183/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated183/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως προακτέοι κατ' απόλυτη εκλογή χαρακτηρίζονται εκείνοι ,οι υπάλληλοι που διακρίθηκαν μεταξύ των συναδέλφων τους για το ήθος και τον χαρακτήρα τους και επέδειξαν, σε πολύ υψηλό βαθμό, διοικητική και υπηρεσιακή ικανότητα, έκτακτη δραστηριότητα και αφοσίωση στο καθήκον, προσφέροντας με την πρωτοβουλία, την ετοιμότητα και τον ζήλο τους εξαιρετικές υπηρεσίες (άρθ. 106 §3 εδ.
Full text
Απόφαση 183 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 183/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 12η Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πήτα.
Του αναιρεσιβλήτου:Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-3-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 818/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3147/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-8-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 7-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, το υπηρεσιακό καθεστώς του προσωπικού της αναιρεσειουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ και ειδικότερα η διαδικασία και οι προϋποθέσεις προαγωγής των υπαλλήλων της διέπονται και ρυθμίζονται από τον Οργανισμό της, ο οποίος καταρτίσθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 1 α.ν. 430/1968, εγκρίθηκε με την 226698/1980/1973 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β'389/1973), κυρώθηκε με το ν.δ. 213/1973 και έχει ισχύ νόμου.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις του Οργανισμού αυτού (άρθ. 101-107) συνάγεται, ότι οι προαγωγές από τον βαθμό του Τμηματάρχη Α' στον βαθμό του Υποδιευθυντή γίνονται κατ' απόλυτη εκλογή από το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας ύστερα από πρόταση του Διοικητή της. Το συμβούλιο αποφαίνεται με ελεύθερη κρίση, αφού λάβει υπόψη τα στοιχεία που αναφέρονται ειδικότερα στα άρθ. 101-104 του ως άνω Οργανισμού και είναι τα στοιχεία του ατομικού φακέλου των κρινόμενων, τα οποία αφορούν το ήθος, τα τυπικά, επιστημονικά και επαγγελματικά προσόντα τους, τις ηθικές αμοιβές, τις εκθέσεις των προϊσταμένων τους στα σχετικά φύλλα ικανότητας, την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, την αρχαιότητα, τα στοιχεία του πειθαρχικού ελέγχου, την προσωπική γνώση ή ασφαλείς πληροφορίες των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, ρητώς διατυπούμενες στο σχετικό πρακτικό και κάθε, κατά την κρίση του Συμβουλίου, χρήσιμο στοιχείο για την αξιολόγηση των κρινόμενων.
Ως προακτέοι κατ' απόλυτη εκλογή χαρακτηρίζονται εκείνοι ,οι υπάλληλοι που διακρίθηκαν μεταξύ των συναδέλφων τους για το ήθος και τον χαρακτήρα τους και επέδειξαν, σε πολύ υψηλό βαθμό, διοικητική και υπηρεσιακή ικανότητα, έκτακτη δραστηριότητα και αφοσίωση στο καθήκον, προσφέροντας με την πρωτοβουλία, την ετοιμότητα και τον ζήλο τους εξαιρετικές υπηρεσίες (άρθ. 106 §3 εδ.
α'), προσόντα πάντως συνεκτιμώμενα με την αρχαιότητα, τόσο τη γενική (ΓΥΑ-χρόνου πρόσληψης) όσο και την ειδική (ΕΥΑ-κατεχομένου βαθμού), τις εκθέσεις και την βαθμολογία τους, όπως αυτή απεικονίζεται στα φύλλα ικανότητας. Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΑΤΕ, το οποίο είναι το αρμόδιο για την προαγωγή όργανο του εργοδότη, αποφαίνεται μεν κατ' ελεύθερη κρίση, η κρίση του, όμως, αυτή υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων κατ' άρθ. 281 ΑΚ, όταν κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος στερείται της προαγωγής του υπάλληλος που έχει αποκτήσει τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για τον ανώτερο βαθμό, καίτοι υπερτερεί καταδήλως συναδέλφου του που έχει προαχθεί από τον βαθμό αυτό.
