Legislator Case Law & Legislation
1840/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property boundary claim due to lack of evidence and procedural admissibility.

Case Number 1840/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the hotel company against the Second Instance Court's ruling on a property boundary dispute. The appellant argued that the lower court distorted the content of a specific sales contract and expert report regarding the southern boundary of the land. The court rejected these claims because the alleged distorted document was not submitted for verification, and the expert report did not qualify as a document subject to distortion under the relevant procedural articles.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court rejects an appeal based on alleged distortion of a document when the document is not produced for examination, and excludes expert opinions from the definition of documents subject to distortion under Article 559(20).

Keywords

AI generated
appeal admissibility document distortion expert report status property boundary dispute procedural evidence

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 339 of the Code of Civil Procedure
Article 342 of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) and (3) of Law 3693/1957
Article 52(18) of the Judicial Organization Law
Article 52(18) of Law 1738/1987
Article 2 of the Administrative Order 134423/1992
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 12(2) of Law 4055/2012

Cited Case Law

AI generated
AP 861/1994
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1840 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1840/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Mαΐου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας "ΑΝΚΑR" που έχει την κυριότητα και την εκμετάλλευση του Ξενοδοχείου SPA "ΘΕΡΜΑΙ - ΣΥΛΛΑ" στη Λουτρόπολη της Αιδηψού, που εδρεύει …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σταραντζή.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/11/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 295/2006 μη οριστική, 248/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 215/2010 οριστική του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/9/2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 17/12/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης, καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε δεν αρκούσαν για την εφαρμογή του η δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστικού δικαίου διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα τέλος των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση νόμιμης βάσης, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων για τα οποία ή έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, μετά από την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η ενάγουσα εταιρία με την επωνυμία <<ΟΜΙΛΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Κ. – Α. ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ - ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΕΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ>> και με το διακριτικό τίτλο <<ANCAR A.E.>> (ΑΝΚΑΡ ΑΕ) αγόρασε από τον Ε.

Κ., όπως αυτός εκπροσωπείτο από την επίτροπό του Β. Θ., με το υπ'αριθμ. .../1995 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αντωνίας Προκαλάμου (που έχει νόμιμα μεταγραφεί στον τόπο 550 και με αύξοντα αριθμό 98), ένα οικόπεδο μετά της επ'αυτού από 80ετίας και πλέον υπάρχουσας ξενοδοχειακής μονάδας εκτάσεως, κατά τον τίτλο κτήσεως και κατά δήλωση του πωλητή 7.000 τετρ.

μέτρων πλέον ή έλαττον, κατά νεότερη δε και ακριβή καταμέτρηση για την οποία συντάχθηκε και το από 3.4.1995 τοπογραφικό διάγραμμα από τον αρχιτέκτονα μηχανικό Δ. Σ., το οποίο αφού υπογράφηκε από τα συμβληθέντα μέρη προσαρτήθηκε στο ανωτέρω συμβολαιογραφικό έγγραφο στο οποίο (τοπογραφικό) το ακίνητο τούτο εμφαίνεται, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, υπό τα στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΚΛΑ, έχει έκταση 6.200,84 τ.μ.

και φέρεται να συνορεύει γύρωθεν με οδό Η., Λεωφόρο Π., οδός Φ. και με ιδιοκτησίες Α. Θ., Δ. Α., Σ. Κ., Α. Τ. και Κ. Χ.. Επιμελεία της ενάγουσας συντάχθηκε από τον Τοπογράφο Μηχανικό Χ. Α. και το από Ιανουαρίου 2003 μεταγενέστερο τοπογραφικό διάγραμμα, για το αυτό ως άνω ακίνητο, το οποίο έχει περιληφθεί ως αναπόσπαστο τμήμα στην ένδικη αγωγή, στο οποίο φέρεται να έχει έκταση 6.221,18 και σύνορα, βόρεια επί προσώπου Α-Β μήκους 58,20 μ.

