Supreme Court allows appeal against debt restructuring decision for insufficient evidence of fraudulent insolvency.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against a final debt restructuring decision, finding the lower court erred in accepting the debtor's insolvency without sufficient proof of fraud. The court ruled that the first-instance judgment violated substantive law by relying on fewer elements than required by the relevant statute. Consequently, the appealed decision was annulled and the case remitted for retrial with a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1 para. 1 of Law 3869/2010 and 330 of the Civil Code; The court must verify all statutory elements of fraudulent insolvency, and a finding of insolvency based on insufficient evidence constitutes a violation of substantive law requiring annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 183 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 183/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Aθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Α. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Γκάβαλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή, που δήλωσε στο ακροατήριο, καθώς και με τις από 8-11-2021 κατατεθείσες προτάσεις του την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, για την 2η εμφανίστηκε η δικηγόρος Δήμητρα Αλεξίου και δήλωσε ότι παρίσταται για την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και το δ.τ. "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ειδικό εκκαθαριστή της ως άνω αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "...", ενώ η 3η δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-3-2012 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου κύρια παρέμβαση της ήδη 3ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 431/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5319/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-10-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Aθανάσιο Τσουλό, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 10/10/2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του Κ.Πολ.Δικ., σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010), υπ` αριθμ. 5319/2019 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ερήμην των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων.
Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλομένη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 153/2017).
Από τη προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα υπ` αριθμ. 7354Γ/4-3-20 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Π. Ν. προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης για αναίρεση της προαναφερόμενης απόφασης του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 19.3.2021, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον αναιρεσείοντα, ο οποίος επισπεύδει την συζήτηση, στη τρίτη των αναιρεσιβλήτων.
Κατά την εν λόγω δικάσιμο της 19.3.2021 η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των εκτάκτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊου COVID-19, οπότε ορίσθηκε αυτεπαγγέλτως με την από 13.5.21 πράξη της προέδρου του Δ τμήματος ως νέα ημέρα συζήτησης της υπόθεσης η προκείμενη (5.11.21), της εγγραφής της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύουσας ως κλήτευσης όλων των διαδίκων κατ'άρθρο 83 παρ. 2 Ν. 4790/2021.
Η εν λόγω όμως αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκε, ούτε έλαβε μέρος με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο στην συζήτηση αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο.
Συνεπώς, παρά την απουσία της, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση της υπόθεσης (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.).
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί, συμφώνως και με τα προεκτεθέντα, νομότυπα (άρθρα 552, 553 παρ. 1, 556, 558, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ. σε συνδ. 741 και 769 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ), επισημαινόμενου περαιτέρω και του ότι στη θέση της αρχικώς πρώτης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος της η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...", λόγω διασπάσεως της πρώτης με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας της και σύσταση της δεύτερης τραπεζικής εταιρείας (άρθρο 16 ν. 2515/1997 και άρθρα 57 παρ. και 59-74 του ν. 4601/2019).
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της υποπαρ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της υποπαρ.
Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ., που ορίζει ότι "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.
Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει αυτήν.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ. Α.Π. 4/2010, Ολ. Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1446/2018). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (Α.Π. 677/2010).
Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσης του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλομένου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής.
Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017).
Η τελευταία περίπτωση συντρέχει και όταν ο οφειλέτης, εν γνώσει του, χειροτερεύει την οικονομική του θέση με τρόπο που δεν συνάδει με την περιουσία του, το εισόδημά του και τη γενικότερη θέση του και συγκεκριμένα όταν δεν φροντίζει για τη διατήρηση του ενεργητικού της περιουσίας του και τη σωστή διαχείρισή του ή όταν προβαίνει σε κατασπατάληση του εισοδήματος του ή των περιουσιακών του στοιχείων, με αποτέλεσμα να μειώνει τη δυνητική ροή ρευστότητας που διαθέτει.
Εξάλλου, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο δόλος του οφειλέτη πρέπει να συνδέεται με την πρόκληση της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας να εξοφλήσει τα χρέη του, δηλαδή η πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας πρέπει να οφείλεται σε δόλο του. Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ.
άρθρο 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να τον αποδείξει (Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (Α.Π. 1299/ 2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα).
Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη και, επομένως, παραδεκτή, κατά το άρθρο 262 του Κ.Πολ.Δ., η ένσταση της πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων των προς αυτήν χρηματικών οφειλών από ενδεχόμενο δόλο, με την έννοια ότι συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές τους δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών του και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, πρέπει να αναφέρει:
α) τα τραπεζικά προϊόντα που ο οφειλέτης συμφώνησε, το αρχικό και τελικό ύψος αυτών, β) το χρόνο που τα συμφώνησε, γ) τις οικονομικές δυνατότητες αυτού, κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, καθώς και δ) ότι, με βάση τα ως άνω οικονομικά δεδομένα, προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (Α.Π. 1174/2019, Α.Π. 515/2018).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α` του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 31/2009, Α.Π. 757/2015). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 52/2019, Α.Π. 551/2018, Α.Π. 1753/2017). Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής ή της ένστασης στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας, αντιστοίχως, νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο αγωγή ή ένσταση.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ` αυτές όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός τους, τα πραγματικά δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 860/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ήδη αναιρεσείων με την από 5.3.2012 αίτησή του, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, επικαλούμενος ότι είναι φυσικό πρόσωπο χωρίς εμπορική ιδιότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των προς τις καθ' ων ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του, ζήτησε να επικυρωθεί το προτεινόμενο από αυτόν σχέδιο διευθετήσεως οφειλών, άλλως να γίνει ρύθμιση από το δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 3869/2010 και να εξαιρεθεί από τη ρευστοποίηση η κύρια κατοικία του, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 2 του ίδιου νόμου, ώστε με την τήρηση της ρύθμισης να επέλθει απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών του.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 431/2014 απόφασή του, απέρριψε την αίτηση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, κατ'αποδοχή της προβληθείσας από την πρώτη των καθών και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων τραπεζών ένστασης περί του ότι ο αιτών δολίως περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Ειδικότερα η πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με τις από 20.02.2014 προτάσεις της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών προέβαλε, μεταξύ άλλων, την ένσταση της δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμής, εκθέτοντας σχετικώς με την ως άνω (γενομένη δεκτή) ένστασή της, τα ακόλουθα: "Επικουρικώς, λοιπόν, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του οφειλέτη.
Εν προκειμένω ο αντίδικος ουδόλως αναφέρει την υπαιτιότητα του ως προς την περιέλευσή του σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής. Επίσης σε κανένα σημείο ο αντίδικος δεν εξηγεί ποιο είναι το γεγονός που μεσολάβησε ώστε να περιέλθει σε αδυναμία πληρωμής, διότι φυσικά το γεγονός ότι, απλώς υπερχρεωνόταν χωρίς σημαντικό λόγο είναι απλώς απόδειξη της βαριάς υπαιτιότητάς του. Επίσης, σε κανένα σημείο ο αντίδικος δεν αναφέρει τις ενέργειες στις οποίες προέβη προκειμένου να περιορίσει τα έξοδά του και να αυξήσει τα εισοδήματά του και να εξοικονομήσει χρήματα για την αποπληρωμή των οφειλών του. Ουδαμού αναφέρεται στο γεγονός ότι ενώ γνώριζε με βεβαιότητα τα εισοδήματά του, δημιουργούσε συνεχώς νέες οφειλές και υπερχρεωνόταν, ενώ γνώριζε επίσης ότι δεν είχε και δεν θα είχε ούτε στο μέλλον τη δυνατότητα να ανταποκριθεί στις οφειλές... Επιπροσθέτως ο δόλος που επικαλούμαι δεν αφορά μόνο τη σύναψη των συμβάσεων εκ μέρους της απούσας, αλλά συνίσταται και στην χρήση της ανοικτής πιστώσεως στην οποία προέβη η αντίδικος, δηλ. αναφέρεται και στο μετά την ανάληψη των χρεών του διάστημα. Επίσης σε κανένα σημείο ο αντίδικος δεν αναφέρει τις ενέργειες στις οποίες προέβη προκειμένου να περιορίσει τα έξοδά του, να αυξήσει τα εισοδήματά του και να εξοικονομήσει χρήματα για την αποπληρωμή των οφειλών του...
Συνεπώς ο αιτών περιήλθε σε κατάσταση αδυναμία πληρωμής, καθόσον δημιουργούσε νέα χρέη, ενώ γνώριζε ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί σε αυτά. Εκ των ανωτέρω αποδεικνύεται δόλια περιέλευσή του σε αδυναμία πληρωμής, καθόσον γνώριζε με ακρίβεια τα εισοδήματα και παρ' όλα αυτά αναλάμβανε νέες υποχρεώσεις, ενώ γνώριζε ότι δεν θα ήταν σε θέση να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του και έκανε χρήση αυτών όχι για ικανοποίηση άμεσων βιοτικών αναγκών".
