Legislator Case Law & Legislation
183/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against traffic accident verdict due to lack of procedural defects and upholds liability findings.

Case Number 183/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the lower court's traffic accident verdict, finding no procedural errors or factual mistakes. The court confirmed the lower court correctly established the sole negligence of the bus driver and the lack of liability for the tractor driver based on the evidence. Consequently, the appeal was rejected as baseless, the appeal bond was returned, and the appellant was ordered to pay the costs of the participating insurance office.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576, 559, 591, 495 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals for procedural defects and factual errors, dismissing them when the lower court's reasoning is sound and the appellant fails to demonstrate a violation of these statutory requirements.

Keywords

AI generated
traffic accident liability supreme court appeal procedural defect review negligence determination costs of litigation insurance company appeal traffic law application

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1-2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraphs 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 paragraph 1, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 12/2020
Supreme Court Case 548/2020
Supreme Court Case 418/2019
Supreme Court Case 1049/2017
Supreme Court Case 1753/2017
Supreme Court Case 1747/2017
Supreme Court Case 242/2015

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 183 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 183/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Χέλμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Β. Ρ. του Χ., 3) Α. Π. του Θ., 4) Μ. - Ε. Α., κατοίκων …, 5) Κ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 6) Π. Κ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 7) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (ΓΔΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Ταμπαλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 28-7-2014 (αρ. εκθ. κατ. Μει 122/2014 και Μει 125/2014) αγωγές των ήδη 1ης, 2ου και 3ης και 4ης, 5ου και 6ης των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου και συνεκδικάστηκαν με τις από 13-10-2014 (αρ. εκθ. κατ. Μει 153/2014 και Μει 156/2014) παρεμπίπτουσες αγωγές του ήδη 7ου αναιρεσιβλήτου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 122/2017 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-10-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και το 7ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 12/2020 , ΑΠ 548/2020, ΑΠ 418/2019, ΑΠ 1049/2017, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 242/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. 6132Γ'/9-7-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος Χ. Λ., τις υπ' αριθμ. 6072 Β'/10-7-2019 και 6062 Β'/10-7-2019 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος Χ. Ρ., την υπ' αριθμ. 6526 Γ'/9-7-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος Β.

Λ., την υπ' αριθμ. 6063 Β'/10-7-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος Χ. Ρ., την υπ' αριθμ. 6128 Γ'/9-7-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος Χ. Λ., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 2-10-2017 και καταχωρηθείσας στο Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 18/4-10-2017 αίτησης αναιρέσεως κατά της υπ' αρ. 122/2017 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μον.

Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος , με την στη συνέχεια αυτής υπ' αρ. 973/ 28-6-2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Δ' Τμήματος αρμοδίου για την εκδίκαση της παρούσας αίτησης αναίρεσης ,την από 28-6-2019 πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας (2-10-2020) προς συζήτηση της προκείμενης υπόθεσης , μαζί με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της επισπεύδουσας τη συζήτηση αναιρεσείουσας , στους πρώτη, δεύτερο, τρίτη, τέταρτη, πέμπτο και έκτη των αναιρεσιβλήτων ,ήτοι αντιστοίχως στους Α.

Σ. , Β. Ρ. , Α. Π. , Μ.- Ε. Α., Κ. Τ. και Π. Κ., οι οποίοι ωστόσο δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη δικάσιμο αυτή. Κατά συνέπεια, αφού οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την εν λόγω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.

Από τη διάταξη του άρθρου 553 § 1 ΚΠολΔ , που ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση", προκύπτει ότι απόφαση η οποία έχει εκδοθεί ερήμην δεν υπόκειται σε αναίρεση, εφόσον μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας. Εξάλλου, από το συνδυασμό δε της διάταξης του άρθρου 553 § 1β με αυτές των άρθρων 74, 75 §§ 1 και 2 και 76 § 1 ΚΠολΔ.

Προκύπτει ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και όταν ενάγονται περισσότεροι του ενός ως εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, η οριστική απόφαση που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 688/2019, ΑΠ 965/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση η κρινόμενη από 2-10-2017 και καταχωρηθείσα στο Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 18/4-10-2017 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αρ. 122/2017 αποφάσεως του Μον. Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος , που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρο 681Α ΚΠολΔ.) ερήμην του 1ου εφεσιβλήτου- 1ου εναγομένου Δ.

Π. και της 2ης εφεσίβλητης - 2ης εναγομένης '' ΚΤΕΛ Αιτωλοακαρνανίας Α.Ε.'' (οι οποίοι αμφότεροι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη ) και κατ' αντιμωλία των λοπών διαδίκων , έχει ασκηθεί παραδεκτά (553 § 1 ΚΠολΔ ), λαμβανομένου υπ όψη ότι τους εφεσιβλήτους και εναγόμενους ως εις ολόκληρον ευθυνόμενους από αδικοπραξία στην δίκη επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση συνδέει απλή ομοδικία, ώστε συνακόλουθα, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, η προσβαλλόμενη υπ' αρ. 122/2017 απόφαση του Μον.

Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος έχει καταστεί τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου, συνακόλουθα έχει καταστεί τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι της εκάστου των τώρα αναιρεσιβλήτων (κατ'αντιμωλία δικασθέντων στην προσβαλλόμενη) και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση ως προς τους ως άνω ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη (ήδη αναιρεσιβλήτους στην προκείμενη δίκη), ανεξαρτήτως αν έγινε ή όχι τελεσίδικη ως προς τους ερήμην δικασθέντες απλούς ομοδίκους (γεγονός που δεν προκύπτει από τον φάκελο της δικογραφίας) .

Συνεπώς η κρινόμενη από 2-10-2017 και καταχωρηθείσα στο Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 18/4-10-2017 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αρ. 122/2017 αποφάσεως του Μον. Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος , που έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚπολΔ.), πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 του ίδιου Κώδικα).

Περαιτέρω και αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, από την επιτρεπτή κατ` άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ. επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι

Α) οι ενάγοντες ( τώρα 1η, 2ος και 3η των αναιρεσιβλήτων) άσκησαν κατά του 1ου εναγομένου Δ. Π. , της 2ης εναγομένης '' ΚΤΕΛ Αιτωλοακαρνανίας Α.Ε.'' (οι οποίοι αμφότεροι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη), της 3ης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία '' Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ '' , και του 4ου εναγομένου Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία '' ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Γ.Δ.Α.) ''(ήδη 7ου αναιρεσίβλητου), ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου , την από 28-7-2014 και με αρ. κατ. Μει122/1-8-2014 κύρια αγωγή τους , ζητώντας να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των ως άνω εναγομένων να καταβάλλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, στους ως άνω ενάγοντες, τα αναλυτικά αναγραφόμενα στην αγωγή ποσά για αποζημίωσή τους και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης , συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που από υπαιτιότητά τους προκάλεσαν οι εναγόμενοι και το οποίο είχε ως συνέπεια την πρόκληση υλικών βλαβών και σωματικών βλαβών στους ενάγοντες κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα ,

Β) το ως άνω 4ο εναγομένο Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία '' ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Γ.Δ.Α.) ''(ήδη 7ο αναιρεσίβλητο) και παρεμπιμπτόντως ενάγον άσκησε κατά του ως άνω 1ου εναγομένου Δ. Π. , της ως άνω 2ης εναγομένης '' ΚΤΕΛ Αιτωλοακαρνανίας Α.Ε.'' (οι οποίοι αμφότεροι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη ) και της ως άνω 3ης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ''Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ'' , επίσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου , την από 13-10-2014 και με αρ. κατ. Μει153/15-10-2014 παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως , ζητώντας τα σε αυτή αναγραφόμενα ,

Γ) οι επίσης κυρίως ενάγοντες α) Μ.-Ε. Α., ) Κ. Τ. και ) Π. Κ. (τώρα 4η, 5ος και 6η των αναιρεσιβλήτων) άσκησαν κατά του ίδιου ως άνω 1ου εναγομένου Δ. Π. , της ίδιας ως άνω 2ης εναγομένης '' ΚΤΕΛ Αιτωλοακαρνανίας Α.Ε.'' (οι οποίοι αμφότεροι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη ), της ίδιας ως άνω 3ης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία '' Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ '', και του ίδιου ως άνω 4ου εναγομένου Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία '' ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Γ.Δ.Α.) ''(ήδη 7ου αναιρεσίβλητου), ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου , την από 28-7-2014 και με αρ. κατ. Μει125/1-8-2014 κύρια αγωγή τους , ζητώντας να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των ως άνω εναγομένων να καταβάλλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, στους ως άνω ενάγοντες, τα αναλυτικά αναγραφόμενα στην αγωγή ποσά για αποζημίωσή τους και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία του ίδιου τροχαίου ατυχήματος που από υπαιτιότητά τους προκάλεσαν οι εναγόμενοι και το οποίο είχε ως συνέπεια την πρόκληση υλικών βλαβών και σωματικών βλαβών στους ενάγοντες κατά τα στην ως άνω κύρια αγωγή εκτιθέμενα.

Δ) το ως άνω 4ο εναγομένο Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία '' ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Γ.Δ.Α.) ''(ήδη 7ο αναιρεσίβλητο) και παρεμπιμπτόντως ενάγον άσκησε κατά του ως άνω 1ου εναγομένου Δ. Π. , της ως άνω 2ης εναγομένης '' ΚΤΕΛ Αιτωλοακαρνανίας Α.Ε.'' (οι οποίοι αμφότεροι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη ) και της ως άνω 3ης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία '' Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ '' , επίσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου , την από 13-10-2014 και με αρ. κατ. Μει156/15-10-2014 παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως , ζητώντας τα σε αυτή αναγραφόμενα.

Επί των ως άνω συνεκδικασθεισών κυρίων και παρεμπιπτουσών αγωγών εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων η οριστική υπ’ αριθμ. 19/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, με την οποία , κατά τα σε αυτήν αναλυτικά εκτιθέμενα,

Α) έγινε εν μέρει δεκτή η από 28-7-2014 και με αρ. κατ. Μει122/1-8-2014 κύρια αγωγή,

Β) έγινε εν μέρει δεκτή η από 13-10-2014 και με αρ. κατ. Μει153/15-10-2014 παρεμπίπτουσα αγωγή,

Γ) έγινε εν μέρει δεκτή η από 28-7-2014 και με αρ. κατ. Μει125/1-8-2014 κύρια αγωγή και

Δ) έγινε εν μέρει δεκτή η από 13-10-2014 και με αρ. κατ. Μει156/15-10-2014 παρεμπίπτουσα αγωγή.

