Legislator Case Law & Legislation
1839/2022 AI generated

Supreme Court annuls appeal judgment for wrongful dismissal damages and remands case to lower court.

Case Number 1839/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the First Instance Court's judgment regarding wrongful dismissal damages and remanded the case for retrial. The court found that the lower court incorrectly established personal liability for the company's directors based on a non-existent tort, violating specific civil code provisions. Consequently, the appeal was allowed in part, and the defendants were ordered to pay the appellants' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914 and 914A of the Civil Code; The Supreme Court held that directors cannot be held personally liable for company debts unless a specific tort is proven, and the lower court erred by inferring intentional misconduct from mere financial losses without such proof.

Keywords

AI generated
wrongful dismissal damages director personal liability tort liability corporate veil remand for retrial legal costs civil code provisions

Cited Legislation

AI generated
Article 914 of the Civil Code
Article 914A of the Civil Code
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1839 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1839/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 8η Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1) Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ... Αττικής, 2) Α. Σ. του Κ., κατοίκου Ψυχικού Αττικής και 3) Ε. Χ. του Ε., κατοίκου Ψυχικού Αττικής, που παραστάθηκαν δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Κωνσταντίνου-Αυγούστου Ρίζου και Δημητρίου Βερβεσού, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων:1)….. και 43) του Προσθέτως παρεμβαίνοντος Σωματείου με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα. Όλοι οι ανωτέρω δεν παραστάθηκαν εκτός του με α/α 5 που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Απόστολου Τσαλαπάτη και του με α/α 28 που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Σκορδιάλου-Βουρλιώτη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-10-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 664/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 69/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-11-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στη προκειμένη περίπτωση, από την 5628/6-7-2020 έκθεση επιδόσεως του Δ. Δ., δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 14-11-2019 (αριθ. κατάθ. 1080/20.11.2019) αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β1 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτών νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τον Α.

Τ., δικηγόρο Αθηνών, ο οποίος παρέστη κατά την εκδίκαση της έφεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ` αριθ. 69/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ως πληρεξούσιος δικηγόρος των τότε εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων (άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του Ν. 4335/2015) Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, πλην του πέμπτου και του εικοστού όγδοου δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου ούτε κατέθεσαν, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή.

Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά τη δικονομική απουσία των αναιρεσίβλητων (ΚΠολΔ 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2). Με την ίδια έκθεση επιδόσεως και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο προς τον ως άνω Α. Τ., δικηγόρο Αθηνών, καλείται νομίμως και εμπροθέσμως και το 43ο αναιρεσίβλητο - επαγγελματικό σωματείο με την επωνυμία "...", το οποίο άσκησε πρόσθετη παρέμβαση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέρ των εδώ αναιρεσιβλήτων και το οποίο παρέστη κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δια του ίδιου πληρεξουσίου δικηγόρου. (άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του Ν. 4335/2015 ).Η απευθυνόμενη κατά του ανωτέρω αναιρεσίβλητου αναίρεση εκτιμάται ως κλήση κατά τη συζήτηση της αίτησης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκειμένου το ως άνω παρεμβαίνον να ενημερωθεί για την εξέλιξη της δίκης, στην οποία (δίκη της αναίρεσης) το τελευταίο, καίτοι κλητεύθηκε, δεν παρίσταται.

2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: (α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), (β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή της παράλειψης του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε, (γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, (δ) πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας, η οποία συντρέχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, η συμπεριφορά αυτή στο χρόνο και με τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 10/2022, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 1115/2015).

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, ήτοι τη συναλλακτική ευθύτητα και εντιμότητα που επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις.

Επίσης, για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης, που επιβάλλει την υποχρέωση να μην εξέρχεται κάποιος με τις πράξεις του από τα όρια που ορίζονται κάθε φορά από τα συναλλακτικά χρηστά ήθη (ΑΠ 14/2021, ΑΠ 1563/2012).

Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και από τη θεμελιώδη δικαιική αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης, ως παράνομης συμπεριφοράς, προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση της παραλειφθείσας θετικής ενέργειας, η οποία (υποχρέωση) μπορεί να απορρέει από το νόμο, τη δικαιοπραξία, την καλή πίστη, τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και συναλλακτικές αντιλήψεις, από προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 200, 281, 288 και 919 ΑΚ (ΑΠ 1135/2021, ΑΠ 93/2016, ΑΠ 1115/2015).

Ακόμη η χρησιμοποίηση κεφαλαιουχικής εταιρείας για την εξυπηρέτηση σκοπών αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας και σε περίπτωση που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να προκαλέσει με δόλο ζημία σε τρίτο υπέχει αδικοπρακτική ευθύνη έναντι του ζημιωθέντος. (πρβλ Ολ.

ΑΠ2/2013). Περαιτέρω, κατά το άρθρο μόνο του ν. 690/1945 τιμωρείται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 2336/1995, με τις ποινές που προβλέπονται εκεί κάθε εργοδότης που δεν καταβάλλει εμπροθέσμως στους απασχολούμενους σ` αυτόν με μισθό τις αποδοχές ή κάθε φύσεως χορηγίες που τους οφείλει από τη σχέση εργασίας.

Με τη διάταξη αυτή ανάγεται σε ποινικό αδίκημα η μη εκπλήρωση από τον εργοδότη της υποχρεώσεώς του για πληρωμή του μισθού που απορρέει από τη σύμβαση εργασίας. Με την παράλειψη όμως της πληρωμής (ενόλω ή εν μέρει) αυτού ο εργαζόμενος δεν χάνει τις καθυστερούμενες αποδοχές και, συνεπώς, δεν υπάρχει ζημία, που να έχει αιτία τη, σε σχέση με το ν. 690/1945, παράνομη συμπεριφορά του εργοδότη.

Παρέπεται ότι η μη εκπλήρωση της προς καταβολή του οφειλόμενου μισθού υποχρεώσεως του εργοδότη και η παρακράτηση από αυτόν του μισθού, τον οποίο ενοχικώς οφείλει, δεν συνιστά αδικοπραξία. (ΑΠ 359/2020, ΑΠ 670/2016, ΑΠ1114/2013). Περαιτέρω, κατά τη σαφή έννοια της διατάξεως του άρθρου 71 του Α.Κ., το νομικό πρόσωπο ευθύνεται από τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημιώσεως.

Στην περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμόδιου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως, τότε ευθύνεται και αυτό σε ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο. Δηλαδή, το καταστατικό όργανο έχει πρόσθετη μετά του νομικού προσώπου υποχρέωση, ανεξάρτητη, όμως, αυτής του νομικού προσώπου (ΑΠ 88/2018, ΑΠ 706/2020, ΑΠ 1723/2014, Α.Π. 1285/1980).

Ειδικότερα, επί ανώνυμης εταιρείας, οι διοικούντες αυτή, δεν έχουν μεν προσωπική υποχρέωση για χρέη της εταιρείας, είναι, όμως, δυνατή η ευθύνη των διοικούντων την εταιρεία προσωπικά από αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 του Α.Κ., αφού η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων ανώνυμη εταιρεία κάμπτεται και δεν ισχύει όταν υπάρχει πταίσμα αυτών από αδικοπραξία, βάσει των γενικών αρχών (Α.Κ. 914), οπότε υφίσταται ευθύνη τους. (ΑΠ 1135/2021, ΑΠ 1565/2013).

3. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 1/2020, 4/2018, 6/2017).

Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 427/2021, 1.333/2018, 609/2013, ΑΠ 495/2013, ΑΠ 568/2013).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2022, 2/2019, ΑΠ 6/2006).

Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις, στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 2/2019, 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Ολ ΑΠ 2/2022, 1/1999).

4. Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλομένη απόφασή του παραδεκτώς επισκοπούμενη (ΚΠολΔ561 αρ.2), δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα σε σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: ¨Ότι οι ενάγοντες είναι δημοσιογράφοι, πλην των 39ης, 40ης και 41ης εξ αυτών που είναι σελιδοποιοί και της 42ης που είναι τεχνικός και εργάζονταν, υπό τις προαναφερθείσες ειδικότητες, με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, στη πρώτη εναγομένη εταιρεία που εκδίδει την εβδομαδιαία οικονομική εφημερίδα με τον τίτλο "...".Ότι αυτοί προσελήφθησαν: 1) οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτη, έβδομος, όγδοος, ενδέκατη, δέκατος τέταρτος, δέκατος έβδομος, δέκατη όγδοη, εικοστός πέμπτος, τριακοστός πρώτος και τριακοστή όγδοη στις 26-11-1997, 2) ο πέμπτος στις 21-8-2006, 3) ο έκτος στις 29-11-1997, 4) η ένατη την 1-1-2004, 5) ο δέκατος την 1-4-2000, 6) η δωδέκατη στις 26-11-1999, 7) ο δέκατος τρίτος στις 21-1 1-2002, 8) η δέκατη πέμπτη την 22-11-2012, 9) ο δέκατος έκτος στις 3-7-2008, 10) ο δέκατος ένατος στις 25-3-2008, 11) ο εικοστός την 1-9-2012, 12) η εικοστή πρώτη την 1-5-2007, 13) ο εικοστός δεύτερος στις 20-2-2013, 14) η εικοστή τρίτη την 1-10-2004, 15) η εικοστή τέταρτη την 1-6-2005, 16) η εικοστή έκτη την 1-9-2006, 17) ο εικοστός έβδομος στις 28-6-2005, 18) ο εικοστός όγδοος στις 5-5-2006, 19) η εικοστή ένατη στις 26-11-1999, 20) η τριακοστή στις 12-6-2012, 21) η τριακοστή δεύτερη στις 2-1-2007, 22) ο τριακοστός τρίτος την 1-1 1-2005, 23) η τριακοστή τέταρτη στις 26-11-2001, 24) ο τριακοστός πέμπτος την 10-2-2003, 25) ο τριακοστός έκτος, η τριακοστή έβδομη και η τεσσαρακοστή πρώτη στις 26-11-1999, 26) η τριακοστή ένατη στις 5-05-2006 και 27) η τεσσαρακοστή δεύτερη την 1-6-2013.Ότι η πρώτη εναγομένη εταιρεία (μη διάδικος στη δίκη στο Εφετείο), εργοδότρια των εναγόντων, είναι δικαιούχος του σήματος και φορέας έκδοσης, όπως προαναφέρθηκε, της εβδομαδιαίας οικονομικής εφημερίδας "...", και προήλθε από τη διάσπαση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και την εξ αυτής σύσταση δύο ανωνύμων εταιρειών, της πρώτης εναγομένης εταιρείας και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...".

Ότι η εργοδότρια, πρώτη εναγομένη εταιρεία είχε ως κύριο αντικείμενο την έκδοση της εβδομαδιαίας οικονομικής εφημερίδας "..." και η δεύτερη ανωτέρω εταιρεία την έκδοση της ημερήσιας εφημερίδας "..." και της, κυκλοφορούσας την Κυριακή, εφημερίδας "... ...". Ότι, ακολούθως, η εκδότρια της καθημερινής και της κυριακάτικης έκδοσης του ...

διασπάστηκε και αυτή με τη σειρά της και προέκυψαν δύο νέες ανώνυμες εταιρείες, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία το έτος 2013 μετονομάστηκε σε "... ΑΕ", με κύριο αντικείμενο, η πρώτη εξ αυτών, την έκδοση του κυριακάτικου φύλλου του ... και η δεύτερη του ημερήσιου φύλλου της ίδιας ανωτέρω εφημερίδας.

Ότι έτσι , η αρχική δικαιούχος των σημάτων και φορέας της έκδοσης των εφημερίδων "..." "..." και "... ..." διασπάστηκε σε τρεις διαφορετικές ανώνυμες εταιρείες, εκ των οποίων καθεμία έχει ως αντικείμενο την έκδοση μιας εκ των προαναφερομένων εφημερίδων. Ότι οι εν λόγω ανώνυμες εταιρείες συνιστούν, στην πραγματικότητα, όμιλο επιχειρήσεων υπό κοινό μετοχικό έλεγχο και διοίκηση, αφού το μετοχικό κεφάλαιο και των τριών ανωτέρω εταιρειών ελέγχουν, κατά ποσοστό 50% έκαστος, ο τρίτος των εναγομένων, και ήδη δεύτερος εκκαλών μέσω εταιρείας συμφερόντων του, και ο Δ.

