Supreme Court dismisses appeal in labor dispute where employer unilaterally changed contract terms causing material and moral damage.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's judgment in a labor dispute. The court found that the employer unilaterally modified the employment contract terms, causing both material loss and moral injury to the employee. Consequently, the employee was awarded statutory severance and damages for the violation of personality rights. The appeal was rejected because the lower court correctly applied the law and provided sufficient reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 652, 653, 656, 349, 351, 57, 200, 288 of the Civil Code; Article 1, 3, 7 of Law 2112/1920; Article 5, paragraph 3 of Law 3198/1955: A unilateral and detrimental modification of an indefinite-term employment contract by the employer constitutes a constructive dismissal entitling the employee to severance pay and, if it infringes personality rights, to compensation for moral damage.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1839 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1839/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Παναγιώτης Πορφύρης με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Ιωάννης Βαχαβιόλος, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28.06.2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2558/2003 του ίδιου δικαστηρίου και 3365/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10.06.2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος ανέγνωσε την από 10.10.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652 παρ 1, 653, 656, 349, 351, 57, 200, 288 ΑΚ, 1, 3, 7 ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 ν 3198/1955 προκύπτει ότι βλαπτική μεταβολή των όρων τη συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν ο εργοδότης χωρίς δικαίωμα από το νόμο ή τη σύμβαση ή κατά κατάχρηση δικαιώματος μεταβάλλει μονομερώς τους όρους τη συμβάσεως με συνέπεια να επέρχεται άμεσα ή έμμεσα ζημία στο μισθωτό.
Η μονομερής και βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως από τον εργοδότη δεν επιφέρει μεν καθεαυτή τη λύση της, μπορεί όμως ο εργαζόμενος να θεωρήσει αυτήν ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως, να αποχωρήσει από την εργασία του και να απαιτήσει την πληρωμή της νόμιμης κατ' άρθρο 3 του ν. 2112/1920 αποζημιώσεως, ενώ, επιπλέον, εάν η μεταβολή συνιστά προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου δικαιούται αυτός, κατά τα άρθρα 57, 59, 299 και 932 ΑΚ, να απαιτήσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Είναι δε βλαπτική για τον εργαζόμενο η μεταβολή όχι μόνο όταν προκαλεί υλική ζημία αλλά και ηθική. Από τη γενική υποχρέωση προνοίας πηγάζει, μεταξύ άλλων, και η υποχρέωση του εργοδότη να σέβεται την προσωπικότητα του εργαζομένου. Ενόψει δε του κατ' εξοχήν προσωπικού χαρακτήρα, υφίσταται ο εργαζόμενος ηθική ζημία από τυχόν βάναυση ή προσβλητική της προσωπικότητάς του συμπεριφορά του εργοδότη ή του προσώπου που αντιπροσωπεύει αυτόν στη διεύθυνση της επιχειρήσεως του, έστω και αν η συμπεριφορά αυτή δεν πηγάζει από δόλια προαίρεση του εργοδότη για βλαπτική μεταβολή ή για εξαναγκασμό του εργαζομένου σε αποχώρηση από την εργασία.
Αρκεί ότι αυτή η συμπεριφορά δημιούργησε τέτοιες συνθήκες ώστε καλοπίστως και αντικειμενικώς να μην είναι πλέον δυνατή η εκπλήρωση των υποχρεώσεων του εργαζομένου για παροχή της εργασίας του, με πνεύμα αμοιβαίας κατανοήσεως και συνεργασίας ή να επέφερε τέτοια ηθική μείωση στην προσωπικότητά του, ώστε η περαιτέρω συνέχιση της εργασίας του στο χώρο της επιχειρήσεως του εργοδότη να καθίσταται αδύνατη ή δυσχερής (Ολ.