την οδό Η., δυτικά επί προσώπου μήκους Β-Γ-Δ μήκους (70,61+3,18=)73,79 μ. την παραλιακή Λεωφόρο Π. νότια - νοτιοδυτικά επί προσώπου Δ-Ε μήκους 28,82 μ. Επίσης την οδό Π., νότια-νοτιοανατολικά επί προσώπου Ε-Ζ 70,46 Μ. την οδό Φ. και ανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς Ζ-ΗΘ-Α μήκους (32,42 + 16,29 + 60,22=)108,93 μέτρων τις ιδιοκτησίες Σ. Κ., Α.

Τ. και Κ. Χ.. Από δε την αντιπαραβολή των προαναφερομένων τοπογραφικών διαγραμμάτων προκύπτει ότι το περιγραφόμενο στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο αγορασθέν από την ενάγουσα ακίνητο συμπίπτει με αυτό που περιγράφεται στο επιμελεία της (ενάγουσας) συνταγέν τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Χ. Α.. Το άνω ακίνητο, με τα αυτά ακριβώς όρια που αναφέρονται ρητώς στο .../1995 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της ενάγουσας με βάση το προσαρτηθέν σ'αυτό (συμβόλαιο) και υπογραφέν από τους συμβαλλομένους από 3 Απριλίου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του Αρχιτέκτονα Μηχανικού Δ.

Σ., είχε περιέλθει στο δικαιοπάροχο της ενάγουσας Ε. Κ. δυνάμει κληρονομικής εξ αδιαθέτου διαδοχής της κατά την 12.12.1988 αποβιωσάσης μητέρας του Μ. Σ.-Κ. της οποίας την κληρονομία αποδέχθηκε και μετέγραψε νόμιμα την υπ' αριθμ. .../1991 περί αποδοχής δήλωση στα βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιστιαίας στον τόμο … με αριθμό 370.

Στη μητέρα του ανωτέρω, Ε. Κ., είχε περιέλθει α) κατά το 1/3 εξ αδιαθέτου δυνάμει κληρονομικής εξ ιδιογράφου διαθήκης διαδοχής του κατά την 2.11.1994 αποβιώσαντος Ε. Τ., η οποία δημοσιεύθηκε από το Πρωτοδικείο Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την υπ'αριθμ. 2844/19847 απόφαση β) κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου δυνάμει κληρονομικής εξ αδιαθέτου διαδοχής της κατά την 28.4.1964 αποβιωσάσης Ε.

χήρας Ε. Τ., της οποίας την κληρονομία αποδέχθηκε και μετέγραψε την περί αποδοχής .../66 δήλωση κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.Μουστάκη και γ) κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου δυνάμει κληρονομικής εξ αδιαθέτου διαδοχής της Ά. Ε. Τ., της οποίας την κληρονομία αποδέχθηκε και μετέγραψε την περί αποδοχής .../1968 δήλωση της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίνας Χαλαζωνήτη.

Στον απώτερο δικαιοπάροχο της Μ. Σ., και των δικαιοπαρόχων της, Ε. Τ., είχε περιέλθει δυνάμει του υπ'αριθμ. .../1895 πωλητηρίου Συμβολαίου του τέως Συμβολαιογράφου Ξηροχωρίου, Ευσταθίου Πολίτου νομίμως μεταγεγραμμένου εκ διαδοχικών αγορών δυνάμει των υπ'αριθμούς .../1873, .../1883, .../1890 συμβολαίων των συμβολαιογράφων Ξηροχωρίου Δ.Σταματόπουλου, Δ.Αθανασίου νομίμως μεταγεγραμμένων με όρια ανατολικώς Δημοτική Γαία Δυτικώς τους πωλητές Ε.

και Κ. Ζ. και Μ. Δ., αρκτικώς με οικόπεδο Δ. και μεσημβρικώς με θάλασσα.

Το έτος 1933 διανοίχθηκε η υφιστάμενη και σήμερα παραλιακή Λεωφόρος Π. η οποία διαίρεσε έκτοτε (1933) οριστικά το προπεριγραφόμενο ακίνητο του απωτάτου δικαιοπαρόχου της νυν ενάγουσας, Ε. Τ., σε δύο διακριτά τμήματα, ήτοι το προς βορράν αυτής τμήμα το οποίο ταυτίζεται απόλυτα με το αγορασθέν από την ενάγουσα δυνάμει του κατά τα άνω .../1995 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου και το προς νότον αυτής το οποίο αποτελεί και την επίδικη λωρίδα γης, η οποία εμφαίνεται υπό τα στοιχεία 1, 20, 19, 18, 17, 16, 15, 14, 13, 12, 11, 21, 43, 44, 45, 46, 1 στο από Ιανουαρίου 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του Χ.