Κατά της ανωτέρω αποφάσεως του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου

Ι) οι ως άνω ενάγοντες των αντιστοίχως με αρ. κατ. Μει122/1-8-2014 και με αρ. κατ. Μει125/1-8-2014 κυρίων αγωγών άσκησαν την από 25.8.2016 και με αρ. κατάθ. 50/2016 έφεσή τους , κατά όλων των ως άνω κυρίως εναγομένων ,

ΙΙ) το προαναφερθέν 4ο εναγόμενο των ως άνω κυρίως αγωγών και παρεμπιπτόντως ενάγον Ν.Π.Ι.Δ. άσκησε την από 21.12.2016 και με αρ. κατάθ. 59/2016 έφεσή του, κατά όλων των κυρίως εναγόντων και των συνεναγομένων του ,

ΙΙΙ) η αντεκκαλούσα 3η εναγομένη- παρεμπιπτόντως εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία '' Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ '' άσκησε

α) κατά των εναγόντων της με αρ. κατ. Μει122/1-8-2014 κυρίας αγωγής (ήδη 1ης , 2ου και 3ης των αναιρεσιβλήτων) και

β) κατά του 4ου κυρίως εναγομένου - παρεμπιπτόντως ενάγοντος και ήδη 7ου αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία '' ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Γ.Δ.Α.) '' τις από 25.1.2017 αντεφέσεις του , με ιδιαίτερα δικόγραφα, οι οποίες ασκήθηκαν άπασες ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος .

Επί των ως άνω εφέσεων και αντεφέσεων εξεδόθη η προσβαλλόμενη υπ' αρ. 122/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, που, αφού κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 25.8.2016 και με αρ. κατάθ. 50/2016 έφεσης κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της 2ης εφεσίβλητης '' ΚΤΕΛ Αιτωλοακαρνανίας Α.Ε.'' (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη), συνεκδίκασε τις ως άνω εφέσεις και αντεφέσεις ερήμην των εφεσιβλήτων Δ. Π. και '' ΚΤΕΛ Αιτωλοακαρνανίας Α.Ε.'' (που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη) και κατ' αντιμωλία των λοιπών διαδίκων , απέρριψε εν μέρει ως απαράδεκτη τη με αριθμ. 3/2017 αντέφεση , δέχθηκε κατά τα λοιπά τυπικά τις ως άνω εφέσεις και αντεφέσεις, απέρριψε κατ' ουσίαν τις αντεφέσεις, δέχθηκε τις ως άνω εφέσεις ως κατ' ουσίαν βάσιμες, εξαφάνισε εν μέρει την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, διακράτησε (αντιστοίχως ) την υπόθεση , και στην συνέχεια , δικάζοντας επί των ως άνω κυρίων και παρεμπιπτουσών αγωγών, απέρριψε τις ως άνω κύριες αγωγές κατά το μέρος που στρέφονταν κατά του 4ου εναγομένου και ήδη 7ου αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία '' ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Γ.Δ.Α.) '', απέρριψε ως άνευ αντικειμένου τις ως άνω παρεμπίπτουσες αγωγές , και δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμες την υπ' αρ. 122/2014 αγωγή και την υπ' αρ. 125/2014 αγωγή.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 88/2019 ).

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη ( ΑΠ 88/2019 ) .

Αμέλεια, κατ` άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις .

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ,που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή στην επαύξηση της ζημίας του , ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα [ ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 270/2018].

Οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος [ΑΠ 270/2018].

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς [ΑΠ 270/2018 ] .Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος [ΑΠ 12/2020,ΑΠ 270/2018].

Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ., για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος [ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013].

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, δηλαδή για το ότι το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο [ ΑΠ 548/2020 , ΑΠ 403/2015, ΑΠ 1305/2014 ].

Περαιτέρω κατά την παρ. 1 του άρθρου 12 Κ.Ο.Κ. '' 1. Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.

Οι Οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, να επιδεικνύουν ιδιαίτερη προσοχή στα παιδιά, στους υπερήλικες, στα άτομα με ειδικές ανάγκες και γενικώς στα πρόσωπα που χρειάζονται βοήθεια και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών, στους παρόδιους ή στους κατοικούντες πλησίον αυτών .

Κατά δε την παρ. 3 του άρθρου 29 Κ.Ο.Κ. [Κίνηση οχημάτων σε αυτοκινητόδρομους, οδούς ταχείας κυκλοφορίας και σήραγγες ] << 1.....2.... 3. Εάν όχημα ακινητοποιηθεί αναγκαστικά επί του οδοστρώματος από βλάβη ή άλλη αιτία, ο οδηγός του υποχρεούται να καταβάλλει κάθε προσπάθεια να το μετακινήσει εκτός του οδοστρώματος, και, αν δεν μπορεί, να τοποθετήσει αμέσως την κατ` άρθρο 81 του παρόντος Κώδικα τριγωνική πινακίδα σε απόσταση 100 τουλάχιστον μέτρων πίσω από το όχημα ή την ειδική προειδοποιητική συσκευή σε κατάλληλη θέση και κατά τη νύχτα να έχει αναμμένα τα φώτα θέσης.