Στην περίπτωση αυτή της παράβασης από το προαναφερόμενο όργανο του εργοδότη του άρθ. 281 ΑΚ η απόφαση του είναι αντίθετη προς το νόμο (το άρθ. 281 ΑΚ), θεωρείται άκυρη (άρθ. 174,180 ΑΚ) και διαπράττει τούτο αδικοπραξία κατ' άρθ. 914 ΑΚ. Τότε ο παραλειφθείς υπάλληλος δικαιούται να ζητήσει με αγωγή την αναγνώριση του δικαιώματος προαγωγής του κατ' άρθ. 70 ΚΠολΔ, με την τελεσιδικία δε της απόφασης η προαγωγή λογίζεται κατ' άρθ. 12§1 ν. 1082/1980 ότι πραγματοποιήθηκε αυτοδίκαια από τον χρόνο που έπρεπε να συντελεσθεί, αλλά και την επιδίκαση αποζημίωσης λόγω διαφοράς αποδοχών εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας πράξης των οργάνων της εργοδότριας τράπεζας που την αντιπροσωπεύουν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, κατά τα άρθ. 71,281,297-299,914 ΑΚ (ΟλΑΠ 14/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερ' από έφεση της ήδη αναιρεσείουσας ΑΤΕ ΑΕ, επί αγωγής του τώρα αναιρεσιβλήτου κατ' αυτής διωκούσης την αναγνώριση του δικαιώματος προαγωγής του και την καταβολή αποζημίωσης (διαφορά αποδοχών) λόγω παράνομης (αδικοπρακτικής) παράλειψης του από την προαγωγή του στον βαθμό του Υποδιευθυντή, με την προσβαλλομένη 3147/2007 απόφαση του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε ότι: (Α) Ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) προσελήφθη από την εναγομένη ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ (αναιρεσείουσα) την 11-1-1977 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και εντάχθηκε στο μόνιμο προσωπικό της με τον βαθμό του Αρχιλογιστή στον κλάδο των Μηχανικών της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων της εναγομένης.
Εξελίχθηκε ομαλά στην υπαλληλική ιεραρχία της μέχρι τον βαθμό του Τμηματάρχη Α', στον οποίο προήχθη κατ' απόλυτη εκλογή από 31-12-1983 και τον οποίο κατέχει μέχρι και σήμερα. Είναι διπλωματούχος αρχιτέκτων μηχανικός του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, πτυχιούχος αναλυτής-προγραμματιστής Η/Υ, γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική γλώσσα και έχει παρακολουθήσει εννέα επιμορφωτικά σεμινάρια και έχει συμμετάσχει σε ένδεκα συνέδρια.
Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα α) από 4-3-1991 ως αναπληρωτής Προϊσταμένου του Τμήματος Στέγασης και Επιμέλειας Μονάδων Λεκανοπεδίου, ενώ από 19-2-2000 εκτελούσε και χρέη Προϊσταμένου του ως άνω Τμήματος β) από 22-10-2002 ως Βοηθός Υπευθύνου Έργου II της Υποδιεύθυνσης Εκτιμήσεων-Αξιολογήσεων γ) από 18-2-2003 ως Υπεύθυνος του ανωτέρω Έργου (θέση ισότιμη του Προϊσταμένου Τμήματος) και δ) από 8-9-2004 ως Προϊστάμενος Τμήματος Κατασκευών της Υποδιεύθυνσης Έργων.
Στα φύλλα αξιολόγησης της επαγγελματικής του απόδοσης χαρακτηρίζεται ως "άριστος". (Β) Κατά τις προαγωγικές κρίσεις για την πλήρωση κενών θέσεων Υποδιευθυντών που έγιναν την 20-12-2004 το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης, ως αρμόδιο όργανο, παρέλειψε να προαγάγει τον ενάγοντα στον βαθμό του Υποδιευθυντή, ενώ προήγαγε στον βαθμό αυτόν τους ομοιοβάθμους συναδέλφους του Λ και Ζ, τους οποίους ο ενάγων προτείνει προς σύγκριση με αυτόν, ως καταφανώς υπολειπόμενους και οι οποίοι είχαν τα εξής προσόντα : 1) Ο Λ προσελήφθη την 23-3-1981, ενταχθείς στον κλάδο των Μηχανικών της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων με τον βαθμό του Λογιστή Α' και προήχθη κατ' απόλυτη εκλογή στον βαθμό του Τμηματάρχη Α' από 4-12-1989.
