1839/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/2010 αγωγή της Κ. Μ. η οποία απεβίωσε στις 4/4/2012 και στη δικονομική θέση της υπεισήλθε ο ήδη αναιρεσείων ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.
Legislator headnote
AI generated1839/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά την γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. 2 και 3 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 575 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά την δικάσιμο που ορίστηκε.
Full text
Απόφαση 1839 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1839/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δ. Μ. με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Καψόπουλο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Μ. Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/2010 αγωγή της Κ. Μ. η οποία απεβίωσε στις 4/4/2012 και στη δικονομική θέση της υπεισήλθε ο ήδη αναιρεσείων ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6015/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 216/2014 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/5/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Τζανερρίκος ανέγνωσε την από 5/1/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Ιωάννη Μαγγίνα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Σε περίπτωση, όμως, απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Περαιτέρω, κατά την γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. 2 και 3 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 575 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά την δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στην δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για την δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά την μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά την δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση, ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο.
Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε, ή δεν παραστάθηκε νομίμως, η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου και το οικείο πινάκιο προκύπτουν τα εξής: Η συζήτηση της κρινομένης, από 14-05-2014, αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε, αρχικά, για την δικάσιμο της 19-01-2015. Η συζήτησή της, όμως, κατ’ εκείνη την δικάσιμο, ματαιώθηκε, λόγω των διενεργηθεισών τότε βουλευτικών εκλογών (άρθρ.568 παρ.4 ΚΠολΔ).
Ο αναιρεσείων, με την από 29-12-2015 κλήση του, επέσπευσε τη συζήτησή της για τη, νομίμως ορισθείσα, μεταγενέστερη δικάσιμο της 07-11-2016. Η δεύτερη αναιρεσίβλητη Μ. Κ. απουσίασε τόσο κατ’ εκείνη την δικάσιμο (07-11-2016) όσο και κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως. Πλην, όμως, δεν προκύπτει η νόμιμη και εμπρόθεσμη επίδοση του αναιρετηρίου ούτε και κλήσης, προς συζήτηση, στην ως άνω απολειπόμενη αναιρεσίβλητη, για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, οπότε ματαιώθηκε η συζήτηση, αλλά και για τις επόμενες δικασίμους, ήτοι της 07-11-2016, ορισθείσας κατόπιν της από 29-12-2015 κλήσης του αναιρεσείοντος και, μετ’ αναβολή, της παρούσας δικασίμου.
Επομένως, αφού δεν αποδεικνύεται η επίδοση του αναιρετηρίου και κλήσης, προς συζήτηση της υποθέσεως, της δεύτερης αναιρεσίβλητης, η οποία απουσίασε κατά την αρχική και πάλι απουσιάζει, κατά την παρούσα, μετ’ αναβολή, δικάσιμο και, επειδή αυτή συνδέεται με τον πρώτο παριστάμενο αναιρεσίβλητο με τον δεσμό της απλής ομοδικίας (αρθρ. 74 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον η ένδικη υπόθεση αφορά σε αγωγή, αποζημίωσης από αδικοπραξία, συνισταμένη στην προσβολή της προσωπικότητας και της περιουσίας της αρχικής διαδίκου, στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε, λόγω θανάτου της, ο αναιρεσείων, ως μοναδικός, εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, πρέπει κατά τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.2 και 3 ΚΠολΔ, να χωρισθεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση, ως προς την εν λόγω απολειπομένη αναιρεσίβλητη (2η).
Ως προς τους λοιπούς διαδίκους πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση.
