπτωση που αυτός δεν βρεθεί στο γραφείο του (άρθρο 124 παρ. 2 ΚΠολΔ) και η επίδοση γίνει με παράδοση του εγγράφου σε πρόσωπο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 129 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δεν απαιτείται μεν η αναγραφή στην έκθεση του ονόματος του νόμιμου εκπροσώπου του, πρέπει, όμως, να αναφέρεται σ' αυτή το γεγονός της μη ανεύρεσης του και το ονοματεπώνυμο και η ιδιότητα του προσώπου, στο οποίο έγινε η παράδοση του εγγράφου, για να διαπιστωθεί, αν αυτό το φυσικό πρόσωπο είναι από τα αναφερόμενα στην διάταξη αυτή ως δεκτικά παράδοσης (ΑΠ 245/2022, 1024/2019, 720/2019).

Επίσης, ο εκπρόσωπος του νομικού προσώπου δικαιούται, εντός του πλαισίου της γενικής προς εκπροσώπηση του νομικού προσώπου εξουσίας του, να ορίσει κάποιο άλλο πρόσωπο (δικηγόρο, υπάλληλο, κ.λπ.) ως αρμόδιο για την παραλαβή δικογράφων, οπότε στην τελευταία περίπτωση ο εξουσιοδοτηθείς μπορεί να παραλάβει δικόγραφο, σαν να ήταν ο ίδιος ο εκπρόσωπος (ΑΠ 245/2022, 189/2021, 1024/2019).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα (30) ημέρες από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, κατά τις περί επιδόσεως διατάξεις των άρθρων 122 επ. του ΚΠολΔ, ενώ αν δεν επιδοθεί η οριστική απόφαση, η προθεσμία της έφεσης του ένδικου αυτού μέσου, σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τούτο ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της ένδικης από 6.8.2014 έφεσης, πριν, δηλαδή, την τροποποίησή του με το ν. 4335/2015, είναι τρία (3) χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 532 του ίδιου κώδικα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, με βάση τα προαποδεικτικώς προσκομιζόμενα έγγραφα, το εμπρόθεσμο της άσκησης της έφεσης που είναι προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής και, αν διαπιστώσει ότι η έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, την απορρίπτει ως απαράδεκτη (ΑΠ 1222/2022, 1114/2022).

Ο διάδικος που άσκησε εκπρόθεσμη έφεση μπορεί να προβάλει ότι δεν την άσκησε εμπρόθεσμα, για λόγους ανώτερης βίας ή εξ αιτίας δόλου του αντιδίκου του και να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 152-158 του ΚΠολΔ (ΑΠ 367/2022, 800/2019). Κατά την έννοια αυτή, η επαναφορά δεν συνεπάγεται τη χορήγηση νέας προθεσμίας για την επιχείρηση της εκπρόθεσμης διαδικαστικής πράξης, αλλά προσδίδεται σε αυτήν με τη δικαστική απόφαση, που δέχεται την αίτηση επαναφοράς, η έννομη συνέπεια που θα είχε, αν ήταν εμπρόθεσμη, δηλαδή θεωρείται πλασματικά ως εμπρόθεσμη.

Ανταποκρίνεται έτσι η επαναφορά σε εκτιμήσεις επιείκειας και παράλληλα ικανοποιείται το δικαίωμα ακρόασης των διαδίκων, με τελικό στόχο την εξισορρόπηση της ασφάλειας και βεβαιότητας του δικαίου με την αρχή της απονομής ουσιαστικής δικαιοσύνης (ΑΠ 367/2022). Η επαναφορά πρέπει να ζητηθεί εντός προθεσμίας τριάντα (30) ηµερών από την ηµέρα της άρσης του κωλύματος που συνιστά την ανώτερη βία ή από τη γνώση του δόλου.

Η αίτηση επαναφοράς γίνεται µε το δικόγραφο της έφεσης ή των πρόσθετων λόγων ή µε τις προτάσεις ή µε ιδιαίτερο δικόγραφο και απευθύνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο είναι αρµόδιο για την έφεση (ΑΠ 1222/2022, 367/2022). Αν η αίτηση γίνει δεκτή, κρίνεται παραδεκτό το ένδικο μέσο, διαφορετικά απορρίπτεται ως απαράδεκτο (ΑΠ 1222/2022, 824/2018).

