Legislator Case Law & Legislation
1840/2007 AI generated

1840/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1840/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11 Δεκεμβρίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1588/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4391/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών και μετά από άσκηση αναίρεσης η 1127/2004 του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω εφετειακή απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση να δικαστεί εκ νέου από το ως άνω Εφετείο, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την 7078/2005 οριστική απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 12 Οκτωβρίου 2005 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 742/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε εκ νέου η ως άνω τελευταία εφετειακή απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση να δικαστεί εκ νέου στο ως άνω Εφετείο, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την 337/2007 οριστική του απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5 Μαρτίου 2007 αίτησή του και τους από 20 Απριλίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής.

Legislator headnote

AI generated

1840/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Keywords

AI generated
motorcycle road accident excessive speeding extreme speeding offence traffic violation dangerous overtaking seizure of motor vehicle
AI generated
947/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
1902/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
1423/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
530/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
213/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Μαρία Βάρκα, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1840 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1840/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Μαριδάκη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11 Δεκεμβρίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1588/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4391/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών και μετά από άσκηση αναίρεσης η 1127/2004 του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω εφετειακή απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση να δικαστεί εκ νέου από το ως άνω Εφετείο, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την 7078/2005 οριστική απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 12 Οκτωβρίου 2005 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 742/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε εκ νέου η ως άνω τελευταία εφετειακή απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση να δικαστεί εκ νέου στο ως άνω Εφετείο, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την 337/2007 οριστική του απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5 Μαρτίου 2007 αίτησή του και τους από 20 Απριλίου 2007 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται παραπάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πλαστήρας Αναστασάκης, ανέγνωσε την από 17 Μαϊου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ανελέγκτως ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 10-12-1999 και περί ώρα 09.00 πρωινή ο ενάγων, ηλικίας τότε 29 ετών, οδηγώντας την υπ' αριθ. κυκλοφορίας ........... δίκυκλη μοτοσικλέτα, τύπου ........, κυβισμού 400cc, εκινείτο επί της λεωφόρου ......... (πρώην .........) στην περιοχή ..........Αττικής, με κατεύθυνση από .......

προς .......... Η εν λόγω λεωφόρος προ του οικοδομικού αριθμού 12, όπου βρίσκεται το κέντρο διασκεδάσεως "Βο", αποτελείται από τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και μεταξύ των δύο αντίθετων ρευμάτων αυτής υφίσταται διαχωριστική νησίδα ασφαλείας. Όταν η παραπάνω δίκυκλη μοτοσικλέτα του ενάγοντος έφθασε στο προαναφερόμενο ύψος του οικοδομικού αριθμού 12, προσεγγίζοντας το εκεί υφιστάμενο, δεξιά σε σχέση με την πορεία της, πιο πάνω κέντρο διασκεδάσεως, ο εξωτερικός τοίχος του οποίου εφάπτεται σχεδόν της ως άνω λεωφόρου, ο ενάγων, οδηγός της, κινούμενος επί της πρώτης εκ δεξιών εκ των τριών λωρίδων κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας του, το οποίο έχει συνολικό πλάτος 10,50 μέτρων, δεν οδηγούσε, όπως όφειλε, με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν ασκούσε τον επιβαλλόμενο έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, με αποτέλεσμα, έχοντας αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα, μεγαλύτερη από το εκεί επιτρεπόμενο ανώτατο όριο των 70 χιλιομέτρων ανά ώρα, καθοριζόμενο βάσει σχετικής πινακίδας Ρ-32, να παρεκκλίνει της πορείας του προς τα δεξιά, να προσκρούσει με σφοδρότητα με τη δεξιά πλευρά της μοτοσικλέτας του στον εκ δεξιών του υφιστάμενο τοίχο του κτιρίου του κέντρου διασκεδάσεως "Βο", επί του οποίου σύρθηκε αφήνοντας ίχνη (ξέσματα) μήκους 6,40 μέτρων, ακολούθως να εκτιναχθεί αριστερά, να ανατραπεί επί του οδοστρώματος, να συρθεί διαγωνίως με την αριστερή πλευρά της μοτοσικλέτας επί του προς .........

ρεύματος κυκλοφορίας αυτού και ο μεν ενάγων (οδηγός της) να καταπέσει τραυματισμένος σε απόσταση 50 μέτρων περίπου από το σημείο έναρξης της σύρσεως αυτής επί του καταστρώματος της οδού και συγκεκριμένα στο δεξιό τμήμα της μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας, το δε παραπάνω όχημά του να καταλήξει να ακινητοποιηθεί επί της κεντρικής διαχωριστικής νησίδας ασφαλείας με μέτωπο προς ........., αφού διήνυσε συρόμενο διαγωνίως επί της ασφάλτου απόσταση 85 μέτρων περίπου, αφήνοντας αντίστοιχα ξέσματα επί του οδοστρώματος, που άρχιζαν από το άκρο δεξιό της πρώτης εκ δεξιών λωρίδας κυκλοφορίας του προς .........

ρεύματος της λεωφόρου ............. και τελείωναν στο αριστερό τμήμα της αριστερής (τρίτης εκ δεξιών) λωρίδας κυκλοφορίας της ίδιας κατευθύνσεως, όπου παρέμειναν και ίχνη βενζίνης , που χύθηκαν από το δοχείο καυσίμων της μοτοσικλέτας, σχηματίζοντας στο σημείο εκείνο μικρή λίμνη. Από τα ευρήματα αυτά, τα οποία απεικονίζονται στο σχεδιάγραμμα και την έκθεση αυτοψίας, που συντάχθηκαν από τους επιληφθέντες του ατυχήματος προανακριτικούς αστυνομικούς υπαλλήλους του Τμήματος Τροχαίας Γλυφάδας, προκύπτει και η μεγάλη ταχύτητα της μοτοσικλέτας κατά τη στιγμή εκτροπής και προσκρούσεώς της στον τοίχο, που είχαν ως αποτέλεσμα την ανατροπή αυτής και τον τραυματισμό του ενάγοντος οδηγού της.

Για το ατύχημα αυτό ενημερώθηκε τηλεφωνικά η Άμεση Δράση από άτομο, που δήλωσε ότι ονομάζεται Ζ (άγνωστων λοιπών στοιχείων) και ζήτησε να επιληφθεί η Αστυνομία για τροχαίο στη λεωφόρο .............. στη ......... (βλ. υπ' αριθ. ........... έγγραφο της Δ/νσεως Άμεσης Δράσης της Ελληνικής Αστυνομίας), στη συνέχεια δε από την άνω αστυνομική υπηρεσία κλήθηκε το ΕΚΑΒ, ασθενοφόρο του οποίου παρέλαβε τον τραυματία ενάγοντα από τον τόπο του ατυχήματος περί ώρα 09.20 (βλ.

