Legislator Case Law & Legislation
183/2020 AI generated

183/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 183/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/12/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 579/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 88/2016 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21/7/2016 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

183/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση δε που η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν και, κατά συνέπεια, επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, η οποία έτσι ενσωματώθηκε στην εφετειακή απόφαση, τα τυχόν σφάλματα της αποφάσεως του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβαθμίου αποφάσεως, εφ' όσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλόμενους (ΟλΑΠ 16/1990).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 183 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 183/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (Ε.Φ.Κ.Α.) που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικού διαδόχου του αρχικά αναιρεσείοντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ - ΤΟΜΕΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΣΥΜΒΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ" (Ε.Τ.Α.Α. - Τ.Α.Σ.) περαιτέρω καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φανό και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "INTERNATIONAL BUSINESS SERVICE ESTABLISMENT S.A "ΝΤΕΡΝΑΣΙΟΝΑΛ ΜΠΙΖΝΕΣ ΣΕΡΒΙΣ ΕΣΤΑΜΠΛΙΣΜΕΝΤ Α.Ε.), που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Σπυρίδωνος και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/12/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 579/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 88/2016 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21/7/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ (Ε.Τ.Α.Α.)/ΤΟΜΕΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ (Ε.Τ.Α.Α.-Τ.Α.Ν", ως καθολικού διαδόχου, δυνάμει των άρθρων 25 παρ. 3 περ. Α' υποπερ. γ' και 38 του ν.3655/2008, του πρώτου εναγομένου ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ", προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 88/2016 τελεσίδικη απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 10-4-2010 εφέσεως αυτού (ως άνω αναιρεσείοντος), ως καθολικού διαδόχου, του πρώτου εναγομένου ν.π.δ.δ.

με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ" (ως και επί των από 12-4-2010 και 30-3-2010 εφέσεων των μη όντων εν προκειμένω διαδίκων εναγομένων ν.π.δ.δ. υπό τις επωνυμίες, αντιστοίχως, α) "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ (Ε.Τ.Α.Α)/Τομέας Ασφάλισης Συμβολαιογράφων)" και β) "ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΦΕΤΕΙΩΝ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΕΙΡΑΙΩΣ - ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ"), με την οποία ζήτησε την εξαφάνισή της εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 579/2010 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που έκανε δεκτή την από 15-12-2008 αγωγή της αναιρεσίβλητης και την απόρριψη της κατ' αυτού (εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος) αγωγής απαιτήσεως αχρεωστήτου της τελευταίας.

Η υπό κρίση αίτηση, ως ασκηθείσα από μόνο το ως άνω εναγόμενο, απλό, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ομόδικο των λοιπών, μη ασκησάντων αναίρεση, εκκαλούντων - εναγομένων και απευθυνομένη κατά της, πρωτοδίκως και κατ' έφεσιν, αντιδίκου του εναγούσης, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει, να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).- Κατά το άρθρο 552 ΚΠολΔ, με αναίρεση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, αν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, που ασκήθηκε κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, με αναίρεση προσβάλλεται μόνο η απόφαση του εφετείου, είτε με αυτήν η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν και έτσι επικυρώθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, είτε έγινε δεκτή κατ' ουσίαν και το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, έκρινε οριστικά την διαφορά, γιατί στην πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε στην εφετειακή, ενώ στη δεύτερη περίπτωση έπαυσε να υπάρχει (ΑΠ 1725/2005).

Στην περίπτωση δε που η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν και, κατά συνέπεια, επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, η οποία έτσι ενσωματώθηκε στην εφετειακή απόφαση, τα τυχόν σφάλματα της αποφάσεως του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβαθμίου αποφάσεως, εφ' όσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλόμενους (ΟλΑΠ 16/1990).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1(α) ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον λόγο αυτόν αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητος της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν απεδείχθησαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω, από το άρθρο 560 αρ. 1(α) ΚΠολΔ, λόγου αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσον η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στην δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υποθέσεως, πρέπει, επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Δεν αρκεί δε η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία αυτή κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Περαιτέρω, για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφασή του στερείται νομίμου βάσεως (αντιστοίχου εννοίας με εκείνη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ), πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως, ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (ΑΠ 2100, 2101, 1853, 1850/2007, ΑΠ 589/2005).