Α. εκτάσεως 889,75 τ.μ. και συνορεύει δυτικά-νοτιοδυτικά επί τεθλασμένης πλευράς 1-20-19-18-17-16-15-14-13-12-11-21 συνολικού μήκους 131,2 μ. με θάλασσα νοτιοανατολικά επί πλευράς 21-43 μήκους 8,48 μ. με Λ. Π. ανατολικά επί πλευράς 45-46 μήκους 74,51μ. με Λ. Π.. Από το εν λόγω επίδικο τμήμα ο Ε. Τ. είχε αποξενωθεί πολύ πριν το έτος 1933 που διανοίχθηκε η προαναφερόμενη Λεωφόρος Π., αφού αυτό αποτελούσε δημόσιο καταγεγραμμένο κτήμα και τόσο ο ίδιος όσο και ο μισθωτής του Δ.

Ο. πλήρωναν ενοίκιο στο Δημόσιο για τη χρήση (του επιδίκου), ενώ αποδέχθηκε τη διαμορφωθείσα μετά την άνω διάνοιξη της παραλιακής λεωφόρου κατάσταση. Περιορίσθηκε δε αποκλειστικά και μόνο στο προς βορράν της διανοιχθείσας Λ. Π. τμήμα εκ του αρχικώς μείζονος ακινήτου του, σαφή απόδειξη της προαναφερόμενης δημιουργηθείσας πραγματικής κατάστασης, που κατά τα άνω αποδέχθηκε οριστικά ο Ε.

Τ., με τη διάνοιξη της παραλιακής Λεωφόρου Π., αποτελεί το γεγονός ότι στους μετέπειτα διαδόχους του, όπως και στον τελευταίο Ε. Κ., που είναι και δικαιοπάροχος της νυν ενάγουσας, μεταβιβάσθηκε αποκλειστικά και μόνο το προς βορράν της παραλιακής Λεωφόρου ακίνητο το οποίο ο τελευταίος (Ε. Κ.) μεταβίβασε με το .../1995 συμβόλαιο στην ενάγουσα, όχι όμως και η επίδικη λωρίδα γης.

Η επίδικη λωρίδα γης αποτελεί από το 1933 διαφορετικό διακριτό ακίνητο από το περιγραφόμενο στον ανωτέρω τίτλο κτήσεως της ενάγουσας δεν περιλαμβάνεται σ'αυτόν. Από κανένα δε στοιχείο δεν προκύπτει ότι η επίδικη λωρίδα περιλαμβανόταν, έστω, στους τίτλους του άμεσου δικαιοπαρόχου της ενάγουσας Ε. Κ., αφού κάτι τέτοιο ουδόλως αναφέρεται στο .../1995 συμβόλαιο, ούτε και προσκομίζεται ο τίτλος κτήσεως αυτού (Ε.

Κ.), αλλά ούτε βέβαια και στους τίτλους κτήσεως της δικαιοπαρόχου μητέρας του (Ε. Κ.), από το έτος 1933 και εντεύθεν, αφού και η διορισθείσα με την υπ' αριθμό 295/2006 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου Πραγματογνώμονας Τοπογράφος Μηχανικός Α. Μ. στη σελίδα 5 της συνταγείσας πραγματογνωμοσύνης αναφέρει ρητά ότι "η επίδικη έκταση δεν περιλαμβάνεται στον τίτλο της ενάγουσας, αλλά στους αρχικούς τίτλους του 1873 γεγονός βέβαια που δεν αμφισβητείται.

Ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι οι μετά το έτος 1933 τίτλοι, ουδόλως προσκομίσθηκαν στο Δικαστήριο, αν και γίνεται μνεία αυτών στην ένδικη αγωγή και στην πραγματογνωμοσύνη. Είναι βέβαια γεγονός ότι στον τίτλο κτήσεως (.../1995) της ενάγουσας αρχικά αναφέρεται, διηγηματικά, δήλωση του πωλητή ότι το ακίνητό του κατά τον τίτλο κτήσεως (προφανώς του 1873) συνορεύεται "Νότια με θάλασσα".