υπ' αριθ. ........... βεβαίωση ΕΚΑΒ) και τον μετέφερε στο πλησίον εκείνου ευρισκόμενο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο "ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ", όπου έφθασε περί ώρα 09.40 της ίδιας ημέρας (10-12-1999), όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. .............. πιστοποιητικό του εν λόγω νοσοκομείου. Από το παραπάνω ατύχημα ο ενάγων υπέστη ανοικτό κάταγμα δεξιού έξω κνημιαίου κονδύλου άνω τριτημορίου της κνήμης και δεξιάς επιγονατίδας με συνοδό διατομή της ιγνυακής αρτηρίας και πάρεση του περονιαίου νεύρου, σύνθλιψη του επιγονατιδικού συνδέσμου, ανοικτό κάταγμα του δεξιού βραχιονίου, ανοικτό κάταγμα αμφοτέρων των οστών του δεξιού αντιβραχίου, κάταγμα μετακαρπίων δεξιά, πάρεση του δεξιού βραχιονίου πλέγματος και κάταγμα αριστερής ωλένης, για την αντιμετώπιση των οποίων υποβλήθηκε σε αλλεπάλληλες χειρουργικές επεμβάσεις, τόσο στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", όπου μεταφέρθηκε αυθημερόν από το "ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ" (ελλείψει ιατρού ειδικότητας αγγειοχειρουργού σ΄αυτό), όσο και στη συνέχεια στην Κλινική "JUVENET" των Παρισίων στη Γαλλία αλλά και μετέπειτα στο "ΘΡΙΑΣΙΟ" Νοσοκομείο Ελευσίνας.

Το προπεριγραφόμενο ατύχημα και οι εξ αυτού προκληθείσες σωματικές βλάβες (πολλαπλά κατάγματα άκρων) και υλικές ζημίες του ενάγοντος οφείλονται, υπό τα εκτεθέντα περιστατικά, σε απερισκεψία και ανεπιτηδειότητα του ιδίου ο οποίος δεν κατέβαλε την προσοχή και την επιμέλεια, τις οποίες θα κατέβαλλε κάθε μέσος συνετός οδηγός μοτοσικλέτας υπό ανάλογες περιστάσεις και από τις προεκτεθείσες πράξεις και παραλείψεις του (παραβάσεις άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 20 παρ. 7 του Κ.Ο.Κ.) έγινε από αμέλειά του αποκλειστικά υπαίτιος τούτων.

Στην πρόκληση του εν λόγω ατυχήματος δεν συνετέλεσε αμελής οδική συμπεριφορά τρίτου προσώπου, αφού από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψαν ασφαλή στοιχεία, που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε εμπλοκή τέτοιου (άγνωστου) προσώπου σ' αυτό. Συγκεκριμένα, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι άγνωστο σπορ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής ΠΟΡΣΕ, κινούμενο πίσω από αυτόν με ιλιγγιώδη ταχύτητα υπερβαίνουσα τα 150 χιλιόμετρα ωριαίως, οδηγούμενο από άγνωστο άτομο, επέπεσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του στην αριστερή μεσαία-προς οπίσθια πλευρά της δικής του μοτοσικλέτας, με συνέπεια να τον παρασύρει και να τον εκτρέψει της πορείας του προς τα δεξιά και, λόγω της εντεύθεν εκ μέρους του απώλειας του ελέγχου της, να προσκρούσει αυτός στον τοίχο του κέντρου "Βο" με τα προαναφερθέντα αποτελέσματα.

Η προεκτεθείσα κρίση του Δικαστηρίου, ότι δηλαδή ο ενάγων εξετράπη της πορείας του από αποκλειστικά δική του απροσεξία και επιπολαιότητα χωρίς τη συνδρομή οποιουδήποτε εξωγενούς παράγοντα, παρά τα αντίθετα αβασίμως υποστηριζόμενα από τον ίδιο (ενάγοντα), όχι μόνο δεν αναιρείται: α) από το γεγονός, ότι, κατόπιν καταθέσεως της από 28-2-2000 μηνύσεως αυτού (ενάγοντος) κατ' αγνώστου, ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών - υποχρεούμενον προς τούτο, ενόψει της κατατεθείσας παραπάνω μηνύσεως- η υπ' αριθ ..............

ποινική δίωξη για σωματική βλάβη από αμέλεια εις βάρος του μηνυτή και δόθηκε παραγγελία στο Τμήμα Τροχαίας Γλυφάδας προς ανακάλυψη άγνωστου δράστη, εφόσον αποδείχθηκε, ότι η σχετική προανάκριση απέβη άκαρπη και η σχηματισθείσα συναφώς ποινική δικογραφία τέθηκε στο αρχείο (βλ. υπ' αρ. πρωτ. .............. πιστοποιητικό Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών), ούτε β) από το ομοίως αποδειχθέν γεγονός, ότι η κατά τα άνω ειδοποιήσασα περί του ατυχήματος την Άμεση Δράση, Ζ, ζήτησε να επιληφθεί η Αστυνομία "για τροχαίο", αφού από αυτό δεν προκύπτει αναγκαίως η ύπαρξη σύγκρουσης οχημάτων, δοθέντος ότι και η απλή εκτροπή και ανατροπή οχήματος με ή χωρίς τραυματισμό αποτελεί τροχαίο ατύχημα, χωρίς ο χαρακτηρισμός αυτός να υποδηλώνει απαραιτήτως την εμπλοκή περισσότερων του ενός οχημάτων, αλλ', αντιθέτως, ενισχύεται από τα εξής, κυρίως, στοιχεία: 1) Από τις βλάβες, τις οποίες υπέστη η μοτοσικλέτα του ενάγοντος, που εμφαίνονται στις, επικαλούμενες και προσκομιζόμενες, ληφθείσες μετά το ατύχημα και μη αμφισβητούμενες φωτογραφίες αυτής, προκύπτουν δε και από τη συνταχθείσα έκθεση αυτοψίας του Τμήματος Τροχαίας Γλυφάδας, εντοπιζόμενες αποκλειστικά στη δεξιά και αριστερή πλευρά της (φέρινγκ, αριστερή εξάτμιση, μπαγκαζιέρα, πίσω δεξιό φλας, δύο εμπρόσθια φλας, δεξιά εξάτμιση, ντεπόζιτο βενζίνης και δύο καθρέπτες), οι οποίες δεν είναι μεγάλης εκτάσεως και είναι εμφανές, ότι προήλθαν από το σύρσιμο της μοτοσικλέτας με τη δεξιά πλευρά της στον τοίχο του κέντρου "Βο" και με την αριστερή πλευρά της στο οδόστρωμα, οπότε είναι συμβατές με την προπεριγραφείσα εκτροπή από την πορεία της, το σύρσιμο αυτής επί του τοίχου και στη συνέχεια επί του καταστρώματος της οδού και απολύτως ασύμβατες με την επικαλούμενη από τον ενάγοντα σφοδρότατη πρόσκρουση αυτοκινήτου με ιλιγγιώδη ταχύτητα στο οπίσθιο τμήμα της, το οποίο φαίνεται ανέπαφο, ενώ, αν αλήθευε ο ανωτέρω ισχυρισμός του ενάγοντος και η μοτοσικλέτα του είχε παρασυρθεί, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, και εκτραπεί της πορείας της από τέτοια σφοδρή σύγκρουση, θα παρατηρούνταν σημαντικές στρεβλώσεις και σοβαρές βλάβες στο πίσω μέρος της, με αποτέλεσμα να είχε καταστραφεί, παρεκτός του ότι στο σημείο, όπου αναφέρει ο ενάγων ότι έλαβε χώρα η σύγκρουση, δεν βρέθηκαν στο οδόστρωμα ίχνη αυτής (γυαλιά, λάδια, αποκολλημένα εξαρτήματα κλπ) και 2) Από την από .........