Αν το όχημα εξ αιτίας βλάβης ρυμουλκείται στον αυτοκινητόδρομο ή την οδό ταχείας κυκλοφορίας, υποχρεούται να εξέλθει αυτών οτην πρώτη έξοδο.4...>> .

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018 ).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν [ΑΠ 367/2020 , ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013].

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 367/2020).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 367/2020).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος., καθόσον ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε [.ΑΠ 367/2020, ΑΠ 548/2020]. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 367/2020) ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, (ΑΠ 367/2020 ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995) , οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 548/2020, ΑΠ 367/2020).

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, με την προσβαλλόμενη (εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ,και ήδη 614 αρ. 6) 122/2017 απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, αναφορικά με τα κρίσιμα και ουσιώδη για την ένδικη αίτηση αναίρεσης ζητήματα αφενός της υπαιτιότητας του εναγόμενου οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας … ΔΧ λεωφορείου (που ήταν ασφαλισμένο στην εφεσίβλητη -αντεκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία), και του οδηγού του προαναφερθέντος υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας … τράκτορα ( που ήταν συνδεδεμένος και έσυρε το υπ' αριθμ. Κυκλοφορίας … επικαθήμενο, τα οποία ήταν ασφαλισμένα αμφότερα στην αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρία GROUPAMA SINORTA A.S. ,που εκπροσώπησε και εκπροσωπεί το εκκαλούν - αντεφεσίβλητο και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο, εν Ελλάδι εδρεύον, Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία ''ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ'' ) ,αφετέρου της ύπαρξης ή μη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς ενός εκάστου των προαναφερθέντων οδηγών και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, τα εξής πραγματικά περιστατικά αυτολεξεί παρατιθέμενα : << Το ένδικο τροχαίο ατύχημα συνέβη στις 7.1.2014 και ώρα 15 : 45' περίπου στο 480,2 Km της Ε.Ο Αθηνών - Θεσσαλονίκης , όταν ο πρώτος εναγόμενος , Δ.

Π. , ως οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας … ΔΧ λεωφορείου, κυριότητας , νομής και κατοχής του ιδίου, το οποίο ήταν ενταγμένο στο δυναμικό της δεύτερης εναγομένης και των δύο αγωγών ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία '' ΚΤΕΛ Αιτωλοακαρνανίας'' και ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη και των δύο αγωγών ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία '' ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ'', εκτελούσε το έκτακτο δρομολόγιο με προορισμό από Αγρίνιο προς Θεσσαλονίκη μέσω Ιωαννίνων.

Η πλειοψηφία των επιβατών του εν λόγω λεωφορείου αποτελούνταν από νεαρά άτοµα και δη φοιτητές από την ευρύτερη περιοχή του Αγρινίου, οι οποίοι επέστρεφαν στις πόλεις όπου φοιτούσαν µετά το πέρας των διακοπών των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, µεταξύ δε αυτών και οι ενάγοντες αµφοτέρων των αγωγών.

Περί ώρα 15: 45 περίπου, ο πρώτος εναγόμενος έφθασε, οδηγώντας το ανωτέρω λεωφορείο, στη χ/θ 480,2 της Ν.Ε.Ο. Αθηνών-Θεσσαλονίκης, στο ύψος των Νέων Μαλγάρων, λίγο πριν τα διόδια, κινούµενος στο ρεύµα κατεύθυνσης προς Θεσσαλονίκη και στην άκρα δεξιά λωρίδα αυτής (κατεύθυνσης). Ήταν ηµέρα, επικρατούσε καλοκαιρία και το ασφαλτοστρωµένο οδόστρωµα ήταν ξηρό, η κίνηση των οχηµάτων συχνή, η κυκλοφορία των πεζών ανύπαρκτη και η ορατότητα δεν περιοριζόταναπό φυσικά ή τεχνητά εμπόδια , ενώ στο ανωτέρω σηµείο η Ν.Ε.Ο., Αθηνών- Θεσσαλονίκης είναι αυτοκινητόδροµος ταχείας κυκλοφορίας και διπλής κατεύθυνσης, µε πλάτος 11 μ.

ανά κατεύθυνση, µε τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση (3,7 µέτρων εκάστη), ανάµεσα στις οποίες (κατευθύνσεις) υφίσταται ασφάλτινο έρεισµα πλάτους 2 μ., είναι δε ευθεία και οριζόντια , όπως όλα τα ανωτέρω προκύπτουν σαφώς από την από 7.1.2014 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, που συνέταξαν οι αρμόδιοι αστυνομικοί υπάλληλοι του Τμήματος Τροχαίας Αυτοκινητοδρόμων Θεσσαλονίκης και η οποία περιλαμβάνεται στην σχηματισθείσα ποινική δικογραφία, που προσκομίζεται μετ' επικλήσεως.