Πρέπει, ακόμη, να καθορίζεται, πλην των άλλων, σε τι συνίσταται η αντίφαση και εκ ποίων αντιτιθεμένων μερών των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας προκύπτει, ή εάν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά των, ποίο δηλαδή το ελλείπον στοιχείο που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους (ΟλΑΠ 1/1999).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στην διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Συνακολούθως, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 560 αρ. 1(α) του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, και η έλλειψη νομίμου βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ), πρέπει να προκύπτουν από την διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναιρέσεως (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 319/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, το αναιρεσείον, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 560 αρ. 1(α) ΚΠολΔ, μέμφεται το, ως Εφετείο δικάσαν, Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, παρεβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, δεχόμενο ότι υπήρξε άμεση περιουσιακή μετακίνηση από την περιουσία της εναγούσης και ήδη αναιρεσιβλήτου στην περιουσία του αναιρεσείοντος Ταμείου, χωρίς, όπως αντιθέτως ισχυριζόταν το ίδιο (αναιρεσείον), την παρεμβολή της συμβολαιογράφου, η οποία εισέπραξε τα επίδικα αναλογικά τέλη για λογαριασμό της ιδίας και προς εκπλήρωση της υποχρεώσεώς της εκ του νόμου να τα αποδώσει στο αναιρεσείον Ταμείο.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος, ως αόριστος και απορριπτέος, διότι το αναιρεσείον δεν διαλαμβάνει, έστω και συνοπτικά, στο αναιρετήριο, όπως, κατά τις προαναφερόμενες σχετικές διατάξεις, είχε υποχρέωση για το ορισμένο του, τις παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, αλλά ούτε και τις ενσωματωθείσες στην αναιρεσιβαλλομένη πραγματικές παραδοχές, ως προς το κεφάλαιο της αυτό, της πρωτοδίκως κρινάσης και εκκληθείσης αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ώστε να καταστεί εφικτός ως αναιρετικός έλεγχος, ως προς την προβαλλόμενη αυτή πλημμέλεια.

Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως το αναιρεσείον, υπό την επίκληση του αυτού, ως άνω, αναιρετικού λόγου από το άρθρο 560 αρ. 1(α) ΚΠολΔ και επικουρικώς από το άρθρο 560 αρ. 6 του αυτού ΚΠολΔ, μέμφεται το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, παρεβίασε ευθέως άλλως εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 40 παρ. 1 του ν.2830/2000 και της ΚΥΑ 40.330/2000 των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης, ως ίσχυαν κατά τον εν προκειμένω επίδικο χρόνο, και στέρησε την απόφαση νομίμου βάσεως, δεχόμενο ότι η εξόφληση του τιμήματος αγοραπωλησίας εκποιημένου ακινήτου και η εξόφληση της απαιτήσεως της δανείστριας αναιρεσιβλήτου, αποτελούν μια και μόνον απαίτηση, για την οποία πρέπει να εισπραχθούν μια και μόνον φορά αναλογικά δικαιώματα από την συμβολαιογράφο αν και τα χρηματικά ποσά επί των οποίων υπολογίσθηκαν τα αναλογικά δικαιώματα, είναι στην μεν πρώτη περίπτωση το ποσό των 3.500.015 ευρώ, που κατεβλήθη ως τίμημα από τον υπερθεματιστή, στην δε δεύτερη περίπτωση το ποσό των 484.225,97 ευρώ, που ανέρχεται η εξοφληθείσα απαίτηση της αναιρεσιβλήτου.

Και ο λόγος αυτός, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, είναι απαράδεκτος ως αόριστος και απορριπτέος, διότι το αναιρεσείον δεν παραθέτει στο αναιρετήριο, όπως είχε υποχρέωση κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις πραγματικές παραδοχές, έστω και συνοπτικά της αναιρεσιβαλλομένης, αλλά ούτε και τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από την κατ' ουσίαν κρίνασα πρωτοδίκως την υπόθεση, απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη από το αναιρεσείον ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ούτε σε τι συνίσταται η έλλειψη νομίμου βάσεως, η οποία (πρωτόδικη απόφαση), με την τυπική αποδοχή και εν συνεχεία κατ' ουσίαν απόρριψη της κατ' αυτής εφέσεως του αναιρεσείοντος, ενσωματώθηκε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ώστε, με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, να κριθεί εάν συνετελέσθη ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ή στερείται αυτή νομίμου βάσεως.- Τέλος, αφού δε δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατά τα άρθρα 22 του Ν. 3693/1957 και 63 παρ. 3 στοιχ.

Θ του ν.4387/2016, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 29-6-2016 αίτηση του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Ε.Φ.Κ.Α.)", ως καθολικού διαδόχου του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ (Ε.Τ.Α.Α.) /ΤΟΜΕΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ (Ε.Τ.Α.Α.-Τ.Α.Ν", ως καθολικού και αυτού διαδόχου του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 88/2016 αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.-

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