έκθεση αυτοψίας του Τμήματος Τροχαίας Γλυφάδας, η οποία, όπως από το περιεχόμενό της προκύπτει, άρχισε να συντάσσεται την 09.45 ώρα και ολοκληρώθηκε την 11.50 ώρα της ημέρας του ατυχήματος, μετά από μετάβαση του ενεργήσαντος αυτήν αστυνομικού οργάνου (προανακριτικού υπαλλήλου) στον τόπο του δυστυχήματος και αυτοψία, που έγινε στη συνέχεια σε πρόσωπα και πράγματα, όπου στις παραγράφους υπό τους τίτλους "Διαπιστώσεις στον τόπο του ατυχήματος" και "Λοιπές παρατηρήσεις και διαπιστώσεις" αναφέρεται, αφενός μεν, ότι, εκτός των λοιπών πειστηρίων, κατά δήλωση του οδηγού (δηλ.

του ενάγοντος) το ατύχημα οφείλεται σε "εκτροπή" της μοτοσικλέτας του, αφετέρου δε, ότι δεν διαπιστώθηκε ευθύνη άλλου μη εμπλακέντος στο ατύχημα, ενώ, σε περίπτωση που αυτό (ατύχημα) οφειλόταν σε "άγνωστο αυτοκίνητο", τούτο θα είχε αναφερθεί από τον παθόντα και θα είχε καταγραφεί. Το γεγονός, ότι από την υπ' αριθ. .........

βεβαίωση του ΕΚΑΒ προκύπτει, ότι ο παθών ενάγων παραλήφθηκε από τον τόπο του ατυχήματος με ασθενοφόρο στις 09.20, ενώ η έκθεση αυτοψίας άρχισε να συντάσσεται στις 09.45, δηλαδή μεταγενέστερα, δεν συνεπάγεται ανακρίβεια των ανωτέρω αναφερομένων στην έκθεση αυτοψίας, περί δηλώσεως του ενάγοντος, διότι στην ίδια έκθεση βεβαιώνεται, ότι ο οδηγός (παθών) είχε μεταφερθεί στο νοσοκομείο, όταν ο συντάξας αυτήν μετέβη στον τόπο του ατυχήματος, ενόψει δε του ότι η σύνταξή της ολοκληρώθηκε στις 11.50 στο γραφείο του συντάξαντος "μετά από αυτοψία που έγινε σε πρόσωπα και πράγματα", κατά τα προεκτεθέντα, όπως κατά λέξη αναγράφεται σ' αυτήν, συνάγεται, ότι ο συντάξας την έκθεση ήλθε σε επικοινωνία με τον ενάγοντα στο ευρισκόμενο πλησίον του τόπου του ατυχήματος νοσοκομείο "ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ", όπου διακομίσθηκε αρχικώς ο παθών και μετέβη στο μεσολαβήσαν μέχρι την ολοκλήρωση της εκθέσεως αυτοψίας χρονικό διάστημα των δυο ωρών και πέντε λεπτών της ώρας ο αστυνομικός προανακριτικός υπάλληλος, όπως συνηθίζεται, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στα πλαίσια διενεργούμενης προανακρίσεως επί αυτοκινητικών ατυχημάτων.

Σημειωτέον, ότι η επικοινωνία του αστυνομικού προανακριτικού υπαλλήλου με τον ενάγοντα στο ανωτέρω νοσοκομείο (συνέπεια της οποίας ήταν η καταγραφή της δηλώσεως του τελευταίου περί εκτροπής της μοτοσικλέτας του χωρίς την αναφορά εμπλοκής τρίτου προσώπου στο ατύχημα) ήταν ακώλυτη, αφού, όπως προκύπτει από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα συναφώς ιατρικά πιστοποιητικά νοσηλείας του παθόντος, αυτός διατηρούσε τις αισθήσεις του, οι δε σωματικές του βλάβες εντοπίζονταν σε πολλαπλά κατάγματα των άκρων χωρίς οποιοδήποτε τραυματισμό της κεφαλής του, που θα μπορούσε να είχε επηρεάσει τη νοητική του κατάσταση, ενόψει και του ότι, όπως και ο ίδιος ομολογεί, έφερε κράνος, το οποίο, ως εκ του προορισμού του, τον προστάτευσε από τέτοιου είδους κτύπημα.

