Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive law misapplication regarding servitude extinction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the first-instance judgment on both procedural and substantive grounds. The appellant argued that the court erred in applying common sense principles to determine the extinction of a servitude, claiming the fence did not permanently prevent use. The court rejected this, ruling that the arguments constituted evidence assessment rather than a violation of common sense doctrines, and that the legal basis for extinction was correctly identified as physical impossibility rather than twenty years of non-use.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals for violations of common sense doctrines only when the court misapplies them to find legal concepts, not when they are used to assess the weight of evidence or determine factual validity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1839 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1839/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Χ. Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Διπλάρη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. χήρας Κ. Κ., το γένος Ν. Φ., 2)Ν. θυγ. Κ. Κ., κατοίκου ... και 3)Ε. θυγ. Κ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-2-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 310/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 110/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-2-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. H Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Διονυσία Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 6-9-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.β',γ' Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ.β' Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Αντίθετα, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του.
Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο δεν εμφανίσθηκαν οι αναιρεσίβλητες ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε αρχικώς η 18-9-2013, κατά την οποία όμως η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως (2-4-2014), με σχετική επισημείωση στο πινάκιο.
Από τις ..., ... και ... έκθεσης επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κορίνθου Δ. Β., τις οποίες προσκομίζει και επιμελείται ο παριστάμενος αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι οι απολειπόμενες αναιρεσίβλητες κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (της 18-9-2013).
Έτσι η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως ισχύει ως κλήτευση για τις απολειπόμενες αναιρεσίβλητες και πρέπει, παρά την απουσία τους κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, ως εάν ήταν και αυτές παρούσες.
Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1118, 1122, 1124, 1125, 1130, 1131, 1136 και 1138β ΑΚ συνάγεται ότι η πραγματική δουλεία, όπως είναι και η δουλεία διόδου, αποσβήνεται αν η άσκησή της καταστεί απολύτως και διαρκώς αδύνατη για πραγματικούς ή νομικούς λόγους, Τέτοια αδυναμία υπάρχει και όταν έπαυσε η παροχή ωφέλειας ή χρησιμότητας από το δουλεύον ακίνητο υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου ή εξέλιπε η ανάγκη του τελευταίου λόγω αυτάρκειάς του αφού η ύπαρξη της ωφέλειας, χρησιμότητας ή ανάγκης αποτελεί απαραίτητο όρο της δουλείας.
Δεν εξετάζεται αν η αδυναμία άσκησης της δουλείας οφείλεται σε φυσικό αίτιο ή σε ενέργεια του δουλεύοντος ιδιοκτήτη ή τρίτου, έστω και υπαίτια ούτε αν υπήρξε συναίνεση του δικαιούχου της δουλείας. Η πραγματική δουλεία είναι εμπράγματο δικαίωμα αδιαίρετο δηλαδή δεν μπορεί να αποκτηθεί ούτε να απολεσθεί κατ' ιδανικό μέρος, η δε άσκηση αυτής μπορεί να περιορισθεί σε ορισμένο τμήμα του δουλεύοντος ακινήτου.
Στην πραγματική δουλεία διόδου, η οποία ασκείται επί εδαφικής λωρίδας δια μέσου του δουλεύοντος ακινήτου, αν τμήμα αυτής δεν παρέχει πλέον χρησιμότητα ή ωφέλεια στο δεσπόζον ακίνητο ή εξέλιπε η ανάγκη του τελευταίου ως προς το τμήμα αυτό, λόγω αυτάρκειάς του και συνεπώς κατά τούτο αποσβέσθηκε η δουλεία, διατηρείται ως προς το υπόλοιπο, εφ' όσον παρέχει χρησιμότητα ή ωφέλεια στο δεσπόζον ακίνητο.
Κατά το άρθρο 560 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., το οποίο είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων είναι αποκλειστικός κύριος ενός αγρού, που βρίσκεται συνορευόμενου βόρεια εν μέρει με την επίδικη εδαφική λωρίδα και πέραν αυτής με ιδιοκτησία των εναγομένων..........
Το ακίνητο αυτό περιήλθε στον ενάγοντα δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κορίνθου Δημητρίου Καλλίρη, νομίμως μεταγραφέντος...........και έχει έκταση 2.502,02 τετραγωνικών μέτρων, σύμφωνα με τον ως άνω τίτλο. Περαιτέρω, οι εναγόμενες είναι συγκυρίες του προς βορράν σε σχέση με τον προπεριγραφόμενο αγρό του ενάγοντος, Τόσο ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος Κ.