ΙΙ. Με την από 21-12-2010 και με αριθμ. έκθ. κατάθ. .../30-12-2010 αγωγή της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς) η αρχική ενάγουσα Κ. Μ., το γένος Λ. (στη δικονομική θέση της οποίας, λόγω του επισυμβάντος, την 4-4-2012, θανάτου της, υπεισήλθε ο υιός της, Ι. Μ. - εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της), ισχυρίσθηκε, ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι δικαστικοί γραφολόγοι, οι οποίοι διορίσθηκαν, ως πραγματογνώμονες, από το Δικαστικό Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιώς, δυνάμει του 345/2010 βουλεύματός του και της 182/2010 Διάταξης του Ανακριτή του Α’ Τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την αναφερόμενη στην αγωγή παράνομη (αξιόποινη) και υπαίτια (από πρόθεση) συμπεριφορά τους προσέβαλαν τόσο την προσωπικότητά της και συγκεκριμένα την τιμή και την υπόληψη της, όσο και την περιουσία της (απώλεια κληρονομικής περιουσίας άνω των 500.000 ευρώ).
Ειδικότερα, ότι οι ως άνω πραγματογνώμονες συνέταξαν, καθένας από αυτούς αυτοτελώς, τις αναφερόμενες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, με τις οποίες γνωμάτευσαν ψευδώς και εν γνώσει της αναληθείας, ότι η από 10-3-2002 διαθήκη και η από 23-5-2002 εξουσιοδότηση της αδελφής της, Μ. Β., είναι γνήσια έγγραφα, αν και στην πραγματικότητα είναι πλαστά, με σκοπό να ωφελήσουν παρανόμως τρίτους κα συγκεκριμένα τόσο τους κατηγορούμενους στην ποινική υπόθεση (στο πλαίσιο της οποίας διορίσθηκαν ως πραγματογνώμονες), όσο και το δικαστικό γραφολόγο Φ.
Γ., ο οποίος είχε διορισθεί πραγματογνώμονας στο πλαίσιο της σχετικής πολιτικής δίκης για την γνησιότητα ή μη της από 10-3-2002 ιδιόγραφης διαθήκης της Μ. Β., με την οποία φέρονταν οι κατηγορούμενοι αυτοί ως κληρονόμοι της περιουσίας της ως άνω αδελφής της και είχε αποφανθεί, ότι τα εν λόγω έγγραφα (διαθήκη και εξουσιοδότηση) είναι γνήσια.
Ότι, η σχετική αγωγή αυτής (αρχικής ενάγουσας), με την οποία προσβλήθηκαν τα έγγραφα αυτά ως πλαστά, απορρίφθηκε τελεσιδίκως και εκκρεμεί αίτηση αναίρεσης. Ότι, επίσης, με τις ανωτέρω πράξεις τους οι εναγόμενοι τέλεσαν τα ακόλουθα ποινικά αδικήματα: α) παράβαση καθήκοντος, β) ψευδή βεβαίωση, γ) απάτη στο δικαστήριο, δ) καθυστέρηση στη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης, ε) ψευδορκία πραγματογνώμονα και στ) συκοφαντική δυσφήμιση.
Ότι, ειδικότερα, ως προς την τελευταία ως άνω πράξη (συκοφαντική δυσφήμιση), οι εναγόμενοι τέλεσαν την πράξη αυτή σε βάρος της, αφού εν γνώσει τους εμφάνισαν ψευδή γεγονότα ως αληθή, ότι δηλαδή, η από 10-3-2002 διαθήκη και από 23-5-2002 εξουσιοδότηση της αδελφής της, Μ. Β., είναι γνήσια έγγραφα, ενώ στην πραγματικότητα είναι πλαστά, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται αυτή (αρχική ενάγουσα) να ψεύδεται και συκοφαντεί τους κατηγορούμενους της σχετικής ποινικής δίκης, σε βάρος των οποίων είχε υποβάλει μήνυση, θεωρώντας, ότι εμπλέκονται σε πλαστογραφία, ενώ γνώση των ως άνω ψευδών ισχυρισμών των εναγομένων έλαβαν τα ασχολούμενα με την ποινική αυτή υπόθεση δικαστικά όργανα.
