Legislator Case Law & Legislation
183/2015 AI generated

183/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 183/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 11η Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

183/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 8 εδάφ. α' του Ν. 3198/1955, μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 ή του Β.Δ.

Keywords

AI generated
resignation of the government cessation of benefits bank resolution early termination withdrawal of debt enforcement withdrawal following settlement
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 183 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 183/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Απόστολο Παπαγεωργίου και Παναγιώτη Κατσιρούμπα Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 11η Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεμιστοκλή Μερσίνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Α. Γ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Πολιτάκη Παρασκευή και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-9-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1868/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 5224/2011 Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-1-2012 αίτησή της, την οποία επανέφερε προς συζήτηση με τις από 19-8-2013 και 14-3-2014 κλήσεις της, μετά από ματαίωση.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 1-11-2012 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Δημητρίου Μουστάκα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της ένδικης αίτησης της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5224/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο που προβλέπεται από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συντελείται όταν το δικαστήριο εφαρμόζει τέτοιον κανόνα, μολονότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του δεν συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν δεν εφαρμόζει τέτοιον κανόνα, μολονότι σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασής του συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 8 εδάφ. α' του Ν. 3198/1955, μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 ή του Β.Δ.

της 16/18-7-1920, ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και, αν δεν προβλέπεται αυτό, το 65ο έτος της ηλικίας τους, αποχωρώντας από την εργασία τους με την συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το Ν. 2112/1920 ή το ανωτέρω Β.Δ. αποζημιώσεως για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας.

Η αποζημίωση δε αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του Ν. 3198/1955. Η εφαρμογή της παραπάνω διάταξης (του άρθρου 8 εδ. α' Ν. 3198/1955) προϋποθέτει μισθωτούς που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και δεν επεκτείνεται και σε εκείνους που η εργασιακή τους σχέση είναι ορισμένου χρόνου, όπως είναι και η σύμβαση εργασίας που διέπεται από συμβατικής ισχύος Κανονισμό, ο οποίος προβλέπει την αποχώρηση του εργαζομένου με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας.

Εάν όμως με τον Κανονισμό έχει παράλληλα προβλεφθεί και δυνατότητα πρόωρης λύσης της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, η οποία, εφόσον πληρωθεί, η σύμβαση εργασίας μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου. Προϋπόθεση, επίσης, για την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης αποτελεί και η συγκατάθεση του εργοδότη για την αποχώρηση του μισθωτού, η οποία πρέπει να παρέχεται πριν από την αποχώρηση του τελευταίου.

Τέτοια συγκατάθεση μπορεί να προβλεφθεί και να παρασχεθεί εκ των προτέρων με τον Κανονισμό, όταν διαλαμβάνεται σ' αυτόν ότι είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη, μετά πάροδο ορισμένου χρόνου, η αποδοχή της πρόωρης παραίτησης του μισθωτού. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης, κατά την κατάρτιση του Κανονισμού, αυτοδεσμεύεται συμβατικά έκτοτε, παρέχοντας εκ των προτέρων τη συγκατάθεσή του για την παραίτηση του υπαλλήλου, οποτεδήποτε ήθελε αυτή υποβληθεί.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 8 εδάφ. β' και γ' του ίδιου νόμου 3198/1955, που προστέθηκαν με το άρθρο 8 παρ. 4 του Ν.Δ. 3789/1957 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976, ορίζονται τα εξής : Μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για την χορήγηση συντάξεως, εφόσον συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για την λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, μπορούν, εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν από την εργασία, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από την εργασία από μέρους του εργοδότη τους.

Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, οι μεν επικουρικά ασφαλισμένοι λαμβάνουν το 40%, οι δε μη επικουρικά ασφαλισμένοι το 50% της αποζημιώσεως, την οποία δικαιούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από μέρους του εργοδότη. Για την χορηγούμενη ως άνω μειωμένη αποζημίωση προς τους αποχωρούντες ή τους απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται όσα ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του Ν. 3198/1955, καθώς και εκείνες του Ν. 2112/1920 ή του Β.Δ.