Κατά της εν λόγω απόφασης ο αιτών άσκησε την από 15/10/2014 έφεση του, παραπονούμενος για την αποδοχή της προταθείσας από την καθής ως άνω ένστασης της, παρά την αοριστία και την αβασιμότητά της.?Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα του συναφούς αναιρετικού λόγου, πραγματικά περιστατικά: "Ο εκκαλών-αιτών ήταν κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης 35 ετών, άγαμος, χωρίς τέκνα, φιλοξενούμενος από τη γιαγιά του στην οικεία της στο ...
και εργαζόταν ως ιδιωτικός υπάλληλος στην επιχείρηση τυπογραφείου του Θ. Σ., λαμβάνοντας μηνιαίο μισθό 350 ευρώ, ενώ κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης εργαζόταν ως ιδιωτικός υπάλληλος στην επιχείρηση εργαστηρίου φωτογραφιών και διαφανειών του Ι. Κ., με μισθό 700 ευρώ μηνιαίως και όταν απολύθηκε από εκεί, έλαβε αποζημίωση ποσού 1.641,03 ευρώ και λάμβανε για ένα έτος επίδομα ανεργίας ποσού 360 ευρώ μηνιαίως.
Επίσης, ο εκκαλών, κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης διέθετε τα παρακάτω περιουσιακά στοιχεία: α) την ψιλή κυριότητα ενός διαμερίσματος εμβαδού 53 τ.μ., του πρώτου ορόφου της πολυκατοικίας που βρίσκεται στο ... ν. ... στην οδό ... και β) την κυριότητα μίας δίκυκλης μοτοσικλέτας, μάρκας Ducati Monster, 695 κ.εκ., με έτος πρώτης κυκλοφορίας το 2007.
Εξάλλου, ο εκκαλών κατάρτισε με τις πιστώτριες τράπεζες (τις δύο πρώτες εφεσίβλητες και την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", της οποίας ειδική διάδοχος είναι η τρίτη εφεσίβλητη) τις παρακάτω συμβάσεις δανείων και καρτών, βάσει των οποίων η συνολική οφειλή του κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης ανερχόταν στο ποσό των 84.860,48 ευρώ και για την εξυπηρέτηση των οποίων έπρεπε να καταβάλλει μηνιαίως το ποσό των 1.500 ευρώ περίπου: 1) στην πρώτη εφεσίβλητη:
α) βάσει της υπ' αριθμ. ... σύμβασης καταναλωτικού δανείου όφειλε το ποσό των 2.901,04 ευρώ και β) βάσει της υπ' αριθμ. ... σύμβασης πιστωτικής κάρτας όφειλε το ποσό των 3.361,04 ευρώ, 2) στη δεύτερη εφεσίβλητη, βάσει της υπ' αριθμ. 384/209 σύμβασης καταναλωτικού δανείου όφειλε το ποσό των 72.981,68 ευρώ, απαίτηση που είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης και 3) στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", της οποίας ειδική διάδοχος είναι η τρίτη εφεσίβλητη, βάσει της υπ' αριθμ. 31545080 σύμβασης προσωπικού δανείου, όφειλε το ποσό των 5.616,72 ευρώ.
Τα έτη 2007, 2008, 2009, 2010, 2011 και 2012 είχε μέσο καθαρό μηνιαίο εισόδημα 537,50 ευρώ, 759,14 ευρώ, 701,13 ευρώ, 809,70 ευρώ, 809,20 ευρώ και 669,57 ευρώ αντίστοιχα, επομένως, τα εισοδήματά του δεν μπορούσαν να καλύψουν τις μηνιαίες δανειακές υποχρεώσεις του ήδη από την κατάρτιση της πρώτης δανειακής σύμβασης και κατά τη διάρκεια του επόμενου χρονικού διαστήματος που δημιούργησε και τις υπόλοιπες υποχρεώσεις του προς τις πιστώτριες τράπεζες, βρισκόταν σε αδυναμία πληρωμής των χρεών του, γεγονός που πρόβλεψε ο ίδιος ως πιθανό, αφού ήταν προδήλως αδύνατη η αποπληρωμή τους βάσει των εισοδημάτων του εξαρχής και όχι από λόγους που προέκυψαν μεταγενέστερα, έκτακτους και απρόβλεπτους κατά τον χρόνο της ανάληψης των χρεών, και ο εκκαλών αποδέχθηκε αυτό το αποτέλεσμα, δηλαδή περιήλθε με ενδεχόμενο δόλο σε αδυναμία πληρωμής των οφειλών του.
Ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι πίστευε πως ήταν σε θέση να εξυπηρετήσει τα χρέη του αυτά επειδή είχε συμφωνήσει με τον πατέρα του να συμβάλλει και ο τελευταίος στην καταβολή των δόσεων, δεδομένου ότι ήταν συνοφειλέτης στο μεγαλύτερο από τα δάνεια και ο εκκαλών κατάρτισε όλες τις επίδικες συμβάσεις για να μπορέσει ο πατέρας του να εξοφλήσει μέρος των χρεών που είχε δημιουργήσει λόγω του εθισμού του στα τυχερά παίγνια.
Αυτός ο ισχυρισμός όμως δεν είναι βάσιμος, αφού δεν είναι δυνατόν να πίστευε ο εκκαλών ότι ο πατέρας του θα ήταν σε θέση να συμβάλλει στην εξυπηρέτηση των επίδικων χρεών, ενώ ήταν υποχρεωμένος να καταβάλλει δικά του χρέη, τα οποία ανέρχονταν σε συνολικό ποσό άνω των 100.000 ευρώ και χωρίς ο εκκαλών να έχει καμία βάσιμη βεβαιότητα ότι ο πατέρας του είχε απεξαρτηθεί από τον προαναφερόμενο εθισμό του και δεν επρόκειτο να δημιουργήσει λόγω αυτού και νέα χρέη".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δικαστήριο δέχθηκε ως και κατ` ουσίαν βάσιμο τον ισχυρισμό της εφεσίβλητης πιστώτριας και ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων ότι ο αιτών-εκκαλών και ήδη αναιρεσείων περιήλθε εκ δόλου σε αδυναμία πληρωμών και ως εκ τούτου απέρριψε κατ' ουσίαν τη προαναφερόμενη έφεση αυτού κατά της πρωτόδικης 431/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει ομοίως.
Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, όμως, η προβληθείσα ως άνω ένσταση είναι απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, διότι η ως άνω εφεσίβλητη πιστώτρια τράπεζα και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων, η οποία είχε, κατά το νόμο, το βάρος της επίκλησης και απόδειξης του δόλου του οφειλέτη, παρέλειψε, κατά την προβολή της ένστασης της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, να αναφέρει:
α) το αρχικό και τελικό ύψος των τραπεζικών προϊόντων που ο οφειλέτης συμφώνησε να λάβει, β) το χρόνο που τα συμφώνησε και τα έλαβε, γ) τα εισοδήματά του κατά το χρόνο λήψης των δανείων, δ) τη μηνιαία δόση που έπρεπε να καταβάλει, ε) τα έξοδα διαβίωσης του και κυρίως τις οικονομικές δυνατότητες αυτού κατά το χρόνο δημιουργίας των οφειλών (ή τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες), ώστε με βάση τα δεδομένα αυτά να καταστεί δυνατόν να κριθεί αν πρόβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Κρίνοντας, επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριό ως ορισμένη και παραδεκτή την προβληθείσα από την ως άνω αναιρεσίβλητη ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων, που είχε γίνει δεκτή πρωτοδίκως και είχε επαναφερθεί ενώπιον του Εφετείου, παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 "περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων" και 330 του Α.Κ, διότι αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010.
Συνεπώς, ο συναφής πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης, που αφορούν στο αυτό κεφάλαιο της προσβαλλομένης απόφασης (μόνιμη αδυναμία πληρωμών των χρεών του αναιρεσείοντος, εξαιτίας του δόλου του), καθ' όσον η αναιρετική εμβέλεια του παραπάνω λόγου (που έγινε δεκτός) στο σύνολο της προσβαλλομένης με την αναίρεση αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λόγων αυτών (λοιπών), η παραδοχή των οποίων οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα.
Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμου του προαναφερομένου λόγου της, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, σ' αυτόν (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 πού ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Στην παρούσα απόφαση δεν περιλαμβάνεται διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π. 156/2018, Α.Π. 1208/2017, Α.Π. 636/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 5319/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο παραπάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
ΔΙΑΤΑΖΕΙ την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που έχει καταθέσει.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