Με βάση το ιστορικό αυτό ο Ι. Μ., ο οποίος είχε υπεισέλθει στην δικονομική θέση της αρχικής ενάγουσας, και συνέχιζε την δίκη κατ’ άρθρο 290 ΚΠολΔ, αφού περιόρισε παραδεκτώς, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του, καταχωρηθείσα στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το αίτημα της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ζήτησε να αναγνωρισθεί, ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να του καταβάλουν το ποσό των 300.000 ευρώ ο καθένας, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη η αρχική ενάγουσα, από την προαναφερόμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, με την οποίαν επήλθε προσβολή τόσο της προσωπικότητάς της, όσο και της περιουσίας της.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την 6015/2012 απόφασή του, αρχικώς, απέρριψε ως μη νόμιμα: α) το αγωγικό αίτημα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της επικαλούμενης αδικοπραξίας των εναγομένων, δηλαδή της προσβολής της περιουσίας της αρχικής ενάγουσας (απώλεια κληρονομικής περιουσίας) και, β) το αγωγικό αίτημα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της επικαλούμενης προσβολής της προσωπικότητας της αρχικής ενάγουσας με τις αποδιδόμενες στους εναγομένους αξιόποινες πράξεις της παράβασης καθήκοντος, της ψευδούς βεβαίωσης, της απάτης στο δικαστήριο, της καθυστέρησης στη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης και της συκοφαντικής δυσφήμισης.
Στη συνέχεια κρίνοντας, ότι η αγωγή, κατά τα λοιπά (δηλ. το αίτημα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της επικαλούμενης προσβολής της προσωπικότητας της αρχικής ενάγουσας με την αποδιδόμενη στους εναγόμενους αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας πραγματογνώμονα) είναι ορισμένη και νόμιμη, απέρριψε αυτήν, ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν.
Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) άσκησε έφεση, παραπονούμενος για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζήτησε την εξαφάνιση της, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η 216/2014 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, η οποία την απέρριψε, κατ’ ουσίαν.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως ασκήθηκε, νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), η ένδικη αίτηση αναίρεσης, με την οποία ο αναιρεσείων ζητεί την αναπομπή της υπόθεσης στο εφετείο και την παραδοχή της αγωγής. Επομένως, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως (ΟλΑΠ 43/1990, ΑΠ 692/2017, ΑΠ 760/2004, 593/2003) και, περαιτέρω, να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 2004/2009, 1401/2008, 1654/2007).
IV. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 20/2005). Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται επί παραβάσεων του δικονομικού δικαίου, δηλαδή κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ608/2008, 1140/2005, 405/2004).
Με τους έβδομο και δωδέκατο αναιρετικούς λόγους ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και επικαλείται, για την θεμελίωση: α) του εβδόμου, ότι, "Αντιλέγει η απόφαση, ότι αν πληγεί ο πραγματογνώμονας με δικαστική απόφαση για στην "επιστημονική του" έκθεση πραγματογνωμοσύνης, δεν θα τολμά να αναλάβει υπόθεση διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης! Τότε πρέπει να μένει ασύδοτος να παρανομεί;
Η απόδοση δικαιοσύνης δεν μετρά; Πρέπει να ελέγχονται οι πράξεις του, για την προστασία της δικαιοσύνης και του πολίτου. Οι παρούσες πραγματογνωμοσύνες, για τους λόγους που αναφέρω, δεν έχουν τα προσόντα, της επιστημονικής εργασίας, σκοπίμως. Επομένως κατά την περ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλομένη απόφαση, γιατί παραβιάζεται το άρθρο 387 του ΚΠολΔ.".
Και, β) Του δωδεκάτου λόγου ότι, "Απαραδέκτως απέρριψε το επικουρικό αίτημα της μειώσεως της δικαστικής δαπάνης, διότι και αυτεπαγγέλτως λαμβάνεται υπόψη η ένσταση αυτή ως δημοσίας τάξεως (παράβαση του άρθρου 281 Α.Κ. σε σχέση με το άρθρο 102 του ισχύοντος τότε Κωδικός περί δικηγόρων) και δεν είναι αόριστο το αίτημα της εντάσεως αυτής, για την περίπτωση της ηθικής βλάβης, διότι προσδιορίζεται από τον δικαστή ελευθέρως, κατά την κοινή πείρα και αντίληψη.