Μ., σύζυγος της δεύτερης των εναγομένων και ήδη πρώτης εκκαλούσας. Ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των μετόχων, τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των τριών εταιρειών του ομίλου να είναι τέσσερα, με κάθε μέτοχο να ορίζει δύο μέλη της εμπιστοσύνης του. Ότι μέχρι και την άσκηση της αγωγής οι ανωτέρω εταιρείες του ομίλου, τελούσαν υπό κοινή μετοχική σύνθεση και διοίκηση, προερχόμενη από το στενό οικογενειακό περιβάλλον των δύο ανωτέρω ελεγχόντων, το μετοχικό τους κεφάλαιο φυσικών προσώπων.

Ότι, περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά το έτος 2012 η εκδότρια του ημερήσιου φύλλου του ... βρέθηκε σε δεινή οικονομική κατάσταση λόγω συσσωρευμένων ζημιών, και για το λόγο αυτό οι εκ των εναγομένων δεύτερη, τρίτος και τέταρτη αποφάσισαν ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου αυτής την έκδοση ομολογιακού δανείου εκ μέρους της εταιρείας με την επωνυμία "...

ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΕ",συνολικού ύψους 4.500.000 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης την 28-12-2012 και διάρκεια δεκαετή. Ότι ακολούθως, τις ομολογίες που εκδόθηκαν, με απόφαση των ιδίων ανωτέρω προσώπων ως μελών των διοικητικών συμβουλίων των ληπτριών εταιρειών, αγόρασαν η πρώτη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "..." εργοδότρια των εναγόντων, (ομολογίες 1.900.000 ευρώ) και η έτερη εταιρεία του ομίλου με την επωνυμία "...", εκδότρια του ..., (ομολογίες 2.600.000 ευρώ).Ότι κατά το χρόνο σύναψης του ως άνω ομολογιακού δανείου η οικονομική κατάσταση τόσο της πρώτης εναγομένης εταιρείας όσο και της "...

ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΕ", η οποία στη συνέχεια μετονομάστηκε σε "... ΑΕ" δεν ήταν καλή. Ότι, ειδικότερα, τα αποτελέσματα της χρήσης της πρώτης εναγομένης εταιρείας, όπως προκύπτουν από τους δημοσιευμένους ισολογισμούς ήταν ζημιογόνα για τις χρήσεις 2010, 2011, 2012 και μάλιστα για τη χρήση 2010 οι ζημίες ήταν 65.656,64 ευρώ, για τη χρήση 2011 374.503,26 ευρώ και για τη χρήση 2012 18.976,16 ευρώ, ενώ στη χρήση 2013 οι ζημίες ήταν 907.145,87 ευρώ, ενώ, επίσης, και η ρευστότητα για τις ανωτέρω χρήσεις ήταν αρνητική συνεχώς μειούμενη.

Ότι η εκδότρια εταιρεία "... ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", μετέπειτα "... ΑΕ", στη χρήση 2012 εμφάνισε ζημίες ύψους 2.339.758,46 ευρώ και στη χρήση 2013 ζημίες ύψους 1.852.330,87 ευρώ, ενώ ο δείκτης ρευστότητας ήταν συνεχώς επιδεινούμενος. Ότι, το υπόλοιπο του παραπάνω ομολογιακού δανείου το οποίο παρέμενε ανεξόφλητο προς τις δύο αγοράστριες των ομολογιών εταιρείας, ανήρχετο, τον Σεπτέμβριο του 2016, στο ποσό των 2.950.000 ευρώ, όπως αυτό αποτυπώνεται από τα ισοζύγιο Σεπτεμβρίου 2016 της ως άνω εκδότριας, των ομολογιών εταιρείας.