Η αναφερόμενη στο υπ' αριθ. πρωτ. ........... πιστοποιητικό νοσηλείας του ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟΥ ΒΟΥΛΑΣ "απώλεια προσφάτου μνήμης" του ενάγοντος, την οποία επικαλείται εκείνος χωρίς, όμως, να έχει υποστεί, κατά τα άνω, κτύπημα στην κεφαλή και χωρίς να συνοδεύεται από οποιαδήποτε νευρολογική ένδειξη, που να δικαιολογεί την πιο πάνω κατάσταση, δεν είναι πειστική, ως γεγονός, καταγραφείσα προφανώς κατά δήλωση του ιδίου και διαλαμβανόμενη σε έγγραφο συνταχθέν σαράντα επτά (47) ημέρες μετά το ατύχημα, οπότε δεν αποδυναμώνει την αξία της ενώπιον του προανακριτικού υπαλλήλου, που συνέταξε την προαναφερόμενη έκθεση αυτοψίας, δηλώσεως του παθόντος περί των συνθηκών του ατυχήματος, ενόψει και του ότι, τυχόν παραδοχή του εν λόγω ισχυρισμού του ενάγοντος έρχεται σε αντίθεση α) με τον ισχυρισμό του ιδίου περί του ότι αυτός αμέσως μετά το ατύχημα (που το σοκ ήταν πρόσφατο) και ενώ κειτόταν τραυματισμένος στο έδαφος, ανέφερε το ονοματεπώνυμό του, τη διεύθυνση και το τηλέφωνο της οικίας του σε προστρέξασα άγνωστη γυναίκα, που φέρεται ότι ειδοποίησε τη μητέρα του για το συμβάν χωρίς, όμως, αυτή να παραμείνει στον τόπο του ατυχήματος ή, έστω, να αφήσει τα στοιχεία της, για να βοηθήσει την αρμόδια Αστυνομική Αρχή στη διαλεύκανση της υποθέσεως, εξιστορώντας από ευαισθησία τα περί άγνωστου δράση, που φέρεται ότι εγκατέλειψε το θύμα του (κανένας αυτόπτης μάρτυρας δεν βρέθηκε, παρά τον προβαλλόμενο υπερβάλλοντα ζήλο της γυναίκας εκείνης να ειδοποιήσει τηλεφωνικά την άγνωστη σ' αυτήν μητέρα του παθόντος) και χωρίς τα ίχνη της να εντοπισθούν, αν και καταβλήθηκαν σημαντικές προσπάθειες προς τούτο και β) με τη λεπτομερειακή περιγραφή στην υπό κρίση αγωγή του φερόμενου ως κινουμένου πίσω από τον ενάγοντα και επιπεσόντος επί της μοτοσικλέτας του με σφοδρότητα, εξαιτίας ιλιγγιώδους ταχύτητας, ζημιογόνου αυτοκινήτου, ως σκουρόχρωμου σπορ αυτοκινήτου, τύπου παλαιάς ΠΟΡΣΕ, με προφυλακτήρα εκ χρωμίου και με ελαστικό κάλυμμα, πράγματα που θα ήταν αδικαιολόγητο να ενθυμείται ο ενάγων, αν πράγματι είχε υποστεί απώλεια πρόσφατης μνήμης.

Άλλωστε, η από ......... έκθεση αυτοψίας, ως δημόσιο έγγραφο συνταχθέν αμέσως μετά το ατύχημα από τον αρμόδιο για την προανάκριση δημόσιο (αστυνομικό) υπάλληλο, έχει, σύμφωνα με τα άρθρα 438 και 455 Κ.Πολ.Δ., την αυξημένη αποδεικτική δύναμη δημόσιου εγγράφου, που αποτελεί πλήρη απόδειξη για όλους, ως προς όσα βεβαιώνει ο ανωτέρω συντάξας αυτήν δημόσιος υπάλληλος, ότι έγιναν ενώπιόν του, όπως η δήλωση του παθόντος ενάγοντος περί εκτροπής της μοτοσικλέτας του επί του προκειμένου, κατά τα άνω, ώστε να μη μπορούν να αμφισβητηθούν, παρά μόνο με την προσβολή του δημόσιου τούτου εγγράφου, ως πλαστού, κάτι που δεν συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Τέλος, τα ανωτέρω συμπεράσματα δεν ανατρέπονται από το περιεχόμενο της από ........ συμπληρωματικής εκθέσεως αυτοψίας του επίδικου αυτοκινητικού ατυχήματος, στην οποία χαρακτηρίζεται το εν λόγω ατύχημα, ως παράσυρση δίκυκλης μοτοσικλέτας από άγνωστο όχημα με άγνωστο οδηγό, διότι η έκθεση αυτή συντάχθηκε κατόπιν της από 1-11-2000 αιτήσεως - υπομνήματος του ενάγοντος προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών (κατατεθείσας μετά πάροδο ενός περίπου έτους από του ατυχήματος) και της, βάσει αποκλειστικά του περιεχομένου της αιτήσεως εκείνης, παραγγελθείσας από τον εν λόγω Εισαγγελέα προς τον Αστυνόμο Τροχαίας Γλυφάδας συμπληρωματικής προανακρίσεως και διορθώσεως της από .........

αρχικής εκθέσεως αυτοψίας, ως άνω, χωρίς να θίγεται η διαλαμβάνουσα την περί "εκτροπής" της μοτοσικλέτας δήλωση του παθόντος στην αρχική έκθεση και χωρίς να υπάρχουν καινούργια ευρήματα ή μαρτυρικές καταθέσεις. Μετά από αυτά, εφόσον δεν αποδεικνύεται οποιαδήποτε συμμετοχή ή υπαιτιότητα άγνωστου οδηγού αγνώστου αυτοκινήτου και εμπλοκή αυτού στο επίδικο ατύχημα, δεν υφίσταται ευθύνη ούτε υποχρέωση του εναγομένου ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ προς αποζημίωση του παθόντος ενάγοντος και, ως εκ τούτου, η κρινόμενη αγωγή του κατ' αυτού (μη νομιμοποιουμένου παθητικώς στην παρούσα δίκη) είναι απορριπτέα, ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με τα ζητήματα που τέθηκαν ενώπιόν του με τους λόγους της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν.

Δικαιολογούν την παραδοχή της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου και την εξαφάνιση της πρωτόδικης 1588/1992 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία δέχτηκε κατά ένα μέρος την από 11.12.2000 αγωγή του αναιρεσείοντος ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη. Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων, οδηγούσε την υπ' αριθ.

κυκλοφορίας ......... δίκυκλη μοτοσυκλέτα τύπου........ 400 cc, έχοντας αναπτύξει κατά τη στιγμή του ατυχήματος "υπερβολική ταχύτητα, μεγαλύτερη από το εκεί επιτρεπόμενο όριο των εβδομήντα (70) χιλιομέτρων ανά ώρα, καθοριζόμενο βάσει σχετικής πινακίδας Ρ - 32", η ταχύτητα δε αυτή (το ακριβές ύψος της οποίας δεν προσδιορίζεται στην έκθεση αυτοψίας λόγω ελλείψεως ιχνών τροχοπεδήσεως) προκύπτει, "από τα ευρήματα τα οποία απεικονίζονται στο σχεδιάγραμμα και την έκθεση αυτοψίας" που συντάχθηκαν από τους επιληφθέντες του ατυχήματος προανακριτικούς αστυνομικούς υπαλλήλους, όπως και από το αποτέλεσμα του ατυχήματος, την ανατροπή δηλαδή της μοτοσυκλέτας και τον τραυματισμό του αναιρεσείοντος.

