Legislator Case Law & Legislation
1840/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and lack of evidence for new facts in labor dispute.

Case Number 1840/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Regional Court of Thrace's labor judgment. The appellants argued the lower court accepted unproven facts regarding a subcontractor's work without ordering new evidence. The court ruled the appeal inadmissible because the lower court was not legally required to order additional proof in labor proceedings and the appellants failed to demonstrate how the disputed facts affected the outcome.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914 and 932 of the Civil Code; Article 559(10) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the acceptance of unproven facts is inadmissible if the court was not legally obligated to order further evidence and the facts do not substantially alter the judgment's outcome.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal inadmissibility unproven facts evidence burden subcontractor liability procedural dismissal labor law

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 914 and 932 of the Civil Code
Articles 1 and 16 of Law 551/1915
Article 38(1) of the Civil Code Introduction
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Articles 663 to 676 of the Code of Civil Procedure
Article 670 of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL.AP 12/1991
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1840 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1840/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Δ. Α. του Γ. και 2. Μ. συζ. Δ. Α., το γένος Α. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραλή, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: Χ. Χ. του Ρ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27.3.2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 187/2010 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10.6.2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 7 Νοεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 2059δ'/13-01-2011 έκθεση επιδόσεως, της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ροδόπης ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς παράσταηα κατ' αυτή προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της (21-11-2011), επιδόθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων, στον αναιρεσίβλητο Χ. Χ. του Ρ. και της Ν.. Επομένως, εφόσον, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, κατά την παραπάνω δικάσιμο, αυτός δεν εμφανίσθηκε, ούτε υπέβαλε την κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Από τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ και 1 και 16 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 παρ. 1 ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.

Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (ΟλΑΠ 1117/1986).

Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915 (ΑΠ 1168/2007, 412/2008, 1380/2001, 1185/1993).

Πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν μπορεί να θεμελιωθεί, στην περίπτωση αυτή, και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς, οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που επιβάλλουν όρους υγιεινής και ασφαλείας, για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 662 ΑΚ, είτε η τήρηση των μέτρων αυτών από τον εργοδότη, επιβάλλεται από τους παραπάνω νόμους, διατάγματα ή κανονισμούς που προβλέπουν τα μέτρα αυτά.

Τέτοια γενικά μέτρα ασφαλείας, που πρέπει να τηρούν όλοι οι εργοδότες καθορίζονται με το ν. 1586/85 "Υγιεινή - Ασφάλεια εργαζομένων" οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται, σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες, ορίζεται δε στο άρθρο 32 του νόμου αυτού μεταξύ άλλων, ότι ο εργοδότης έχει υποχρέωση να λαμβάνει κάθε μέτρο που απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζονται οι εργαζόμενοι και οι τρίτοι που παρεβρίσκονται στους τόπους εργασίας από κάθε κίνδυνο που μπορεί να απειλήσει την υγεία του ή τη σωματική του ακεραιότητα.

Ειδικότερα μέτρα ασφαλείας για τα οικοδομικά έργα καθορίζονται στο Ν. 1396/1983 "περί μέτρων ασφαλείας σε οικοδομές και ιδιωτικά τεχνικά έργα", στο άρθρο 4 παρ. 1 του οποίου ορίζεαι ότι "σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ' έναν εργολάβο, ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτού, όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι και υπεργολάβοι".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 του ίδιου νόμου, για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού θεωρείται "... 3. Κύριος του έργου: Ο κύριος, ο νομέας ή ο κάτοχος του ακίνητου στο οποίο εκτελείται, ύστερα από εντολή του και για λογαριασμό του, τεχνικό έργο ...". Τέλος, με το Π.Δ. 1073/1981 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος πολιτικού μηχανικού", προβλέπονται τα μέτρα ασφαλείας που πρέπει να τηρούνται κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών και ειδικότερα, στο άρθρο 45 αυτού προσδιορίζονται οι προδιαγραφές που πρέπει να πληρούν τα μηχανήματα, συσκευές, εργαλεία κλπ, που χρησιμοποιούνται στα εργοτάξια, ενώ στο άρθρο 104 ορίζεται ότι "εις εργασίας, αι οποίαι, είναι δυνατόν να προκαλέσουν βλάβας οφθαλμών ως π.χ.