Ότι δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός των εκκαλούντων, περί εξόφλησης των δεδουλευμένων αποδοχών του προσωπικού της πρώτης εναγομένης εταιρείας "... ΑΕ" το έτος 2013 από την εξόφληση των επίδικων ομολογιών, αφού κατά το έτος αυτό εξοφλήθηκε το ήμισυ των δεδουλευμένων αποδοχών τους μετά την έκδοση των υπ' αριθμ. 27 και 75/2015 αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Ν.

Ιωνίας. Ότι περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, ενώ οι ενάγοντες καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης παρείχαν τις υπηρεσίες τους με ζήλο και εργατικότητα στην πρώτη εναγομένη - εργοδότρια τους, εκτελώντας τις απορρέουσες από τη σύμβαση και το νόμο υποχρεώσεις τους με επιμέλεια, η τελευταία (πρώτη εναγομένη) από τον Ιούνιο του έτους 2013 για κάποιους εκ των εναγόντων και από τον Ιούλιο και Αύγουστο του ιδίου έτους για τους υπόλοιπους έπαψε να καταβάλει τις μηνιαίες αποδοχές τους.

Ότι παρά ταύτα, οι ενάγοντες συνέχισαν να εργάζονται, χωρίς να λαμβάνουν τις αποδοχές τους, έως το Δεκέμβριο του έτους 2013, οπότε με την από 2-1-2014 εξώδικη δήλωση οι 22 πρώτοι εξ αυτών και με την από 31-12-2013 εξώδικη δήλωσή τους οι λοιποί (ενάγοντες), που επιδόθηκαν αυθημερόν στην πρώτη εναγομένη (βλ. τις υπ' αριθμ. 5831 Β/2-1-2014 και 1 1.532 Ζ/31-12-2013 εκθέσεις επιδόσεως των Δικαστικών Επιμελητών στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χ.

Δ. και Ι. Μ. αντιστοίχως) δήλωσαν σ' αυτή (πρώτη εναγομένη) ότι προβαίνουν σε επίσχεση της εργασίας τους μέχρι την πλήρη εξόφληση των δεδουλευμένων αποδοχών τους. Ότι οι ανωτέρω ενάγοντες, προκειμένου να εξασφαλίσουν τις προαναφερθείσες ληξιπρόθεσμες αξιώσεις τους κατά της πρώτης εναγομένης εργοδότριας εταιρείας από την παροχή της εργασίας τους, νόμιμα αρνήθηκαν την εκπλήρωση της δικής τους παροχής και προχώρησαν, κατά τα προαναφερόμενα, σε επίσχεση εργασίας, απέχοντας από την εργασία τους μέχρι αυτή (πρώτη εναγομένη) να εκπληρώσει την υποχρέωση που τη βάρυνε για την καταβολή των οφειλομένων ποσών.

Ότι δεν αποδεικνύεται η ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων προς επίσχεση της εργασίας τους. Τούτο διότι, η δεινή οικονομική κατάσταση της πρώτης εναγομένης δεν καθιστά την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης των εναγόντων καταχρηστική, καθώς το οικονομικό αδιέξοδο στο οποίο βρέθηκε η πρώτη εναγομένη εταιρεία οφείλεται σε αποφάσεις που λήφθηκαν από τα μέλη του διοικητικού της συμβουλίου και σε κακές επιλογές αυτών, όπως συνέβη και με την αγορά ομολογιών εταιρείας του ιδίου ομίλου της "...

ΑΕ", οι οποίες, δεν έχουν εξοφληθεί, ενώ η εκδότρια των ομολογιών αυτών εταιρεία, υπέβαλε, αίτηση άμεσης επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης. Ότι, αντίθετα, η πρώτη εναγομένη, ως εργοδότρια των εναγόντων, όφειλε να έχει εξασφαλίσει τους αναγκαίους οικονομικούς πόρους, ώστε να είναι σε θέση να καλύπτει τις αποδοχές των εργαζομένων της, δεδομένου ότι χωρίς τη δική τους εργασία δε θα μπορούσε να κυκλοφορήσει την εφημερίδα της "..." και χωρίς να παραβλέπεται το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι στην πρώτη εναγομένη έχουν απόλυτη ανάγκη από το μισθό τους για να επιβιώσουν και να συντηρήσουν τις οικογένειές τους.