Παράβαση της περ. 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ". Αμφότεροι οι αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι. Ο μεν έβδομος, διότι η παράβαση, που προβάλλει ο αναιρεσείων, αφορά σε διάταξη του δικονομικού δικαίου και επ’ αυτής δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Ενώ, ο δωδέκατος, καθόσον η επιδίκαση δικηγορικής αμοιβής πάνω από τα καθοριζόμενα από τον Κώδικα περί δικηγόρων κατώτατα όρια, μη έχουσα ανάγκη ειδικής αιτιολόγησης και αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 98 του Δικηγ.Κ.), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο μέσω του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 613, 614/2010).
V. Ο λόγος αναίρεσης του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 109/12).
Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός, αν ο μη απαντηθείς ισχυρισμός είναι μη νόμιμος ή αλυσιτελής, αόριστος, εκπρόθεσμος και γενικά απαράδεκτος και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 374/2012, 1/2011), ειδικότερα δε, αν προσβάλλεται με την αιτίαση αυτή απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης κ.λπ.) και στον δεύτερο βαθμό, εκτός εάν πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατ’ άρθ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη.
Με τους τρίτο, τέταρτο και έκτο λόγους της κρινομένης αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της παραβάσεως του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα δε, για την θεμελίωσή τους, αναφέρει στο αναιρετήριο: α) του τρίτου λόγου ότι, "Δεν αναγνωρίζει η απόφαση ως σημαντικό γεγονός, το ότι αποδείχθηκε ότι η φερομένη ως συγγραφέας των άνω εγγράφων, ήταν "φυτό" κατά τα διάστημα που φέρεται ότι έγραψε τα άνω έγγραφα και ότι τούτο αποδείχθηκε με πληθώρα αποδείξεων, όπως λεπτομερώς αναφέρω στην έφεση μου, και επομένως από τις αποδείξεις αυτές, αποδεικνύεται, ότι τα προς κρίση έγγραφα, "διαθήκη" και "εξουσιοδότηση", είναι πλαστά.
Η αντίθετη άποψη των πραγματογνωμοσυνών, αποτελεί, αντίθεση αυτών προς την αντικειμενική πραγματικότητα, δηλαδή αφύσικη κατάσταση και παραλογισμό, ο οποίος ελέγχεται από το Δικαστήριο, κατά το άρθρο 387 ΚΠολΔ. Η παραβίαση αυτή εμπίπτει στην παράβαση της περ. 8 άρθρου 559 ΚΠολΔ ". β) Του τετάρτου λόγου ότι: "Αντιπαρέρχεται η απόφαση την προσβολή των πραγματογνωμοσυνών εκ μέρους μας, με την δικαιολογία, ότι δεν χρησιμοποιήθηκαν για την διαθήκη, στην οποία χρησιμοποιήθηκε μόνο η πραγματογνωμοσύνη του Γ..
Ενώ χρησιμοποιήθηκαν έμμεσα, για την αναξιοπιστία της διαθήκης Γ.. Επίσης χρησιμοποιούνται από τους αντιδίκους, σε κάθε συναφή περίπτωση. Παράβαση της παρ. 8 άρθρου 559 ΚΠολΔ ". Και, γ) του έκτου λόγου ότι: "Η διαγραφή των φράσεων "δουλική υποταγή" και "νοσηρά αντίληψη" για την δύναμη των πραγματογνωμοσυνών στο Δικαστηρίου, από την έφεση, είναι άστοχος.
Διότι, η αναφορά μας αυτή, δεν έχει σκοπό να προσβάλλει αλλά να προστατεύσει το Δικαστήριο, από ασυγχώρητα σφάλματα. Και η παρούσα απόφαση πλήρη υποταγή εμφανίζει, στις πραγματογνωμοσύνες, παρά τα κατάφωρα ελαττώματα τους. Ο λόγος αυτός που προβάλλουμε, έπρεπε να αντικρουστεί με επιχειρήματα, και όχι με διαγραφή των φράσεων.