Τούτο, (δηλαδή ότι η δήλωση αφορά τον τίτλο του 1873) συνάγεται από το γεγονός ότι στη συνέχεια στο ίδιο συμβόλαιο περιγράφεται το μεταβιβαζόμενο και αναφέρεται στο από 3.4.1995 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Δ. Σ., το οποίο και προσαρτήθηκε στο εν λόγω συμβόλαιο της ενάγουσας σύμφωνα με το οποίο (τοπογραφικό και συμβόλαιο) το μεταβιβαζόμενο συνορεύεται με οδό Π.

και ουδόλως με θάλασσα, ενώ στη συνέχεια το αυτό συμβόλαιο αναφέρεται στους τίτλους κτήσεως των δικαιοπαρόχων του πωλητή, Ε. Κ., χωρίς οποιαδήποτε μνεία συνόρων. Στο άνω δε συμβόλαιο (.../1995) ουδεμία μνεία γίνεται από πλευράς του πωλητή σχετικά με την μετά τη διέλευση από τη δυτική-νοτιοδυτική πλευρά του ακινήτου της Λεωφόρου Π.

και του τυχόν απομείναντος τμήματος της αρχικής αυτής ιδιοκτησίας πέραν της οδού και προς τη θάλασσα και της τύχης αυτού.

Εξάλλου από τα αυτά ως άνω αποδειχθέντα σαφέστατα προκύπτει ότι το οικόπεδο, που η ενάγουσα αγόρασε με το .../1995 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, έχει ως νότιο όριο την παραλιακή Λεωφόρο Π. και έκταση 6.200,84 τ.μ. και όχι τη θάλασσα και έκταση 7.000 τ.μ. Και δεν υπάρχει βέβαια καμία αμφιβολία ότι ο προσδιορισμός βάσει της περιγραφής των ομόρων ιδιοκτητών δίνει τη φυσική ταυτότητα του όλου ακινήτου, αλλά όταν υπάρχουν μεταβολές σε σχέση με το αρχικό μείζονος εκτάσεως, ακίνητο από το οποίο προέρχεται το τελικά μεταβιβαζόμενο, όπως στην προκειμένη περίπτωση, και όταν για την ακριβή ταυτότητα του ακινήτου συντάσσεται τοπογραφικό το οποίο μάλιστα, όπως εν προκειμένω συναρτάται στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο δεν υπάρχει περιθώριο αμφισβητήσεως από τους συμβαλλομένους την, με βάση το τοπογραφικό, αναγραφομένων ορίων και της εκτάσεως, τα οποία έχουν αποδεχθεί και οι ίδιοι με την κατάρτιση του συμβολαίου όπως εν προκειμένω.

Όσο δε αφορά τον προσδιορισμό του φόρου μεταβίβασης ακινήτου, αυτός γίνεται με βάση τις υποβαλλόμενες από τον πωλητή δηλώσεις προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ. στις οποίες (δηλώσεις) σαφώς αποτυπώνονται τα όρια τα οποία φυσικά ταυτίζονται με αυτά του συμβολαίου και του τυχόν συνταχθέντος τοπογραφικού. Στη δε συγκεκριμένη περίπτωση η Δ.Ο.Υ.

Ιστιαίας προέβη στον προσδιορισμό του φόρου μεταβίβασης του αγορασθέντος από την ενάγουσα ως άνω οικοπέδου με βάση την υποβληθείσα δήλωση η οποία, κατά τα αναφερόμενα σ'αυτή όρια και έκταση, αναγκαίως ταυτίζεται με το συνταχθέν τοπογραφικό και τα αναφερόμενα σ' αυτό και στο συμβόλαιο όρια και έκταση στα οποία (τοπογραφικό και συμβόλαιο) νότιο όριο είναι, χωρίς ουδεμία αμφιβολία, η παραλιακή Λεωφόρος Π.

