Legislator Case Law & Legislation
1840/2017 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on land ownership, ruling the appellate court correctly rejected the claim.

Case Number 1840/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Aegean Court of Appeal's decision regarding land ownership in Mykonos. The State argued the land was state-owned public territory acquired through succession from the Ottoman Empire, but the appellate court had already accepted it as private property. The court ruled that since the lower court's decision was based on the correct classification of the land as private, the State's arguments regarding public ownership were inadmissible and did not justify the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible when the challenged judgment is based on correct legal findings regarding property classification, rendering the appellant's arguments regarding alternative ownership status legally unfounded.

Keywords

AI generated
land ownership dispute public vs private property Ottoman succession law civil appeal procedure judicial costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 para. 1 of Law 3693/1957
Common Decision of the Ministers of Finance and Justice 134423/1992

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1840 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1840/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: ολλανδικής εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στη ..., νόμιμα εκπροσωπούμενη που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Χριστοφορίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 185/2010 Εφετείου Αιγαίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-6-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 4-10-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγεται για συζήτηση η από 14/6/20111 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 185/2010 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου, η οποία του επιδόθηκε με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας στις 13/5/2011, όπως προκύπτει από την .../2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Θ. Χ.. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα, με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ανωτέρω δικαστηρίου (495 παρ.1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, στις 14/6/2011, δηλαδή, εντός της από το άρθρο 10 του Κ.Δ/τος της 26.6/10.7.1944 περί Κώδικος των Νόμων περί Δικών του Δημοσίου τασσόμενης 30ήμερης προθεσμίας από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία δεν υπολογίζεται η ημέρα της επίδοσης (άρθρο 144παρ.1 εδάφ.α’ ΚΠολΔ). Να σημειωθεί ότι η πιο πάνω προθεσμία συμπληρωνόταν μεν στις 12/5/2011, πλην όμως η μέρα εκείνη (Κυριακή), καθώς και η επόμενη μέρα (Δευτέρα) 13/5/2011 (εορτή Αγίου Πνεύματος) είναι αργίες, οπότε η προθεσμία άσκησης της έληγε την επόμενη μη εξαιρετέα μέρα (Τρίτη), στις 14/6/2011 (άρθρο 144 παρ.1 εδάφ.β ΚΠολΔ).

Συνεπώς η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της. Κατά τα άρθρα 1-3 του Οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες: (α) στις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας,"μούλκια" (οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, (β) στις δημόσιες γαίες, "μιριγιέ" (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης ("τεσσαρούφ"), (γ) στις αφιερωμένες γαίες, "βακούφια", των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής (δ) στις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες, "μετρουκέ" (οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και (ε) στις νεκρές γαίες, "μεβάτ" (τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.

Επακολούθησαν τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1-7-1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζοντας, σε συνδυασμό με την από 9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως "Περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων", ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά την διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3.2.1830) και είχε δημεύσει κατά την διάρκεια του πολέμου, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς, οι οποίοι αποχώρησαν και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου της 21- 6/3-7/1837 "περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων", περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα.

Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατέχονταν μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και, ή κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου, ή ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατέχονταν πλέον από αυτούς.

Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και στις νήσους του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αρ.3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22-3- 1829 με τον παράτιτλο "Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", διαλαμβάνοντας ότι: "Αι παρακείμενοι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμενοι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος τούτου του Κράτους".

Η διαδοχή όμως αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων "καθαράς ιδιοκτησίας" (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίασης ("τεσσαρούφ"), τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες.

Ειδικότερα οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές, ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των "καθαράς ιδιοκτησίας" ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου.

Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νησιών αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο, ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, "δικαιώματι πολέμου" και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης.

Τούτο, όμως, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών "καθαρής ιδιοκτησίας", ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, για εκτάσεις που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους "δικαιώματι πολέμου".

Και τούτο, διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν υπό την απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους με τα προαναφερόμενα Πρωτόκολλα και Συνθήκη, οπότε προσδιορίστηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, κύριο των ακινήτων αυτών κατέστη το νέο ελληνικό κράτος, χωρίς καμιά αποζημίωση.

Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται ότι τα κτήματα υπό το όνομα "Βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος. (Ολ. ΑΠ 1/2013). Επομένως, επί ασκήσεως από ιδιώτη κατά του Δημοσίου διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου που βρίσκεται σε νησί των Κυκλάδων, όπως είναι και η Μύκονος, εφόσον εντάσσεται στην κατηγορία των γαιών "καθαρής ιδιοκτησίας", ο μεν ιδιώτης( ενάγων) θα πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει την κτήση της κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο με παράγωγο και, επικουρικά, με πρωτότυπο τρόπο, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αναχθεί σε χρόνο προγενέστερο του έτους1885, το δε Δημόσιο (εναγόμενο), το οποίο λόγω της ανυπαρξίας (αμάχητου) τεκμηρίου κυριότητας υπέρ αυτού, αφού δεν διαθέτει για το εν λόγω ακίνητο πρωτότυπο τίτλο κυριότητας, αναγόμενο στο χρόνο της Ανεξαρτησίας και στη διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, θα πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει, κατ’ ένσταση, τους παραγωγικούς λόγους του δικαιώματος του (όπως απαλλοτρίωση, αγορά, δωρεά, ανταλλαγή, κατάληψη εγκαταλελειμμένου κτήματος, κατ’ άρθρο 34 α.ν. 1539/1938, ή ως αδέσποτο, λόγω παραίτησης του κυρίου από την κυριότητα αυτού κ.λ.π.) ή ότι το ακίνητο εξαιρείται της χρησικτησίας από τον ενάγοντα (εφόσον αυτός επικαλείται ως τίτλο κτήσης τη χρησικτησία), επειδή το ίδιο (το Δημόσιο) έχει αποκτήσει την κυριότητά του με κάποιον από τους προαναφερόμενους νόμιμους τρόπους.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει γενικότερα από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094 ΑΚ, 70 και 338 ΚΠολΔ, ο ενάγων επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου πρέπει να αποδείξει το δικαίωμα κυριότητάς του πάνω σε αυτό και ότι ο εναγόμενος αμφισβητεί το εν λόγω δικαίωμα, δηλώνοντας συγχρόνως στην ιστορική βάση της αγωγής το νόμιμο τρόπο, με τον οποίο αυτό περιήλθε στην κυριότητά του (ενάγοντος) είτε με παράγωγο είτε με πρωτότυπο τρόπο.

Νόμιμο παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας ακινήτου συνιστά η σύμβαση, με επίκληση της κυριότητας του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος και της μεταβίβασής της σε αυτόν με συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε νόμιμα (άρθρα 1033,1192 αριθμ. 1 ΑΚ), ενώ πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας συνιστά η χρησικτησία, τακτική ή έκτακτη.

Επίσης από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1045 και 1051 ΑΚ συνάγεται ότι για την κτήση κυριότητας με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο για μία δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα και στις δύο περιπτώσεις του νομέα να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του χρησικτησίας και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Ειδικότερα ο εναγόμενος για να αντικρούσει την παραπάνω αγωγή μπορεί είτε να αρνηθεί την ιστορική της βάση είτε να προβάλει ενστάσεις, μεταξύ των οποίων και την ένσταση ιδίας κυριότητας, με την οποία θα ισχυρίζεται ότι αυτός απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου με κάποιο νόμιμο τρόπο και ότι ο ενάγων, εξαιτίας του λόγου αυτού, έχει πάψει να είναι πλέον κύριος του επιδίκου.

Αν η ένσταση αυτή γίνει δεκτή το δικαστήριο θα απορρίψει την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Αν όμως η εν λόγω αγωγή απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, επειδή δεν αποδείχθηκε η ιστορική της βάση και, ειδικότερα, επειδή δεν αποδείχθηκε η κυριότητα του ενάγοντος, καθίσταται περιττή η έρευνα της ένστασης ιδίας κυριότητας του εναγομένου, αφού η απόρριψη της αγωγής που επιδίωξε ο τελευταίος με την ένστασή του έγινε, γιατί ο ενάγων δεν απέδειξε τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την κτήση της επικαλούμενης κυριότητάς του στο ακίνητο, (βλ.

σχετ. ΑΠ 713/2014). Εξάλλου, επί δημοσίων κτημάτων, όπως είναι και τα δάση, τα οποία είναι εθνικά, εκτός των διαλαμβανομένων στα άρθρα 1 και 2 του από 17-11/1-12-1836 Β. Δ/τος, τα οποία θεωρούνται ως ιδιωτικά, υπό τις στο άρθρο 3 του εν λόγω Β. Δ/τος προϋποθέσεις ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη, με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατ’ άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ, για τον προ της ενάρξεως ισχύος του Α.Κ.

χρόνο, διατάξεις του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), δηλαδή κατόπιν ασκήσεως νομής, πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ’ ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), ν.27 Πανδ. (18.1), ν. 10, 17 της 48 Πανδ. (41.3), ν.3 Πανδ.(41.10) της ν. 109 Πανδ. (50.16), καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει, με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (βλ.

και τις διατάξεις του ν. 18, 24 παρ. 1 Πανδ. (41.3), παρ. 9 Εισηγ. (2.6), ν.2 Κωδ. (7.30), Βασ. (50.10). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο νόμο της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμενοι διατάξεις", επομένως, και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του άνω νόμου της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών, κατά τις διατάξεις των ν.8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ.9 παρ. 1 (50.14) είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11 Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του νόμου ΔΞΗ71912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και τη 16-5-1926 και αφ’ ετέρου του άρθρου 21 του ν.δ.