Είναι πτυχιούχος πολιτικός μηχανικός της Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και κάτοχος διδακτορικού διπλώματος φιλοσοφίας του Τμήματος Γεωπονίας της Γεωπονικής και Δασολογικής Σχολής του ίδιου ως άνω Πανεπιστημίου. Μέχρι τις ανωτέρω προαγωγικές κρίσεις άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα :
α) από 12-10-2001 ως αναπληρωτής Προϊσταμένου του Τμήματος Ελέγχου και Παραλαβών Έργων και από 22-10-2002 ως αναπληρωτής Προϊσταμένου του Τμήματος Συντονισμού Μονίμων Περιφερειακών Κλιμακίων της Υποδιεύθυνσης Τεχνικής Υποστήριξης και β) από 18-2-2003 ως Προϊστάμενος του ως άνω Τμήματος Συντονισμού Μονίμων Περιφερειακών Κλιμακίων.
Κατά διαστήματα αποσπάσθηκε στον Σύλλογο Προσωπικού της εναγομένης, ενώ από 13-5-2004 μέχρι 27-12-2004 διετέλεσε Αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της θυγατρικής εταιρείας της εναγομένης με την επωνυμία "ΑΤΕ-Αξιοποίηση Ακινήτων ΑΕ". Στα φύλλα αξιολόγησης της επαγγελματικής του απόδοσης χαρακτηρίζεται ως άριστος υπάλληλος. 2) Ο Ζ προσελήφθη την 21-3-1980, ενταχθείς στον ίδιο ως άνω κλάδο των μηχανικών με τον βαθμό του Αρχιλογιστή και μετά από ομαλή υπηρεσιακή εξέλιξη προήχθη κατ' απόλυτη εκλογή στον βαθμό του Τμηματάρχη Α' από 1-5-1988.
Είναι διπλωματούχος πολιτικός μηχανικός του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και έχει συμμετάσχει σε δύο επιμορφωτικά σεμινάρια. Μέχρι τις ως άνω προαγωγικές κρίσεις άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα : α) από 6-10-1993 μέχρι 21-4-1994 ως αναπληρωτής Προϊσταμένου του Τμήματος Αρχιτεκτονικών Μελετών β) από 8-2-2002 και εφεξής ως αναπληρωτής Προϊσταμένου του Τμήματος Κτιρίων γ) από 22-10-2002 και εφεξής ως αναπληρωτής Προϊσταμένου του Τμήματος Μελετών της Υποδιεύθυνσης Έργων και δ) από 18-2-2003 και εφεξής ως Προϊστάμενος του ιδίου Τμήματος Μελετών.
Στα φύλλα αξιολόγησης της επαγγελματικής του απόδοσης χαρακτηρίζεται ως άριστος υπάλληλος. (Γ) Από την αντιπαραβολή και την σύγκριση των προσόντων του ενάγοντος με εκείνα των παραπάνω συναδέλφων του προκύπτει ότι αυτός υπερείχε καταφανώς έναντι και των δύο, τόσο ως προς τα τυπικά όσο και ως προς τα ουσιαστικά προσόντα.
Ειδικότερα, ο ενάγων υπερείχε και των δύο προαχθέντων ως προς την γενική αρχαιότητα κατά τρία περίπου έτη, ως προς την εδική αρχαιότητα κατά έξι και πέντε περίπου έτη, αντίστοιχα, και ως προς την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων στην θέση του Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος κατά δέκα και πλέον έτη, αφού ο ίδιος ανέλαβε τέτοια καθήκοντα από 4-3-1991, ενώ ο πρώτος των συγκρινόμενων από 12-10-2001 και ο δεύτερος ουσιαστικά από 11-9-2002 (συν το εξάμηνο από 6-10-1993 έως 21-4-1994).