Παράβαση περ. 8 άρθρου 559 ΚΠολΔ.". Οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι και, γι’ αυτό, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι, με την εκτίμηση ότι τα παράπονα συνίστανται στη μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν, θα έπρεπε στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται ποια ήταν τα πράγματα που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά και ποια επίδραση θα ασκούσαν αυτά στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 253/2011366,367/2009) και, επιπλέον, να παρατίθενται όλα τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει, ότι οι ισχυρισμοί προτάθηκαν παραδεκτά στο εφετείο (ΑΠ 128/2008).
Δεδομένου δε, ότι το εφετείο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, θα έπρεπε για το ορισμένο του κάθε λόγου να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση. Τα παραπάνω δε, ανεξαρτήτως της, σε κάθε περίπτωση αβασιμότητας των λόγων αυτών, διότι τα προβαλλόμενα δεν αποτελούν "πράγματα", δηλαδή, πραγματικούς ισχυρισμούς κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αλλά αποτελούν συμπεράσματα του αναιρεσείοντος και, αρνητική αξιολόγηση αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου τους, που αντλούνται από την υποκειμενική εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς να έχουν αυτοτέλεια και δεν αποτελούν ουσιώδεις ισχυρισμούς, δυνάμενους να οδηγήσουν, ενόψει του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στην ικανοποίηση του υποβαλλομένου αιτήματος, άλλως να επιδράσουν στην έκβαση της δίκης, δηλαδή πρόταση "πραγμάτων", που ιδρύουν τον από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο.
VΙ. Κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ και τον αριθμό 10 αυτού, "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο ...10) αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι’ αυτά". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά (ΑΠ 273/2011, 1699, 1700/2009, 701/2008, 1591/2007).
Δεν αποτελούν πράγματα τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν αυτοτέλεια (Ολ ΑΠ 469/1984, ΑΠ 2166, 2176/2009, 1299/2009, 558, 625, 701/2008). Επίσης, δεν αποτελεί πράγμα η επίκληση αποδεικτικού μέσου ή του περιεχομένου του (ΑΠ 10, 625/2008, 2019, 2013, 2104/2007).
Για να ιδρυθεί ο παρών λόγος, προϋποτίθεται, λογικά, ότι το δικαστήριο έκρινε την ουσία της διαφοράς. Εξάλλου, ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικά το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 2013/2007), ενώ αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων και αναφερομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων καταλήγει έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 356/2002).
Τέλος, ο λόγος αυτός είναι αόριστος, αν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποίος ήταν ο ισχυρισμός, που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδραση στο διατακτικό της απόφασης.
Ο αναιρεσείων με τους πρώτο και ένατο λόγους της ένδικης αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διαλαμβάνοντας: α) στον πρώτο, επί λέξει: "Η προσβαλλομένη απόφαση, βαρέως σφάλει και δεινώς τον νόμο παραβιάζει, απορρίπτοντας την έφεσή μου που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως 6015/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απέρριψε την από 21-12-2010 αγωγή της μητρός μου αρχικής εναγούσης, ως ουσία αβασίμου, με την αιτιολογία ότι "είναι επιστημονικές εργασίες" οι προσβαλλόμενες πραγματογνωμοσύνες των αντιδίκων και δεν θίγονται, όπως προσπαθεί να δικαιολογήσει με τα αναφερόμενα σε αυτή επιχειρήματα και συγκεκριμένα: 1) Ότι η ταραγμένη γραφή με την οποία είναι γραμμένα τα συγκριτικά προς την από 10-3-2002 φερομένη ως διαθήκη και από 23-5-2002 φερομένη ως εξουσιοδότηση έγγραφα, εν αντιθέσει με τα προς σύγκριση ("διαθήκη" και "εξουσιοδότηση") που είναι γραμμένα με απόλυτη ηρεμία, διαύγεια και καλλιγραφία, οφείλεται "πιθανότατα" (όπως αναφέρει η απόφαση), στα φάρμακα που χρησιμοποιούσε η συντάκτρια αυτών Μ.