ΑΠ 13/1987). Εξάλλου, από τις ταυτόσημες διατάξεις των άρθρων 6 παρ.1 του ν. 2112/1920 και 9 παρ 1 του β. δ. από 16/18 Ιουλίου 1920, κατά τις οποίες η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, οπωσδήποτε και αν επέλθει, δεν επηρεάζει την εφαρμογή των νομοθετημάτων αυτών υπέρ του μισθωτού (υπαλλήλου ή εργάτη), καθώς και από εκείνες των άρθρων 2 παρ. 1 εδαφ.
β και 4 παρ. 1 του π.δ. 178/2002, κατά την πρώτη των οποίων "ως μεταβίβαση, κατά την έννοια του παρόντος π.δ/τος, θεωρείται η μεταβίβαση μιάς οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανομένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας είτε κύριας είτε δευτερεύουσας" και κατά τη δεύτερη των οποίων "δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που είχε ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στο διάδοχο", προκύπτει ότι ο εργοδότης που διαδέχεται ή υποκαθιστά με οποιοδήποτε τρόπο και οποιαδήποτε νομική μορφή τον αρχικό εργοδότη στην άσκηση ορισμένης επιχειρήσεως, υπεισέρχεται στις υποχρεώσεις του αρχικού εργοδότη έναντι του προσωπικού της επιχειρήσεως και σε περίπτωση απολύσεως αυτού οφείλει να τηρήσει τις νόμιμες διατυπώσεις και να καταβάλλει την προβλεπόμενη από το νόμο αποζημίωση, με βάση το συνολικό χρόνο του μισθωτού στον αρχικό και στο νέο εργοδότη.
Για την επέλευση των συνεπειών αυτών απαιτείται (και αρκεί) το πραγματικό γεγονός ότι η επιχείρηση συνεχίζει χωρίς διακοπή τη λειτουργία της ως οικονομική μονάδα και διατηρεί την ταυτότητά της και στο πρόσωπο του νέου φορέα της, άσχετα αν συνδυάζεται η αλλαγή του φορέα της επιχειρήσεως και με αλλαγή τίτλου, νομικής μορφής ή με άλλες μεταβολές.
Εξάλλου, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδαφ. α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεων του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Ο αναιρεσίβλητος (ενάγων) προσλήφθηκε στις 3.3.1990 από τον Α, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργαστεί ως υπάλληλος (οδηγός - παρκαδόρος), επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και οκτάωρο ημερησίως, στην επιχείρηση υπαίθριου χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων (πάρκινγκ), που διατηρούσε ο τελευταίος στην ..... (οδός .....).
Μετά το θάνατο του Α τον διαδέχθηκε στην επιχείρηση αυτή ο αναιρεσείων (εναγόμενος) αδελφός του, ο οποίος και ανέλαβε πλήρως την εκμετάλλευσή της στο όνομά του. Ο αναιρεσίβλητος συνέχισε χωρίς διακοπή να παρέχει στον αναιρεσείοντα τις ίδιες υπηρεσίες που παρείχε στον αρχικό εργοδότη μέχρι την 29.3.2002. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος από της προσλήψεώς του μέχρι τις 29.3.2002 εργάστηκε συνεχώς στην επιχείρηση του αναιρεσείοντος, υπό την ιδιότητα που προαναφέρθηκε, και επιπλέον ασκούσε ως πρόσθετη εργασία και τα καθήκοντα του ταμία και του υπευθύνου της επιχειρήσεως, χωρίς ως τότε να του καταβάλει ο αναιρεσείων επιπλέον αμοιβή για την πρόσθετη αυτή εργασία ή για την εργασία που πραγματοποιούσε καθ' υπέρβαση του συμφωνημένου ωραρίου.