Γ., όσο και ο ενάγων, για την επικοινωνία του ως άνω περιγραφέντος ακινήτου τους με την κοινοτική (δημοτική) οδό χρησιμοποιούσαν τουλάχιστον από το έτος 1930 την ευρισκόμενη στη βόρεια πλευρά του δενδροπεριβόλου τους, πλάτους 3 μέτρων και μήκους 100 μέτρων περίπου εδαφική λωρίδα, η οποία ξεκινούσε από την ως άνω κοινοτική οδό και στη συνέχεια με δυτική κατεύθυνση έφτανε μέχρι ένα σημείο της βόρειας πλευράς του ακινήτου τους, συνόρευε δε, γύρωθεν νοτίως με ιδιοκτησία Γ.
Κ. και του ενάγοντος, βορείως με ιδιοκτησία των εναγομένων ανατολικώς με κοινοτική ασφαλτοστρωμένη οδό και δυτικά με ιδιοκτησία εναγομένων, Την ως άνω οδό, η οποία είναι ασφαλτοστρωμένη έως ένα σημείο και γίνεται χωμάτινη στο επίδικο τμήμα της μήκους 35 (κατά τους ισχυρισμούς των διαδίκων) και πλάτους περίπου 3 μέτρων, χρησιμοποιούσαν πεζοί και με έμφορτα ζώα, αγροτικά αυτοκίνητα και μηχανήματα και κάθε είδους τροχοφόρα, οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος, ο δε ενάγων που απέκτησε την κυριότητα του ως άνω ακινήτου, κατέστη ταυτόχρονα και δικαιούχος του δικαιώματος δουλείας διόδου επί της ως άνω οδού που είχαν αποκτήσει οι δικαιοπάροχοί του, δυνάμει άσκησης οιονεί νομής δουλείας άνω της εικοσαετίας (έκτακτη χρησικτησία).
Εξάλλου, την ύπαρξη της διόδου αυτής καθώς και το δικαίωμα δουλείας διόδου του ενάγοντος έως το έτος 1985 συνομολογούν και οι εναγόμενες, πλην όμως για το τελευταίο τμήμα αυτής μήκους 35 μέτρων και πλάτους περίπου 3 μέτρων, το οποίο βρίσκεται στο όριο των ακινήτων των διαδίκων βόρεια σε σχέση με το ακίνητο του ενάγοντος και νότια σε σχέση με το ακίνητο των εναγομένων ανέκυψε μεταξύ τους έριδα, σχετικά με την εξακολούθηση της ύπαρξης του δικαιώματος δουλείας επί αυτού.
Ειδικότερα δε, οι εναγόμενες, κατά το έτος 1999 προέβησαν, όπως συνομολογούν και οι ίδιες σε αφαίρεση χωμάτων από το ως άνω επίδικο τμήμα της διόδου αυτής, έτσι ώστε δημιουργήθηκε διαφορά επιπέδου μεταξύ των δύο ιδιοκτησιών, τοποθέτησαν δε παράλληλα συρμάτινη πόρτα στο σημείου όπου ξεκινούσε το τμήμα αυτό, ώστε δεν μπορούσε πλέον ο ενάγων να εισέλθει στο τμήμα αυτό.
Ο δε τελευταίος, κατά το έτος 1985 κατασκεύασε μία νέα σιδερένια πόρτα στο βορειοανατολικό άκρο της ιδιοκτησίας του, ήτοι στην αρχή του επίδικου τμήματος της διόδου, ενώ ταυτόχρονα περιέφραξε το εν λόγω ακίνητό του, γκρεμίζοντας παράλληλα το ένα (νότιο) από τα δύο πέτρινα τοιχία, που υπήρχαν στην νότια και βόρεια πλευρά αντίστοιχα της διόδου, Ειδικότερα, από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού Α.
Π., που διορίστηκε από το παρόν Δικαστήριο, προκειμένου να διενεργήσει πραγματογνωμοσύνη, σχετικά με τη θέση της επίδικης διόδου σε σχέση με τις προσκομιζόμενες από τους διαδίκους αεροφωτογραφίες και τα τοπογραφικά διαγράμματα προκύπτουν τα ακόλουθα συμπεράσματα: Συγκρίνοντας το τοπογραφικό διάγραμμα του έτους 1983 του υπομηχανικού Ρ., το οποίο συνόδευε το υπ' αριθμ....