κατεδαφίσεις, συγκολλήσεις, τρόχισμα, κοπή κεφαλών ήλων, τεμαχισμός λίθων, εκκένωσιν ή μετάγγισιν οξέων ή αλκαλίων κ.λ.π. διατίθενται υπό του εκτελούντος το έργον κατάλληλα μέσα προστασίας π.χ. οματοϋάλια, προσωπίδες, ασπίδα κ.α.". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 922 του ΑΚ, "ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του".

Πρόστηση είναι η τοποθέτηση, διορισμός, χρησιμοποίηση από ένα πρόσωπο (τον προστήσαντα) ενός άλλου προσώπου (του προστηθέντος) σε θέση ή απασχόληση (διαρκή ή μεμονωμένη εργασία), που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεως ή υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου (προστήσαντος).

Για να υπάρχει σχέση προστήσεως θα πρέπει να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή, ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να μπορεί να δίνει στον δεύτερο εντολές ή οδηγίες και να τον ελέγχει ή επιβλέπει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανέθεσε. Ειδικότερα, από το συνδιασμό των διατάξεων των άρθρων 922, 681, 688-691 του ΑΚ, καθώς και εκείνης του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 1396/1983 προκύπτει, ότι ο εργολάβος δεν θεωρείται, καταρχήν, προστηθείς του εργοδότη, όταν όμως ο εργοδότης επιφύλαξε για τον εαυτό του, ρητώς ή σιωπηρώς, την διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και μάλιστα το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως προς τον εργοδότη (ΑΠ 52/2010, 1421/2008, 1168/2007, 1210/2006).

Επομένως, για τη θεμελίωση αξίωσης χρηματικής ικανοποιήσεως, κατά του υπαιτίου του ατυχήματος, ως και κατά εκείνου, ο οποίος με σύμβαση μισθώσεως έργου ανέθεσε στον υπαίτιο την εκτέλεση του έργου, όπου συνέβη το ατύχημα, αναγκαία προϋπόθεση είναι, ο εργοδότης, να έχει επιφυλάξει για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη του έργου, στοιχεία τα οποία συνιστούν την ιδιότητα του τελευταίου, ως προστήσαντος τον υπαίτιο εργολάβο.

Ετέρωθεν, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν εδώ: "Οι τρίτος και τέταρτη εναγόμενοι-εφεσίβλητοι-εκκαλούντες, Δ.

Α. και Μ. συζ. Δ. Α. αντίστοιχα (αναιρεσείοντες), συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου καθένας από αυτούς, οικοπέδου επί της συμβολής των οδών ... και ..., στη περιοχή του Δήμου ..., το έτος 2003 κατασκεύαζαν επί του ως άνω ακινήτου τους διώροφη οικοδομή με πυλωτή και υπόγειο, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 182/2002 άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου του Δήμου ..., που εκδόθηκε ύστερα από την υποβολή της από 31-12-2001 σχετικής αιτήσεώς τους, στην οποία είχαν επισυνάψει τις μελέτες και τα εκ του νόμου απαιτούμενα δικαιολογητικά, επιφυλάσσοντας για τον εαυτό τους την διεύθυνση και εποπτεία εκτελέσεως του συνολικού έργου, ρυθμίζοντας κατά τη βούλησή τους, ως προς τον τρόπο και το χρόνο, τη διεξαγωγή των αναγκαίων εργασιών.

Συγκεκριμένα δεν ανέθεσαν τη γενική κατασκευή ή επιστασία του παραπάνω έργου σε έναν συγκεκριμένο εργολάβο-κατασκευαστή, αλλά ανέθεσαν τις κάθε είδους εργασίες για την ολοκλήρωση της κατασκευής της παραπάνω οικοδομής (εκσκαφές, θεμέλια, σκυροδέτηση οπλισμένων σκυριδεμάτων, τοιχοποιία, στέγη, επιχρίσματα, ηλεκτρικές και υδραυλικές εγκατασάσεις κ.λ.π.) με επί μέρους συμβάσεις έργου που κατάτριζαν με τους εκάστοτε εργολάβους που επέλεγαν, την επίβλεψη δε εφαρμογής της μελέτης που εκπονήθηκε και την τήρηση των μέτρων ασφαλείας που προβλέφθηκαν για την εκτέλεση του παραπάνω έργου ανέθεσαν, έναντι αμοιβής, στο δεύτερο εναγόμενο-εφεσίβλητο-εκκαλούντα, Σ.