της 16/18-7-1920, πλην των διατάξεων που αφορούν την προειδοποίηση. Κατά δε τη διάταξη της παρ. 3 του ως άνω άρθρου 5 του Ν. 435/1976, τυχόν ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι περιεχόμενοι σε άλλες διατάξεις, συλλογικές συμβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατομικές συμβάσεις εργασίας, κατισχύουν των διατάξεων της παρ. 1 του παρόντος.

Ως "ευνοϊκότερη" διάταξη, σε σχέση με αυτήν του εδαφίου β' του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, δεν εννοεί, προδήλως, ο νόμος τη διάταξη του εδαφίου α' του ίδιου άρθρου (8 του Ν. 3198/1955), καθόσον, στην περίπτωση αυτή, η ρύθμιση του εδαφ. β' δεν θα είχε νόημα ύπαρξης, αλλά αναφέρεται, προφανώς, ο νόμος σε τυχόν άλλες διατάξεις που ρυθμίζουν περιπτώσεις ανάλογες με εκείνη του εδαφ.

β', καθώς και σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας, ατομικές συμβάσεις ή κανονισμούς. Έτσι, εάν δεν υπάρχει ευνοϊκότερη, κατά τα άνω, ρύθμιση, ο μισθωτός, αποχωρών από την υπηρεσία του, έχοντας συμπληρώσει τις προϋποθέσεις λήψης πλήρους συντάξεως γήρατος, εάν είναι επικουρικά ασφαλισμένος λαμβάνει το 40 % της αποζημιώσεως που δικαιούται, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως από τον εργοδότη, εάν όχι, τότε λαμβάνει το 50 % της αποζημίωσης αυτής.

Ως προς το ανώτατο όριο αποζημιώσεως, με το άρθρο 2 παρ. 2 του Α.Ν. 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή Τράπεζες κ.λ.π., η από το Ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, οφειλομένη αποζημίωση δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να υπερβαίνει το ποσό των 240.000 δραχμών.

Το ανώτατο αυτό όριο αυξήθηκε διαδοχικά σε 600.000 δραχμές με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 207/1974, σε 1.000.000 δραχμές με το άρθρο 24 του Ν. 1082/1980, σε 1.150.000 δραχμές με το άρθρο 24 του Ν. 1545/1985, σε 1.500.000 δραχμές με το άρθρο 33 του Ν. 1876/1990 και σε 15.000 ευρώ με το άρθρο 21 παρ. 13 του Ν. 3144/2003, ενώ με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν.Δ. 618/1970 ορίζεται ότι τα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν για κάθε περίπτωση οφειλόμενης αποζημιώσεως στους αποχωρούντες υπαλλήλους του Δημοσίου, ΝΠΔΔ, Τραπεζών κ.λ.π.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, όπως ισχύουν μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας καθορίζεται κάθε φορά από το νόμο. Εξάλλου, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 1 του Ν. 1232/1982, 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982 και 51 του Ν. 1892/1990, η αναιρεσείουσα Τράπεζα της Ελλάδος δεν περιλαμβάνεται στον δημόσιο τομέα, αφού δεν ανήκει στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου στο σύνολό της ή κατά πλειοψηφία, έχει συσταθεί ως ανώνυμη εταιρεία και αποτελεί από την φύση της νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στο οποίο το Δημόσιο και οι δημόσιες επιχειρήσεις, κατά τον κρίσιμο στην παρούσα υπόθεση χρόνο, δεν μπορούσαν να κατέχουν αμέσως ή εμμέσως μετοχές αυτής κατά ποσό που υπερβαίνει στο σύνολο το 1/10 του ονομαστικού κεφαλαίου της, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 και 8 παρ. 4 του Καταστατικού της, που κυρώθηκε με το Ν. 3427/1927 και έχει ισχύ νόμου (το παραπάνω ποσοστό αυξήθηκε μεταγενεστέρως με το άρθρο 34 του Ν. 2778/1999 στο 35% του ονομαστικού κεφαλαίου της αναιρεσείουσας Τράπεζας).