συμβόλαιο αγοράς του οικοπέδου του ενάγοντος, όπου αναφέρεται ότι το οικόπεδο που αγοράστηκε από τον προκάτοχό του Π. Γ. είχε εμβαδόν 2.502,02 τ.μ. με τη σημερινή κατάσταση διαπιστώνονται οφθαλμοφανείς αλλαγές τόσο στη βόρεια όσο και στη νότια πλευρά του οικοπέδου, Η καμπυλότητα της βόρειας πλευράς (με βάση το τοπογραφικό του 1983) έρχεται σε αντίθεση με τη σημερινή κατάσταση και με τις αεροφωτογραφίες του 1965 και τις νεότερες, καθώς αυτές δείχνουν αντίθετη καμπυλότητα δηλαδή το κυρτό τμήμα προς την πλευρά του ενάγοντος.
Επιπλέον, ο δρόμος ήταν στο ίδιο επίπεδο με το επίπεδο του οικοπέδου του ενάγοντος (αφού ο δρόμος έφτανε στην αυλόπορτά του, όπου εκεί υπήρχε και κτίσμα) και βορειότερα η ιδιοκτησία του Κ. (προκατόχου των εναγομένων) ήταν σε χαμηλότερο επίπεδο, γεγονός που γίνεται φανερό και σήμερα. Η επίδικη δίοδος φαίνεται στις αεροφωτογραφίες της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού των ετών 1965 και 1992 με όχι πολύ διαφορετική μορφή, Πιο συγκεκριμένα, κατά το έτος 1965 υπήρχε μία ελαφριά καμπυλότητα με το κυρτό τμήμα προς την ιδιοκτησία του ενάγοντος.
Στην αεροφωτογραφία αυτή εμφανίζονται καθαρά και τα δύο παλαιά κτίρια που υπήρχαν δυτικά και στις δύο ιδιοκτησίες των αντιδίκων και ξεχωρίζει αρκετά καθαρά η θέση του δρόμου και το τέλος του. Κατά το έτος 1992, λόγω φανερών αλλαγών στην ιδιοκτησία του ενάγοντος όπως δενδροφυτεύσεις κλπ., δεν είναι τόσο φανερή αυτή η καμπυλότητα που παρουσιαζόταν στην παλαιά αεροφωτογραφία, Δεν έχει όμως σημαντική αλλαγή ή θέση.
Έτσι, από το συνδυασμό και των μαρτυριών, σύμφωνα με τις οποίες οι επίδικος δρόμος έφτανε σε μία αυλόπορτα και πίσω από εκεί υπήρχε παλαιό κτίσμα, που ανήκε στον προκάτοχο του ενάγοντος και, μετά την ιδιοκτησία του ενάγοντος, στη νοτιοδυτική γωνία των εναγομένων υπήρχε παλαιό κτίσμα (μέρος του τοίχου έχει σωθεί μέχρι σήμερα και αποτυπώνεται στο συνημμένο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης τοπογραφικό διάγραμμα με αριθμό 1 με τα στοιχεία "Λρ"), οδηγήθηκε η πραγματογνώμονας στο συμπέρασμα ότι ο δρόμος κατέληγε πριν από αυτά τα κτίρια και εξυπηρετούσε και τις δύο ιδιοκτησίες, η δε θέση της επίδικης διόδου βρίσκεται στο σημείο που φαίνεται στην συνημμένη στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης αεροφωτογραφία του 1965.
Επομένως, ο δρόμος είχε πλάτος μεταξύ 2,78μ., (όσο είναι σήμερα η απόσταση μεταξύ του παλαιού μαντρότοιχου των εναγομένων, που εμφαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα με αριθμό 2 που συνοδεύει την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, με στοιχεία "νξο" από το συρματόπλεγμα του ενάγοντος) και 2,48μ. (όσο είναι η απόσταση "1-9" του ίδιου τοπογραφικού), ξεκινούσε από το σημείο αυτό (παλαιός μαντρότοιχος) και κατέληγε με μικρή καμπυλότητα πριν από την ένωση των δύο κτιρίων που βρίσκονταν στην δυτική πλευρά των εναγομένων.............
Από όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται, αφενός μεν ότι ο ενάγων προέβη σε περίφραξη τμήματος της επίδικης διόδου εμβαδού 12,04 τ.μ., μειώνοντας έτσι και το πλάτος της και, αφετέρου, ότι ο τελευταίος έπαυσε να χρησιμοποιεί τη δίοδο αυτή για την εξυπηρέτηση του δενδροπεριβόλου του, εφόσον τοποθέτησε μεγάλη σιδερένια πόρτα πριν από το επίδικο τμήμα της διόδου, ενώ έως τότες δεν υφίστατο η πόρτα αυτή.