και όχι η θάλασσα. Ως εκ τούτου δεν υπήρχε λόγος η Δ.Ο.Υ. Ιστιαίας, ούτε να ανατρέξει στα βιβλία Καταγραφής δημοσίων Κτημάτων, ούτε να εξαιρέσει της φορολογίας την επίδικη έκταση, αφού αυτή δεν συμπεριλαμβάνονταν στην υπό εκτίμηση οικοπεδική έκταση. Κατά συνέπεια το Πρωτοβάθμια Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια, έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία την οποία το παρόν Δικαστήριο αντικαθιστά, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, δεν έσφαλε και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος της εφέσεως με τον οποίο η εκκαλούσα υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.

Σαφέστατα επίσης προκύπτει από τα άνω αποδειχθέντα ότι η προαναφερόμενη περιγραφή του μεταβιβαζομένου ακινήτου στο .../1995 ως άνω συμβολαίου με νότιο όριο τη Λ. Π. αφορά την όλη οικοπεδική έκταση και όχι το επ αυτής υπάρχον ξενοδοχειακό συγκρότημα, όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα. Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε και δεν έσφαλε και ως εκ τούτου ο δεύτερος λόγος της εφέσεως με τον οποίο η εκκαλούσα ισχυρίζεται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.

Η ενάγουσα, όπως το Εφετείο περαιτέρω δέχεται, υπέβαλε την από 19.7.1999 και με αριθμό πρωτ. 1503/99 αίτηση προς την Κτηματική Υπηρεσία του Δημοσίου Ν.Ευβοίας με το οποίο ζητούσε την άδεια διαμορφώσεως του εξωτερικού κοινοχρήστου χώρου του ξενοδοχείου της διατηρώντας τον χαρακτήρα αυτού ως κοινοχρήστου, κατά τα λεπτομερώς αναφερόμενα στο ως άνω έγγραφο, το κείμενο του οποίου κατά λέξη παρατίθεται στην προσβαλλομένη απόφαση αλλά και με την προγενέστερη της προαναφερθείσας από 8.2.1999 αίτηση προς το Λιμενικό Ταμείο Αιδηψού επί της οποίας εκδόθηκε η 38/1999 απόφαση και της οποίας το περιεχόμενο παρατίθεται επίσης στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία ζητούσαν στην άδεια να πραγματοποιήσουν με αυτοχρηματοδότηση, επί των κοινοχρήστων χώρων, τις αναφερόμενες στο έγγραφο αυτό εργασίες αναμορφώσεως.

Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, δεν μπορεί να παραβλεφθεί και το γεγονός ότι από το έτος 1999 η ίδια η ενάγουσα κατέβαλε και καταβάλλει μίσθωμα στο Λιμενικό Ταμείο για την τοποθέτηση τραπεζοκαθισμάτων κάθε καλοκαίρι και όλως αιφνιδίως μόλις στις 15.3.2022 απέστειλε εξώδικη διαμαρτυρία προς τη Λιμενική Επιτροπή Λουτρών Αιδηψού σε σχέση με την επίδικη έκταση εγείροντας έτσι για πρώτη φορά αξίωση ίδιας κυριότητας επί του επιδίκου αλλά εξακολουθώντας παράλληλα να καταβάλει μίσθωμα στο Λιμενικό Ταμείο και μετά την άνω εξώδικη διαμαρτυρία.

Οι από τα άνω έγγραφα προκύπτουσες πρωτοβουλίες της ενάγουσας αποτελούν και περίτρανη απόδειξη ότι αυτή δεν άσκησε επί του επιδίκου οποιαδήποτε πράξη νομής ούτε είχε την πεποίθηση ότι ήταν κυρία του επίδικου χώρου αλλά αντίθετα με αυτές αναγνωρίζει ότι τούτο (επίδικο) ανήκει στο εναγόμενο. Πλέον των ανωτέρω και ανεξάρτητα του γεγονότος ότι το επίδικο ουδέποτε μεταβιβάσθηκε στην ενάγουσα εταιρία κατά κυριότητα νομή ή κατοχή από τον πωλητή Ε. Κ., άξιο επισημάνσεως και πάλι τυγχάνει ότι ούτε οι απώτεροι δικαιοπάροχοί του αποδεικνύεται ότι ασκούσαν πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου, αφού όπως προκύπτει από τα επικαλούμενα από το εναγόμενο έγγραφα παραρτήματα αποδεικτικών παραλαβής των Δημοσίων Ταμείων Ξηροχωρίου και Ιστιαίας με χρονολογίες 31.8.1927, 5.9.1930, 14.2.1935, 16.9.1940 και τις συνοδεύουσες αυτά καταστάσεις βεβαιώσεις ενοικίου προκύπτει ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος του Ε. Κ., Ε. Τ. και ο μισθωτής αυτού Δ. Ο. υποχρεωνόταν σε καταβολή ενοικίου στο εναγόμενο για τη χρήση του επιδίκου ακινήτου του.