Περαιτέρω, η ελαττωματικότητα της επίδοσης κατ' άρθρα 159 παρ. 1 και 160 παρ.1 του ΚΠολΔ, ως παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία διαδικαστικής πράξης, που συνεπάγεται ακυρότητα, δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα, αλλά μετά από πρόταση του διαδίκου και υπό τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, και μόνο αν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, αυτή επέφερε ανεπανόρθωτη βλάβη στον προτείνοντα διάδικο, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί διαφορετικά.

Τούτο δε διότι, για την τήρηση του σχετικού τύπου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 159, 544 και 559 του ΚΠολΔ, δεν προβλέπεται ακυρότητα, αλλά ούτε δίδεται αναψηλάφηση ή αναίρεση. Το δικαστήριο δε, έχει εξουσία να δεχθεί ή να απορρίψει την ύπαρξη του προτεινομένου πραγματικού γεγονότος της βλάβης από τα στοιχεία της δικογραφίας, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διατάξει περί τούτου απόδειξη.

Ο διάδικος όμως που δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπρόθεσμη έφεση, δύναται, αν η εκπρόθεσμη άσκηση αυτής οφείλεται σε ελαττωματικότητα της επίδοσης της πρωτόδικης απόφασης, να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγουμένη κατάσταση, υπό την έννοια της πρόσδοσης με τη δικαστική απόφαση στην ασκηθείσα εκπρόθεσμα έφεση της έννομης συνέπειας που αυτή θα είχε, αν είχε ασκηθεί εμπρόθεσμα (ΑΠ 1189/2019, 503/2018).

Περαιτέρω, με άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1069/1980 "Περί κινήτρων δια την ίδρυσιν Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως" (Α' 191) ορίσθηκε ότι δύνανται να συνιστώνται σε κάθε Δήμο ή Κοινότητα της χώρας ή από περισσότερους Δήμους ή Κοινότητες ενιαίες επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως, οι οποίες αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα, διεπόμενα από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο (ΑΠ 249/2015, ΑΠ 978/2013).

Με την παρ.1 του άρθρου 5 του ως άνω νόμου, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, πριν από την αντικατάστασή του ως άνω άρθρου με το άρθρο 3 του ν. 4483/2017, ορίζεται ότι "Το Διοικητικό Συμβούλιο διοικεί την επιχείρηση, διαχειρίζεται την περιουσία και τους πόρους αυτής και αποφασίζει για κάθε θέμα που αφορά στην επιχείρηση, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο", ενώ με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Ο Πρόεδρος η τούτου κωλυομένου ο Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίον α) εκπροσωπεί την επιχείρησιν ενώπιον των δικαστηρίων και πάσης αρχής και δίδει τους επιβαλλομένους εις αυτήν όρκους, β) δύναται εν προφανεί κινδύνω εκ της αναβολής και άνευ αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου να εγείρη και αντικρούη αγωγάς και ασκή ένδικα μέσα, να διορίζη πληρεξουσίους και να προβαίνη εις πάσαν δικαστικήν ή εξώδικον πράξιν προστατευτικήν των συμφερόντων της επιχειρήσεως, των πράξεων τούτων υποβαλλομένων αμέσως εις το Συμβούλιον προς έγκρισιν και γ) υπογράφει τα συμβόλαια της επιχειρήσεως".

Τέλος, με το π.δ. 612/1988 (Α 300), που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ.3 του ν. 1609/1980, συστάθηκε το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Πατρών" (ΔΕΥΑΠ). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 22.12.2014 και με αριθ. κατάθεσης 3371/22.12.2014 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, το εναγόμενο-εκκαλούν νομικό πρόσωπο, ζητεί να θεωρηθεί εμπρόθεσμη η από 6-8-2014 με αριθμ.

