Legislator Case Law & Legislation
183/2009 AI generated

183/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 183/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/12/2002 αγωγή του πρώτου των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1893/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7274/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/1/2007 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

183/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το Εφετείο έκρινε παραδεκτή την έφεση και καθόσον αυτή στρεφόταν κατά της αναιρεσείουσας. Παράλληλα το Εφετείο δίκασε και έφεση του πρώτου αναιρεσίβλητου παθόντος στο ατύχημα, η οποία στρεφόταν και κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, η οποία επίσης κρίθηκε παραδεκτή και έγινε δεκτή και κατ' ουσίαν.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 183 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 183/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων με την επωνυμία ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΓΑ που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τζιομάκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, κατοίκου ......, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ανδρέα Τσώκου και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ψ2, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νίκα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/12/2002 αγωγή του πρώτου των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1893/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7274/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/1/2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 4/11/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό της αναίρεσης, αλλά και κάθε λόγου αυτής, ο αναιρεσείων πρέπει να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση εξαιτίας σφάλματος, που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο δίκασε και έφεση του δεύτερου αναιρεσιβλήτου Ψ2 κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου Ψ1 και της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, η οποία είχε εναχθεί από τον πρώτο αναιρεσίβλητο μαζί με το δεύτερο αναιρεσίβλητο-εκκαλούντα ως υπεύθυνη από σύμβαση ασφάλισης να καταβάλει σ' αυτόν αποζημίωση για ζημία που προκλήθηκε από τον εκκαλούντα κατά την οδήγηση αυτοκινήτου, που ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες σ' αυτήν.

Με την έφεση ο εκκαλών, ομόδικος της αναιρεσείουσας, παραπονιόταν επειδή η πρωτόδικη απόφαση απέρριψε την αγωγή του αντιδίκου του κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας μετά από παραδοχή σχετικής ενστάσεως αυτής για εξαίρεση κάλυψης από τη σύμβαση ασφάλισης, επειδή το επίδικο τροχαίο ατύχημα είχε προκληθεί από δόλο.

Το Εφετείο έκρινε παραδεκτή την έφεση και καθόσον αυτή στρεφόταν κατά της αναιρεσείουσας. Παράλληλα το Εφετείο δίκασε και έφεση του πρώτου αναιρεσίβλητου παθόντος στο ατύχημα, η οποία στρεφόταν και κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, η οποία επίσης κρίθηκε παραδεκτή και έγινε δεκτή και κατ' ουσίαν.

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αληθώς την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε την έφεση κατά το μέρος που στρεφόταν εναντίον της απαράδεκτη κατά παράβαση του άρθρου 517 ΚΠολΔ, που απαγορεύει την απεύθυνση της έφεσης κατά των ομοδίκων του εκκαλούντος.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η αναιρεσείουσα δεν δικαιολογεί έννομο συμφέρον να τον προτείνει εφόσον η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίστηκε μετά την παραδοχή της έφεσης του πρώτου αναιρεσιβλήτου και η αγωγή αυτού εξετάστηκε κατ' ουσίαν και κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της αναιρεσείουσας.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την προαναφερόμενη πλημμέλεια, ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό της για εξαίρεση κάλυψης του δεύτερου αναιρεσίβλητου-εκκαλούντα από την σύμβαση ασφάλισης διότι το επίδικο ατύχημα προκλήθηκε από δόλο αυτού. Από την προσβαλλόμενη απόφαση όμως προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό και τον απέρριψε, δεχόμενο ότι το ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια αυτού. Ο λόγος, επομένως, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 περίπτ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που η αναιρεσείουσα είχε επικαλεστεί και προσκομίσει και ειδικότερα τη μήνυση που είχε υποβάλει ο πρώτος αναιρεσίβλητος (Ψ1) κατά του δεύτερου (Ψ2), και την περιεχόμενη σ' αυτή εξώδικη ομολογία για εκ δόλου προκληθείσα σωματική βλάβη, καθώς και τις μαρτυρικές καταθέσεις που δόθηκαν κατά την προανάκριση.

Στην προσβαλλόμενη όμως απόφαση ρητώς μνημονεύεται η προαναφερόμενη μήνυση και η περιεχόμενη σ' αυτή ομολογία, την οποία όμως το Εφετείο δεν δέχθηκε, ενώ από τη βεβαίωση που περιέχεται στην αναιρεσιβαλλομένη ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενό της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και όλα τα άλλα άνω έγγραφα.