Β. κατά την περίοδο εκείνη που είχε υποστεί, βαρύτατο εγκεφαλικό αιμορραγικό επεισόδιο, από το οποίο και απεβίωσε αργότερα (την 30/8/2003). Το επιχείρημα αυτό, είναι υποθετικό, αβάσιμο, αναπόδεικτο και παράλογο και δεν αποδεικνύει, ότι είχε διανοητική ικανότητα να σκέπτεται να αποφασίζει και να γράφει η Μ. Β..
Συνεπώς το επιχείρημα αυτό είναι απαράδεκτο. Με βάση και μόνο την ταραχή της γραφής των συγκριτικών στοιχείων προς τα συγκρινόμενα έπρεπε η "διαθήκη" και η "εξουσιοδότηση" να αναγνωρισθούν ως έγγραφα πλαστά. Όμως το γεγονός αυτό είναι το έλασσον. Διότι αποδείχθηκε ότι η Μ. Β. ήταν τότε "φυτό": Σωματικά και διανοητικά παράλυτη.
Επομένως τα υπό κρίση έγγραφα πλαστά. Αυτή είναι η αλήθεια. Αλήθεια την οποία προσωπικώς γνωρίζω καθώς και ο πατέρας μου και πληρεξούσιος δικηγόρος μου και η μητέρα μου γνωρίζουν. Και κατά συνέπεια, δεν μπορούν σήμερα να έρχονται οι αντίδικοι και να μου λένε ότι, βρήκαν τα έγγραφα αυτά γνήσια. Ψεύδονται συνειδητά.
Στην προκειμένη περίπτωση, υπάρχει παραβίαση της περ. 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και η απόφαση είναι αναιρετέα.". Και, β) Στον ένατο: "Δεν είναι ορθή η άποψη της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι δεν είχαν λόγο οι αντίδικοι να πουν ψέματα και επομένως στην πεποίθηση τους είχαν την εντύπωση, ότι λένε την αλήθεια, διότι δεν είχαν καμία σχέση με του αντιδίκους και με τον Γ..
Τον Γ. ήθελαν να καλύψουν και δι’ αυτού τους αντιδίκους, γιατί ήταν έκθετος με τις εμφανείς εκ προθέσεως παρανομίες του. Και εκ των άνω λόγων και του αποδεικτικού υλικού που είχαν στην διάθεση τους, αποδεικνύεται ότι εκ δόλου είπαν ψέματα. Παράβαση της περ. 10 άρθρου 559 ΚΠολΔ.". Αμφότεροι, όμως, οι λόγοι πρέπει ν’ απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Προεχόντως, διότι υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αρ.10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου επί της ουσίας της διαφοράς. Επιπροσθέτως, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιοι ήταν οι ισχυρισμοί, που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή τους στο διατακτικό της απόφασης, αλλά και διότι, ο ένατος δεν ιδρύθηκε, αφενός, διότι δεν δέχθηκε πράγματα με την έννοια του ως άνω άρθρου και αφετέρου, διότι το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε, όπως στο ιστορικό του αναιρετικού αυτού λόγου διαφαίνεται, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων και αναφερόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικών μέσων και η κρίση του αυτή και αν ακόμη υπήρξε εσφαλμένη είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΚΠολΔ 561 παρ. 2).
VΙΙ. Ο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται, "αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων" ιδρύεται, μόνον, αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά το νόμο (ΑΠ 479/2010, 1417/2009) και δεν ιδρύεται, όταν τα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο (ΑΠ 109/2008, 1585/2006).
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση: α) με τον δεύτερο λόγο για τα ακόλουθα, κατά λέξη: "2. Την καθυστέρηση επί πέντε μήνες της διεξαγωγής των πραγματογνωμοσυνών, διεξέρχεται η προσβαλλομένη απόφαση, ως ασήμαντο γεγονός, ενώ είναι, σε σχέση και με το αποτέλεσμα των πραγματογνωμοσυνών και τον τρόπο με τον οποίο έχουν γραφεί, σημαντικότατο.
