Legislator Case Law & Legislation
183/2006 AI generated

183/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 183/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

183/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ.- Στις παραδοχές του το Εφετείο, κατ' ορθή εκτίμηση, της αναιρεσιβαλλομένης, αφού προτάσσει τα περί του παράγωγου τρόπου κτήσης της κυριότητας του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου επί του αγρού του που δεν προσβάλλονται, εκθέτει και τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: Ο αγρός αυτός βρίσκεται στον οικισμό Μ. της κοινότητας Αγκιστρίου του νησιού Αγκίστρι-Αίγινας στη θέση "...", έχει έκταση κατά τους τίτλους κτήσεως του ενάγοντος 268,50 τ.μ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 183 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 183/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1)Δ. Κ. του Θ., κατοίκου ..." και 2)Η. Κ. του Θ., κατοίκου ...", που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Χρυσώτη.

Του αναιρεσίβλητου:Β. Α. του Π., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Σιούφα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5538/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 751/2001 μη οριστική,510/2004 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-10-2004 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Φώσκολος ανέγνωσε την από 26-10-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Στην ένδικη από 2-12-1997 αγωγή του, η οποία έγινε κατ' ουσία δεκτή από την προσβαλλόμενη απόφαση, εκθέτει ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, κατ' ορθή εκτίμηση, ότι είναι κύριος αγρού, έκτασης κατά τους τίτλους κτήσεως 268,50 τ.μ., ο οποίος περιγράφεται στην αγωγή κατά θέση και όρια, και ότι την επ' αυτού κυριότητα απέκτησε με τις αναφερόμενες επί μέρους συμβολαιογραφικές πράξεις που μεταγράφηκαν νόμιμα. Ότι η παραπάνω έκταση των 268,50 τ.μ. αποτελεί το επάνω τμήμα του αγρού και συνορεύει βόρεια με το νέο κοινοτικό δρόμο, που ανοίχθηκε σε έδαφος του ενάγοντος, πέρα από τον οποίο εκτείνεται το πολύ επικλινές κάτω τμήμα του αγρού (επίδικο) εμβαδού 99 τ.μ., που καταλήγει σε κρημνό μέχρι τα όρια του παλαιού κοινοτικού δρόμου και ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες το έτος 1993 απέβαλαν τον ενάγοντα από το εν λόγω τμήμα, όπως περιγράφεται στην αγωγή. Για το λόγο αυτό ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητά του επί του τμήματος αυτού (των 99 τ.μ.) και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να το αποδώσουν.

ΙΙ.- Στις παραδοχές του το Εφετείο, κατ' ορθή εκτίμηση, της αναιρεσιβαλλομένης, αφού προτάσσει τα περί του παράγωγου τρόπου κτήσης της κυριότητας του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου επί του αγρού του που δεν προσβάλλονται, εκθέτει και τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: Ο αγρός αυτός βρίσκεται στον οικισμό Μ. της κοινότητας Αγκιστρίου του νησιού Αγκίστρι-Αίγινας στη θέση "...", έχει έκταση κατά τους τίτλους κτήσεως του ενάγοντος 268,50 τ.μ.

και συνορεύει ανατολικά επί πλευρών ΑΖ και ΖΕ μήκους 17,60 και 10,40 μ. αντίστοιχα με ιδιοκτησία κληρονόμων Β. Α., δυτικά επί πλευρών ΒΓ και ΓΔ μήκους 19,20 και 9,80 μ. αντίστοιχα με ιδιοκτησίας Α. Α., βόρεια επί πλευρά ΑΒ μήκους 9 μ. με κοινοτικό δρόμο και νότια επί πλευράς ΕΔ μήκους 12 μ. με ιδιοκτησίας Ν. Α.. Μετά την απόκτηση της κυριότητας ο ενάγων, με το μεταγραμμένο ...

συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά Κων. Αφαρά, συνένωσε το παραπάνω αγροτεμάχιο (οικόπεδο) με οικόπεδο ιδιοκτησίας της Ε. Θ. και στο ενιαίο οικόπεδο, εμβαδού 493 τ.μ., που δημιουργήθηκε, ανεγέρθηκε πολυόροφη οικοδομή κατά το σύστημα της οριζόντιας ιδιοκτησίας. Ως βόρειο όριο του ενοποιημένου οικοπέδου είναι (νέος) κοινοτικός δρόμος, που έλαβε τη σημερινή μορφή του ύστερα από παραχώρηση εδαφικής λωρίδας από τους ιδιοκτήτες του ενιαίου οικοπέδου.

Βόρεια από τον κοινοτικό δρόμο και με πρόσωπο σ'αυτόν κατά το νότιο όριό του, βρίσκεται η επίδικη εδαφική έκταση εμβαδού 99 τ.μ. κατά τον ενάγοντα και 109,68 τ.μ. κατά την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, όπου εμφανίζεται με στοιχεία Ε1-Ε2-Ε3-Ε4-Ε1 στο συνοδευτικό της τοπογραφικό διάγραμμα του Σεπτεμβρίου 2002. Το επίδικο αυτό αποτελεί τμήμα του αρχικού αγρού του ενάγοντος, το οποίο αποκόπηκε από τον ίδιο, ενόψει του ότι ο αρχικός αγρός κατά τη βόρεια πλευρά του συνόρευε με κρημνό και δεν συμπεριλήφθηκε στο ενοποιημένο οικόπεδο που δημιουργήθηκε από τη συνένωση των δύο οικοπέδων, όπως κατηγορηματικά αποφαίνεται ο πραγματογνώμονας, ο οποίος ειδικότερα αναφέρει ότι το επίδικο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος και προέκταση (απόληξη) της οικοπεδικής έκτασης των 268 τ.μ., που διέθεσε ο ενάγων για την ενοποίηση των οικοπέδων (στηρίζοντας το συμπέρασμά του κλπ).

Αποφαίνεται επίσης ο πραγματογνώμονας κατηγορηματικά ότι στους επικαλούμενους από τους εναγόμενους τίτλους ιδιοκτησίας δεν συμπεριλαμβάνεται το επίδικο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι, κατά το χρονικό διάστημα από 1-10-1993 ως 16-12-1993 κατέλαβαν αυθαιρέτως το επίδικο και ανήγειραν σε αυτό διόροφη οικοδομή με επιφάνεια του κάθε ορόφου 35 τ.μ.

Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκαμε δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και, αφού αναγνώρισε τον ενάγοντα κύριο του επίδικου τμήματος, υποχρέωσε τους εναγόμενους σε απόδοσή του στον ενάγοντα. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ή εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες τις διατάξεις των άρθρων 1033 και 1094 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, ούτε στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της.

Αντίθετα με επαρκείς και πλήρεις αιτιολογίες δέχθηκε ότι το επίδικο τμήμα των 99 τ.μ., ή 109,68 τ.μ. κατά τον πραγματογνώμονα, αποτελεί το προς τον κρημνό επικλινές τμήμα του αρχικού αγρού, από τον οποίο το υπόλοιπο των 268 τ.μ. είχε ενοποιηθεί με το όμορο οικόπεδο της Ε. Θ. και καλυφθεί με την πολυόροφη οικοδομή.

Επομένως οι συναφείς πρώτος, δεύτερος κατά το δεύτερο μέρος του, πέμπτος, όγδοος και έννατος λόγοι της αναίρεσης που προβάλλουν αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 άρθρ. 559 ΚΠολΔ καθώς και ο τρίτος για όμοια των προαναφερομένων αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, και πάλι από τον αριθ. 19 (και όχι 17, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Περαιτέρω, εφόσον το Εφετείο, εκτιμώντας το περιεχόμενο και το αίτημα της αγωγής, συνήγαγε από τις αποδείξεις το πόρισμα ότι το επίδικο τμήμα των 99 ή 109,68 τ.μ. αποτελεί το επικλινές και προς τον κρημνό κάτω μέρος του αγρού του ενάγοντος που είναι διαφορετικό τμήμα από το επάνω μέρος των 268,50 τ.μ., που ενοποιήθηκε με το όμορο οικόπεδο και οικοδομήθηκε, ελέγχονται αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι ακόλουθοι λόγοι της αναίρεσης, που προβάλλουν αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, από το άρθρο 559 ΚΠολΔ:

α) ο δεύτερος κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθμ. 9 (και όχι και 8 περ. β', όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο), που υποστηρίζει ότι επιδικάστηκε μη αιτηθέν τμήμα, β) οι συναφείς έκτος και δέκατος από τον αριθ. 8 περ. α' (και όχι και 9, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) που υποστηρίζουν ότι δεν είχε προταθεί από τον ενάγοντα πως η επίδικη έκταση των 99 τ.μ.

ήταν πέραν εκείνης των 268 τ.μ. και εν τούτοις η αντίστοιχη πρόταση λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο. Οι τέταρτος, μέρος πρώτο, και τέταρτος, μέρος δεύτερο, λόγοι από τους αριθ. 11 περ. β' και 12, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ομολογίες του ενάγοντος ότι τα 99 τ.μ. της ιδιοκτησίας του ήταν μέσα στα 268 τ.μ. της ιδιοκτησίας του, και δεν προσέδωσε σ'αυτές τις ομολογίες δύναμη πλήρους απόδειξης, είναι αντιφατικοί μεταξύ τους και γι'αυτό πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

ΙΙΙ.- Κατά τη διάταξη του αριθ. 20 άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων δημιουργεί τον προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, νοούνται εκείνα που προβλέπονται ως αποδεικτικά μέσα από τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ.

Συνεπώς δεν θεωρούνται έγγραφα με την παραπάνω έννοια εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι και οι γνωμοδοτήσεις των πραγματογνωμόνων. Επομένως, ο έβδομος λόγος της αναίρεσης, που προβάλλει αιτίαση από τον αριθ. 20 άρθρ. 559 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου της έκθεσης του πραγματογνώμονα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

IV.- Ό προβλεπόμενος από τον αριθ. 10 περ. α' άρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται στην απόφασή του. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ενδέκατο, μέρος δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προβάλλεται η παραπάνω αιτίαση από τον αριθ. 10 περ.

α', ότι το Εφετείο χωρίς απόδειξη δέχθηκε πως το επίδικο είναι πέρα από το τμήμα των 268 τ.μ. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, την κρίση του αυτή σχημάτισε το Εφετείο όχι χωρίς απόδειξη, αλλά από την απόδειξη που εκείνο διεξήγαγε και από τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα του ενάγοντος ενώπιον εισηγητή, από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης και από το σύνολο των εγγράφων, που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, κατά την αντίστοιχη διεξαγωγή.

Επομένως ο κρινόμενος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τον αριθ. 10 περ. β' άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν ήταν υποχρεωμένο να διατάξει αποδείξεις (Ολ. Α.Π. 12/1991) όπως συμβαίνει κατ' άρθρο 270 ΚΠολΔ όταν ακολουθήθηκε πρωτοβαθμίως ή δευτεροβαθμίως η τακτική διαδικασία ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου.

Επομένως, ο ενδέκατος, μέρος πρώτο, λόγος, ότι το Εφετείο, δικάζοντας έφεση κατ'απόφασης μονομελούς πρωτοδικείου τακτικής διαδικασίας, δέχθηκε πως το επίδικο είναι πέρα από το τμήμα των 268 τ.μ. χωρίς να έχει διαταχθεί απόδειξη γι'αυτό, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11 Οκτωβρίου 2004 αίτηση των Δ. Κ. κ.λ.π. για αναίρεση της 510/2004 απόφασης του Εφετείου Πειραιά.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου και ορίζει αυτά σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