Κ., πολιτικό μηχανικό (δεν είναι πλέον διάδικος), ο οποίος μάλιστα αποδέχεται ότι επέβλεψε τις εγασίες κατασκευής της άνω οικοδομής μέχρι την περάτωση του σταδίου της τοιχοποιίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τις εργασίες επιχρισμάτων της ως άνω ανεγειρομένης οικοδομής τους οι τρίτος και τέταρτη εναγόμενοι-εφεσίβλητοι-εκκαλούντες ανέθεσαν, τον Ιούνιο του έτους 2003, στον πρώτο εναγόμενο-εφεσίβλητο-εκκαλούντα, Π.

Μ. (δεν είναι πλέον διάδικος), ειδικότερα δε κατήρτισαν προφορική σύμβαση έργου με τον τελευταίο, σύμφωνα με την οποία αυτός (Π. Μ.), χρησιμοποιώντας δικά του μέσα και απασχολώντας εργατοτεχνικό προσωπικό της επιλογής του, ανέλαβε την υποχρέωση, έναντι αμοιβής του, να κατασκευάσει τα επιχρίσματα της παραπάνω υπό ανέγερση οικοδομής τους.

Πράγματι ο ανωτέρω εργολάβος ξεκίνησε τις εργασίες επιχρισμάτων στην ως άνω ανεγειρομένη οικοδομή των τρίτου και τέταρτης εναγομένων, απασχολώντας και τον ενάγοντα-εκκαλούντα-εφεσίβλητο (ήδη αναιρεσίβλητο), Χ. Χ., τον οποίο είχε προσλάβει από το έτος 2001, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αορίστου χρόνου, προκειμένου να τον απασχολεί ως ανειδίκευτο εργάτη στο συνεργείο επιχρισμάτων που διατηρούσε, αντι του εκάστοτε ισχύοντος ελάχιστου ημερομισθίου.

Στις 26 Ιουνίου 2003, κατά την διάρκεια εκτέλεσης εργασιών επιχρισμάτων από το συνεργείο του εναγομένου εργολάβου στην άνω οικοδομή των τρίτου και τέταρτης των εναγομένων, στο οποίο απασχολείτο ο ενάγων ως ανειδίκευτος εργάτης, ανατέθηκε στον τελευταίο από τον εργοδότη του, δηλαδή τον εναγόμενο εργολάβο, η εργασία παρασκευής ασβεστοκονιάματος, το οποίο είναι μείγμα αποτελούμενο από ασβέστη, άμμο και τσιμέντο, σε πετρελαιοκίνητο μηχάνημα ιδιοκτησίας του.

Συγκεκριμένα το μηχάνημα αυτό, στο οποίο αναμειγνύονταν τα ως άνω δομικά υλικά με νερό, διοχέτευε το παρασκεύασμα με την πίεση αέρα, μέσω ελαστικού αγωγού, διαμέτρου έξι εκατοστών του μέτρου (6 cm) περίπου, σε όροφο της οικοδομής, όπου άλλος εργαζόμενος, τεχνίτης του ίδιου συνεργείου, πραγματοποιούσε τις επιχρίσεις των επιφανειών, που έπρεπε να καλυφθούν, με την εκτόξευση του παραπάνω παρασκευάσματος.