της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ" που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν. ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" διατηρηθέντων σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α. Κ. με το άρθρο 53 ΕισΝ αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του άρα και η χρησικτησία πάνω σ’ αυτά.

Επίσης, για τα αδέσποτα ακίνητα καθιερώθηκε, το πρώτον το έτος 1837, ότι ανήκουν στο Δημόσιο με το άρθρο 16 του νόμου της 21.6/10-7-1837 "περί διοικήσεως κτημάτων, με το οποίο ορίστηκε "ότι όλα τα παρ’ ιδιωτών ή μόνο τούτων μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα καθώς και τα των ...ακλήρων αποθανόντων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμένοι απαιτήσεις, ανήκουν στο Δημόσιο".

Στη συνέχεια, η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1539/1938 και μετά την ισχύ του ΑΚ με το άρθρο 972 αυτού. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου των ν. 1, 23 Πανδ. (47,1), Εισ. 47 (2. 1), προϋπόθεση για την περιέλευση κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδέσποτων, δηλαδή των πραγμάτων, τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό την ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριος τούτων, και τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 21.6/10.7.1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, είναι όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), αλλά και η βούληση εγκατάλειψής του, δηλαδή απόφαση του κυρίου περί παραίτησης αυτού από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασης του πράγματος σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο.

Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτήν αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος ήταν κύριος του πράγματος. Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραίτησης από την κυριότητα, κατά το προϊσχύσαν ΒΡΔ, δεν απαιτείτο ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή, όπως ήδη απαιτείται υπό την ισχύ του ΑΚ.

Ο νόμος αυτός "περί διακρίσεως κτημάτων" τροποποίησε τον προϊσχύσαντα αυτού κανόνα του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, κατά τον οποίο όποιος καταλάμβανε αδέσποτο αποκτούσε την κυριότητά του (Πανδ. 41.1), έτσι ώστε να μην απαιτείται πλέον η πραγματική κατάληψη των αδέσποτων ακινήτων, προκειμένου να επέλθει κτήση της κυριότητας.

Η τροποποίηση αυτή υπαγορεύτηκε από την ανάγκη να καταστεί ευχερής η κτήση από το Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας των κτημάτων, τα οποία είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι αποχώρησαν από την Ελλάδα λόγω του απελευθερωτικού αγώνα. Έτσι, τα κτήματα αυτά αποκτήθηκαν "δικαιώματι πολέμου", ανεξαρτήτως της κατάληψής τους κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα από το Δημόσιο ή τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις (ΑΠ 1411/2014).

Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 2 και 578 ΚΠολΔ, αναίρεση μπορεί να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ. Το συμφέρον είναι δυνατόν να υπάρξει και όταν ο διάδικος που νίκησε βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και, συγκεκριμένα, αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του στο πλαίσιο άλλης δίκης, αν, δηλαδή, η αιτιολογία της απόφασης αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στην δίκη και φέρει, ως εκ τούτου, σε αυτήν προσόντα διατακτικού, οπότε δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση αυτής της απόφασης ως προς την εσφαλμένη μόνο αιτιολογία της.

Ειδικότερα εσφαλμένο αιτιολογικό, κατά την έννοια του άρθρου 578 Κ.Πολ.Δικ., υπάρχει, όταν κρίνεται ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλον κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της αποφάσεως. Ως αιτιολογικό νοείται στην συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αιτία, δηλαδή, οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζονται με τις αιτιολογίες της απόφασης, οι οποίες αναφέρονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού κατά την περιγραφή των πραγματικών περιστατικών και θεμελιώνουν την από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναιρετική παράβαση (Ολ.

ΑΠ 30/1998). Επίσης, δεν δημιουργείται δεδικασμένο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 321 επ. ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση περιέλαβε σε αυτήν αιτιολογίες που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, δηλαδή αιτιολογίες που εκφέρονται εκ περισσού και, ως εκ τούτου, στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον για την αποτροπή του δεδικασμένου με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ακόμη και ως προς την τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία της και, κατά συνέπεια, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης (ΑΠ 640/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η ενάγουσα-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη, με την από 10/4/2007 αγωγή της ζήτησε: α) να αναγνωριστεί η κυριότητά της επί ενός αγρού που βρίσκεται στη θέση "..." της περιοχής ... της νήσου Μυκόνου, συνολικής έκτασης 184.563,05 τ.μ. ή επικουρικά 169.764,10τ.μ.