Με την υπ' αριθμό 11568/30.6.1977 απόφαση του τότε Νομάρχη Ευβοίας, η οποία έχει δημοσιευθεί στο ΦΕΚ 11568/ 30.6.1977 το νυν επίδικο τμήμα έχει χαρακτηρισθεί οριστικά αιγιαλός και ζώνη Παραλίας και αποτελεί καταγεγραμμένο δημόσιο κτήμα στο βιβλίο δημοσίων Κτημάτων της οικονομικής Εφορίας Ιστιαίας με ΑΒΚ 18 και ως εκ τούτου εκτός συναλλαγής. Συμπίπτει δε αυτό, όσον αφορά το επίδικο σημείο, με το διοικητικά καθορισμένο αιγιαλό όπως δέχεται τούτο και η πραγματογνώμονας Α. Μ. με το Συμπέρασμα 2ο στη σελίδα 9 της συνταχθείσας πραγματογνωμοσύνης.

Η ως άνω απόφαση του νομάρχη Ευβοίας όχι μόνο δεν προσβλήθηκε από τους τότε δικαιοπαρόχους της ενάγουσας ή και από την ίδια καθ' οιονδήποτε τρόπο μεταγενεστέρως αλλά αντίθετη η ίδια με τις πιο πάνω αναφερόμενες έγγραφες ενέργειές της προς την Κτηματική υπηρεσία του Δημοσίου και το Λιμενικό Ταμείο Αιδηψού, καθώς και τις έγγραφες ρητές δηλώσεις της σ' αυτές αναγνωρίζει το δημόσιο και κοινόχρηστο χαρακτήρα της επίδικης έκτασης και την ιδιοκτησία του Λιμενικού Ταμείου Αιδηψού επ' αυτής.

Η ενάγουσα αμφισβητεί τα όρια "φυσικά και διοικητικά καθορισμένου αιγιαλού". Στην αμφισβήτηση αυτή πράγματι συνηγορεί και η διορισθείσα κατά τα άνω πραγματογνώμονας στο "Συμπέρασμα 2ο στη σελίδα 9 της πραγματογνωμοσύνης όπου αναφέρει ότι ο φυσικά καθορισμένος αιγιαλός δεν συμπίπτει με τον διοικητικά καθορισμένο αιγιαλό" τα πιο πάνω αποδειχθέντα προκύπτει ότι η επίδικη έκταση δεν συμπεριλαμβάνεται στον τίτλο κτήσεως της ενάγουσας όπως τούτο επιβεβαιώνεται και με το Συμπέρασμα 1ο της σελίδας 9 της πραγματογνωμοσύνης όπου επί λέξει αναφέρει ότι "Στο υπ'αριθμό .../10.4.1995 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αντωνίας Προκαλάμου η επίδικη έκταση δεν περιλαμβάνεται στον τίτλο κτήσεως.

Η διαπίστωση βέβαια αυτή δεν αναιρείται από τη συνεχόμενη στο ίδιο συμπέρασμα αιτιολογία της πραγματογνωμοσύνης που έχει ως εξής: <<διότι ο διοικητικός καθορισμός του αιγιαλού (ΦΕΚ 337, Δ/18.6.1974) δεσμεύει τόσο το συντάξαντα μηχανικό του τοπογραφικού διαγράμματος που προσαρτάται στον άνω τίτλο όσο και τον συμβολαιογράφο που τον συνέταξε", καθόσον θα μπορούσε, αν άλλως είχαν τα πράγματα σε σχέση με την επίδικη έκταση, να γίνει σχετική μνεία στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της ενάγουσας περί της πραγματικής κατάστασης και της τυχόν δέσμευσης.