Στην ίδια απόφαση αναφέρεται ότι η κρίση για το ότι πρόκειται για εκτροπή, πρόσκρουση σε τοίχο και ανατροπή της μοτοσικλέτας του ενάγοντος από δική του αμέλεια και όχι από υπαιτιότητα τρίτου προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση στην έκθεση αυτοψίας του γεγονότος αυτού από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα του Τμήματος Τροχαίας Γλυφάδας που έσπευσαν στον τόπο του ατυχήματος, η οποία συντάχθηκε, με βάση όσα υπέπεσαν στις αισθήσεις των κατά την αυτοψία που διενήργησαν (ίχνη ξεσμάτων, τελική θέση οχήματος), μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται και σχετικές δηλώσεις του οδηγού της μοτοσικλέτας, η έκθεση δε αυτή δεν προσβλήθηκε από τον ενάγοντα - αναιρεσείοντα ως πλαστή.

Περαιτέρω επαρκώς στην προσβαλλόμενη απόφαση δικαιολογείται η δυνατότητα διατυπώσεως τέτοιων δηλώσεων εκ μέρους του ενάγοντος, μολονότι αυτός, κατά τα εκτιθέμενα στην έκθεση "τραυματισθείς διεκομίσθη εις του Ασκληπιείου Βούλας", αφού όπως αναφέρεται σ' αυτήν (απόφαση), η σύνταξη της εκθέσεως αυτοψίας "ολοκληρώθηκε στο γραφείο του συντάξαντος στις 11.50 μετά από αυτοψία που έγινε σε πρόσωπα και πράγματα", η αυτοψία δε αυτή συνάγεται ότι περιελάμβανε και επικοινωνία του αρμοδίου προανακριτικών υπαλλήλου με τον ενάγοντα, ευρισκόμενο στο νοσοκομείο "ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ", όπου διακομίσθηκε μετά το ατύχημα.

Να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή από τον Αρειο Πάγο επισκόπηση της από ........ εκθέσεως αυτοψίας (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) εντός του χρόνου συντάξεώς της (από 09.45 έως 11.50 της 10.12.1999) διαπιστώθηκε επίσης ότι ο οδηγός (αναιρεσείων) "κατέχει την υπ' αριθ. ............. Αθηνών Α' κατηγορίας άδεια οδήγησης δικ.

μοτοσυκλέτας" και ότι "το όχημα (δικ. μοτοσυκλέτα) είναι ιδιοκτησίας του ιδίου και είναι ασφαλισμένο στην "ΦΟΙΝΙΞ" ασφαλιστική, διαπιστώσεις που προϋποθέτουν επίσης σχετική έρευνα της αστυνομίας κατά τη διάρκεια του ως άνω χρόνου συντάξεως της εκθέσεως αυτοψίας, προς την κατεύθυνση βέβαια του ενάγοντα προσωπικώς.

Περαιτέρω το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αξιολογώντας τις βλάβες τις οποίες υπέστη η μοτοσυκλέτα του ενάγοντος σε σχέση με τις συνθήκες του ατυχήματος, αποδίδει τούτο σαφώς σε αποκλειστική υπαιτιότητα τούτου, αποκλείοντας εμπλοκή τρίτου σ' αυτό με την παραδοχή μεταξύ άλλων και του ότι "αν αλήθευε ο ισχυρισμός του ότι η μοτοσικλέτα του είχε παρασυρθεί και εκτραπεί της πορείας της από τέτοια σφοδρή σύγκρουση, θα παρατηρούνταν σημαντικές στρεβλώσεις και σοβαρές βλάβες στο πίσω μέρος της, με αποτέλεσμα να είχε καταστραφεί, παρεκτός του ότι στο σημείο που αναφέρει ο ενάγων ότι έγινε η σύγκρουση, δεν βρέθηκαν στο οδόστρωμα ίχνη αυτής (γυαλιά, λάδια, αποκολλημένα εξαρτήματα κ.λ.π.).

Επίσης δικαιολογεί με τις άνω παραδοχές του επαρκώς γιατί ο ενάγων διέθετε την ικανότητα να προβεί συνειδητά σε δηλώσεις σχετικά με τις συνθήκες τελέσεως του ατυχήματος, χωρίς να αναιρείται η ικανότητα του αυτή από το αναφερόμενο στο υπ' αριθ. πρωτ. ......... πιστοποιητικό νοσηλείας του Ασκληπιείου Βούλας περιστατικό ότι "προσκομίσθη σ' αυτό περί την 09.40' "μετά από αναφερόμενο τροχαίο ατύχημα με πολλαπλά κατάγματα και απώλεια προσφάτου μνήμης", αφού, σύμφωνα με όσα δέχθηκε, τυχόν παραδοχή του ισχυρισμού του αυτού στερείται σε αντίθεση α) με τον ισχυρισμό του ιδίου ότι αμέσως μετά το ατύχημα ανέφερε το ονοματεπώνυμό του, τη διεύθυνση και το τηλέφωνο της οικίας του, σε προστρέξασα άγνωστη γυναίκα που φέρεται ότι ειδοποίησε τη μητέρα του για το συμβάν και β) με το ότι περιγράφει λεπτομερώς στην αγωγή το αυτοκίνητο που φέρεται ότι εκινείτο όπισθεν του και επέπεσε στη μοτοσικλέτα του.

Επομένως ο πρώτος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που πλήττει, με το πρόσχημα της επίκλησης της εν λόγω αναιρετικής πλημμέλειας την αναιρετικά ανέλεγκτη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 εδ. 10 ΚΠολΔικ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση σαν έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αίτηση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τη διάταξη αυτή πλημμέλεια γιατί χωρίς αποδείξεις, που δεν διέταξε δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων κατά το ατύχημα είχε αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα μεγαλύτερη από το εκεί επιτρεπόμενο όριο των 70 χιλιομέτρων ανά ώρα πράγμα που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος πρέπει να απορριφθεί, κατά μεν το πρώτο μέρος του για παραδοχή πράγματος ως αληθινού χωρίς απόδειξη ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, βεβαιώσεις ένορκες τρίτων, διάφορα έγγραφα που προσκομίστηκαν με επίκληση, όπως έκθεση αυτοψίας με σχεδιάγραμμα της τροχαίας, φωτογραφίες κ.λ.π.), κατά δε το δεύτερο μέρος του ως απαράδεκτος, διότι πλέον μετά το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001 το εδάφιο 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ., έχει την παραπάνω διατύπωση, με διαγραφή των λέξεων "ή δεν διέταξε αποδείξεις γι' αυτά", και σε κάθε περίπτωση στη διαδικασία του άρθρου 681 Α του ΚΠολΔικ.