κατάθεσης 149/8.8.2014 έφεσή του κατά της υπ'αριθμ. 507/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πατρών, επικαλούμενο ότι η επίδοση στις 16.4.2014 της ως άνω απόφασης προς αυτό, δυνάμει της υπ'αριθμ. 15650/16.4.2014 έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελητρίας στο Πρωτοδικείο Πατρών Αντιγόνης Αρβανίτη, ήταν άκυρη για τους σ'αυτή εκτιθέμενους λόγους, ότι την ως άνω επίδοση πληροφορήθηκε το πρώτον την 26.11.2014, οπότε και οι καθών η αίτηση υπέβαλαν την υπ'αριθμ.

πρωτ. 8164Α/26.11.2014 αίτηση προς αυτό με την οποία ενημέρωναν για την τελεσιδικία της ως άνω απόφασης, ότι από την ανωτέρω άκυρη επίδοση υφίσταται ανεπανόρθωτη βλάβη, καθότι αν θεωρηθεί αυτή έγκυρη θα απορριφθεί ως εκπρόθεσμη η έφεσή του και θα υποχρεωθεί να καταβάλει στους αντιδίκους του το συνολικό ποσό των 1.989.618 ευρώ το οποίο αντιστοιχεί στον επιδικασθέν με την πρωτόδικη απόφαση ποσό πλέον τόκων και ζητεί να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και να κριθεί ότι η από 6.8.2014 έφεσή του έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα.

Με το πιο πάνω περιεχόμενο και αίτημα η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών στις 22.12.2014 και επιδόθηκε στους καθών η αίτηση στις 23.12.2014, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πατρών Σπυρίδωνος Μαραγκού , δηλαδή εντός της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από τις 26.11.2014, οπότε, κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος την επαναφορά νομικού προσώπου, εξέλιπε ο λόγος ανωτέρας βίας, είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 152 επ. 159, 518 παρ.1, 591 παρ.1 εδ.α,, 126 παρ.1, 127 παρ.1, 129, 139 παρ.1 του ΚΠολΔ και πρέπει να εξετασθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της υπ'αριθμ. 15650/16.4.2014 έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Πατρών Αντιγόνης Αρβανίτη, προκύπτει ότι η ως άνω δικαστική επιμελήτρια μετά από παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγόντων μετέβη προκειμένου να επιδώσει αντίγραφο της υπ'αριθμ. 507/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πατρών στον Ι.

Δ., ως πρόεδρο και νόμιμο εκπρόσωπο του εναγομένου Ν.Π.Ι.Δ., πλην, όμως το αντίγραφο της απόφασης παρελήφθη από τον Κωνσταντίνο Καλογερόπουλο, γενικό διευθυντή του ως άνω νομικού προσώπου ο οποίος έθεσε τη σφραγίδα και υπογραφή του στην έκθεση επίδοσης και ανέφερε ότι ενεργεί α/α, δηλαδή αντί του νομίμου εκπροσώπου.

Στην ως άνω έκθεση επίδοσης δεν βεβαιώνεται από τη δικαστική επιμελήτρια ότι ο ως άνω γενικός διευθυντής είχε ορισθεί από το νόμιμο εκπρόσωπο του εναγομένου ΝΠΙΔ ως αρμόδιος για την παραλαβή δικογράφων, ούτε αναγράφεται σ'αυτή ότι δεν ανευρέθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπός αυτού προκειμένου να παραδοθεί το αντίγραφο της απόφασης στα αναγραφόμενα στο άρθρο 129 του ΚΠολΔ πρόσωπα, με συνέπεια η ως άνω επίδοση να μην είναι έγκυρη.

Επιπρόσθετα το εκκαλούν νομικό πρόσωπο υπέστη βλάβη από την άκυρη αυτή επίδοση καθότι δεν ενημερώθηκε ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπός του προκειμένου να επιληφθεί εγκαίρως για τη λήψη απόφασης για την άσκηση έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης εντός της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την ως άνω επίδοση.

Οι εφεσίβλητοι με τις προτάσεις τους ισχυρίζονται ότι ο Κ. Κ., γενικός διευθυντής του εκκαλούντος, ήταν εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για την παραλαβή των δικογράφων και προς απόδειξη του ισχυρισμού τους προσκομίζουν α) εκθέσεις επίδοσης δικαστικών επιμελητών οι οποίες κάτω από τη σημείωση "ο παραλαβών α.α." φέρουν τη σφραγίδα και υπογραφή του ως άνω γενικού διευθυντή και β) την υπ' αριθ. 70842/16.11.2015 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αλεξάνδρας Κάκκου-Λαγιανδρέου της Β.