Εξάλλου, από το περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι δεν περιέχεται σ' αυτήν ομολογία για εκ δόλου διαπραχθείσα σωματική βλάβη εκ μέρους του δεύτερου αναιρεσιβλήτου Ψ2, την οποία (ομολογία) φέρεται με τον ίδιο άνω αναιρετικό λόγο ότι δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα και δ) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος (ζημίας).

Στην έννοια της κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια του παρανόμως πράξαντος ή παραλείψαντος. Εφόσον γίνεται επίκληση υπαίτιας συμπεριφοράς, με το χαρακτηρισμό είτε του δόλου είτε της αμέλειας, στον ειδικότερο προσδιορισμό αυτής (της υπαιτιότητας) προβαίνει το δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση από την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς εντεύθεν να επέρχεται μεταβολή της αγωγής.

Εξάλλου, κατά την έννοια της ίδιας πιο πάνω διάταξης, ερμηνευόμενης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνο όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση ζημίας σε άλλον, αλλά και όταν, χωρίς να την αποσκοπεί, προβλέπει και αποδέχεται την επέλευση της ζημίας αυτής, είτε ως αναγκαία, είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.

Αμέλεια υπάρχει, κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον, που επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

Από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ β' ΑΚ εξάλλου προκύπτει ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει, όταν η ανωτέρω συμπεριφορά (από δόλο ή αμέλεια), κατά την κοινή και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, κατατείνει αντικειμενικά στην παραγωγή της ζημίας (ΑΠ 299/2007).

Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ιδρύεται, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα, που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σχετικά με την υπαίτια συμπεριφορά του δεύτερου αναιρεσίβλητου, εξαιτίας της οποίας προκλήθηκε ο τραυματισμός του πρώτου αναιρεσίβλητου και από τον ειδικότερο προσδιορισμό της οποίας (δόλος ή αμέλεια) εξαρτάται η ευθύνη της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας από την ασφαλιστική σύμβαση, που τη συνδέει με το δεύτερο αναιρεσίβλητο. "Στις 27-10-2001 και περί ώρα 19.20', έχοντας σταθμεύσει το υπ' αριθ. ......

ΙΧΕ αυτοκίνητο επί της οδού ......, στο ......, άρχισε τη διαδικασία αποστάθμευσης. Επειδή όμως καθυστερούσε την ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής, ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος, οδηγώντας το υπ' αριθμ ...... ΙΧΕ αυτοκίνητο, περίμενε την ολοκλήρωσή της για να σταθμεύσει στην ίδια θέση, θύμωσε και στάθμευσε το αυτοκίνητο αυτό δίπλα από το αυτοκίνητο του ενάγοντος, αποκλείοντας έτσι τη δυνατότητα αποστάθμευσης αυτού.

Ακολούθησε φραστικό επεισόδιο μεταξύ των δύο οδηγών, κατά το οποίο ανταλλάξανε ύβρεις και διαπληκτισμούς και στη συνέχεια ο πρώτος εναγόμενος οδήγησε το αυτοκίνητό του λίγο πιο μπροστά και έτσι ο ενάγων μπόρεσε και αποστάθμευσε το αυτοκίνητό του. Μετά την αποστάθμευση όμως αυτού δεν απομακρύνθηκε, αλλά στάθμευσε μπροστά από το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου και, βγαίνοντας από το αυτοκίνητό του, κινήθηκε πεζός προς το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου, με υβριστικές φράσεις και απειλητικές κινήσεις κατ' αυτού.

Τότε ο πρώτος εναγόμενος κινήθηκε με το αυτοκίνητό του για να απομακρυνθεί, πραγματοποιώντας ταυτόχρονα αποφευκτικό του κινούμενου προς το μέρος του και από δεξιά του ενάγοντος, αλλά και του προ αυτού (πρώτου εναγομένου) σταθμευμένου, σε απόσταση τριών περίπου μέτρων, αυτοκινήτου του (ενάγοντος). Επειδή όμως ήταν εκνευρισμένος από το συνεχιζόμενο κατά τα άνω επεισόδιο, κινήθηκε απρόσεκτα, με αποτέλεσμα να παρασύρει τον πεζό ενάγοντα, ο οποίος έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο οδόστρωμα, μπροστά από τον εμπρόσθιο δεξιό τροχό του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου.