Διότι αποδεικνύει, την προσπάθεια των αντιδίκων, με την καθυστέρηση αυτή, να βρουν μέσα και τρόπους, να συντάξουν ψευδείς πραγματογνωμοσύνες, ώστε να "δικαιολογούν" τον Γ.. Εδώ υπάρχει παράβαση της περ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συνεπώς η απόφαση είναι αναιρετέα.". β) Με τον πέμπτο λόγο ότι: "Δεν είναι δημόσια έγγραφα λέει η απόφαση πραγματογνωμοσύνες των αντιδίκων, για να αποτελέσει το ψεύδος των, ψευδή βεβαίωση του άρθρου 242 Π.Κ., διότι αυτοί διορίστηκαν από Δικαστικό Συμβούλιο και όχι από Δικαστήριο.
Ενώ και το Δικαστικό Συμβούλιο, δικαστήριο είναι. Εδώ υπάρχει παράβαση νόμου της περ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.". Και, γ) Με τον ενδέκατο λόγο ότι: "Λέει η πληττόμενη απόφαση, ότι δεν έχει σημασία, αν με άλλες "αιτιολογίες", διάφορες του Γ., κατέληξαν οι αντίδικοι, στο ίδιο συμπέρασμα με αυτόν. Μα η οδός που πρέπει να ακολουθήσουν είναι μία κατά την γραφολογική επιστήμη.
Αφού για τον Γ. έγιναν οι πραγματογνωμοσύνες αυτές, έπρεπε δια να τον "δικαιώσουν" να ακολουθήσουν την ίδια πορεία, αν υπήρχε αληθής βάση. Όμως δεν υπήρχε αληθής τρόπος. Γι’ αυτό η λοξοδρομία τους, το αντίθετο αποδεικνύει: Την διανοητική πλαστότητα, όλων των πραγματογνωμοσυνών αυτών, Γ. και αντιδίκων. Εξάλλου ως προς τα συμπέρασμα δεν είναι το ίδιο:
Ο μεν Γ. - μαζί με την τέως τεχνική μας σύμβουλο Δ., που έφυγε από μας, πλαστογράφησε τις πραγματογνωμοσύνες της που μιλούσαν για πλαστότητα των εγγράφων και καταδικάστηκε γι’ αυτό - πολλές φορές - ομιλεί περί μεταχρονολογήσεως των επιδίκων εγγράφων, υπό την έννοια ότι ήτο αδύνατο να γράψει η φερομένη ως διαθέτιδα, τότε που αναφέρουν ότι γράφτηκαν, τα υπό κρίση έγγραφα, λόγω της σοβαρής ασθενείας της.
Ενώ οι αντίδικοι, ομιλούν περί διαταραχής της γραφής αυτών λόγω φαρμάκων, χωρίς απόδειξη - αυθαίρετα και παράλογα, προκειμένου να περάσουν τον σκόπελο της αποδεδειγμένης αδυναμίας γραφής της Μ. Β.. Τεχνάσματα επί τεχνασμάτων! Παράβαση της περ. 12 άρθρου 559 ΚΠολΔ.". Και οι τρεις αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι και συγκεκριμένα:
Ο δεύτερος, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, αλλά και ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον, ενώ επιχειρείται η θεμελίωσή του στην προαναφερθείσα διάταξη, δεν πλήττεται, κατά τα διαλαμβανόμενα σ’ αυτόν, η προσβαλλομένη απόφαση επειδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στις, αορίστως, αναφερόμενες εκεί πραγματογνωμοσύνες, αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν είχαν και ότι αυτές δεν εκτιμήθηκαν ελεύθερα, αλλά γιατί, "..διεξήλθε την επί πέντε μήνες καθυστέρηση διεξαγωγής των πραγματογνωμοσυνών ως ασήμαντο γεγονός...", πράγμα, βέβαια, που και αληθές να θεωρηθεί, δεν μπορεί να θεμελιώσει την παραδοχή ότι έτσι προσδόθηκε στις πραγματογνωμοσύνες τέτοια αποδεικτική δύναμη.