Σ., υπαλλήλου του εκκαλούντος το χρονικό διάστημα από 17.8.2009 έως 26.10.2011, που λήφθηκε νόμιμα μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση του εκκαλούντος (βλ. υπ'αριθμ. 2550/13.11.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πάτρας Δημητρίου Αρβανίτη) με την οποία βεβαίωσε ενόρκως ότι τα έγγραφα που επέδιδαν οι δικαστικοί επιμελητές παρελάμβανε εγγράφως ο γενικός διευθυντής Κ.

Κ., που ήταν αρμόδιος για την παραλαβή τους. Πλην, όμως, ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδεικνύεται βάσιμος καθότι δεν προσκομίζεται έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι ο πρόεδρος του Δ.Σ. και νόμιμος εκπρόσωπος του εκκαλούντος νομικού προσώπου είχε ορίσει τον ως άνω γενικό διευθυντή, ως αρμόδιο για την παραλαβή δικογράφων.

Σε κάθε δε περίπτωση εφόσον ο Κ. Κ., ήταν διάδικος στην ένδικη υπόθεση (71ος ενάγων), του οποίου η αγωγική του αξίωση (όπως και των λοιπών εναγόντων) είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ'ουσία βάσιμη με την υπ'αριθμ. 507/2013 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών, ακύρως έγινε, εκ μέρους της δικαστικής επιμελητρίας Αντιγόνης Αρβανίτη, κατόπιν παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγόντων, προς αυτόν η παράδοση της ως άνω οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αφού αυτός ως αντίδικος του εναγομένου-εκκαλούντος ΝΠΙΔ δεν μπορούσε να παραλάβει για λογαριασμό του νομικού αυτού προσώπου το αντίγραφο της απόφασης (άρθρο 129 παρ.1 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός των εφεσίβλητων ότι το εκκαλούν καταχρηστικά επικαλείται την ακυρότητα της προς αυτό επίδοσης της υπ'αριθμ. 507/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πατρών, εφόσον τα αρμόδια όργανα του εναγομένου έλαβαν γνώση αυτής και ο ως άνω γενικός διευθυντής που την παρέβαλε ενεργούσε κατ'εντολή για λογαριασμό του προέδρου του εκκαλούντος νομικού προσώπου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθότι δεν μπορεί να προβληθεί η ένσταση του άρθρου 281 του ΑΚ κατά δικαιώματος που απορρέει από διατάξεις δικονομικού δικαίου (ΑΠ 1279/2021, 1003/2008, 199/2006), όπως στην προκειμένη περίπτωση που το εκκαλούν επικαλείται ακυρότητα της προς αυτό επίδοσης της πρωτόδικης απόφασης, βάσει των δικονομικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 129 και 159 του ΚΠολΔ (ΑΠ 2048/2022, 1578/2022, 617/2019).

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το εκκαλούν ΝΠΙΔ άσκησε, όπως προεκτέθηκε, την από 8.8.2014 με αριθμ. κατάθεσης 149/2014 έφεση κατά της υπ'αριθμ. 507/2013 απόφασης Ειρηνοδικείου Πατρών, πριν λάβει γνώση ο πρόεδρος του Δ.Σ. και νόμιμος εκπρόσωπός του, της επίδοσης στις 16.4.2014 της ως άνω απόφασης, όπως συνάγεται και από το γεγονός ότι στο δικόγραφο της έφεσης δεν αναφέρεται η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και η ακυρότητα αυτής, ούτε σωρεύεται με αυτή αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Το εκκαλούν νομικό πρόσωπο, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον πρόεδρο του Δ.Σ, του, έλαβε γνώση της επίδοσης της ως άνω οριστικής απόφασης στις 26.11.2014, όταν ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγόντων-εφεσίβλητων υπέβαλε την από 26.11.2014 αίτησή τους προς αυτό, που έλαβε αριθμ. πρωτ. 8164Α/26.11.2014, με την οποία ζητούσαν, επικαλούμενοι τελεσιδικία της απόφασης, την καταβολή του επιδικασθέντος στον καθένα από αυτούς ποσού, με τους δεδουλευμένους τόκους.

