183/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 183 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 183/2011
Legislator headnote
AI generated183/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 183 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 183/2011
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 183 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 183/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ζαχαρόπουλο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ετερόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "Γ. Α. Ν. Ε.Ε" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον ομόρρυθμο εταίρο Γ. Ν. του Α. που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Θεοδώρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Οκτωβρίου 1987 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 539/1988 πράξη του, 9320/2000 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 148/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30 Μαρτίου 2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 21 Σεπτεμβρίου 2007 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 12-10-2009 κλήση του αναιρεσείοντος νόμιμα φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 30-3-2007 αίτηση αυτού για αναίρεση της υπ' αριθμ. 148/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, καθόσον αυτή δεν συζητήθηκε κατά την ορισθείσα αρχικώς δικάσιμο της 5ης Οκτωβρίου 2009 λόγω διεξαγωγής των βουλευτικών εκλογών της 4ης Οκτωβρίου 2009.
Στις διατάξεις των άρθρων 681 και 694 του Α.Κ., ορίζεται: α) "Με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή" (άρθρο 681), β) "Η αμοιβή του εργολάβου καταβάλλεται κατά την παράδοση του έργου. Αν η αμοιβή συνίσταται σε χρήματα και δεν πιστώθηκε, είναι τοκοφόρα από την παράδοση του έργου. Αν η παράδοση του έργου και η καταβολή της αμοιβής συμφωνήθηκε να γίνουν τμηματικά, η αμοιβή καταβάλλεται μόλις γίνει η παράδοση κάθε τμήματος" (άρθρο 694). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι η αμοιβή του εργοδότη προς τον εργολάβο μπορεί να συμφωνηθεί, είτε σε χρήματα, είτε σε παροχή οποιουδήποτε είδους και συνεπώς και σε υπόσχεση μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου πράγματος, όπως αυτό μπορεί να συμβεί επί συμβάσεως, κατά την οποία ο κύριος του οικοπέδου (εργοδότης) αναθέτει σε άλλον (εργολάβο) την ανέγερση πάνω σ' αυτό πολυκατοικίας με την συμφωνία ότι θα διατηρήσει την κυριότητα ορισμένου ποσοστού εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου και θα μεταβιβάσει λόγω αμοιβής στον εργολάβο ή σε τρίτα πρόσωπα που θα του υποδείξει αυτός, τα υπόλοιπα ποσοστά εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου με τα αντίστοιχα διαμερίσματα ή άλλης φύσεως αυτοτελείς οριζόντιες ή κάθετες ιδιοκτησίες. Καταβάλλεται δε η αμοιβή σύμφωνα με το άρθρο 694 Α.Κ., κατά την παράδοση του έργου, εκτός αν η παράδοση τούτου γίνεται τμηματικά, οπότε καταβάλλεται με την παράδοση κάθε τμήματος. Έτσι στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο εργολάβος έχει δικαίωμα να διεκδικήσει την αμοιβή του, επικαλούμενος την αποπεράτωση και παράδοση του έργου, με την επιδίωξη της μεταβίβασης με καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως, κατ' άρθρο 949 Κ.Πολ.