Περί ώρα 07.30'της 26-6-2003, ο ως άνω ελαστικός αγωγός, μέσω του οποίου μεταφερόταν υπό πίεση αέρα το παρασκευαζόμενο ασβεστοκονίαμα στους ορόφους της παραπάνω οικοδομής, σε ύψος ενός περίπου μέτρου από τη σύνδεσή του με το μηχάνημα παρασκευής του ασβεστοκονιάματος, διερράγη, εκτοξεύοντας με δύναμη το ασβεστοκονίαμα στο πρόσωπο και τους οφθαλμούς του ενάγοντος, ο οποίος στεκόταν πλησίον αυτού και δεν έφερε προστατευτικά ομματοϋάλια, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί σοβαρά, συγκεκριμένα δε να υποστεί χημικό έγκαυμα κερατοειδούς τετάρτου βαθμού και στους δύο οφθαλμούς του, όπως διαπιστώθηκε στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Αλεξανδρούπολης, όπου μεταφέρθηκε προς νοσηλεία αμέσως μετά το προαναφερόμενο ατύχημα, το οποίο, σύμφωνα με όσα έχουν αναπτυχθεί στη μείζονα πρόταση της αποφάσεως, σε συνδυασμό με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, είναι εργατικό, καθόσον πρόκειται για ένα βίαιο γεγονός, που συνέβη κατά την εκτέλεση και με αφορμή την προαναφερθείσα εργασία που εκτελούσε αυτός (ενάγων).

Το ως άνω εργατικό ατύχημα οφείλεται στο ότι ο ελαστικός αγωγός, μέσω του οποίου μεταφέρονταν, υπό πίεση αέρος, το ασβεστοκονίαμα από το μηχάνημα παρασκευής στους ορόφους, για την πραγματοποίηση των επιχρισμάτων, με εκτόξευσή του, στις επιφάνειες που έπρεπε να καλυφθούν, από άλλον εργαζόμενο του ίδιου συνεργείου, έφραξε από στερεοποιημένο τεμάχιο του μείγματος, σε συνδυασμό με το ότι δεν λειτουργούσε το σύστημα αυτόματης απενεργοποίησης του παραπάνω μηχανήματος, με αποτέλεσμα να αυξηθεί η πίεση του παρεχομένου αέρα στο εσωτερικό των τοιχωμάτων του, τα οποία ήταν φθαρμένα, ως εκ τούτου δε να μην παρουσιάσουν την αναμενόμενη αντοχή ...".

Δέχεται περαιτέρω το Εφετείο ότι ο δεύτερος εναγόμενος Σ. Κ., επιβλέπων μηχανικός για την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών κατασκευής της ίδιας παραπάνω οικοδομής, καθώς και οι τρίτος και τέταρτη των εναγομένων, ιδιοκτήτες της άνω υπό ανέγερση οικοδομής, δεν βρισκόταν σ' αυτήν κατά το χρόνο που συνέβη το παραπάνω ατύχημα, προκειμένου να λάβουν τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας και να ελέγχουν διαρκώς την τήρηση αυτών όπως είχαν υποχρέωση (άρθρο 111 ΠΔ 1073/1981), ούτε δε όρισαν κάποιον να ασκεί αντ' αυτών τα ως άνω καθήκοντα.

Με βάση δε τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο, ότι υπαίτιοι για την επέλευση του ως άνω εργατικού ατυχήματος είναι όλοι οι εναγόμενοι (εργολάβος, επιβλέπων μηχανικός και ιδιοκτήτες της υπό ανέγερση οικοδομής), της υπαιτιότητας τους συνισταμένης στην αμέλεια που επέδειξαν.

Ειδικότερα, για τον εναγόμενο εργολάβο δέχεται ότι, ως εργοδότης του παθόντος, από αμέλειά του παρέλειψε να λάβει τα μέτρα ασφαλείας που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 662 του Α.Κ., 45, 47, 102, 104 και 111 του ΠΔ 1073/1981, 8 παρ. 1δ του ΠΔ 305/1996 και 5 του Ν. 1396/1983 και συγκεκριμένα παρέλειψε α) να φροντίσει για την ασφαλή και καλή λειτουργία, καθώς και την ορθή συντήρηση του ως άνω μηχανήματος τροφοδοσίας ασβεστοκονιάματος που χρησικοποιούσε στο εργοτάξιο της ως άνω ανεγειρομένης οικοδομής για την εκτέλεση του έργου των επιχρισμάτων της που του ανέθεσαν οι εναγόμενοι ιδιοκτήτες της και β) να εφοδιάσει τον ενάγοντα (παθόντα), κατά την προσφορά της εργασίας του τελευταίου, με ατομικά μέσα προστασίας, ειδικότερα δε με προστατευτικά ομματοϋάλια, προσαρμοσμένα στα ανθρωπομετρικά στοιχεία και τις ατομικές αναλογίες του, μολονότι ανέθεσε σ' αυτόν την εκτέλεση εργασίας που μπορούσε να προκαλέσει βλάβες στους οφθαλμούς και γενικότερα εγκαύματα, και ότι η αμελής αυτή συμπεριφορά του, συνδέται αιτιωδώς προς το επελθόν αποτέλεσμα, αφού η πρόκληση του ως άνω εργατικού ατυχήματος θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί, αν τηρούσε τις επιβαλλόμενες από το νόμο υποχρεώσεις του, ή θα ήσαν ασήμαντες οι συνέπειές του.