Τα παραπάνω αποδεικνύονται και από τα προσκομιζόμενα πρακτικά της 24ης Συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου του εκκαλούντος ΝΠΙΔ της 16ης Δεκεμβρίου 2014, όπου έγινε εκτενής συζήτηση επί της ένδικης υπόθεσης και από όπου προκύπτει ότι ο πρόεδρος του Δ.Σ. του εκκαλούντος νομικού προσώπου δήλωσε ότι ενημερώθηκε για πρώτη φορά για την τελεσιδικία της απόφασης στις 26.11.2014, όταν τον επισκέφθηκε ο δικηγόρος των εναγόντων και ότι γενικός διευθυντής, που παρέλαβε την επιδοθείσα από τους ενάγοντες απόφαση στις 16.4.2014, δήλωσε ότι η απόφαση πρωτοκολλήθηκε και ότι έκτοτε αγνοείται η τύχη της και ότι ποτέ δεν επέστρεψε στον πρόεδρο, ή στον αντιπρόεδρο, ή στους νομικούς συμβούλους.

Συνακόλουθα, με βάση τα παραπάνω, αποδείχθηκε ότι ο πρόεδρος του Δ.Σ. του εκκαλούντος ΝΠΙΔ ενημερώθηκε για πρώτη φορά στις 26.11.2014 για την επίδοση της προαναφερθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης. Επομένως και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, εφόσον η εκπρόθεσμη άσκηση της από 6.8.2014 έφεσης οφείλεται σε ελαττωματικότητα της προαναφερθείσας επίδοσης στις 16.4.2014 της πρωτόδικης απόφασης, και ότι επήλθε βλάβη στο εκκαλούν νομικό πρόσωπο από αυτή, πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ'ουσία βάσιμη η από 22.12.2014 αίτηση επαναφοράς του αιτούντος ως προς τους καθών η αίτηση που επέσπευσαν τη συζήτησή της με την από 29.7.2022 κλήση τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου [στους οποίους δεν συμπεριλαμβάνονται α) οι 3η, 10η, 37ος 45ος , 52ος, 60ος, 61ος, 71ος, 73ος, 87ος, 111ος , 137ος, 142ος, 143ος, 150ος, 154ος, 158ος, 161ος και 197ος ενάγοντες-εφεσίβλητοι που δεν ήταν διάδικοι στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 830/2022 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και β) οι 23ος, 65ος, 94ος, 124ος και 130ος ενάγοντες-εφεσίβλητοι (21ος, 58ος, 84ος, 113ος και 119ος αναιρεσείοντες, αντίστοιχα), ως προς τους οποίους, με την ως άνω απόφαση, κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης], να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην πρότερη της άκυρης επίδοσης κατάσταση και να θεωρηθεί ότι η ως άνω έφεση ασκήθηκε εμπρόθεσμα.

Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ` αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, διότι εάν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι` αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη Διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.

Ειδικότερα, όταν παρέχεται από το νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, κατ` αρχήν, δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για το χρόνο έκδοσης αυτής, ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της Διοίκησης.

Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει, είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας, είτε όταν η υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα (ΟλΑΠ 16/2015, ΑΠ 436/2022, 628/2020).

Εξάλλου, με τις διατάξεις του ν. 2738/1999 (Κεφάλαιο Α`) εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη Δημόσια Διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού, η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών.

Στο άρθρο 13 προβλέπονται στις παρ.1 και 2 τα ακόλουθα: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού, κ.λ.π.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.

Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α., α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.

Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια με το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 ορίσθηκαν τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ` εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001. 2.

Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.

Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.

Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγηση τους...5. 6.

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι Υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός, δεν είχαν υποχρέωση, αλλά απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει, τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις, εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών.

Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω Υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ` εκτίμηση, επίσης, της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ.

Δηλαδή, προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ` εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και του σκοπού της ρύθμισης, που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό.