Έτσι η άσκηση του δικαιώματος δουλείας στο ως άνω τμήμα της διόδου, μήκους 26,54 μέτρων και όχι 35 μέτρων, όπως ισχυρίζεται, έγινε απολύτως και διαρκώς αδύνατη από λόγους πραγματικούς, καθώς εξέλιπε η εξυπηρετούμενη ανάγκη του δεσπόζοντος (ακινήτου του ενάγοντος), έτσι όπως η εν λόγω ανάγκη είχε αποτελέσει στοιχείο του περιεχομένου της δουλείας κατά ση σύστασή της - πρόσβαση στο προϋπάρχον κτίσμα του προκατόχου του ενάγοντος, το οποίο έχει κατεδαφιστεί και στο δενδροπερίβολο.
Λόγω της μη ύπαρξης άλλης εισόδου -, εξαιτίας αυτάρκειας του δεσπόζοντος, όσον αφορά το προαναφερθέν και μόνο τμήμα της διόδου (μήκους 26,54 μέτρων) και η άσκηση της δουλείας κατέστη περιττή και μάταιη. Επομένως, θα πρέπει να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι το δικαίωμα της δουλείας διόδου επί του τμήματος αυτού έχει αποσβεστεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 1136 ΑΚ".
Με βάση τα περιστατικά αυτά το Πολυμελές Πρωτοδικείο, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά το μέρος που ενδιαφέρει, περί ομολογήσεως δουλείας οδού κατά παραδοχή ένστασης των εναγομένων ήδη αναιρεσιβλήτων περί αποσβέσεως της δουλείας κατ' άρθρο 1136 ΑΚ και ακολούθως δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση των τελευταίων και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη της αγωγή.
Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεχόμενο ειδικότερα ανελέγκτως ότι αποσβέσθηκε από λόγους πραγματικούς η υφιστάμενη σε βάρος του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων και υπέρ του ακινήτου του αναιρεσείοντος δουλεία διόδου, που ασκήθηκε επί εδαφικής λωρίδας δια μέσου του δουλεύοντος ακινήτου, σε τμήμα αυτής (εδαφικής λωρίδας) λόγω του αδυνάτου της ασκήσεώς της συνεπεία παύσης της χρησιμότητας στο δεσπόζον ακίνητο του τμήματος αυτής, ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1136 ΑΚ.
Συνεπώς όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά ένα μέρος, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη εφαρμογή της παραπάνω ουσιαστικής διάταξης (άρθρο 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) είναι αβάσιμος.
Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (άρθρο 336 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΟλΑΠ8/2005).
Κατά δε το άρθρο 560 αρ.1β Κ.Πολ.Δ. η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, που για να είναι ορισμένος, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά τα υπόλοιπο μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ.1β του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. και ειδικότερα της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την ανεύρεση από το δικαστήριο της ουσίας της έννοιας του όρου "του διαρκούς και απολύτως αδυνάτου ασκήσεως της δουλείας από πραγματικούς ή νομικούς λόγους" με συνέπεια των απόσβεση αυτής, όπως ορίζει το άρθρο 1136 ΑΚ, στην συνδρομή των όρων του οποίου στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, και απέρριψε την αγωγή, σύμφωνα με τα οποία "η τοποθέτηση μιας περίφραξης και η δημιουργία ενός συγκεκριμένου τρόπου κυρίας εισόδου εντός ενός ακινήτου και μάλιστα πριν από δεκατέσσερα χρόνια δε σημαίνει ότι η άσκηση της δουλείας έπαυσε κατά τρόπο απολύτως διαρκή και μόνιμο".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθ' όσον τα παρατιθέμενα συμπεράσματα δεν έχουν χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας με την προεκτεθείσα έννοια, αλλά αποτελούν επιχειρήματα για την στήριξη των απόψεων του αναιρεσείοντος και δε χρησιμοποιήθηκαν κατά την υπαγωγή στους παραπάνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου πραγματικών περιστατικών, αλλά όπως προκύπτει από το περιεχόμενό τους η μη χρησιμοποίησή τους ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση της βασιμότητας των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης.
Ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθ' όσον, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από τον αρ.1β του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου τους ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 560 παρ. 1α,β Κ.Πολ.Δ. της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1138 ΑΚ άλλως της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εφαρμογή, άλλως την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης στην παραπάνω διάταξη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθ' όσον κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά με την προσβαλλομένη απόφαση η επίμαχη δουλεία αποσβέσθηκε επειδή έγινε αδύνατη η άσκηση αυτής κατά τους όρους του άρθρου 1136 ΑΚ και όχι λόγω εικοσαετούς αχρησίας, την οποία ορίζει, ως λόγο απόσβεσης της δουλείας η παραπάνω διάταξη του άρθρου 1138 ΑΚ. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Δεν τίθεται ζήτημα δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων λόγω της ερημοδικίας τους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-2-2010 αίτηση περί αναιρέσεως της 110/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