Ενόψει τούτων, και επειδή οι πιέσεις και οι οχλήσεις του αναιρεσιβλήτου για την καταβολή των οφειλομένων διαφορών από το φθινόπωρο του 2001 έγιναν συχνότερες, ο αναιρεσείων, έχοντας σκοπό απώτερο να τον απολύσει χωρίς να καταβάλει την προβλεπόμενη από το νόμο αποζημίωση, άρχισε να δημιουργεί ενώπιον τρίτων (πελατών του πάρκινγκ - άλλων υπαλλήλων) δυσμενές αρχικά και στη συνέχεια αφόρητο κλίμα σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος παρέσχε τις άνω υπηρεσίες του αδιαταράκτως επί 11 έτη χωρίς τη δημιουργία μέχρι τότε κανενός προβλήματος στις σχέσεις αυτού με τον αναιρεσείοντα και τον αρχικό εργοδότη Α.
Ειδικότερα, από το μήνα Νοέμβριο 2001, ο αναιρεσείων αλλά και τα τέκνα του, τα οποία κατά διαστήματα τον εκπροσωπούσαν στην επιχείρηση, απηύθυναν στον αναιρεσίβλητο συστηματικά έντονες και επικριτικές παρατηρήσεις αναφορικά με την εκτίμηση της εργασίας του, προκαλώντας την εντύπωση ότι αυτός μετά 11 έτη συνεχούς εργασίας, δεν εκτελούσε κανονικά τα καθήκοντά του, αμφισβητούσαν την τιμιότητά του, όσον αφορά την είσπραξη των τελών στάθμευσης, ισχυριζόμενοι συκοφαντικά ότι ο αναιρεσίβλητος δεν εξέδιδε νομότυπες αποδείξεις ή δεν εξέδιδε καθόλου τέτοιες, εννοώντας ότι καρπωνόταν το αντίτιμο ή τη διαφορά, και τέλος δημιουργούσαν σκόπιμα και αναίτια διάφορα επεισόδια σε βάρος του με σκοπό να τον εμφανίσουν ως αυταρχικό και εριστικό χαρακτήρα και να τον εξωθήσουν σε σύγκρουση με τους άλλους συναδέλφους του.
Η αλήθεια όμως ήταν ότι ο αναιρεσίβλητος ουδέποτε είχε επιδείξει τέτοια αντισυμβατική συμπεριφορά, αφού επί πολλά έτη ήταν ο έμπιστος της εν λόγω επιχειρήσεως, παρελάμβανε και παρέδιδε τα αυτοκίνητα στους πελάτες χωρίς κανένα πρόβλημα, εισέπραττε χρήματα και εξέδιδε κανονικά αποδείξεις για λογαριασμό της επιχειρήσεως, στην οποία εργάστηκε με αφοσίωση, εντιμότητα και πέραν του συμφωνημένου ωραρίου, και γενικώς είχε αναπτύξει προσωπικές σχέσεις με τους πελάτες λόγω της μακροχρόνιας απασχολήσεώς του, της εμπειρίας του και της άψογης συμπεριφοράς του.
Επίσης αποδείχθηκε ότι στις αρχές Μαρτίου 2002 η Επιθεώρηση Εργασίας προέβη σε έλεγχο της επιχειρήσεως του αναιρεσείοντος, σχετικά με τη συμμόρφωσή του στις διατάξεις περί χρονικών ορίων εργασίας, για τον οποίο (έλεγχο) υπεύθυνος θεωρήθηκε ο αναιρεσίβλητος, με αποτέλεσμα οι σχέσεις των διαδίκων να επιδεινωθούν ακόμα περισσότερο.
Μετά απ' αυτά ο αναιρεσίβλητος, μη ανεχόμενος πλέον την κατά τα άνω αντισυμβατική και προσβλητική για την προσωπικότητά του συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και των εκπροσώπων του, στις 29.3.2002 προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, όπου κατήγγειλε ότι τα ανωτέρω έγιναν στα πλαίσια μιας μεθοδευμένης προσπάθειας εκ μέρους τους να τον εξαναγκάσουν σε παραίτηση, ότι αυτά συνιστούν βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, την οποία αποκρούει, και ότι θεωρεί αυτή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του και ζήτησε, πλην άλλων, την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως (άρθρο 7 ν. 2112/1920).