ή όλως επικουρικά 165.875τ.μ., που περιήλθε σε αυτή, τόσο με παράγωγο τρόπο (με αγορά το έτος 1992), όσο και με πρωτότυπο τρόπο (με τακτική και έκτακτη χρησικτησία) και β) να γίνει διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο οικείο κτηματολογικό βιβλίο, στο οποίο έχει εγγραφεί δικαίωμα κυριότητας του εναγόμενου- εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου επί του εν λόγω αγρού, εμβαδού 165.875τ.μ., που χαρακτηρίζεται ως δασική (χορτολιβαδική) έκταση, και να εγγραφεί η ίδια ως κυρία αυτού.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 30/2009 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή ως και κατ’ ουσία βάσιμη. Το εναγόμενο άσκησε έφεση κατά της παραπάνω απόφασης και επ’ αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν η έφεση του εκκαλούντος-εναγομένου, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και απορρίφθηκε η αγωγή στο σύνολο της ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, επειδή δεν αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που θεμελίωναν την ιστορική της βάση.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι η εφεσίβλητη-ενάγουσα δεν έχει αποκτήσει την κυριότητα του επίδικου ακινήτου (αγρού-ιδιωτικής γης "καθαρής ιδιοκτησίας") ούτε με παράγωγο τρόπο (με βάση τους επικαλούμενους τίτλους κτήσης της) ούτε με τακτική (λόγω έλλειψης καλής πίστης), αλλά ούτε και με έκτακτη χρησικτησία (λόγω μη άσκησης πράξεων νομής με διάνοια κυρίου των δικαιοπαρόχων της).

Στις αιτιολογίες αυτές στηρίζεται επαρκώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με το οποίο το αναιρεσείον είναι ο διάδικος που νίκησε στην κατ’ έφεση δίκη. Οι πλεοναστικώς και χωρίς ανάγκη διαληφθείσες σε αυτή αιτιολογίες ότι το επίδικο ακίνητο, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, βρίσκεται στη Μύκονο, ουδέποτε μετά την Απελευθέρωση κατέστη αδέσποτο και ότι δεν περιήλθε στην κυριότητα του εκκαλούντος-εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο δεν διέθετε σχετικούς τίτλους δεν στηρίζει το διατακτικό της απόφασης και, συνεπώς, δεν παράγεται δεδικασμένο από αυτές, αφού η απορριπτική αυτή κρίση, αφορά στους σχετικούς ισχυρισμούς ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος- εκκαλούντος και δεν επάγεται καμία βλαπτική συνέπεια για το τελευταίο.

Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, όλοι οι λόγοι της οποίας (από το άρθρο 559 αριθμό 1 ΚΠολΔ) αναφέρονται στην απόρριψη των ισχυρισμών περί ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος, και ειδικότερα, στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις εκτιθέμενες στη μείζονα πρόταση διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου: α) με το να μη δεχθεί ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί "δημόσια γαία" (αείποτε χορτολιβαδικής και βραχώδους μορφής), άλλως "αδέσποτη" έκταση που βρίσκεται σε νησί των Κυκλάδων και ότι, ως εκ τούτου, περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσείοντος ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου "δικαιώματι πολέμου" και β) με το να απορρίψει την ένδικη αγωγή, επειδή δεν συνέτρεχαν στα πρόσωπα της αναιρεσίβλητης και των δικαιοπάροχων της οι προϋποθέσεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1045, 1051 ΑΚ περί τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, αντί να την απορρίψει, επειδή δεν συνέτρεχαν στα παραπάνω πρόσωπα οι προϋποθέσεις του ΒΡΔ περί έκτακτης χρησικτησίας επί δημοσίων κτημάτων που έπρεπε να συμπληρωθεί μέχρι τις 11/9/1915, είναι απαράδεκτη, αφού, όπως προαναφέρθηκε, οι προαναφερόμενες πλεοναστικές απορριπτικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, στις οποίες δεν στηρίζεται το διατακτικό της δεν δημιουργούν δυσμενές σε βάρος του αναιρεσείοντος δεδικασμένο και, συνεπώς, δεν δικαιολογούν το έννομο συμφέρον του για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα πρόταση αυτού του συλλογισμού.

Σε κάθε όμως περίπτωση οι πιο πάνω λόγοι είναι αβάσιμοι, διότι όλοι στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το επίδικο ακίνητο εντάσσεται στην κατηγορία των δημοσίων γαιών του Οθωμανικού νόμου που έχουν δασικό (χορτολιβαδικό) χαρακτήρα και περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου "δικαιώματι πολέμου", ενώ, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγινε ανελέγκτως δεκτό ότι το ακίνητο αυτό αποτελεί ιδιωτική γη "καθαρής ιδιοκτησίας".

Κατόπιν αυτών πρέπει ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ),τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 και την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ ΒΊ 1/20.1.1993).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14/6/20111 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 185/2010 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