Ενόψει, όμως, και των αναφερομένων στα άρθρα 2 παρ. 1 εδάφ. α' έως ζ' και 4 παρ. 1 του Καταστατικού της αρμοδιοτήτων, που της έχουν ανατεθεί και των προνομίων που της έχουν παραχωρηθεί από την σύστασή της και μεταγενεστέρως και ιδιαίτερα του εκδοτικού προνομίου αυτής και της διαχειρίσεως του εξωτερικού συναλλάγματος, η αναιρεσείουσα δεν είναι ούτε νομικό πρόσωπο καθαρά ιδιωτικού δικαίου, αλλά έχει ιδιότυπο διφυή χαρακτήρα, νομικού προσώπου ιδιωτικού μεν δικαίου ως προς την άσκηση από μέρους της των τραπεζικών εργασιών και τις σχέσεις της με το προσωπικό της και τους πελάτες της, δημοσίου δε δικαίου ως προς την διαχείριση του εξωτερικού συναλλάγματος ή την άσκηση του εκδοτικού προνομίου της, ως προς τις οποίες ασκεί δημόσια εξουσία.

Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, ο υπάλληλος της Τράπεζας αυτής (αναιρεσείουσας), ο οποίος αποχωρεί από την υπηρεσία του, δικαιούται την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 8 εδάφ. α' και β' του Ν. 3198/1955, όπως το εδάφ. β' αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976, αποζημίωση, χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 και 3 του Α.Ν. 173/1967 και 1 παρ. 1 και 2 του Ν.Δ. 618/1970, όπως αυτές συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν, αφού η Τράπεζα της Ελλάδος δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (Ολ.

ΑΠ 1/2006). Έτι περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 του Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος (αναιρεσείουσας), που έχει συμβατική ισχύ και οι όροι αυτού έχουν καταστεί όροι της ατομικής συμβάσεως εργασίας του υπαλλήλου, η υπαλληλική σχέση λύεται : α) με καταγγελία από την Τράπεζα, β) με παραίτηση του υπαλλήλου και γ) με απόλυση.

Κατά δε το άρθρο 19 του άνω Κανονισμού, οι υπάλληλοι απολύονται μόνον : α) λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας, ήτοι του 63ου έτους της ηλικίας για τους Διευθυντές, τον Οικονομικό Σύμβουλο, τους Υποδιευθυντές και όσους εξομοιώνονται με αυτούς και του 60ου έτους για τους Εντεταλμένους Τμηματάρχες - Προϊσταμένους κ.λπ., β) λόγω ανεπάρκειας ή ανικανότητας σωματικής ή πνευματικής, γ) λόγω πειθαρχικής απόφασης για οριστική παύση, δ) λόγω κατάργησης θέσης.

Τέλος, κατά το άρθρο 18 του εν λόγω Κανονισμού : Ο υπάλληλος έχει δικαίωμα να παραιτηθεί χωρίς να είναι υποχρεωμένος να εκθέσει τους λόγους της παραιτήσεώς του. Η παραίτηση υποβάλλεται εγγράφως, η δε υπαλληλική σχέση λύεται μόνο με την αποδοχή της. Η αποδοχή της παραιτήσεως είναι υποχρεωτική μέσα σε ένα μήνα από την ημερομηνία που υποβλήθηκε.

Από τις παραπάνω διατάξεις του Κανονισμού Καταστάσεως Υπαλλήλων της αναιρεσείουσας Τράπεζας προκύπτει, ότι οι εργασιακές συμβάσεις του προσωπικού της Τράπεζας είναι κατ' αρχήν ορισμένου χρόνου, αφού προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση των μισθωτών από την υπηρεσία τους, λόγω συμπληρώσεως του καθοριζόμενου ορίου ηλικίας.

Εφόσον, όμως, με τον Κανονισμό προβλέπεται η δυνατότητα λύσεως της εργασιακής συμβάσεως, πριν από τη λήξη του ορισμένου χρόνου της διάρκειάς της, με την υποβολή από τον υπάλληλο έγγραφης παραίτησης, της οποίας η αποδοχή από την Τράπεζα είναι υποχρεωτική εντός του προβλεπόμενου ως άνω χρονικού διαστήματος, ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, σε περίπτωση πληρώσεως της οποίας η σύμβαση εργασίας μεταβάλλεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Συνεπώς, ο προαναφερθείς όρος του Κανονισμού, ότι η σύμβαση εργασίας λύεται και πριν από το προβλεπόμενο όριο ηλικίας με την έγγραφη παραίτηση του υπαλλήλου, η οποία και επιφέρει τη λήξη της συμβάσεως, εμπίπτει στη περίπτωση του άρθρου 8 εδάφ. α' του Ν. 3198/1955, αφού η παραίτηση του υπαλλήλου, χωρίς δικαίωμα εναντιώσεως της Τράπεζας, ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με την αποχώρηση αυτού από την υπηρεσία του με τη συγκατάθεση της Τράπεζας, η δε σύμβαση του υπαλλήλου, που λύεται με την παραίτησή του πριν από τη συμπλήρωση του καθοριζόμενου ορίου ηλικίας του, μετατρέπεται από ορισμένου σε αορίστου χρόνου.