Η Ν.Ε.Ο είναι χαρακτηρισμένος αυτοκινητόδρομος και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 34 § 2 εδ. 1β'του ν. 2696/1999 η στάση και η στάθμευση σε αυτή απαγορεύονται, εκτός των χώρων σταθμεύσεως, που καθορίζονται με σήμανση, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 29 § 3 του ίδιου νόμου, εάν όχημα ακινητοποιηθεί αναγκαστικά επί του oδoστρώματoς αυτής από βλάβη ή άλλη αιτία, ο οδηγός του υποχρεούται να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια να το μετακινήσει εκτός oδoστρώματoς και αν τούτο δεν είναι δυνατό να τοποθετήσει αμέσως την κατ' άρθρο 81 του ΚΟΚ τριγωνική πινακίδα σε απόσταση 100 μέτρων τουλάχιστον πίσω από το όχημα ή την ειδική προειδοποιητική συσκευή σε κατάλληλη θέση και κατά τη νύκτα να έχει αναμμένα τα φώτα θέσεως (alarm).

Το όριο ταχύτητας περιοριζόταν σε 120 χλμ/ώρα για τα επιβατηγά οχήματα, σε 100 χλμ για τα λεωφορεία και 80 χλμ για τα φορτηγά. Στο ίδιο ως άνω σημείο και στο άκρο δεξιό μέρος του oδoστρώματoς υφίσταται Λωρίδα 'Εκτακτης Ανάγκης (Λ.Ε .Α.) πλάτους 1,90 μ. πέραν δε αυτής χωμάτινο πρανές , διαχωριζόμενο με μπάρες, όπου ήταν ακινητοποιηµένος ο με αριθμό κυκλοφορίας … τράκτορας, τουρκικής προέλευσης, μετά του με αριθμό ….

επικαθήµενου, που οδηγούσε ο Τούρκος υπήκοος , B. A.,κυριότητας του Τούρκου υπηκόου, A. H., και ήταν ασφαλισµένα για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην αλλοδαπή (τούρκικη) ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία '' Grupama Sigorta AS '', της οποίας νόμιμος αντίκλητος στην Ελλάδα είναι το τέταρτο εναγόµενο και των δύο αγωγών ΝΠΙΔ, ήταν δε εφοδιασµένο με πράσινη κάρτα (ΑΠ 1489/2014 ΝΟΜΟΣ).

Μόλις έφθασε στο προαναφερόμενο σημείο της ανωτέρω Ν.Ε.Ο., ο οδηγός του λεωφορείου - πρώτος εναγόµενος, από έλλειψη της προσοχής που μπορούσε να καταβάλλει και μν οδηγώντας το όχημά του με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, ως κατωτέρω αναλύεται εκτενώς, αν και ήταν επαγγελµατίας οδηγός , απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε , το οποίο εξετράπη προς τα δεξιά , καταλαµβάνοντας τμήμα της παρακείµενης Λωρίδας 'Εκτακτης Ανάγκης (Λ.Ε .Α.) , με αποτέλεσµα να επιπέσει με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του οχήματός του στο οπίσθιο αριστερό τμήμα του επικαθήµενου , με περαιτέρω συνέπεια ο τράκτορας να περιστραφεί γύρω από τον άξονα σύνδεσής του με το επικαθήµενο και στη συνέχεια να επιπέσει στην μεταλλική διαχωριστική μπάρα μεταξύ της Λωρίδας 'Εκτακτης Ανάγκης και του χωµάτινου πρανούς, παραµορφώνοντάς την και τέλος το λεωφορείο να ακινητοποιηθεί στο άκρο της δεξιάς λωρίδας.

Αποτέλεσµα της σφοδρότατης και αιφνίδιας ως άνω σύγκρουσης ήταν να τραυµατιστούν θανάσιμα οι επιβαίνουσες στο λεωφορείο, Ε. Τ. και Α. Γ. και να υποστούν διάφορης έκτασης σωµατικές βλάβες, τόσο ο πρώτος εναγόµενος- οδηγός του λεωφορείου , όσο και οι ενάγοντες και άλλοι επιβαίνοντες σε αυτό (λεωφορείο), άπαντες άτομα νεαρής ηλικίας .

Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγµατικά περιστατικά, το ένδικο ατύχηµα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα και δη αµέλεια του πρώτου εναγόµενου - οδηγού του πιο πάνω λεωφορείου - και ειδικότερα σε έλλειψη της προσοχής που όφειλε και µπορούσε από τις περιστάσεις να επιδείξει ως µέσος συνετός οδηγός µε βάση τους νοµικούς κανόνες που ισχύουν και εφαρµόζονται στον τοµέα αυτό της ανθρώπινης δραστηριότητας (οδήγηση οχήµατος), την κοινή λογική και πείρα.