κατά την οποία εκδικάστηκε η παρούσα υπόθεση το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να διατάξει απόδειξη.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται (και) αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν "είναι αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη τα εξής έγγραφα τα οποία είχε προσκομίσει μετ' επικλήσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου: 1) την υπ' αριθ.

πρωτ. ............. βεβαίωση του Εθνικού κέντρου Αμέσου Βοήθειας και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Μαριδάκη, 2) την από 23.2.2001 υπ' αριθ. ΕΓ 46/01/59 έγγραφη παραγγελία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών προς τον Αστυνόμο Γλυφάδας, 3) την από 25.4.2001 έκθεση ένορκης εξέτασης του Αστυνομικού ........, 4) το υπ' αριθ.

πρωτ.......... πιστοποιητικό της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών (περί υποβολής μηνύσεως του αναιρεσείοντος κατ' αγνώστου σε σχέση με το τροχαίο ατύχημα), 5) το υπ' αριθ. πρωτ. ............. από ....... πιστοποιητικό Νοσηλείας του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείο "ΑΣΚΛΗΠΕΙΟΝ ΒΟΥΛΑΣ" Τμήμα Ορθοπεδικό, σχετικά με την εξέταση σ' αυτό του αναιρεσείοντος την 18-12-1999, 6) το υπ' αριθ.

πρωτ. ............... Πιστοποιητικό Νοσηλείας του Ασκληπιείου Βούλας, Τμήμα Α΄Γεν. Χειρουργικής, 7) το υπ' αριθ. πρωτ. ........... πιστοποιητικό Νοσηλείας του ΠΓΝΔ "Ευαγγελισμός", Τμήμα Α΄ Ορθοπεδικό, 8) το από ......... έγγραφο της Διεύθυνσης Αστ. Αθηνών, Αστυνομικό Τμήμα Καλλιθέας (κλήση του αναιρεσείοντος προς εξέταση σχετικά με το τροχαίο ατύχημα) και 9) την (υπ' αριθ. ..............

βεβαίωση του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ) προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος Εμμανουήλ Μαριδάκη. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε εκτός από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος του εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεώς του και "όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα μεταξύ των οποίων και φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος και της μοτοσικλέτας του ενάγοντος στην κατάσταση που βρέθηκε μετά το ατύχημα, των οποίων δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα και από τη σχηματισθείσα συναφώς ποινική δικογραφία σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος, έκθεση αυτοψίας (αρχική και συμπληρωματική) και προανακριτικώς ληφθείσες καταθέσεις μαρτύρων σε αντίγραφα καθώς και τις ένορκες βεβαιώσεις τρίτων που περιέχονται στις μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενες 8100/26.4.2001 και 14654/2006 πράξεις του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που έχουν ληφθεί με επιμέλεια του ενάγοντος μετά την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων".

Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, ακόμα και εκείνα στα οποία δεν αναφέρεται ειδικά και δεν τα σχολιάζει ξεχωριστά, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος.

Συνεπώς ο λόγος αυτός της αιτήσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 670 και 671 ΚΠολΔ, οι οποίες έχουν εφαρμογή και στην κατ' έφεση δίκη (άρθρ. 674 παρ. 2 ΚΠολΔ) και εφαρμόζονται ανάλογα και στις διάφορες για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης του (άρθρ. 681 Α ΚΠολΔ) προκύπτει ότι κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, τα οποία εκτιμά ελευθέρως χωρίς να υποχρεούται να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική τους δύναμη.

Δηλαδή εφαρμόζεται εδώ ο γενικός κανόνας του άρθρου 340 ΚΠολΔικ. (ΑΠ 788/2006). Ενόψει τούτων η διάταξη του άρθρου 559 εδ. 12 του ΚΠολΔ, με την οποία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρέβη τους ορισμούς του νόμου σε σχέση με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δεν έχει εφαρμογή στην υπόθεση που εξετάζεται ως ασυμβίβαστη με την ως άνω ειδική διαδικασία που προβλέπεται από τα άρθρα 663 επ.

ΚΠολΔ (ΑΠ 788/2006, 387/2007, 1131/2004, 416/1999, 15/1995 και 336/1993). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως του προσθέτου δικογράφου των προσθέτων προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, καθόσον αφορά τα εξής έγγραφα που είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί ο αναιρεσείων:

α) το υπ' αριθ. πρωτ. ............. πιστοποιητικό νοσηλείας του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Ασκληπιείου Βούλας το οποίο διαλαμβάνει τα εξής: "Το Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Ασκληπιείο Βούλας πιστοποιεί ότι όπως προκύπτει από τα τηρούμενα στοιχεία ο Χ1 (ενάγων) εξετάστηκε στο ΤΕΠ την 10.12.999 όπου προσκομίσθη περί την 09.40 μετά από αναφερόμενο τροχαίο ατύχημα, με πολλαπλά κατάγματα και απώλεια προσφάτου μνήμης.

Ακτινολογικώς διεπιστώθησαν:

1) Συντριπτικό κάταγμα άνω τριτημορίου ΔΕ βραχιονίου.

2) Κάταγμα μεσότητος ΔΕ αντιβραχίου.

3) Κάταγμα ΔΕ επιγονατίδος.

4) Kάταγμα άνω τριτημορίου ΔΕ κνήμης5) Κάταγμα ΑΡ ωλένης Τα ΔΕ άνω και κάτω άκρα είναι ψυχρά και ανατομικά χωρίς να ψηλαφώνται σφίξεις βραχιονίου ΔΕ, κερκιδικής ΔΕ, ιγνιακής ΔΕ, σκέλους κνημιδικής ΔΕ και ραχιαίας του ποδός ΔΕ. Ζητήθηκε χειρουργική επέμβαση και διεκομίσθη σε αγγειοχειρουργικό τμήμα ελλείψει αγγειοχειρουργού". β) Το υπ' αριθ. πρωτ. .............. πιστοποιητικό Νοσηλείας του ίδιου Νοσοκομείου στο οποίο διαλαμβάνονται τα εξής:

"Το Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Ασκληπιείο Βούλας πιστοποιεί ότι όπως προκύπτει από τα τηρούμενα στοιχεία. Ο Χ1 κατόπιν αναφερομένου τροχαίου ατυχήματος εξετάστηκε στο τμήμα επειγόντων περιστατικών στις 10-12-99 για Πολυτραυματίας GCS΄ IS ψυχρό άνω άκρο δεξιά. Δεν ψηλαφούνται σφίξεις κερκιδικής και δεν ψηλαφούνται σφίξεις στην δεξιά ραχιαία του άκρου ποδός.