Εξάλλου, ως προς τον εναγόμενο επιβλέποντα πολιτικό μηχανικό δέχεται, ότι η αμέλειά του συνίσταται στο ότι, υπό την παραπάνω ιδιότητά του, δεν άσκησε και κατά την εκτέλεση των παραπάνω εργασιών στην οικοδομή (επιχρίσματα), τα επιβαλλόμενα σ' αυτόν από το νόμο καθήκοντα, συστήνοντας στον εργολάβο και τους απασχολούμενους απ' αυτόν να τηρήσουν τα πιο πάνω μέτρα ασφαλείας και ενημερώνοντας παράλληλα προς τούτο τους ιδιοκτήτες της οικοδομής, που είχαν την ίδια υποχρέωση, γι' αυτά, ενέργειες οι οποίες θα συνέβαλαν στην αποτροπή του ατυχήματος, τις οποίες όμως παρέλειψε από αμέλειά του, με αποτέλεσμα η συμπεριφορά του αυτή να συντελέσει στην επέλευση του τελευταίου (άρθρα 6 και 7 Ν. 1369/1983, 102, 104 του ΠΔ 1073/1981, 3 και 4 ΠΔ 305/1996).

Τέλος, αναφορικά με τους εναγόμενους ιδιοκτήτες της οικοδομής (αναιρεσείοντες), δέχεται τα εξής: Για το παραπάνω εργατικό ατύχημα ευθύνονται και οι τρίτος και τέταρτη εναγόμενοι-εφεσίβλητοι-εκκαλούντες, συγκύριοι του παραπάνω έργου, οι οποίοι είχαν επιφυλάξει για τον εαυτό τους τη διεύθυνση και επιστασία του, ως προστήσαντες στην υπηρεσία τους τον πρώτο εναγόμενο, ως εργολάβο, στον οποίο ανέθεσαν τις εργασίες επιχρισμάτων της παραπάνω ανεγειρόμενης οικοδομής τους, που τις εκτέλεσε με δικά του μέσα και προσωπικό της επιλογής του, υπό τις γενικού περιεχομένου, δεσμευτικές όμως, οδηγίες τους ως προς τον τόπο και χρόνο εκτελέσεως αυτών (εργασιών), κυρίως δε ως προς την τήρηση των μέτρων ασφαλείας, υπό τις εντολές και την εποπτεία του επιβλέποντος μηχανικού, δεύτερου εναγομένου, επίσης προστηθέντος από αυτούς, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό τους.

Περαιτέρω δε οι τρίτος και τέταρτη εναγόμενοι, φέρουν ευθύνη και ως υπαίτιοι στην επέλευση του επίδικου εργατικού ατυχήματος διότι από αμέλειά τους παρέλειψαν να ενημερώσουν εγγράφως τον επιβλέποντα πολιτικό μηχανικό, στον οποίο είχαν αναθέσει την εποπτεία τήρησης των μέτρων ασφαλείας, το γεγονός ότι μετά το πέρας των εργασιών της τοιχοποιίας, οπότε διεκόπη προσωρινά η κατασκευή του ως άνω έργου, ανέθεσαν τις εργασίες των επιχρισμάτων στον εναγόμενο εργολάβο και ξεκίνησαν αυτές, προκειμένου ο ως άνω επιβλέπων μηχανικός να αναλάβει τα καθήκοντά του, περαιτέρω δε παρέλειψαν να μεριμνήσουν για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας, ενώ όφειλαν και μπορούσαν να προβούν στις αντίστοιχες ενέργειες (άρθρα 4 παρ. 1 και 3 του Ν. 1396/1983, 102 και 104 του Π.Δ. 1073/1981 και 3 του Π.Δ. 305/1996).