Επίσης υπερείχε ως προς την γνώση ξένης γλώσσας και ως προς την παρακολούθηση των αναφερομένων σεμιναρίων και συνεδρίων, ενώ ήταν ισότιμος προς αυτούς ως προς την επαγγελματική του αξιολόγηση και βαθμολογία. Σημειωτέον ότι η κατοχή διδακτορικού τίτλου εκ μέρους του δευτέρου συγκρινόμενου (από προφανή παραδρομή αντί:
του πρώτου) ενόψει του επιστημονικού αντικειμένου, στο οποίο αναφέρεται (φιλοσοφία) που είναι άσχετο με το αντικείμενο ασχολίας του στην τράπεζα, δεν προσδίδει σ' αυτόν οποιοδήποτε στοιχείο υπεροχής έναντι του ενάγοντος. Ενόψει των ανωτέρω, δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο, είναι κατάφωρα άδικη και καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθ. 281 ΑΚ, η σχετική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης που προήγαγε και τους δύο ως άνω συγκρινόμενους στον βαθμό του Υποδιευθυντή από 20-12-2004, αντί να προαγάγει στην θέση του ενός απ' αυτούς τον ενάγοντα, καίτοι κατά τις διατάξεις του Οργανισμού της εναγομένης αυτός πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις προαγωγής και υπερείχε κατά τα προεκτεθέντα και των δύο προαναφερομένων συναδέλφων του.
Από την ως άνω παράλειψη της εναγομένης να τον προαγάγει, κατά παράβαση του άρθ. 281 ΑΚ, και την τελεσθείσα σε βάρος του αδικοπραξία, δέχθηκε επίσης το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ο ενάγων ζημιώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα από 1/1-31/12/2005, κατά τα ποσά των μισθολογικών διαφορών που προκύπτουν υπέρ αυτού, μεταξύ του βαθμού του Τμηματάρχη Α' που κατέχει και του βαθμού του Υποδιευθυντή, τον οποίο θα κατείχε κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, εάν δεν είχε παραλειφθεί.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας εναγομένης κατ' επικύρωση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία ειδικότερα αναγνωρίσθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων έπρεπε να προαχθεί στον βαθμό του Υποδιευθυντή από 20-12-2004 και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει σ' αυτόν το ποσό των 9719,78€, νομιμότοκα, ως διαφορά αποδοχών.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ και 101 του έχοντος ισχύ νόμου Οργανισμού της εναγομένης (άλλες φερόμενες, κατ' εκτίμηση, ως παραβιασθείσες διατάξεις αυτού δεν μνημονεύονται και δεν προσδιορίζονται), αφού σύμφωνα και με τις ως άνω παραδοχές του (1) οι προαγωγικές κρίσεις της 20-12-2004 έγιναν για την πλήρωση υφισταμένων κενών θέσεων Υποδιευθυντών (2) ο ενάγων υπερείχε πράγματι καταφανώς αμφοτέρων των προς σύγκριση προταθέντων συναδέλφων του, τόσο ως προς τα τυπικά όσο και ως προς τα ουσιαστικά προσόντα, καθόσον ειδικότερα υπερείχε ως προς α) την γενική αρχαιότητα κατά τρία περίπου έτη και την εδική κατά έξι και πέντε περίπου έτη αντίστοιχα β) την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, που αποτελεί ιδιαίτερα σημαντικό κριτήριο, και συγκεκριμένα στην θέση του αναπληρωτή Προϊσταμένου τμήματος κατά δέκα και πλέον έτη, λαμβανομένου υπόψη ότι ο ίδιος ανέλαβε τέτοια καθήκοντα από 4-3-1991, ο πρώτος των συγκρινόμενων από 12-10-2001 και ο δεύτερος ουσιαστικά από 11-9-2002 (συν το εξάμηνο από 6-10-1993 έως 21-4-1994) γ) την γνώση ξένης γλώσσας και την παρακολούθηση σεμιναρίων και συνεδρίων, ενώ ήταν ισότιμος προς αυτούς ως προς την επαγγελματική αξιολόγηση και βαθμολογία, αλλά, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, και ως προς τους τίτλους σπουδών ΑΕΙ, αφού η κατοχή από τον πρώτο συγκρινόμενο διδακτορικού τίτλου φιλοσοφίας, δηλ.
σε επιστημονικό αντικείμενο ουδόλως σχετιζόμενο με το αντικείμενο και την φύση της εργασίας του στην τράπεζα, δεν αποτελεί στοιχείο υπεροχής έναντι του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι και οι τρεις λόγοι αναίρεσης, άπαντες από τον αριθμό 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, και η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-8-2007 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" για αναίρεση της 3147/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσειουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Φεβρουαρίου 2010 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