Μεταξύ δε της - κατά παράβαση των κατωτέρω αναφερόµενων διατάξεων - οδηγήσεως εκ µέρους του πρώτου εναγόµενου και του επελθόντος βλαπτικού αποτελέσµατος υφίσταται αιτιώδης συνάφεια ( βλ. ΑΠ 599/2003,Επιδικία 2004.20, ΑΠ 1658/2002, ΝοΒ 2003.1216) Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόµενος και οδηγός του λεωφορείου, Δ. Π., δεν οδηγούσε µε σύνεση και διαρκώς τεταµένη την προσοχή του στην οδήγηση του οχήματος του, ώστε να μπορεί να εκτελεί σε κάθε στιγμή τους απαιτούμενους χειρισμούς προ παντός δυνάμενου να εμφανισθεί εμποδίου και χωρίς κίνδυνο των λοιπών χρηστών της οδού, αλλά και των επιβατών του λεωφορείου, αντίθετα οδηγούσε με διαρκή νευρικότητα , ομιλώντας συνεχώς στο κινητό του τηλέφωνο και διαπληκτιζόμενος με τους συνομιλητές του , ανέπτυξε δε ταχύτητα άνω των 115 χλμ/ώρα , αντί της επιτρεπόμενης των 100 χλμ/ώρα , με συνέπεια να μην αντιληφθεί εγκαίρως ,αν και είχε πλήρη ορατότητα , το ακινητοποιημένο στη ΛΕΑ φορτηγό αυτοκίνητο , το οποίο βεβαίως και είχε καταλάβει μέρος της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας κατά 0,67 cc και να επιπέσει στην πίσω αριστερή πλευρά του επικαθήµενου, αφού προηγουμένως εισήλθε και κατέλαβε τμήμα της ΛΕΑ , πλάτους 0,70 cc περίπου.

Η καταγραφείσα στο δίσκο ταχογράφου ταχύτητα των 95-97 km/h, δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται στα πράγματα, καθώς ο κόφτης ταχύτητας στα 100km/h, που φέρει το λεωφορείο σύμφωνα με την άδεια κυκλοφορίας του , είχε υποστεί εξωτερική αντικανονική επέμβαση, με συνέπεια να μην λειτουργεί κανονικά και να καταγράφει ταχύτητα μικρότερη εκείνης που πραγµατικά κινείται το αυτοκίνητο (βλ.

έκθεση πραγματογνωμοσύνης Κ.). Τούτο δε , καθώς προκύπτει ότι το εν λόγω λεωφορείο περί ώρα 11: 30' και 15: 10' έως 15: 15' εκινείτο με ταχύτητα 110 έως 115 χλμ/ώρα, ισχυρισμός που δεν αντικρούεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία . Πλέον της υπερβολικής ταχύτητας, ο πρώτος εναγόμενος δεν έλαβε υπόψη και την κατάσταση των οπισθίων ελαστικών του λεωφορείου, τα οποία έφεραν εμφανή ίχνη ρηγματώσεων, η δε πέδησή τους ήταν ελαττωματική , καθώς σύμφωνα με το δελτίο τεχνικού ελέγχου (ΚΤΕΟ) εμφάνιζαν μονόπλευρη πέδηση στον πίσω άξονα από 15-30 % .

Η μονόπλευρη πέδηση μπορούσε να προκαλέσει απόκλιση από την ευθύγραμμη πορεία του λεωφορείου, την οποία και προκάλεσε στην προκείμενη περίπτωση, αν ήθελε γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου κατά την απολογία του ενώπιον του 6ου τακτικού ανακριτή ,ότι πέδησε ελαφρώς 30 περίπου μέτρα πριν από την σύγκρουση των οχημάτων , αν και από το δίσκο καταγραφής δεν προκύπτει τροχοπέδηση.

Εξάλλου αν και είχε ορατότητα και μπορούσε να αντιληφθεί το ακινητοποιημένο όχημα από απόσταση 50-70 μέτρων , όπως το αντιλήφθηκαν αρκετοί επιβάτες του λεωφορείου, δεν το αντιλήφθηκε και δεν αντέδρασε, με συνέπεια η σύγκρουση να είναι νωτιαιομετωπική , γωνιακή και έκκεντρη. Δηλαδή το λεωφορείο κατά τη σύγκρουση είχε πορεία με ελαφρώς δεξιά κλίση , πράγμα που σημαίνει ότι ο οδηγός του όχι μόνο δεν προέβη σε αριστερό αποφευκτικό ελιγμό , όπως αβάσιμα ισχυρίζεται , αλλά αντίθετα κινούνταν με δεξιά κλίση , λόγος για τον οποίο εισήλθε και κατέλαβε τμήμα της της ΛΕΑ κατά τα ανωτέρω.

Ο έτερος ισχυρισμός του πρώτου εναγόμενου ότι δεν ενήργησε αριστερό αποφευκτικό ελιγμό , καθώς στα αριστερά του εκινείτο άλλο λεωφορείο , είναι απορριπτέος ως αβάσιμος , καθώς , όπως βεβαιώνεται από τον μάρτυρα Κων/νο Ταφίλη στην από 18.1.2014 ένορκη κατάθεσή του , είναι σχεδόν σίγουρος ότι από αριστερά δεν κινείτο άλλο λεωφορείο.