Πράγματι, η προεκτεθείσα συμπεριφορά του αναιρεσείοντος δημιούργησε τέτοιες συνθήκες ώστε κατά την καλή πίστη και την αντικειμενική κρίση ήταν πλέον αδύνατη στον αναιρεσίβλητο η συνέχιση της παροχής της εργασίας του στην πιο πάνω επιχείρηση του αναιρεσείοντος, με πνεύμα αμοιβαίας κατανοήσεως και συνεργασίας και ως εκ τούτου συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας του αναιρεσιβλήτου, την οποία αυτός δεν αποδέχθηκε, έγινε δε με σκοπό να εξαναγκασθεί σε παραίτηση, ο δε αντίθετος ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι ο αναιρεσίβλητος αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του στις 29.3.2002, δεν βρίσκει έρεισμα σε κανένα αποδεικτικό στοιχείο και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επομένως ο αναιρεσείων όφειλε να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση, η οποία, ενόψει των ετών υπηρεσίας του αναιρεσιβλήτου στην πιο πάνω επιχείρηση (3.5.1990 - 29.3.2002), δηλαδή 11 1/2 ετών, και του συνόλου των καταβαλλόμενων κατά το χρόνο καταγγελίας αποδοχών (802,35 ευρώ), ανέρχεται σε 6.552,52 ευρώ (802, 35 Χ 7 +1/6). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, από την αναφερθείσα βλαπτική μεταβολή των ορών της συμβάσεως του, ο αναιρεσίβλητος έχει υποστεί μείωση της προσωπικότητάς του, αφού από υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος έχει θίγει η επαγγελματική αξία, η τιμή και η υπόληψη του, έχει εκτεθεί στο κοινωνικό του περιβάλλον, καθόσον δημιουργήθηκαν ερωτηματικά και αμφιβολίες για τις ικανότητές του και την ακεραιότητα του χαρακτήρα του.
Από την προσβολή αυτή ο ενάγων έχει υποστεί ηθική βλάβη, το ανάλογο δε χρηματικό ποσό για την ικανοποίησή της, λαμβάνοντας υπόψη το είδος της προσβολής, τις συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκε αυτή και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων, ανέρχεται σε 1000 ευρώ. Επομένως, ο αναιρεσίβλητος δικαιούται για τις παραπάνω αιτίες το ποσό των (6552,52 + 1000) 7.552,52 ευρώ.
Ο ισχυρισμός που προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα, ότι οι ένδικες αξιώσεις ασκούνται καταχρηστικά, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, από τα επικαλούμενα προς θεμελίωσή του πραγματικά περιστατικά, αυτά μεν που αναφέρονται σε μη διαμαρτυρία του αναιρεσιβλήτου ή μη διατύπωση παραπόνων αναφορικά με οποιαδήποτε αξίωσή του που να πηγάζει ή να σχετίζεται με τη σύμβαση εργασίας του, και αληθινά υποτιθέμενα, δεν καθιστούν την άσκηση των αξιώσεων καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, εκείνο δε που αναφέρεται σε προσπάθεια του αναιρεσιβλήτου να αποκομίσει με την ένδικη αγωγή παράνομο περιουσιακό όφελος, δεν αποδείχθηκε.
Ακολούθως, το Εφετείο, δεχθέν την έφεση του αναιρεσείοντος, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο το ανωτέρω ποσό των 7.552,52 ευρώ, αντί του πρωτοδίκως επιδικασθέντος των 8.552 ευρώ. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου καθώς και εκείνες του άρθρου 281 ΑΚ, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο σ' όλα τα ανωτέρω ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως, ο εκ του αριθμού 1 ο πρώτος και εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι δεύτερος και τρίτος λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-6-2005 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της 3365/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