Ενόψει των ανωτέρω, δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της Διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα, με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ (ΟλΑΠ 16/2015, ΑΠ 436/2022, 628/2020, Ολ.ΣτΕ 95/2013).

Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων, για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των 176 ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων, του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της Διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής, σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων.

Εάν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ` αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια, υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις, να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγησή της (ΟλΑΠ 16/2015, ΑΠ 436/2022, 628/2020).

Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003, καταργήθηκε από 1.1.2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), εκτός των άλλων, το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ` εξουσιοδότησή του και με το άρθρο 24 παρ.2 του ιδίου νόμου (3205/2003) διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή των 176 ευρώ, ως προσωπική διαφορά, από 1.1.2004 για τους υπαλλήλους οι οποίοι ελάμβαναν αυτή μέχρι την 31.12.2003, με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, υπό την προϋπόθεση ότι οι υπάλληλοι αυτοί δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των 176 ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημίωσης ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης (ΟλΑΠ 16/2015, ΑΠ 436/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση από 2.12.2006 αγωγή τους οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, ισχυρίσθηκαν ότι είναι υπάλληλοι του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος Ν.Π.Ι.Δ. με σχέση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ότι αυτοί αμείβονταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα με βάση τις διατάξεις του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας του εναγομένου και τις αναγραφόμενες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και ότι το εναγόμενο δεν έχει καταβάλει σ'αυτούς το προβλεπόμενο από το ν. 3016/2002 επίδομα των 176 ευρώ, το οποίο αντίθετα έλαβαν άλλες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ ως προσαύξηση στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές τους.

Ζητούσαν δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα από αυτούς το ποσό που αντιστοιχούσε στο ανωτέρω επίδομα για το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 έως 31.12.2006 ως διαφορά αποδοχών, κατά την κυρία βάση από τη συνταγματική αρχή της ισότητας, κατά την πρώτη επικουρική βάση από την υποχρέωση αποζημίωσης, που ανακύπτει, από τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, λόγω της παράνομης παράλειψης των οργάνων του εναγομένου να χορηγήσουν την ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 στους ενάγοντες και κατά τη δεύτερη επικουρική βάση από τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Με το ως άνω περιεχόμενο η αγωγή είναι μη νόμιμη ως προς την κυρία βάση της. Και τούτο διότι η ένδικη παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ δεν συνιστά προβλεπόμενη από το νόμο ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, αλλά αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται αν η διοίκηση ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια, μετά συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας και μάλιστα επί Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, μετά συνεκτίμηση των δυνατοτήτων του προϋπολογισμού των, να εκδώσει κανονιστική πράξη για επέκταση της χορήγησης της παροχής αυτής σε υπαλλήλους που πληρούν τις προϋποθέσεις τις οποίες τάσσει το άρθρο 14 ν. 3016/2002, μία των οποίων είναι να μη λαμβάνει ο υπάλληλος άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ.

Σε κάθε δε περίπτωση, από τη συνταγματική αρχή της ισότητας δεν απέρρεε υποχρέωση του εναγομένου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου να επεκτείνει τη χορήγηση της ένδικης παροχής στους ενάγοντες-εφεσίβλητους και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η διαφορετική νομοθετική ρύθμιση δικαιολογείται, στην προκείμενη περίπτωση, ως προς αυτούς, καθότι, ως εργαζόμενοι σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία από εκείνη των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, για τους οποίους προβλέφθηκε και χορηγήθηκε (με κοινές υπουργικές αποφάσεις) η επίδικη παροχή (ΑΠ 249/2015, ΑΠ 978/2013).

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε ότι η αγωγή ως προς την κυρία βάση της είναι νόμιμη και ακολούθως δέχθηκε εν μέρει αυτή ως κατ'ουσία βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει τα σ'αυτή διαλαμβανόμενα για έκαστο ενάγοντα ποσά για το χρονικό διάστημα από 1.1.2004 έως 31.12.2006 με το νόμιμο τόκο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 του Συντάγματος, 14 του ν. 3016/2002 και 24 παρ.2 του ν. 3205/2003, καθότι θα έπρεπε να απορρίψει την αγωγή ως προς την κυρία βάση της ως μη νόμιμη.