Ο πέμπτος λόγος, ως αόριστος, διότι απουσιάζουν όλα τα αναγκαία για τη στήριξη της επικαλούμενης πλημμέλειας στον ιδρυόμενο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Τέλος, ο ενδέκατος λόγος, ως απαράδεκτος, καθόσον αυτός ιδρύεται μόνον, αν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που, κατά το νόμο, δεν την είχε.
Τούτο, όμως, κατά τ’ ανωτέρω διαλαμβανόμενα σ’ αυτόν, δεν στοιχειοθετείται στην προκείμενη περίπτωση.
VΙΙΙ. Με τον από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, αναίρεση επιτρέπεται, "αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης".
Εν προκειμένω, με τον όγδοο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για τα ακόλουθα, επί λέξει: "Επικαλείται την απόφαση 871//2008 του εφετείου Πειραιώς, με την οποία, βάσει των άνω παρανομιών, απέρριψε την αγωγή μου περί πλαστότητας της διαθήκης με ημερομηνία 10-3-2002. Μα η απόφαση αυτή είναι προϊόν παρανομιών (προϊόν εγκλήματος) και απαραδέκτως την χρησιμοποιεί. Είναι παράβαση της περ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, συνισταμένης στην παντελή έλλειψη αναφοράς στο αναιρετήριο του συγκεκριμένου ισχυρισμού, ως προς τον οποίον εφαρμόσθηκαν εσφαλμένως οι ορισμοί του νόμου περί του βάρους της απόδειξης, καθώς και του σφάλματος, στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας.
ΙΧ. Τέλος, με τον δέκατο αναιρετικό λόγο, στο κείμενο του οποίου ο αναιρεσείων έχει ενσωματώσει έγχρωμη φωτογραφία, εικονίζουσα, κατά την εκεί αναφορά, την διαθέτιδα κλινήρη, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εξής, επί λέξει, αιτίαση: "Η ακόλουθος φωτογραφία που είναι βεβαιωμένη, με πληθώρα αποδείξεων, δεν λήφθηκε υπόψη, από την προσβαλλομένη απόφαση, ενώ είναι ουσιώδης, εμφανίζει την φερόμενη ως διαθέτρια σε κατάσταση πλήρους ανοίας, "φυτού".
Ο λόγος αυτός, στον οποίο δεν γίνεται καμία αναφορά σε ποιον κατ’ αριθμό συγκεκριμένο αναιρετικό λόγο υπάγεται η προβαλλόμενη πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, μ’ αυτόν, πλήττονται οι αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 561 παρ. 2), ανεξαρτήτως της αλυσιτέλειάς του, διότι τα επικαλούμενα, για την επιχειρούμενη θεμελίωση αναιρετικού λόγου, δεν εντάσσονται στο αντικείμενο της παρούσας δίκης, δηλαδή την προσβολή της προσωπικότητας της αρχικώς ενάγουσας, αλλά της ανοιχθείσας με την περί ακυρώσεως της από 10-3-2002 διαθήκης και της από 23-5-2002 εξουσιοδότησης της αδελφής αυτής, Μ.
Β., λόγω της πλαστότητας των εγγράφων αυτών, προηγούμενη αγωγή της ιδίας, η οποία, όμως, (αγωγή) έχει απορριφθεί τελεσιδίκως, με την υπ’ αριθμό 871/2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, όπως προκύπτει από την, παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης αυτής, αλλά και από το ίδιο το αναιρετήριο δικόγραφο.
Χ. Επομένως, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, προς έρευνα, η ένδικη αίτηση, για αναίρεση της υπ’ αριθμό 216/2014 απόφασης του Εφετείου Πειραιά, πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του παρισταμένου αναιρεσίβλητου σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του πρώτου (άρθρα 106, 176, 183 ΚΠολΔ), όπως αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης, όσον αφορά την δεύτερη αναιρεσίβλητη και κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 14-05-2014 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμόν 216/2014 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, ως προς αυτή την αναιρεσίβλητη.
Απορρίπτει την παραπάνω αίτηση αναίρεσης, όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσίβλητου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