Ότι οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι, πριν ασκήσουν το δικαίωμα επίσχεσης, εξάντλησαν τα όρια της υπομονής τους, αφού ανέμεναν πέντε έως επτά μήνες χωρίς πληρωμή, ήταν δε γνωστή στην πρώτη εναγομένη η οικονομική τους κατάσταση, αφού η εργασία τους ήταν η μόνη πηγή βιοπορισμού τους και για το λόγο αυτό αναγκάσθηκαν (ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι) να ασκήσουν (οι 22 πρώτοι εξ αυτών) την από 27-2-2014 αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ν.

Ιωνίας και την από 18-3-2014 αγωγή ενώπιον του ιδίου ανωτέρω Δικαστηρίου οι λοιποί εξ αυτών, για την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους, επί των οποίων εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 27/2015 και 75/2015 αποφάσεις, αντιστοίχως, του ανωτέρω Δικαστηρίου, οι οποίες έχουν καταστεί ήδη αμετάκλητες και με τις οποίες έγιναν δεκτές οι προαναφερόμενες αγωγές, ενώ το σήμα της εφημερίδας "...", η προστασία του οποίου λήγει την 1-10-2020, κατασχέθηκε αναγκαστικά δυνάμει της υπ' αριθμ. 203/2015 α-πόφασης του ιδίου ανωτέρω Δικαστηρίου.

Ότι, αντίθετα, η απαίτηση της πρώτης εναγομένης - εργοδότριας να εξακολουθούν οι ενάγοντες να παρέχουν την εργασία τους χωρίς να πληρώνονται, καλύπτοντας με τον τρόπο αυτό τις ανάγκες της σε δημοσιογράφους και εργατικό προσωπικό, ώστε να μπορεί αυτή να συνεχίζει την επιχειρηματική της δραστηριότητα και να αποκομίζει οικονομικά οφέλη από την κυκλοφορία του φύλλου της εφημερίδας και από την καταχώρηση διαφημιστικών μηνυμάτων σ' αυτά, υπερβαίνει τα όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 ΑΚ..

Ότι, συνεπώς, η ένδικη επίσχεση εργασίας δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστική, διότι η άσκηση της δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι άσκησαν νομότυπα το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας τους με δήλωση τους προς την πρώτη εναγομένη - εργοδότριά τους και συνέτρεχαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την άσκησή του.

Ότι η προπεριγραφόμενη συμπεριφορά των εναγομένων συνιστά αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914ΑΚ. Ότι ειδικότερα η συμπεριφορά αυτών τόσο ως φυσικών προσώπων όσο και ως μελών του ΔΣ της πρώτης εναγομένης είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη. Τούτο διότι στην προκειμένη περίπτωση και κατά τη διάρκεια μάλιστα της οικονομικής κρίσης που πλήττει τη χώρα, η μη πληρωμή των δεδουλευμένων αποδοχών των εργαζομένων της πρώτης εναγομένης αλλά και η με οποιοδήποτε τρόπο ματαίωση της επιδίωξής τους, αποτελεί καταφανώς συμπεριφορά αντίθετη προς τα χρηστά ήθη και την αντίληψη του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ο οποίος ευλόγως θα ανέμενε την καταβολή έστω ενός ποσού έναντι των οφειλομένων.

Ότι αντίθετα οι εναγόμενοι, εκμεταλλευόμενοι τον κεφαλαιουχικό χαρακτήρα των άνω εταιρειών με τις οποίες δραστηριοποιούνται με προκλητικό τρόπο δεν εξόφλησαν τις απαιτήσεις των εργαζομένων και προέβαιναν σε κακές επιλογές ,όπως συνέβη και με την αγορά ομολογιών εταιρίας του ιδίου ομίλου "... ΑΕ", οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, δεν έχουν εξοφληθεί, ενώ η εκδότρια των ομολογιών αυτών εταιρεία, υπέβαλε, κατά τα προαναφερθέντα, αίτηση άμεσης επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης, με αποτέλεσμα η πρώτη εναγομένη εταιρεία να βρεθεί σε οικονομικό αδιέξοδο και να ματαιωθεί η ικανοποίηση των απαιτήσεων των εργαζομένων μέσω διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης.