Δ., κατά κυριότητα σ' αυτόν των υποσχεθέντων ποσοστών εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου πάνω στο οποίο θα αναγείρονταν οι αυτοτελείς οριζόντιες ή κάθετες ιδιοκτησίες, πράγμα που αποτελεί το περιεχόμενο της κύριας παροχής και που δεν αλλοιώνεται παρά όταν συντρέξει νόμιμος λόγος αλλοίωσης της ενοχής. Περαιτέρω, ως παράδοση του έργου νοείται η πλήρης εκπλήρωσης της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου με την προσπόρηση του έργου στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσιάσεως του τελευταίου, το οποίο όμως πρέπει να είναι προσήκον, δηλαδή να μην είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε, γιατί αλλιώς δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος εκπλήρωσε πρώτος την βαρύνουσα αυτόν υποχρέωση. Για την περίπτωση δε της τμηματικής παράδοσης του έργου, για την καταβολή από τον εργοδότη της αμοιβής, θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί και παραδοθεί, υπό την προεκτεθείσα έννοια, το συγκεκριμένο τμήμα του έργου. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 688, 689, 690 και 694 του ΑΚ προκύπτει ότι ένα έργο θεωρείται περατωμένο ή εκτελεσμένο, έστω και αν έχει ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων ή πραγματικά ελαττώματα, ακόμη και ουσιώδη που το καθιστούν άχρηστο. Στην περίπτωση αυτή ο κύριος του έργου έχει, υπό προϋποθέσεις, ορισμένα δικαιώματα, όπως εκείνο της μείωσης της αμοιβής του εργολάβου ή αποζημίωση απ' αυτόν, ενώ δεν έχει το δικαίωμα της μη καταβολής της αμοιβής του στον εργολάβο, εκτός αν α) εξαιτίας της ελλείψεως ιδιοτήτων ή των ελαττωμάτων το έργο που παραδόθηκε ή προσφέρθηκε είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε ως εκτελεστέο, αφού τότε δεν υπάρχει εκπλήρωση της παροχής και ο εργολάβος δεν δικαιούται να αξιώνει την αμοιβή του, ή β) έχει συμφωνηθεί μεταξύ κυρίου του έργου και εργολάβου αντίθετη, της πιο πάνω, ρύθμισης, πράγμα το οποίο μπορεί να γίνει, αφού η διάταξη του άρθρου 694 παρ. 1 ΑΚ, είναι ενδοτικού δικαίου και επομένως μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων διαφορετική ρύθμιση της καταβολής της αμοιβής. Έτσι, στην περίπτωση που η αμοιβή συνίσταται, κατά τα προεκτεθέντα, στην μεταβίβαση από τον κύριο του οικοπέδου, στον εργολάβο που συμφωνήθηκε να κατασκευάσει πάνω σ' αυτό πολυκατοικία, ορισμένο ποσοστό εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου με τα αντίστοιχα διαμερίσματα ή άλλες οριζόντιες ή κάθετες ιδιοκτησίες, και συμφωνήθηκε παράλληλα, ότι η μεταβίβαση αυτή θα γίνεται τμηματικά, μόνο μετά την αποπεράτωση συγκεκριμένου σταδίου εργασιών, η συμφωνία αυτή, δεν συνιστά διαφορετική ρύθμιση, ως προς τον τρόπο, χρόνο και προϋποθέσεις καταβολής της αμοιβής από τον εργοδότη (κύριο του έργου), στον εργολάβο, αλλά και στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία δηλαδή το στάδιο που αφορούσε το συγκεκριμένο τμήμα του έργου έχει πραγματοποιηθεί, πλην όμως παρουσιάζει ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων ή ελαττώματα, έστω και σημαντικά, το έργο που κατασκευάσθηκε κατά το στάδιο αυτό, και πάλι ο εργοδότης, που η αμοιβή του συνίστατο στην παροχή της παραπάνω μορφής, δεν δικαιούται να αρνηθεί να καταβάλει την τελευταία στον εργολάβο, αλλά μπορεί να ζητήσει μείωση αυτής ή αποζημίωση (ΑΠ 1434/2007, 543/2007, 503/2009). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 36/1988, ΑΠ 1011/2007). Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με την κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή. Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, στην απόφαση και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα (διατακτικό). Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν στο αιτιολογικό της περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 30/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, 361/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Με το …/1983 προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών οικοπέδου -εργολαβικό ανέγερσης πολυκατοικίας- της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Καρβούνη, καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου, με την οποία η ενάγουσα ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Γ. Ν. Ε.Ε." ανέλαβε την υποχρέωση να ανεγείρει πολυκατοικία σε οικόπεδο του εναγομένου Ι. Μ., που βρίσκεται στην οδό … αρ. 25, στον ..., σύμφωνα με τα από Φεβρουαρίου 1984 σχεδιαγράμματα και τον πίνακα κατανομής ποσοστών του πολιτικού μηχανικού Λ. Μ., καθώς και την από 2-9-1983 συγγραφή υποχρεώσεων. Ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση, ως εργολαβικό αντάλλαγμα-αμοιβή, να μεταβιβάσει με οριστικά συμβόλαια στην ενάγουσα ή σε τρίτους που αυτή θα του υποδείξει, τα 640/οοο εξ αδιαιρέτου επί του κατά χρήση τμήματος των 1672 τ.μ. του τμήματος Ι του οικοπέδου, τα οποία αντιστοιχούν στα Α-2 και Α-3 διαμερίσματα του πρώτου ορόφου, στα Β-2 και Β-3 διαμερίσματα του δευτέρου ορόφου, στα Γ-1, Γ-2 και Γ-3 διαμερίσματα του τρίτου ορόφου και το Δ-2 διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου, μετά της αναλογίας τους στους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους. Ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση με το άρθρο 17 της σύμβασης να μεταβιβάζει σταδιακά τα ποσοστά επί του ακινήτου ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών, τα τελευταία δε 48/οοο χιλιοστά ανέλαβε να μεταβιβάσει με την παράδοση των κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων και πραγμάτων, μεταξύ των οποίων του ανελκυστήρα και της κεντρικής θέρμανσης σε πλήρη λειτουργία, καθώς και με την παράδοση των αναφερομένων επτά εγγράφων περί μη οφειλής σε ΙΚΑ, ΤΕΕ, Δήμο, ΕΥΔΑΠ κλπ. Ο χρόνος παράδοσης του έργου συμφωνήθηκε εντός τριάντα πέντε μηνών από την έκδοση της οικοδομικής άδειας. Η οικοδομική άδεια εκδόθηκε την 1-6-1984 και έτσι το έργο έπρεπε να παραδοθεί πλήρως αποπερατωμένο την 1-5-1987. Η ενάγουσα άρχισε αμέσως την εκτέλεση του έργου και ο εναγόμενος μεταβίβαζε στην ενάγουσα τα συμφωνηθέντα ποσοστά ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών. Η ενάγουσα με την από 13-11-1985 επιστολή της προς τον εναγόμενο τον κάλεσε να της μεταβιβάσει τα Γ-2 και Α-2 διαμερίσματα, αναγνώρισε ότι δεν είχε κατασκευάσει το κλιμακοστάσιο, ότι δεν είχαν γίνει εκσκαφές των πρανών, σύμφωνα με τα σχέδια, ότι δεν είχαν κατασκευαστεί οι αποθήκες και ότι δεν είχαν τοποθετηθεί οι μπρίζες, διακόπτες και πίνακες, δηλώνοντας ότι "η συμπλήρωση των ανωτέρω ελλείψεων αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη μεταβίβαση των επόμενων χιλιοστών, πέραν των προαναφερθέντων δύο διαμερισμάτων". Με την ανωτέρω επιστολή, ερμηνευόμενη κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, η ενάγουσα επιβεβαίωσε τις μεταξύ αυτής και του εναγομένου με τα παραπάνω -εργολαβικό και συγγραφή υποχρεώσεων- αναληφθείσες υποχρεώσεις, χωρίς να αναλάβει ουδεμία περαιτέρω υποχρέωση. Το Σεπτέμβριο του 1986, η ενάγουσα