Έτσι, λοιπόν, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της ως άνω διατάξεως του άρθρου 8 εδάφ. α' του Ν. 3198/1955, ο αποχωρών, με έγγραφη παραίτηση, υπάλληλος της Τράπεζας της Ελλάδος (αναιρεσείουσας) δικαιούται την προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή αποζημίωση. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί των αντιθέτων εφέσεων του ήδη αναιρεσιβλήτου και της ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 1868/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας επί της από 4-9-2007 αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας, δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα :

Ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) προσλήφθηκε από την εναγόμενη Τράπεζα της Ελλάδος (αναιρεσείουσα) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, στις 18-4-1977, και εξελίχθηκε βαθμολογικά έως τον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου. Στις 14-8-2007 αποχώρησε από την υπηρεσία του στην Τράπεζα, πριν από τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας του, που προβλεπόταν για τον βαθμό που κατείχε από τον συμβατικής ισχύος Γενικό Κανονισμό των υπαλλήλων της Τράπεζας, στον οποίο είχε προσχωρήσει κατά την πρόσληψή του.

Η αποχώρηση του ενάγοντος έγινε μετά τη συμπλήρωση πραγματικής συνεχούς υπηρεσίας του στην εναγόμενη Τράπεζα 30 ετών, 3 μηνών και 27 ημερών και κατόπιν υποβολής εκ μέρους του της από 13-7-2007 έγγραφης παραίτησής του, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 822/17-7-2007 πράξη του Διοικητή της εναγομένης και διαγράφηκε, από 14-8-2007, από τη δύναμη του προσωπικού της.

Η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος - δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο - διεπόμενη από τον συμβατικής ισχύος Κανονισμό της εναγόμενης Τράπεζας, που προέβλεπε τη λύση της συμβάσεώς του με τη συμπλήρωση του καθοριζόμενου ορίου ηλικίας, ήταν ορισμένου χρόνου. Με τον ίδιο Κανονισμό, όμως, οι όροι του οποίου αποτελούσαν και περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, προβλεπόταν και περίπτωση πρόωρης λύσης της συμβάσεως, με μονομερή δήλωση παραιτήσεως του μισθωτού.

Υπήρχε, δηλαδή, διαλυτική αίρεση στη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 669 και 202 του ΑΚ, η οποία πληρώθηκε με τη δήλωση παραίτησης που υπέβαλε αυτός και έτσι η σύμβαση εργασίας του κατέστη εξ αρχής αορίστου χρόνου και λύθηκε με τη συγκατάθεση της εναγόμενης Τράπεζας, που αποδέχθηκε την παραίτησή του, με αποτέλεσμα να δικαιούται ο ενάγων την προβλεπόμενη από το άρθρο 8 εδάφ.

α' του Ν. 3198/1955 αποζημίωση και ειδικότερα το ήμισυ (50 %) της οριζόμενης από το Ν. 2112/1920 αποζημίωσης για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 και 3 του Α.Ν. 173/1967 και 1 παρ. 1 και 2 του Ν.Δ. 618/1970, όπως αυτές έχουν συμπληρωθεί και τροποποιηθεί, αφού η εναγόμενη Τράπεζα της Ελλάδος δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και, συνεπώς, ως προς αυτήν (εναγομένη) δεν ίσχυε ο περιορισμός της αποζημίωσης που εδικαιούτο ο ενάγων.