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο, απέρριψε, με την προσβαλλόμενη απόφαση την έφεση των αναιρεσειόντων, καθώς και τις συνεκδικασθείσες με αυτήν εφέσεις των συνεναγομένων τους (πρώτου και δεύτερου των εναγομένων), περαιτέρω δε, μετά την παραδοχή, της επίσης συνεκδικασθείσης έφεσης του ενάγοντος, με την οποία παραπονείτο ως προς το ύψος της επιδικασθείσης σ' αυτόν χρηματικής ικανοποίησης, και την εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, και υποχρέωσε, εκτός των άλλων, και τους αναιρεσείοντες, στην καταβολή εις ολόκληρον, μετά των συνεναγομένων τους, στον ενάγοντα, του ποσού των 105.000 ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, συνεπεία της αδικοπραξίας τους, ως συγκυρίων της ανεγειρόμενης οικοδομής, στην επέλευση του ως άνω εργατικού ατυχήματος, που είχε ως επακόλουθο τον σοβαρό τραυματισμό αυτού (ενάγοντος), καθώς επίσης και της ευθύνης τους, από την πρόστηση του συνεναγομένου τους εργολάβου στην εκτέλεση του έργου των επιχρισμάτων στην εν λόγω οικοδομή, ως προς το οποίο είχαν διατηρήσει τη διεύθυνση και επίβλεψη, καθόσον και ο τελευταίος (εργολάβος), τέλεσε την ίδια με αυτούς αδικοπραξία, που είχε το προρρηθέν αποτέλεσμα.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς τα παραπάνω κρίσιμα ζητήματα της υπαιτιότητας των αναιρεσειόντων στην επέλευση του εργατικού ατυχήματος και της πρόστησης εκ μέρους τους του εναγομένου εργολάβου στην εκτέλεση του έργου των επιχρισμάτων στην επίδικη οικοδομή της συγκυριότητος τους, για το οποίο είχαν επιφυλάξει τη διεύθυνση και επίβλεψη, απορρίπτοντας παράλληλα τους αντίθετους ως προς αυτά ισχυρισμούς τους, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 299, 330, 914, 922,926, 932, 662 ΑΚ, 4 παρ. 1 και 3 του Ν. 1396/1983, 104 και 111 του ΠΔ 1073/1981 και 32 του Ν. 1568/1985, καθόσον τα ανελέγκτως επί της ουσίας δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της υπαιτιότητας στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων, ως προς την παράλειψη αυτών να λάβουν τα προαναφερόμενα μέτρα ασφαλείας που επιβάλονταν και για τους ίδιους από τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις, μετά από ενημέρωσή τους, ως προς τα μέτρα αυτά, από τον επιβλέποντα το έργο μηχανικό τους, καθώς και εκείνης της πρόστησης, εφόσον υφίσταται κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναγκαία προς τούτο προϋπόθεση, της επιφύλαξης δηλαδή για τον εαυτό τους της διεύθυνσης και επίβλεψης του έργου, στοιχείο το οποίο συνιστά την ιδιότητα του εργοδότη, ως προστήσαντος τον υπαίτιο εργολάβο.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμα. Εξάλλου, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της πρόστησης του εργολάβου στην επί μέρους εργασία των επιχρισμάτων της ανεγειρόμενης οικοδομής, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 922 του ΑΚ, 4 παρ. 1 του Ν. 1396/1983 και 111 του ΠΔ 1073/1981, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Ειδικότερα, με πληρότητα και σαφήνεια αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι οι αναιρεσείοντες, συγκύριοι της ανεγειρόμενης οικοδομής, επεφύλαξαν για τον εαυτό τους τη διεύθυνση και επίβλεψη του έργου και ως προς την επί μέρους εργασία των επιχρισμάτων, γεγονός που τους καθιστά προστήσαντες, έναντι του υπαίτιου του εργατικού ατυχήματος εργολάβου, καθόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν ανέθεσαν τη γενική κατασκευή ή επιστασία του παραπάνω έργου σε έναν συγκεκριμένο εργολάβο-κατασκευαστή, αλλά ανέθεταν τις κάθε είδους εργασίες για την ολοκλήρωση της κατασκευής της παραπάνω οικοδομής, με επί μέρους συμβάσεις έργου που κατήρτιζαν με τους εκάστοτε εργολάβους που επέλεγαν, στα πλαίσια δε αυτά ανέθεσαν στον Π.