ολοκλήρωσε το έργο και παρέδωσε στον εναγόμενο τα διαμερίσματα που είχαν συμφωνήσει. Ο εναγόμενος, παρότι, το έργο εμφάνιζε τις κατωτέρω αναφερόμενες ελλείψεις, που διαπίστωσε το Διαιτητικό Δικαστήριο (επουσιώδεις σε σχέση με το μέγεθος του όλου έργου), από το Φεβρουάριο 1987 παρέλαβε τα διαμερίσματά του, κατοικεί σε ένα απ' αυτά και εκμισθώνει τα υπόλοιπα ..., καθώς και τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους και πράγματα της οικοδομής σε πλήρη λειτουργία. Όμως, παρά την παραλαβή του όλου έργου, καθώς και των εγγράφων που ορίσθηκαν με το άρθρο 17 της σύμβασης, ο εναγόμενος αρνείται να καταβάλει στην ενάγουσα το υπόλοιπο της συμφωνημένης αμοιβής της, παρά τις διαμαρτυρίες και προσκλήσεις της, και συγκεκριμένα αρνείται να μεταβιβάσει στην ενάγουσα τα 48/οοο επί του όλου οικοπέδου, που αντιστοιχούν στο Α-3 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου του κτιριακού τμήματος II, με τους βοηθητικούς χώρους αυτού, ήτοι την υπ' αριθμό 2 αποθήκη του υπογείου του κτιριακού συγκροτήματος II, που φαίνεται στην …/1984 πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας της άνω συμβολαιογράφου και το σχεδιάγραμμα 1 του άνω πολιτικού μηχανικού και την υπ' αριθμό 2 θέση στάθμευσης αυτοκινήτου του κτιριακού τμήματος Ι της ισόγειας πυλωτής, ισχυριζόμενος με τις προτάσεις που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο και στο παρόν Δικαστήριο αλλά και με την υπό κρίση έφεσή του, ότι το έργο έχει ελλείψεις, λόγω των οποίων δεν έχει υποχρέωση να μεταβιβάσει στην ενάγουσα το ένδικο διαμέρισμα και τους άνω βοηθητικούς χώρους. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 22-5-1992 (αρ. εκθ. κατ. 6925/1992) αγωγή του κατά της ενάγουσας, με την οποία ισχυριζόμενος ότι το έργο δεν κατασκευάσθηκε κατά τα συμφωνηθέντα από υπαιτιότητα της εργολάβου, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 44.046.000 δραχμών και να του επιτραπεί η πώληση του ένδικου διαμερίσματος. Επί της άνω αγωγής εκδόθηκε η 10371/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία την παρέπεμψε στη διαιτησία του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος. Ο εναγόμενος με την από 3-3-1999 αγωγή-προσφυγή σε διαιτησία ζήτησε όσα ακριβώς ζητούσε με την ανωτέρω αγωγή του. Επ' αυτής εκδόθηκε η 9/2005 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, η οποία αφού διαπίστωσε ότι το έργο φέρει τις ακόλουθες ελλείψεις από υπαιτιότητα της εργολάβου, α) υποχρέωσε την "Γ. Ν. Ε.Ε." (ενάγουσα) να κατασκευάσει, 1) κλιμακοστάσιο από το ισόγειο στο υπόγειο του κτιρίου, 2) τις εκσκαφές των πρανών όπως προβλέπεται στη μελέτη, 3) διπλούς υαλοπίνακες στα διαμερίσματα του ιδιοκτήτη, 4) θερμομόνωση στην οροφή της πυλωτής, όπως προβλέπεται στη μελέτη, β) απέρριψε ως αόριστο το αίτημα της αποζημίωσης, γ) θεώρησε ότι είναι αναρμόδιο για το θέμα της πώλησης του ενδίκου διαμερίσματος. Η "Γ Ν. Ε.Ε." με την από 15-7-2005 αγωγή της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (Εφετείου Αθηνών), ζήτησε την εν μέρει ακύρωση της άνω απόφασης όσον αφορά τις ανωτέρω υπό στοιχεία α1, α2, α3, α4 διατάξεις και επομένως ως προς τα ανωτέρω θέματα των ελλείψεων του έργου δεν υπάρχει τελεσίδικη απόφαση. Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα συνάγονται, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, τα εξής: 1) Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την επί του άρθρου 374 ΑΚ ένσταση του εναγομένου ως μη νόμιμη, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο αυτής, ορθά έκρινε, ενόψει του ότι ο ενάγων δεν ισχυρίσθηκε, ότι το έργο που εκτελέστηκε είναι διαφορετικό από αυτό που συμφωνήθηκε, οπότε και μόνο θα μπορούσε να προτείνει την παραπάνω ένσταση ... 2) Οι τυχόν ελλείψεις του έργου δεν ασκούν έννομη επιρροή στην υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα τη συμφωνημένη αμοιβή της, αφού ο τελευταίος παρέλαβε το έργο και δεν υπέβαλε κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής της ενάγουσας για καταβολή της αμοιβής της αίτημα αποζημίωσης, λόγω ελλείψεων του έργου με ανταγωγή της ή ένσταση συμψηφισμού, αλλά προτίμησε να ασκήσει την αξίωση αποζημίωσης αυτοτελώς, κατά τα προαναφερθέντα. 3) Η ενάγουσα δεν έχει άλλη υποχρέωση πλην αυτής που ανέλαβε με το πιο πάνω αναφερόμενο συμφωνητικό και συγγραφή υποχρεώσεων, γεγονός που ενισχύεται από το ότι ο εναγόμενος παρέλαβε και απολαμβάνει τα ωφελήματα των διαμερισμάτων της αντιπαροχής και συνεπώς μεταξύ των διαδίκων εφαρμόζονται στην παρούσα διαφορά όσα ορίζονται από τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις του Α.Κ., που, όπως προαναφέρθηκε, υποχρεώνουν τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το σύνολο της συμφωνημένης αμοιβής". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές της η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους εφέσεως που είχε ασκήσει ο εναγόμενος (αναιρεσείων) κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επικύρωσε έτσι την απόφαση του τελευταίου με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), για καταβολή του υπολοίπου της αμοιβής της για την εκτέλεση του ως άνω έργου, με την καταδίκη αυτού, κατ' άρθρον 949 Κ.Πολ.Δ., σε δήλωση βουλήσεως για τη μεταβίβαση του ποσοστού εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου και των αντιστοιχούντων σ' αυτό οριζόντιων ιδιοκτησιών που προβλέπονται στο τελευταίο στάδιο εκτέλεσης του έργου, από το παραπάνω προσύμφωνο-εργολαβικό. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681, 688, 689, 690 και 694 του Α.Κ., καθόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές του, που περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών. Ειδικότερα δέχθηκε το Εφετείο: 1) Ότι μεταξύ των συμβαλλομένων είχε καταρτισθεί η προαναφερόμενη συμφωνία στην οποία προβλεπόταν η κατασκευή του ως άνω έργου και καθορίσθηκε η αμοιβή, την οποία θα κατέβαλε ο αναιρεσείων εργοδότης, συνισταμένη στα ως άνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου της κυριότητάς του με τις αντίστοιχες οριζόντιες ιδιοκτησίες που αναλογούσαν σ' αυτά, στην αναιρεσίβλητη εταιρία (εργολάβο), και ότι η αμοιβή αυτή θα καταβάλετο με την πρόοδο των εργασιών του έργου με τελευταίο στάδιο αυτό της παράδοσης των κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων, του ανελκυστήρα, κεντρικής θέρμανσης κλπ, 2) ότι πέραν της ως άνω συμφωνίας καμιά άλλη δεν υπήρξε μεταξύ των διαδίκων ως προς την εκτέλεση του έργου και την καταβολή της αμοιβής, η δε προαναφερόμενη από 13-11-1995 επιστολή της αναιρεσίβλητης εργολάβου προς τον αναιρεσείοντα εργοδότη ουδόλως μετέβαλε τα όσα αυτοί είχαν συμφωνήσει, 3) ότι το ως άνω έργο, η ανέγερση δηλαδή της πολυκατοικίας, εκτελέσθηκε από τον εργολάβο μέχρι και του τελευταίου σταδίου και παραδόθηκε στον εργοδότη, 4) ότι το έργο (πολυκατοικία), παρουσίαζε τις προαναφερόμενες ελλείψεις