Επομένως - δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο - ο ενάγων, ως υπάλληλος της εναγόμενης Τράπεζας, που παραιτήθηκε από την υπηρεσία του σ' αυτήν, έχοντας συμπληρώσει υπερδεκαπενταετή υπηρεσία και χωρίς να έχει συμπληρώσει το προβλεπόμενο από τις οικείες διατάξεις του Γενικού Κανονισμού της όριο ηλικίας (60ο έτος), δεδομένου ότι γεννήθηκε στις 10-10-1949, γενομένης δεκτής από την εναγομένη της αίτησης παραίτησής του, υπαγόταν στους μισθωτούς του εδαφίου α' του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955 και εδικαιούτο, ως αποζημίωση, λόγω της αποχώρησής του με τη συγκατάθεση της εργοδότριας του, το 50 % της αποζημίωσης που θα ελάμβανε σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως από την εναγόμενη Τράπεζα, και όχι το 40 % αυτής του εδαφίου β' του ίδιου άρθρου ( 8 του Ν. 3198/1955), ενόψει του ότι συμπλήρωνε τις προϋποθέσεις λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος και ήταν ασφαλισμένος στο Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού της Τράπεζας της Ελλάδος και στο Μετοχικό Ταμείο Υπαλλήλων της Τράπεζας αυτής.

Και τούτο διότι - συνεχίζει το Εφετείο - κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 435/1976, η οποία έχει ανάλογη εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, δικαίωμα λήψης του 50 % της αποζημίωσης έχουν όσοι πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 8 εδάφ. α' του Ν. 3198/1955, όπως στην ένδικη περίπτωση ο ενάγων, ανεξαρτήτως του αν δικαιούται πλήρους σύνταξης γήρατος και είναι επικουρικά ασφαλισμένος, αφού η ρύθμιση του εδαφίου α' του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, του οποίου πληροί τις προϋποθέσεις, είναι ευνοϊκότερη γι' αυτόν εκείνης του εδαφίου β του ίδιου άρθρου του άνω Νόμου.

Συνεπώς - καταλήγει το Εφετείο - το συνολικό ποσό της αποζημίωσης που έπρεπε να λάβει ο ενάγων, με βάση τις μηνιαίες αποδοχές του κατά τον τελευταίο πριν από την παραίτησή του μήνα και τα έτη υπηρεσίας του στην εναγόμενη Τράπεζα, ανερχόταν στο ποσό των 66.069,84 ευρώ (24 μήνες Χ 4.556,55 ευρώ μηνιαίες αποδοχές + 1/6 για αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας + 189,85 ευρώ για αναλογία επιδόματος ισολογισμού Χ 50 %), η εναγομένη, όμως, κατέβαλε σ' αυτόν κατά την αποχώρησή του περιορισμένη αποζημίωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 13 του Ν. 3144/2003, δηλαδή του κατέβαλε το ποσό των 15.000 ευρώ και, ως εκ τούτου, οφείλει στον ενάγοντα την εντεύθεν προκύπτουσα διαφορά εκ ποσού 51.069,84 ευρώ (66.069,84 - 15.000).

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο που έκρινε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) εδικαιούτο την προβλεπόμενη από τη διάταξη του εδαφίου α' του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955 αποζημίωση, διότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής, και ότι δεν έχουν εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση οι διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 και 3 του Α.Ν. 173/1967 και 1 παρ. 1 και 2 του Ν.Δ. 618/1970, όπως αυτές συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν, λόγω του ότι η εναγομένη Τράπεζα (αναιρεσείουσα), ως προς τις σχέσεις της με το προσωπικό της, δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 εδάφ.