Λόγος ελλείψεως αγγειοχειρουργού χρήζει διακομιδής στο αγγειοχειρουργικό τμήμα, λόγω πιθανής κάκωσης αγγείων. Διακομίζεται αιμοδυναμικά σταθερός και με μάσκα οξυγόνου, χωρίς συνοδεία ιατρού. Έγινε αντιτανικός ορός και ακτινογραφία θώρακος. Από θώρακα και κοιλία χωρίς κλινικά ευρήματα". Και γ) την υπ' αριθ.

πρωτ. ............... Βεβαίωση του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.) στην οποία μεταξύ άλλων, αναφέρονται και τα ακόλουθα: "Στη συνέχεια στις 10.55 (της 10-12-1999) έγινε κλήση από το ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ για τη μεταφορά του ανωτέρω ασθενούς (Χ1) σε Α/Χ Κλινική. Στον τόπο έσπευσε το Β9 και ο ασθενής μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ".

Σχετικά με τα έγγραφα αυτά ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο παρέβη τους ορισμούς του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων εκ του λόγου, ότι δεν δέχτηκε ότι το αναφερόμενο στο πρώτο από αυτά γεγονός ότι ο αναιρεσείων "Εξετάσθηκε στο ΤΕΠ την 10.12.1999 όπου προσκομίσθηκε περί την 09,40 μετά από αναφερόμενο τροχαίο ατύχημα, με πολλαπλά κατάγματα και απώλεια προσφάτου μνήμης και συγκεκριμένα ότι αυτός είχε εμφανίσει "απώλεια προσφάτου μνήμης" αποδεικνυόταν από μόνο το γεγονός ότι αυτό αναφέρεται στο ως άνω πιστοποιητικό που αποτελεί δημόσιο έγγραφο (άρθρο 438 ΚΠολΔ).

Το γεγονός όμως αυτό, έτσι όπως καταγράφεται, δεν αποτελεί περιστατικό από αυτά που βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγινε ενώπιον του, ώστε να μην υπόκειται σε ανταπόδειξη. Γι' αυτό και όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, σωστά εκτιμήθηκε ελευθέρως από το δικαστήριο της ουσίας από κοινού με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, στο πλαίσιο της ειδικής διαδικασίας των άρθρων 664-656 ΚΠολΔ, κατά την οποία, όπως εκτέθηκε, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ.

Με βάση αυτά ο λόγος αυτός (πρώτος του δικογράφου των προσθέτων κατά το α΄ σκέλος του) πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος.

V. Σύμφωνα, με το άρθρο 180 Κώδικα Ποιν. Δικονομίας: 1. Αυτοψία μπορεί να γίνει κατ' όλα τα στάδια της διαδικασίας σε τόπους, πράγματα ή ανθρώπους για να βεβαιωθούν η τέλεση και οι περιστάσεις του εγκλήματος. 2. Αν το έγκλημα δεν άφησε ίχνη και άλλες υλικές εκδηλώσεις ή αν αυτές εξαλείφθηκαν ή αλλοιώθηκαν, εκείνος που ενεργεί την αυτοψία, περιγράφει την παρούσα κατάσταση των πραγμάτων, ελέγχονται συνάμα κατά το δυνατόν και την προηγούμενη.

Για την αυτοψία συντάσσεται έκθεση. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, αναφορικά με τις συνταχθείσες για το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα εκθέσεις αυτοψίας τα ακόλουθα:".....Άλλωστε, η από .......... έκθεση αυτοψίας, ως δημόσιο έγγραφο συνταχθέν αμέσως μετά το ατύχημα από τον αρμόδιο για την προανάκριση δημόσιο (αστυνομικό) υπάλληλο, έχει, σύμφωνα με τα άρθρα 438 και 455 Κ.Πολ.Δικ., την αυξημένη αποδεικτική δύναμη δημοσίου εγγράφου, που αποτελεί πλήρη απόδειξη για όλους, ως προς όσα βεβαιώνει ο ανωτέρω συντάξας αυτήν δημόσιος υπάλληλος ότι έγιναν ενώπιόν του, όπως η δήλωση του παθόντος ενάγοντος περί εκτροπής της μοτοσικλέτας του επί του προκειμένου, κατά τα άνω, ώστε να μην μπορούν να αμφισβητηθούν, παρά μόνον με την προσβολή του δημοσίου τούτου εγγράφου ως πλαστού, κάτι που δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.

Τέλος, τα ανωτέρω συμπεράσματα δεν ανατρέπονται από το περιεχόμενον της από .......... συμπληρωματικής εκθέσεως αυτοψίας του επιδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος στην οποίαν χαρακτηρίζεται το εν λόγω ατύχημα, ως παράσυρση δίκυκλης μοτοσικλέτας από άγνωστο όχημα με άγνωστο οδηγό, διότι η έκθεση αυτή συντάχθηκε κατόπιν της από 1-11-2000 αιτήσεως - υπομνήματος της ενάγοντος προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών (κατατεθείσας μετά πάροδο ενός περίπου έτους από του ατυχήματος) και της, βάσει αποκλειστικά του περιεχομένου της αιτήσεως εκείνης, παραγγελθείσας από τον εν λόγω Εισαγγελέα προς τον Αστυνόμον Τροχαίας Γλυφάδας συμπληρωματικής προανακρίσεως και διορθώσεως της από ..........

αρχικής εκθέσεως αυτοψίας, ως άνω, χωρίς να θίγεται η διαλαμβάνουσα την περί "εκτροπής" της μοτοσικλέτας δήλωση του παθόντος στην αρχική έκθεση και χωρίς να υπάρχουν καινούργια ευρήματα ή μαρτυρικές καταθέσεις." Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων αποδίδοντας την αυξημένη κατά τα άρθρα 438 και 455 ΚΠολΔ (βλ.

και άρθρο 152 εδ. 2 ΚΠοινΔ) αποδεικτική δύναμη στην πρώτη από τις πιο πάνω συνταχθείσες εκθέσεις αυτοψίας, αφού αυτή πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 149 ΚΠοινΔ δηλαδή συντάχθηκε στον τόπο όπου είχε λάβει χώρα η πράξη και η δήλωση που βεβαιώνεται σ' αυτήν και στον ίδιο το χρόνο της ενέργειας. Επομένως ο πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων (κατά το δεύτερο σκέλος του), με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί δεν δέχτηκε ότι και η συμπληρωματική ως άνω έκθεση αυτοψίας αποτελεί πλήρη απόδειξη για όσα βεβαιώνονται σ' αυτήν, για το χαρακτηρισμό δηλαδή του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος ως παράσυρσης της δίκυκλης μοτοσικλέτας του ενάγοντος από άγνωστο οδηγό, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος.