και δεν είχε κάποιες από τις ιδιότητες που είχαν συμφωνηθεί, πλην όμως αυτές ήσαν επουσιώδεις σε σχέση με το όλο έργο, σε κάθε δε περίπτωση δεν ήταν κάτι διαφορετικό από αυτό που είχαν συμφωνήσει, 5) ότι ο αναιρεσείων εργοδότης, παρέλαβε το έργο, και συγκεκριμένα τις οριζόντιες ιδιοκτησίες και λοιπούς βοηθητικούς χώρους, καθώς και τα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη και πράγματα της πολυκατοικίας, παρά τις ως άνω ελλείψεις και ιδιότητες που παρουσίαζε αυτό, κάνοντας έκτοτε χρήση και εκμεταλλευόμενος προς όφελός του τα ανωτέρω και 6) ότι ο αναιρεσείων-εργοδότης αρνείται να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη-εργολάβο, την αμοιβή της, του τελευταίου σταδίου εκτέλεσης του έργου, αν και το τμήμα αυτό, παρά τις ως άνω ελλείψεις εκτελέσθηκε και παραδόθηκε στον εργοδότη, χωρίς να προβλέπεται στη συμφωνία κάτι διαφορετικό, ως προς τον χρόνο, τρόπο και προϋποθέσεις καταβολής της αμοιβής της εργολάβου εταιρίας για το τμήμα αυτό του έργου. Εξάλλου, ούτε και τις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., παραβίασε το Εφετείο, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές του, ερμηνεύοντας το περιεχόμενο της από 13-11-1985 επιστολής της αναιρεσίβλητης- εργολάβου προς τον αναιρεσείοντα-εργοδότη, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εκτέλεσης του έργου και του τρόπου καταβολής της αμοιβής, κατέληξε στο πόρισμα ότι τίποτα δεν μεταβλήθηκε ως προς τα αρχικώς συμφωνηθέντα και ότι η βούληση των συμβαλλομένων, εξακολούθησε να είναι η ίδια, ως προς όσα αναφέρονται στο ως άνω προσύμφωνο (εργολαβικό) και τη συγγραφή υποχρεώσεων, τα οποία και μόνο ίσχυαν και εξακολούθησαν να δεσμεύουν τους διαδίκους. Ούτε όμως και αντιφατικές αιτιολογίες περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, αφού με τη συνεκτίμηση και αξιολόγηση της παραπάνω επιστολής της αναιρεσίβλητης δεν δέχθηκε κάτι διαφορετικό ως προς τις προαναφερόμενες ελλείψεις και ελαττώματα που παρουσίαζε το εκτελεσθέν έργο, τα οποία δέχθηκε μεν ότι υπήρχαν, πλην όμως αυτό δεν εμπόδιζε την αναιρεσίβλητη-εργολάβο να ζητήσει την αμοιβή της, που αφορούσε το τελευταίο στάδιο εκτέλεσης του έργου, αφού δεν υπήρχε κάποια ειδική συμφωνία, ότι η εν λόγω εργολάβος δεν θα δικαιούται την αμοιβή της και για το στάδιο αυτό, αν η τελευταία δεν προέβαινε στη συμπλήρωση των ελλείψεων και τη διόρθωση των ελαττωμάτων αυτών.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., καθώς και ο τέταρτος λόγος αυτής, από το άρθρο 559 αρ. 19, παρά τις αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτικό γεγονός (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 109/2008, ΑΠ 446/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης του, μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι για παραμόρφωση της από 13-11-1985 επιστολής της αναιρεσίβλητης προς αυτήν. Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, κατ' ορθή εκτίμησή του (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), με αυτόν πλήττεται απαραδέκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης όχι για διαγνωστικό σφάλμα σε σχέση με το παραπάνω έγγραφο, αλλά για κακή εκτίμηση του περιεχομένου του, με αποτέλεσμα να δεχθεί το Εφετείο, ότι από το παραπάνω έγγραφο προκύπτει "ότι η αναιρεσίβλητη εργολάβος δεν έχει καμιά άλλη υποχρέωση για να της μεταβιβασθούν τα επόμενα χιλιοστά του οικοπέδου με τις αντίστοιχες οριζόντιες