Ότι η συμπεριφορά τους αυτή, εκτός της ποινικής απαξίας (παράβαση του αν. 690/1945 και διατάξεων της ασφαλιστικής νομοθεσίας), είναι παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, ήτοι να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον, αλλά και υπαίτια, καθώς με απόλυτη συνειδητοποίηση των ενεργειών τους και αδιαφορώντας για τη ζημία των εργαζομένων, παρέλειπαν δολίως να τους καταβάλουν τα οφειλόμενα σε έκαστο τούτων (εναγόντων), χρηματικά ποσά.

Ότι ακόμη αποδείχθηκε ότι υφίσταται και η πρόσφορη (αιτιώδης) συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς των εναγομένων (η οποία συντίθεται από ε-ξακολουθητικές πράξεις και παραλείψεις, όπως προεκτέθηκε) και της ζημίας που επήλθε στην περιουσία των εναγό¬ντων, η οποία είναι άμεση αφού, και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, η συμπεριφορά αυτών (εναγομένων), όπως αποδείχθηκε και με τις ειδικότερα συνθήκες και περιστάσεις που έλαβε χώρα, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, ήταν ικανή να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα στους ενάγοντες, το οποίο και πράγματι, κατά τα προαναφερθέντα, επέφερε και ισούται με το ύψος των οφειλομένων σε αυτούς ποσών για μισθούς υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα από την επίσχεση εργασίας και εφεξής.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε ότι ιδρύεται πρωτογενώς αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων φυσικών προσώπων ως μελών του διοικητικού συμβουλίου της εργοδότριας ανώνυμης εταιρείας για αποκατάσταση της ισόποσες με τις αποδοχές τους ζημίας (μισθοί υπερημερίας), ότι αυτοί ευθύνονται προσωπικά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914ΑΚ, διότι υπάρχει πταίσμα από αδικοπραξία, και συνεπώς οι εναγόμενοι εις ολόκληρον έκαστος με την εργοδότρια εταιρεία οφείλουν στους ενάγοντες τα επιδικασθέντα πρωτοδίκως χρηματικά ποσά ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο του 2014 έως και το Σεπτέμβριο του 2014 και δώρο Πάσχα 2014 Ως εκ τούτου απέρριψε τους τα αντίθετα υποστηρίζοντες λόγους έφεσης των εναγομένων εδώ αναιρεσειόντων και επικύρωσε την εκεί εκκαλουμένη που είχε κρίνει ομοίως.

Με τα ανωτέρω γενόμενα ανελέγκτως δεκτά το δικαστήριο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις αναφερόμενες ανωτέρω (αρ.2 της παρούσας) ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Τούτο διότι τα γενόμενα δεκτά περί μη καταβολής των οφειλομένων μισθών από μέρους της εργοδότριας εταιρείας δεν συνιστούν αδικαιοπραξία της τελευταίας ή των μελών του διοικητικού της συμβουλίου εδώ αναιρεσειόντων και το δικαστήριο της ουσίας με την αντίθετη κρίση του παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις με εσφαλμένη υπαγωγή..

Και πέραν αυτού, με ελλειπείς αιτιολογίες δέχεται αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων αυνιστάμενη στην εκμετάλλευση του κεφαλαιουχικού χαρακτήρα των εταιρειών μέσω των οποίων δραστηριοποιούνται και σε κακές επιλογές, όπως η αγορά των ομολογιών χωρίς να διαλαμβάνεται ότι στις ανωτέρω ζημιογόνες συμπεριφορές τους προέβησαν εσκεμμένα για να προκαλέσουν ζημία στους αναιρεσίβλητους με τη ματαίωση της ικανοποίησης των δεδουλευμένων αποδοχών και των μισθών υπερημερίας.

Επομένως,οι λόγοι της αιτήσεως πρώτος και δεύτερος ,κατά το πρώτο μέρος τους, από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559ΚΠολΔ είναι βάσιμοι.

7. Με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η έρευνα των υπολοίπων λόγων αναιρέσεως αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών. (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 69/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους να πληρώσουν στους αναιρεσείοντες δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