Αντίθετα σ' αυτό (αγοραπωλητήριο) είναι σαφής και κατηγορηματική η δήλωση του πωλητή, περί της εκτάσεως που μεταβιβάζει και της ενάγουσας αγοράστριας περί της εκτάσεως που της μεταβιβάζεται στην οποία κατά τα άνω δεν περιλαμβάνεται η επίδικη τοιαύτη. Πρέπει δε να λεχθεί ακόμη ότι η ύπαρξη του κρηπιδώματος η οποία δεν αμφισβητείται και η επικαλούμενη από την ενάγουσα κατάθεση α) του μάρτυρος αποδείξεως Κ.

Κ., Καθηγητή του Ε.Μ.Π. ότι "το χειμέριο κύμα δεν φθάνει στο κρηπίδωμα και ότι το κρηπίδωμα δεν έχει υποστεί αλλοίωση εδώ και 100 χρόνια" καθώς και β) της μάρτυρος του εναγομένου Α. Μ. Προϊσταμένης της Κτηματικής Υπηρεσίας ότι "δεν γνωρίζει εάν υπάρχει διάβρωση του κρηπιδώματος και ότι ουδέποτε διατέθηκε δαπάνη για την αποκατάσταση δαπάνης του κρηπιδώματος δεν μπορούν να οδηγήσουν το δικαστήριο σε διαφορετική κρίση, δηλαδή ότι η επίδικη έκταση περιλαμβάνεται στον τίτλο κτήσης κυριότητας της ενάγουσας.

Επειδή, σύμφωνα με τα πιο πάνω αποδειχθέντα, η ενάγουσα δεν κατέστη κυρία της επιδίκου εκτάσεως παραγώγως αλλ' ούτε και πρωτοτύπως με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, αφού ούτε και οι από το έτος 1933 και εντεύθεν δικαιοπάροχοί της είχαν καταστεί κύριοι με τα ίδια προσόντα, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί μη απαλλοτριώσεως της επιδίκου εκτάσεως υπέρ της ενάγουσας για τη δημιουργία παραλίας όπως ισχυρίζεται η ίδια.

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο, δέχθηκε ότι η ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα, δεν κατέστη κυρία της επίδικης έκτασης ούτε παραγώγως ούτε πρωτοτύπως και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή της και την ασκηθείσα έφεσή της, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση η οποία είχε εκφέρει όμοια κρίση με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε η προσβαλλομένη απόφαση, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033 και 1045 ΑΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα.

Επίσης, με την κρίση του αυτή, το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο εκ μέρους της αναιρεσείουσας, οι οποίες αιτιολογίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1033 και 1045 ΑΚ.

Επομένως ο δεύτερος εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως, από το δικαστήριο, σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό εξ αιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση των αποδείξεων η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος.

Δεν αποτελούν έγγραφα υπό την ως άνω έννοια εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο όπως οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων (ΑΠ 861/1994). Στην προκειμένη περίπτωση με τους τρίτο κατά το πρώτο σκέλος του και τέταρτο λόγους αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου του υπ' αριθμ. .../1995 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αντωνίας Προκαλάμου ως προς το προς νότιο όριο του επιδίκου ακινήτου.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι διότι δεν προσκομίζεται το φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο υπ' αρ. .../1995 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αντωνίας Προκαλάμου ώστε να διαπιστωθεί από την επισκόπησή του το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση διαγνωστικό σφάλμα.

Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αποδίδεται μορφή στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της διεξαχθείσης πραγματογνωμοσύνης. Ο λόγος αυτός εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι η πραγματογνωμοσύνη κατά τα προαναφερθέντα δεν αποτελεί έγγραφο υπό την έννοια των άρθρων 339 και 342 ΚΠολΔ ως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ.

Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη από 23.9.2013 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας "ΑΝΚΑR" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 215/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 και 3 ν.3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν ΚΠολΔ, 5 παρ. 12 ν.1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης) και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο κατ' άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με άρθρο 12 παρ. 2 ν.4055/2012.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-9-2013 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας "ΑΝΚΑR" για αναίρεση της υπ'αριθμ. 215/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας).

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