ιδιοκτησίες που αναλογούν σ' αυτά και ότι με την επιστολή αυτή δεν διαφοροποιούνται τα όσα οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει και συναποδεχθεί με το άνω προσύμφωνο (εργολαβικό) και τη συγγραφή υποχρεώσεων", ενώ κατά τον αναιρεσείοντα δεν προκύπτει αυτό από το πιο πάνω έγγραφο, πέραν του ότι το Εφετείο καταλήγει στο παραπάνω πόρισμα, μετά από τη συνεκτίμηση του εγγράφου αυτού με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο της νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δίκαιο που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο. Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβησαν τις έννομες συνέπειες (ΑΠ 1470/2008, ΑΠ 613/2007). Η ενέργεια αυτή του δεδικασμένου σε μεταγενέστερη δίκη προϋποθέτει ότι η νέα αυτή δίκη αναφέρεται στο ίδιο αντικείμενο και στηρίζεται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία, δηλαδή το ίδιο νομικό γεγονός το παραγωγικό, τροποποιητικό, καταργητικό ή αποσβεστικό της συγκεκριμένης έννομης σχέσης. Ειδικότερα, ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε κατά την προηγούμενη δίκη, ήταν αναγκαία κατά νόμο για την κατάφαση ή άρνηση της διαγνωσθείσας έννομης συνέπειας και τα ίδια συγκροτούν το πραγματικό εν όλω ή εν μέρει της νομικής διάταξης που πρέπει να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη (ΑΠ 218/2010, ΑΠ 1198/2007). Εξάλλου, και η διαιτητική απόφαση, που δεν υπόκειται, κατ' άρθρο 895 παρ. 1 ΚΠολΔ σε ένδικα μέσα, εφόσον δεν προσβληθεί κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου με προσφυγή σε άλλους διαιτητές, αποτελεί, κατ' άρθρο 896 ΚΠολΔ, δεδικασμένο, και εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 330 και 331 ΚΠολΔ, έστω και αν έχει ασκηθεί, η προβλεπόμενη από το άρθρο 997 ΚΠολΔ αγωγή, ενώπιον του αρμόδιου εφετείου, (άρθρο 998 ΚΠολΔ), προς ακύρωση της διαιτητικής απόφασης. Περαιτέρω, από το άρθρο 559 αριθμ. 16 περ. α' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, συνάγεται ότι στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται τόσο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτό συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν το δεδικασμένο έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, όσο και η κρίση του περί της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ πραγματικών προϋποθέσεων αυτού, εφόσον αυτή στηρίζεται μόνο επί διαδικαστικών εγγράφων, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στον αναιρετικό έλεγχο, για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης. Προκειμένου, επομένως, να εξεταστεί, αν υπάρχει από τελεσίδικη απόφαση που προηγήθηκε δεδικασμένο, το οποίο κωλύει την έρευνα του ήδη με νέα αγωγή φερομένου προς κρίση, με βάση ορισμένη αιτία, αιτήματος, θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης όσον αφορά την ιστορική αιτία επί της οποίας έκρινε και ο λόγος της παραδοχής ή της απόρριψης (Ολ.ΑΠ 15/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν, μεταξύ άλλων, τα εξής: Ο αναιρεσείων με προγενέστερη από 22-5-1992 αγωγή του κατά της αναιρεσίβλητης, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού ισχυρίσθηκε ότι το άνω έργο (η αναφερόμενη στην πρώτη σκέψη της παρούσης πολυκατοικίας) δεν κατασκευάσθηκε κατά τα συμφωνηθέντα από υπαιτιότητα της εναγομένης εργολάβου, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 44.046000 δραχμών και να του επιτραπεί η πώληση του μη μεταβιβασθέντος ακόμη σ' αυτόν διαμερίσματος. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 10371/1997 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, η οποία παρέπεμψε στη διαιτησία του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος την υπόθεση, ενόψει της συμφωνίας των διαδίκων ότι οι διαφορές από το επίδικο έργο θα επιλύονταν κατά τον τρόπο αυτό. Ο αναιρεσείων, με την από 3-3-1999 αγωγή-προσφυγή σε διαιτησία, ζήτησε, για την ίδια αιτία, τα ίδια ακριβώς που ζητούσε και με την άνω αγωγή του. Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 9/2005 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου του ΤΕΕ, η οποία αφού διαπίστωσε ότι το έργο φέρει τις ακόλουθες ελλείψεις από υπαιτιότητα της εναγομένης εργολάβου εταιρίας α) υποχρέωσε την "Γ. Ν. Ε.Ε" (τότε εναγομένη) να κατασκευάσει, 1) κλιμακοστάσιο από το ισόγειο στο υπόγειο, 2) τις εκσκαφές των πρανών, όπως προβλέπεται στη μελέτη, 3) διπλούς υαλοπίνακες στα διαμερίσματα του ιδιοκτήτη, 4) θερμομόνωση στην οροφή της πυλωτής, όπως προβλέπεται στη μελέτη, β) απέρριψε ως αόριστο το αίτημα της αποζημίωσης γ) θεώρησε ότι είναι αναρμόδιο για το αίτημα της πώλησης του ένδικου διαμερίσματος. Κατά της απόφασης αυτής, άσκησε μεν η αναιρεσίβλητη την από 25-7-2005 αγωγή ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και ζήτησε την ακύρωσή της ως προς τις ανωτέρω υπό στοιχεία α2, α3 και α4 διατάξεις της, όχι όμως και την προβλεπόμενη από το άρθρο 896 ΚΠολΔ προσφυγή σε άλλους διαιτητές και επομένως αυτή κατέστη τελεσίδικη. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως το σκεπτικό της αναλυτικά ανωτέρω εκτίθεται, δέχθηκε μεν ότι υφίστανται όλες οι προαναφερόμενες ελλείψεις στην κατασκευασθείσα από την αναιρεσίβλητη πολυκατοικία, καθώς και στα διαμερίσματα της αντιπαροχής του αναιρεσείοντος, για τα οποία ο τελευταίος έχει δικαίωμα αποζημιώσεως από την αναιρεσίβλητη, πλην όμως οι ελλείψεις αυτές δεν ασκούν έννομη επιρροή στην υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη τη συμφωνημένη αμοιβή της, κατά το υπόλοιπο μέρος αυτής, όπως ανωτέρω αναφέρεται, αφού η τελευταία περάτωσε το έργο και το παρέδωσε σ' αυτόν, ο οποίος και το παρέλαβε, απολαμβάνοντας έκτοτε τα ωφελήματα των διαμερισμάτων της αντιπαροχής. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, δέχθηκε το Εφετείο, ότι η προαναφερόμενη διαιτητική απόφαση του ΤΕΕ, δεν παράγει δεδικασμένο ως προς την ένδικη αξίωση της αναιρεσίβλητης, για καταβολή του υπόλοιπου μέρους της συμφωνηθείσης αμοιβής της για την εκτέλεση του ως άνω έργου. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες περί δεδικασμένου διατάξεις, εφόσον το αίτημα αυτό δεν αποτελούσε το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, έτσι ώστε να μην υφίσταται ταυτότητα διαφοράς, αφού ήταν διαφορετικό και το δικαίωμα που, κατά τα ανωτέρω, κρίθηκε στη δίκη αυτή που προηγήθηκε, αλλά και το αντικείμενο της δίκης εκείνης, καθώς και η ιστορική και νομική αιτία στην οποία στηριζόταν η κατά τη δίκη εκείνη κριθείσα έννομη σχέση. Το ζήτημα δε που κρίθηκε στην εν λόγω (προηγηθείσα) δίκη δεν αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του δικαιώματος, που, κατά τα ανωτέρω, ήδη προβάλλεται με τη ένδικη αγωγή. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Μαρτίου 2007 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 148/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