Τότε, ο τελευταίος έκανε, για να μην τον πατήσει, όπισθεν και κινήθηκε και πάλι προς τα εμπρός, πραγματοποιώντας ταυτόχρονα νέο αποφευκτικό, του πεσμένου επί του οδοστρώματος σώματος του ενάγοντος, προς τα αριστερά ελιγμό. Λόγω όμως του ότι ήταν εκνευρισμένος δεν κατέβαλε την προσήκουσα προσοχή και δεν υπολόγισε σωστά τη θέση του σώματος του ενάγοντος επί του οδοστρώματος, με αποτέλεσμα να περάσει, ενώ πραγματοποιούσε το δεύτερο αυτόν προς τα αριστερά ελιγμό, ο εμπρόσθιος δεξιός τροχός του αυτοκινήτου του πάνω από το αριστερό πόδι του πεσμένου στο οδόστρωμα ενάγοντος και να υποστεί στο πόδι του αυτό συντριπτικό κάταγμα κοτύλης.

Με βάση τα παραπάνω περιστατικά, ο τραυματισμός αυτός του ενάγοντος οφείλεται σε αμέλεια του πρώτου εναγομένου και όχι σε πρόθεση αυτού. Αν ο πρώτος εναγόμενος ήθελε να προκαλέσει στον ενάγοντα τον τραυματισμό αυτό θα συνέχιζε την κίνησή του κατά την πραγματοποίηση του πρώτου παραπάνω ελιγμού και δεν θα έκανε όπισθεν για την πραγματοποίηση του δευτέρου ελιγμού αποφυγής του πεσμένου επί του οδοστρώματος σώματος αυτού (ενάγοντος).

Αναφέρει βέβαια ο ενάγων στην από 20-11-2001 μήνυσή του ότι ο πρώτος εναγόμενος ενήργησε με πρόθεση να του προξενήσει την παραπάνω σωματική βλάβη. Για τούτο όμως δεν πείθεται το δικαστήριο γιατί όπως αναφέρει ο ίδιος ο ενάγων στη μήνυσή του, μετά την πτώση του στο οδόστρωμα ο πρώτος εναγόμενος έκανε όπισθεν.

Αν ήθελε να του προξενήσει σωματική βλάβη δεν θα έκανε όπισθεν, αλλά θα συνέχιζε την προς τα εμπρός κίνησή του". Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε και την έφεση του πρώτου αναιρεσίβλητου ως κατ' ουσίαν βάσιμη, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως προς την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, διότι είχε κριθεί ότι η σωματική βλάβη του πρώτου αναιρεσίβλητου-ενάγοντος οφειλόταν σε δόλο με συνέπεια να μην ευθύνεται η αναιρεσείουσα λόγω σχετικού όρου της σύμβασης ασφάλισης, και υποχρέωσε και την τελευταία να καταβάλει τα επιδικασθέντα ποσά στον πρώτο αναιρεσίβλητο-ενάγοντα.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή όχι της εφαρμογής των προαναφερόμενων διατάξεων. Δεν υπάρχει δε αντίφαση στις αιτιολογίες της απόφασης ως προς το είδος της υπαιτιότητας του εναγομένου, διότι στην αρχική σκέψη, όπου αναφέρεται η παράσυρση του ενάγοντος από τον εναγόμενο, βεβαιώνει το δικαστήριο ότι αυτή οφείλεται σε απροσεξία του, λόγω εκνευρισμού του κατά την πραγματοποίηση αποφευκτικού του ενάγοντος ελιγμού, ήτοι δέχεται σαφώς ότι η παράσυρση οφείλεται σε αμέλεια του εναγομένου, ακολούθως δε γίνεται περιγραφή του δεύτερου ελιγμού του αυτοκινήτου του εναγομένου κατά τον οποίο ο τροχός αυτού πέρασε πάνω από το αριστερό πόδι του ενάγοντος, πράξη την οποία σαφώς αποδίδει επίσης σε αμέλεια του πρώτου.

Ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, επομένως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

V. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει την ανωτέρω πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 20-11-2001 εγκλήσεως του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά του δεύτερου, από το περιεχόμενο της οποίας προκύπτουν πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν σωματική βλάβη προκληθείσα από δόλο.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, επειδή το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του ανωτέρω εγγράφου, αλλά, αφού το ανέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό, που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20 Ιανουαρίου 2007 αίτηση της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Ατλαντική Ένωση ΑΕΓΑ" για αναίρεση της 7274/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων , την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ για καθένα από αυτούς, που παραστάθηκαν ξεχωριστά.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