VI. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Σύμφωνα, με το λόγο αυτό θα πρέπει το δικαστήριο της παραπομπής να μη συμμορφώθηκε με το κριθέν από την αναιρετική απόφαση νομικό ζήτημα που μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 79/1998), αφού η παραπομπή μπορεί να λάβει χώραν κατόπιν αναιρέσεως της αποφάσεως για ουσιαστικό ή δικονομικό λόγο.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 581 παρ. 2 ΚΠολΔ "η υπόθεση συζητείται (στο δικαστήριο της παραπομπής), μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση". Συναφής είναι και η διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΠολΔ κατά την οποία "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφ' όσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση".

Τα όρια αυτά δεν προσδιορίζονται μόνο από το διατακτικό της απόφασης, αλλά κυρίως από το αιτιολογικό της. Αν η αναιρεθείσα απόφαση είχε ένα μόνο κεφάλαιο, πρόβλημα ορίων δεν τίθεται. Οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε. Επίσης αν η αναιρεθείσα απόφαση είχε πλείονα κεφάλαια και εχώρησε αναίρεση για όλα, δεν τίθεται πρόβλημα ορίων.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ως δικαστήριο της παραπομπής, μετά την αναίρεση, με την υπ' αριθ. 742/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου της προηγούμενης υπ' αριθ. 7078/2005 αποφάσεώς του και την παραπομπή σ' αυτό (Εφετείο Αθηνών) της υποθέσεως αυτής. Η αναιρέσασα την προηγούμενη απόφαση του Εφετείου ως άνω υπ' αριθ. 742/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, όπως από αυτήν προκύπτει, αναίρεσε την απόφαση αυτή (7078/2005 του Εφετείου Αθηνών) στο σύνολο της (κατά παραδοχή των εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 γ΄ πρώτου, τρίτου και πέμπτου συναφών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως επί της οποίας έκρινε και οι οποίοι συνίσταντο στο ότι από τις διαβεβαιώσεις και αιτιολογίες της προσβαλλόμενης (τότε) αποφάσεως δεν καθίστατο απολύτως βέβαιο, ότι για το κρίσιμο ζήτημα της εμπλοκής στο ατύχημα και της υπαιτιότητας άγνωστου οδηγού αυτοκινήτου "το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά έγγραφα τα οποία προσεκόμισε και με τις κατατεθείσες στην έκκλητη δίκη προτάσεις του επικαλέσθηκε, ήτοι: 1) το με αριθ.

πρωτ. ............. έγγραφο της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ, όπου αναφέρεται ότι την 10.12.1999 στο σημείο του ατυχήματος το προς.......... ρεύμα κυκλοφορίας της παραλιακής λεωφόρου .......... αποτελείτο από τρείς (3) λωρίδες κυκλοφορίας συνολικού πλάτους 10,50 μέτρων β) τα με αριθ. πρωτ. ............. και ....................

πιστοποιητικά του νοσοκομείου "ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟΥ ΒΟΥΛΑΣ", όπου αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων, μεταφερθείς την 10-12-1999 και περί ώραν 09.40΄ στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών και Θεμφανίζων απώλεια πρόσφατης μνήμης, διεκομίσθη με μάσκα οξυγόνου στο αγγειοχειρουργικό τμήμα, γεγονός που επιβάλλει ειδική αξιολόγηση της διαπιστώσεως που διαλαμβάνεται στην από ...............

έκθεση αυτοψίας, ότι δηλαδή η πρόσκρουση και ανατροπή της μοτοσικλέτας προσδιορίζεται, πλην άλλων, και "βάσει των δηλώσεων του οδηγού" και γ) τις απεικονίζουσες τον τόπο του ατυχήματος έγχρωμες φωτογραφίες, όπου το προς ......... ρεύμα της άνω παραλιακής λεωφόρου εμφαίνεται με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας και, πριν από το κέντρο διασκεδάσεως "Βο", με μια εσοχή, η οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, έχει διαμορφωθεί και χρησιμοποιείται για την στάση των λεωφορείων.

Οι αμφιβολίες για την συνεκτίμηση, των ως άνω αποδεικτικών εγγράφων δημιουργούνται, όχι μόνο από την παράλειψη ειδικής αξιολογήσεως των εν λόγω εγγράφων από το Εφετείον, αλλά και, κυρίως από τις παραδοχές του: α) ότι το προς .......... ρεύμα της ως άνω παραλιακής λεωφόρου, πριν από τον οικοδομικό αριθμό 12, αποτελείται από τέσσερις λωρίδας κυκλοφορίας, β) ότι ο αναιρεσείων εκινείτο με τη μοτοσικλέτα του στην πρώτη από δεξιά των τεσσάρων λωρίδων κυκλοφορίας και γ) ότι ο συντάξας την με χρονολογία .........

και από ώρα 09.45΄ έως 11.50΄ έκθεση αυτοψίας "ήλθε σε επικοινωνία με τον ενάγοντα, πιθανόν στο νοσοκομείον". Όμως οι διατυπούμενες αυτές αιτιολογίες που οδήγησαν στην κρίση του Δικαστηρίου, ότι δεν καθίστατο απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο για το ως άνω κρίσιμο ζήτημα της εμπλοκής στο ατύχημα και της υπαιτιότητας αγνώστου οδηγού αυτοκινήτου έλαβε υπόψη και τα άνω αναφερόμενα έγγραφα με αποτέλεσμα να γίνει δεκτή, κατά τους άνω λόγους αναίρεσης η αίτηση εκείνη και να αναιρεθεί η προηγούμενη (προσβαλλόμενη τότε), υπ' αριθ. 7078/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών στο σύνολό της, δεν αποτελούν και τα κατά την έννοια του άρθρου 582 παρ. 2 ΚΠολΔ όρια συζητήσεως της υποθέσεως στο δικαστήριο της παραπομπής, αφού μετά την αναίρεση της απόφασης αυτής στο σύνολό της οι διάδικοι επανήλθαν στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε.

Επομένως ο δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων, ότι το Εφετείο με το να μη συζητήσει την υπόθεση, μετά την κατά τα στην παραπομπή της σ' αυτό, μέσα στα ως άνω επικαλούμενα "όρια" της αναιρετικής απόφασης (ενώ τέτοια όρια δεν υφίστανται εν προκειμένω), είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος.

VII. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 5-3-2007 αίτηση του Χ1 και τους από 20-4-2007 πρόσθετους λόγους του, για αναίρεση της 337/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουλίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση ακροατήριό του στις 26 Ιουλίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