Στοιχεία που να θεμελιώνουν οιαδήποτε αμέλεια του οδηγού του ακινητοποιηµένου οχήματος δεν αποδεικνύονται , καθώς ο οδηγός του τράκτορα μετά του επικαθήμενου , όταν ακινητοποίησε το όχημά του στη ΛΕΑ, όπως είχε σχετικό δικαίωμα (άρθρ. 29 παρ. 3 εδαφ. α ' του ΚΟΚ ), άναψε τα φώτα έκτακτης ανάγκης , όπως βεβαιώνει προανακριτικώς ο μάρτυρας και οδηγός του με αριθμ.

κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκινήτου, Θ.Ζ., στην από 18.1.2014 ένορκη κατάθεσή του ,ώστε να μην προκληθεί κίνδυνος για τους λοιπούς χρήστες της οδού . Ο ισχυρισμός αυτός αντικρούεται βέβαια από την έκθεση αυτοψίας του ΤΤ Θεσσαλονίκης , σύμφωνα με την οποία κατά τον χρόνο άφιξης των ανακριτικών υπαλλήλων στο σημείο σύγκρουσης των οχημάτων , τα φώτα έκτακτης ανάγκης δεν ήταν σε λειτουργία.

Ωστόσο πρέπει να σημειωθεί ότι οι προανακριτικοί υπάλληλοι του ΤΤ μετέβησαν στο σημείο σύγκρουσης των οχημάτων περί ώρα 18: 00της 7.1.2014, ενώ το ατύχημα έλαβε χώρα περί ώρα 15:45 περίπου, λαμβανομένου υπ'όψη ότι η πρόσκρουση επί του επικαθήµενου έλαβε χώρα στο πίσω μέρος της και μπορούσε να προκαλέσει διακοπή λειτουργίας των φώτων έκτακτης ανάγκης.

Επί πλέον καμία υποχρέωση δεν είχε ο οδηγός του τράκτορα να ανάψει τα φώτα θέσεως , καθώς δεν ήταν νύκτα κατά τον χρόνο του ατυχήματος. Ακινητοποίησε δε το όχημά του στη ΛΕΑ , λόγω προβλήματος στα ελαστικά που πιθανολόγησε ότι έχει το όχημά του από προκληθέντα θόρυβο, ενώ η μη τοποθέτηση προειδοποιητικής για τους λοιπούς οδηγούς πινακίδας σε απόσταση 100 μέτρων πίσω από το όχημά του , ενόψει του μικρού χρόνου στάθμευσης , δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δηλαδή την πρόσκρουση του λεωφορείου σε αυτό (ΑΠ 828/2007, ΝΟΜΟΣ) , αφού κατά τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά, το λεωφορείο παρεξέκλινε της πορείας του προς τα δεξιά με αποτέλεσμα να καταλάβει τμήμα της ΛΕΑ κατά 0,70 εκατ.

περίπου. .......>> Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο τροχαίο ατύχημα είναι ο εναγόµενος οδηγός του λεωφορείου, οι δε κύριες αγωγές κατά το μέρος που στρέφονταν κατά του εναγομένου ΝΠΙΔ με την επωνυμία ''ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ'' (ήδη έβδομου αναιρεσίβλητου) ως αντικλήτου και ασφαλιστή του οδηγού του τράκτορα μετά του επικαθήµενου , έπρεπε να απορριφθούν ως αβάσιμες κατ'ουσίαν, καθώς και ότι (συνακόλουθα ) το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κατά το μέρος που με την εκκαλούμενη απόφασή του α) έκρινε πως συνυπαίτιοι για το προπεριγραφέν ένδικο ατύχημα και τον τραυματισμό των εναγόντων ήταν αμφότεροι οι εμπλακέντες στο ένδικο ατύχημα οδηγοί των … ΔΧ λεωφορείου (που ήταν ασφαλισμένο στην εφεσίβλητη -αντεκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία ) και … τράκτορα , που ήταν συνδεδεμένος και έσυρε το υπ' αριθμ.

Κυκλοφορίας … επικαθήμενο (που ήταν ασφαλισμένα και τα δύο στην αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρία GROUPAMA SINORTA A.S. , την οποία εκπροσώπησε και εκπροσωπεί το εκκαλούν - αντεφεσίβλητο και ήδη έβδομο αναιρεσίβλητο ,εν Ελλάδι εδρεύον, Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία ''ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ'' ) , ακολούθως δε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε , με τις προαναφερθείσες σκέψεις , ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση του τελευταίου (Ν.Π.Ι.Δ.

με την επωνυμία ''ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ'') . Ήδη με τον μοναδικό λόγο της αναίρεσης , η αναιρεσείουσα προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις με βάση τον αριθμό 1 και τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., που συνίστανται στο ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του , παρά το γεγονός ότι δέχθηκε πως η οδός όπου είχε σταθμεύσει ο … τράκτορας μετά του υπ' αριθμ.