α' του Ν. 3198/1955, 202 και 669 του ΑΚ, ούτε τις μνημονευόμενες διατάξεις του ως άνω Κανονισμού της εναγομένης, ούτε παραβίασε, με τη μη εφαρμογή τους, τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 και 3 του Α.Ν. 173/1967 και 1 παρ. 1 και 2 του Ν.Δ. 618/1970, όπως αυτές συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν, γι' αυτό και οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Με το να επιδικάσει, όμως, στη συνέχεια, το Εφετείο στον ενάγοντα, κατ' άρθρο 8 εδάφ. α' του Ν. 3198/1955, το 50 % της οριζόμενης από το Ν. 2112/1920 αποζημιώσεως, εκείνης δηλαδή που θα ελάμβανε σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως από την εναγομένη, και όχι το 40 % της αποζημιώσεως αυτής, το οποίο πράγματι εδικαιούτο, εφόσον, όπως δέχθηκε (το Εφετείο), ήταν επικουρικά ασφαλισμένος στο Μετοχικό Ταμείο Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, έσφαλε, σύμφωνα με τις σκέψεις που προεκτέθηκαν, ως προς την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 5 παρ. 1 και 3 (ιδίως) του Ν. 435/1976.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παραβιάσεως των διατάξεων αυτών, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται σε περισσότερες, επάλληλες, αιτιολογίες, κύριες και επικουρικές, κάθε μία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό και με την αναίρεση πλήττεται μόνο η επικουρική αιτιολογία, ο λόγος αναίρεσης που την πλήττει απορρίπτεται ως αλυσιτελής, αφού το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται (και) στην κύρια αιτιολογία, που δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς με λόγο αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η εναγομένη - εκκαλούσα - εφεσίβλητη, με τον έβδομο λόγο της έφεσής της, ισχυρίζεται ότι ο αντίδικός της κατά κατάχρηση δικαιώματος και προκειμένου να εισπράξει την επίδικη αποζημίωση παραιτήθηκε από την υπηρεσία του στην Τράπεζα ελάχιστο χρόνο πριν από την συμπλήρωση του ορίου συνταξιοδότησής του.

Ο ισχυρισμός αυτός - είπε το Εφετείο - είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον αποτελεί καταλυτική της ένδικης αγωγής ένσταση, καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, η οποία υποβλήθηκε μόνο με τις πρωτόδικες προτάσεις και δεν προτάθηκε προφορικά, ούτε καταχωρίσθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 591 παρ. 1 εδ.

β' ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 19 του Ν. 2915/2001, 256 παρ. 1 περ. δ' και 262 ΚΠολΔ και ενόψει του ότι δεν συντρέχουν, εν προκειμένω, λόγοι βραδείας προβολής της ενστάσεως αυτής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 269 και 527 του ΚΠολΔ. Ανεξαρτήτως των ανωτέρω - όπως δέχεται επίσης το Εφετείο - ο εν λόγω ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι τα εκτιθέμενα περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν στοιχειοθετούν την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση, αφού η βαλλόμενη παραίτηση του ενάγοντος αποτελεί ενάσκηση δικαιώματος, που παρέχεται σ' αυτόν από τον συμβατικής ισχύος Κανονισμό Καταστάσεως Προσωπικού της εναγόμενης Τράπεζας, δεν απαιτείται δε η συνδρομή οποιουδήποτε λόγου για την υποβολή αυτής (παραίτησης).

Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση - όπως γίνεται ακόμη δεκτό από το Εφετείο - δεν αποδείχθηκε συμπεριφορά του ενάγοντος, τέτοια που να μπορεί να καταστήσει μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκηση του επίδικου δικαιώματός του, το οποίο, αντιθέτως, αυτός άσκησε μετά πάροδο σύντομου χρόνου από την αποχώρησή του από την Τράπεζα.

Το Εφετείο, δηλαδή, απέρριψε την εν λόγω ένσταση, περί καταχρηστικής ασκήσεως του επίδικου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, προεχόντως, ως απαράδεκτη, διότι δεν προτάθηκε νομότυπα στο δικαστήριο της ουσίας και, επικουρικά, ως αβάσιμη. Με τον τέταρτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως, όπως από το περιεχόμενό του προκύπτει, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον ως προς την επικουρική ως άνω αιτιολογία της, που αφορά την έρευνα της βασιμότητας της επίμαχης περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου ενστάσεως.

Επομένως, σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη εκτέθηκαν, ο λόγος αυτός αναιρέσεως (τέταρτος), πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, διότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την εν λόγω ένσταση, επαρκώς στηρίζεται στην κύρια αιτιολογία της, η οποία δεν πλήττεται με τους λόγους της αναιρέσεως.

Κατ' ακολουθίαν όσων έχουν προεκτεθεί και κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου της αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αναφέρεται στο ποσοστό της αποζημιώσεως που εδικαιούτο ο αναιρεσίβλητος, κατ' άρθρο 8 εδάφ. α' του Ν. 3198/1955, κατά την αποχώρησή του από την εργασία του στην αναιρεσείουσα Τράπεζα.

Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της, κατά το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Εφετείο (Αθηνών), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013.

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατ' άρθρα 178 και 183 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5224/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