Περαιτέρω, κατά το μέρος που το εναγόμενο-εκκαλούν με το δέκατο λόγο έφεσης προσβάλλει την εκκαλουμένη απόφαση, που απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, ως προς την πρώτη επικουρική βάση με την αιτιολογία ότι η μη καταβολή μισθών δεν συνιστά αδικοπραξία, ισχυριζόμενο ότι έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη και για το λόγο ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ελλείψει εννόμου συμφέροντος του εκκαλούντος (άρθρο 516 παρ.2 ΚΠολΔ) καθότι το εκκαλούν ως διάδικος που νίκησε, εφόσον απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η ως άνω επικουρική βάση της αγωγής ως μη νόμιμη, δεν υφίσταται βλάβη από την ως άνω αιτιολογία της πρωτόδικης απόφασης, ούτε αυτό επικαλείται ότι έχει έννομο συμφέρον αποτροπής δεδικασμένου από την απόρριψη αυτή.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η απορριφθείσα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως μη νόμιμη, δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής, στηριζόμενη στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, δεν μεταβιβάσθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με λόγο έφεσης και ως εκ τούτου το παρόν Δικαστήριο στερείται της εξουσίας για έρευνα της επικουρικής αυτής βάσης (ΑΠ 544/2021, ΑΠ 1514/2018, ΑΠ 2039/2014).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, η υπό κρίση έφεση να γίνει δεκτή κατ'ουσία, κατά παραδοχή του τετάρτου λόγου της, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών μη εξετασθέντων λόγων της, και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που έκρινε νόμιμη και εν μέρει ως κατ'ουσία βάσιμη την κυρία βάση της αγωγής ως προς τους ενάγοντες - καλούντες (στους οποίους δεν συμπεριλαμβάνονται, όπως προεκτέθηκε, οι ενάγοντες που δεν είναι καλούντες, δηλαδή οι 3η, 10η, 23ος, 37ος 45ος , 52ος, 60ος, 61ος, 65ος, 71ος, 73ος, 87ος, 94ος, 111ος , 124ος, 130ος, 137ος, 142ος, 143ος, 150ος, 154ος, 158ος, 161ος και 197ος ενάγοντες) και αφού διακρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί η ένδικη αγωγή να απορριφθεί ως μη νόμιμη ως προς την κυρία βάση της ως προς αυτούς.

Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι καλούντες-ενάγοντες λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα του εναγομένου και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει, αντιμωλία των διαδίκων την από 22.12.2014 με αριθμ. καταθ. 3371/22.12.2014 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και την από 6.8.2014 με αριθμ. καταθ. 149/8.8.2014 έφεση.

Δέχεται την από 22.12.2014 αίτηση του αιτούντος περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ως προς τους καθών η αίτηση επαναφοράς-καλούντες. Θεωρεί ότι η από 6.8.2014 έφεση του εκκαλούντος ασκήθηκε εμπρόθεσμα ως προς τους εφεσίβλητους-καλούντες. Δέχεται τυπικά και κατ'ουσία την έφεση του εκκαλούντος ως προς τους εφεσίβλητους-καλούντες. Εξαφανίζει την υπ'αριθμ. 507/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών κατά το μέρος που έκρινε νόμιμη την κυρία βάση της αγωγής των εναγόντων-καλούντων (στους οποίους δεν συμπεριλαμβάνονται οι 3η, 10η, 23ος, 37ος, 45ος , 52ος, 60ος, 61ος, 65ος, 71ος, 73ος, 87ος, 94ος, 111ος , 124ος, 130ος, 137ος, 142ος, 143ος, 150ος, 154ος, 158ος, 161ος και 197ος ενάγοντες) και δέχθηκε εν μέρει αυτή ως κατ' ουσία βάσιμη ως προς αυτούς.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 2.12.2006 με αριθμ. καταθ. 1533/28.12.2006 αγωγή ως προς τους ενάγοντες-καλούντες.

Απορρίπτει την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς την κυρία βάση της ως προς τους ενάγοντες - καλούντες. Και Επιβάλλει σε βάρος των εναγόντων - καλούντων τη δικαστική δαπάνη του εναγομένου - καθού η κλήση και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