Μ. με προφορική σύμβαση έργου τις εργασίες των επιχρισμάτων, υπό τις γενικού περιεχομένου, δεσμευτικές όμως, οδηγίες τους ως προς τον τόπο και χρόνο εκτελέσεως αυτών (εργασιών), κυρίως δε ως προς την τήρηση των μέτρων ασφαλείας, υπό τις εντολές και την εποπτεία του επιβλέποντος μηχανικού, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό τους.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμα. Εξ άλλου, ο ίδιος ως άνω δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά την σ' αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορά το ίδιο πιο πάνω αναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα περί του κατά πόσον δηλαδή οι αναιρεσείοντες επεφύλαξαν για τον εαυτό τους την διεύθυνση και επίβλεψη του έργου της ανεγειρόμενης οικοδομής και ως προς τις επί μέρους εργασίες των επιχρισμάτων, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση με το ότι διατήρησαν για τον εαυτό τους τέτοιο δικαίωμα επιφύλαξης κατά την ανάθεση του τμήματος αυτού του έργου της ανεγειρόμενης οικοδομής τους, καθόσον αυτό δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ενώ καμία ευθεία σχέση δεν είχαν με τον παθόντα εργαζόμενο (ενάγοντα), ούτε υπέδειξαν σ' αυτόν τον τρόπο εργασίας του, ούτε γνώριζαν τον τρόπο λειτουργίας του μηχανήματος που χειριζόταν, αλλά όλα τα ανωτέρω ήταν στην ευθύνη του εργολάβου στον οποίο ανέθεσαν το συγκεκριμένο έργο και ο οποίος άλλωστε διώχτηκε ποινικά για τον τραυματισμό του ενάγοντος, κρίνεται ως αβάσιμος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πληρότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, απαραδέκτως, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων των αναιρεσείοντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη, ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός (κατά το δεύτερο σκέλος του) δεν δημιουργείται όταν σύμφωνα με το νόμο το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να διατάξει απόδειξη με παρεμπίπτουσα απόφασή του, αλλ' αποφαίνεται αμέσως επί της υποθέσεως μετά από εκτίμηση των στοιχείων της δικογραφίας (Ολ.ΑΠ 12/1991).

Τέτοια απόδειξη δεν είναι υποχρεωμένο το δικαστήριο να διατάξει προκειμένου για υπόθεση που δικάζεται κατά την εργατική διαδικασία (άρθρα 663 έως 676 ΚΠολΔ), ενόψει της διατάξεως του άρθρου 670 ΚΠολΔ, κατά την οποία οι "διάδικοι έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα".

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ως αληθινό χωρίς απόδειξη πράγμα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι ότι οι αναιρεσείοντες (τρίτος και τέταρτη των εναγομένων), οι οποίοι υπό την ιδιότητά τους ως κυρίων της οικοδομής, ανέθεσαν την κατασκευή των επιχρισμάτων στον συνεναγόμενό τους Π.

Μ. με προφορική σύμβαση έργου, επιφυλάσσοντας για τον εαυτό τους το δικαίωμα διεύθυνσης και επίβλεψης της εργασίας κατασκευής των επιχρισμάτων, ούτε διέταξε αποδείξεις αναφορικά με το περιστατικό αυτό. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον, όπως από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο για να καταλήξει στις εις αυτήν παραδοχές έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά στοιχεία.

Κατά το δεύτερο δε σκέλος του ο αυτός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν ήταν υποχρεωμένο το Εφετείο, δικάζοντας την επίδικη υπόθεση κατά την εργατική διαδικασία, να διατάξει αποδείξεις.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-06-2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 187/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