Κυκλοφορίας … επικαθήμενου ήταν χαρακτηρισμένη ως αυτοκινητόδρομος και ότι ο οδηγός του ως άνω αλλοδαπού φορτηγού αυτοκινήτου που είχε σταθμεύσει στον αυτοκινητόδροµο δεν είχε τοποθετήσει στην προβλεπόμενη απόσταση την εκ του άρθρου 81 ΚΟΚ προβλεπόμενη τριγωνική πινακίδα, ούτε είχε λάβει κάποιο από τα προβλεπόμενα προστατευτικά μέτρα προς αποτροπή ατυχήματος, Α) αφενός αρνήθηκε να εφαρμόσει την διάταξη του άρθρου 29 παρ. 3 του Κ.Ο.Κ και ειδικότερα αρνήθηκε να δεχθεί την εκ μέρους του οδηγού του ασφαλισμένου στο δεύτερο αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ.

αλλοδαπού φορτηγού αυτοκινήτου παραβίαση της ως άνω διατάξεως του άρθρου 29 παρ. 3 του Κ.Ο.Κ , Β) αφετέρου, απαίτησε περισσότερες προυποθέσεις για την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης του άρθρου 29 παρ. 3 του Κ.Ο.Κ , και συγκεκριμένα το ορατό ή μη του σταθμευμένου οχήματος , με αποτέλεσµα, παραβιάζοντας ευθέως και εκ πλαγίου την εν λόγω διάταξη του άρθρου 29 παρ. 3 του Κ.Ο.Κ , να καταλήξει στο εσφαλμένο πόρισμα ότι ο οδηγός του προαναφερθέντος φέροντος αλλοδαπές πινακίδες κυκλοφορίας φορτηγού αυτοκινήτου δεν έφερε ευθύνη για το ένδικο τροχαίο ατύχημα.

Με βάση ωστόσο τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου την εν λόγω διάταξη του άρθρου 29 παρ. 3 του Κ.Ο.Κ , ούτε την διάταξη του 300 Α.Κ. , διατάξεις τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς. Ειδικότερα, τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, δεν συγκροτούσαν αντικειμενικά την έννοια της υπαιτιότητας του οδηγού του με αριθμ.

… τράκτορα [ που ήταν συνδεδεμένος με το υπ' αριθμ. Κυκλοφορίας … επικαθήμενο] ως προς το κρινόμενο τροχαίο ατύχημα, ούτε επέτρεπαν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ότι υπήρχε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού του εν λόγω τράκτορα και του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος , αφού, με βάση τα γενόμενα ανελέγκτως δεκτά με την προσβαλλομένη απόφαση, η οδική συμπεριφορά του οδηγού του εν λόγω με αριθμ.

… τράκτορα , κατά το μέρος που παραβίασε το άρθρο 29 παρ. 3 του Κ.Ο.Κ.(παράλειψη τοποθέτησης της προειδοποιητικής τριγωνικής πινακίδας ) δεν ήταν πρόσφορη αιτία του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος , ήτοι του ενδίκου ατυχήματος , λαμβανομένου υπ'όψη και ότι, κατά τα ανωτέρω, στην μείζονα σκέψη της παρούσης εκτεθέντα, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ.

δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος. Επομένως με βάση τα (ανωτέρω αυτολεξεί παρατεθέντα) πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα με την προσβαλλόμενη απόφασή του Εφετείο δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου την εν λόγω διάταξη του άρθρου 29 παρ. 3 του Κ.Ο.Κ και την διάταξη του 300 Α.Κ., τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς, δεν κατέληξε δε σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ανιαρεσείουσα ), αλλά αντιθέτως διέλαβε πλήρεις και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες τόσο ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα για το ένδικο ατύχημα του οδηγού του με αρ.

κυκλοφορίας … ΔΧ λεωφορείου (που ήταν ασφαλισμένο στην εφεσίβλητη -αντεκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία ) , αναλύοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά που συγκροτούσαν την έννοια της αμελείας, που επέδειξε ο εμπλεκόμενος στην πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος οδηγός του με αρ.

κυκλοφορίας … ΔΧ λεωφορείου , σε συνδυασμό με τις υπ'αυτού παραβάσεις διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονταν σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, όσο και ως προς την έλλειψη υπαιτιότητας για το ένδικο ατύχημα του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας … τράκτορα [που ήταν συνδεδεμένος και έσυρε το υπ' αριθμ.

Κυκλοφορίας … επικαθήμενο], καθώς ως προς την έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού του ως άνω τράκτορα και του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος . Συνακόλουθα, αφού κατά τα προεκτεθέντα , το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται στην προσβαλλόμενη με τον προαναφερθέντα μοναδικό λόγο αναίρεσης, πρέπει ο λόγος αυτός να απορριφθεί, ως αβάσιμος.

Μετά από αυτά, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης , η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Τέλος, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του παριστάμενου έβδομου των αναιρεσιβλήτων Ν.Π.Ι.Δ. , που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό, ενώ δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους , αφού αυτοί ερημοδίκησαν και δεν υποβλήθηκαν σε τέτοια έξοδα, ούτε, φυσικά, υπέβαλαν σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2 Οκτωβρίου 2017 και με αύξοντα (ειδικό) αριθμό κατάθεσης 18/4-10-2017 αίτηση της αναιρεσείουσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία '' Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ '' για αναίρεση της 122 / 2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του έβδομου των αναιρεσιβλήτων Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία '' ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Γ.Δ.Α.) '' , τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ .

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Φεβρουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