Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague grounds of appeal regarding evidence in labor dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by a bus company against a first-instance judgment in a labor dispute. The appellant argued that the court failed to consider specific documents proving the employee's embezzlement amount, but the court rejected this claim. The court ruled the grounds of appeal were too vague, failing to specify the documents' identity, content, or relevance to the case outcome as required by law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495(3) and 559(11γ) of the Code of Civil Procedure: The grounds of appeal must be specific, identifying the evidence not considered and its content to determine its relevance to the case outcome; vague grounds are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1838 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1838/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη, Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια και Απόστολο Φωτόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΝ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟΥ ΑΙΤΩΛ/ΝΙΑΣ, ΑΝΩΝΥΜΗ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΚΤΕΛ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ Α.Ε.", που εδρεύει στο Μεσολόγγι και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Χρήστο Λαχανά και Φίλιππο Κώτσιου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι oποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Π. Σ. του Γ., συζ. Δ. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπαχρήστου, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 112/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 157/2022 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, όπως αυτή διορθώθηκε με την 173/2022 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Την αναίρεση της 157/2022 απόφασης (όπως αυτή διορθώθηκε) ζήτησε η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 14-2-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α' 87) και όπως το πρώτο εδάφιο της παρ.3 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 35 του ν. 4446/2016 (Α 240), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το δικαστήριο.
Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει, μεταξύ των άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθ. 3 (περιουσιακές-εργατικές διαφορές). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την κατάθεση της από 14 Φεβρουαρίου 2023 με αριθμ. καταθ. 9/15-2-2023 αίτησης αναίρεσης κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 157/11-11-2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ'αριθμ. 173/19-12-2022 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, που έκρινε επί υπόθεσης με αντικείμενο περιουσιακή-εργατική διαφορά μεταξύ των διαδίκων, η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία προέβη στην κατάθεση του υπ' αριθμ. ...
ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης. Η ως άνω διαφορά, όμως, ως περιουσιακή-εργατική διαφορά, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και, κατά συνέπεια, το καταβληθέν από την αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία παράβολο πρέπει να της αποδοθεί, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 2090/2022, ΑΠ 484/2019, ΑΠ 319/2017).
Με την ένδικη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 157/11-11-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ'αριθμ. 173/19-12-2022 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι μέσα στην προθεσμία των δύο ετών από τη δημοσίευση της ως άνω υπ' αριθμ. 173/19-12-2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, με την οποία διορθώθηκε η προσβαλλόμενη (ενόψει του ότι οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης, ούτε εκείνης με την οποία διορθώθηκε), δεδομένου ότι κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας στις 15-2-2023 και η ως άνω υπ' αριθμ. 173/2022 απόφαση, με την οποία διορθώθηκε η προσβαλλόμενη, δημοσιεύθηκε στις 19-12-2022 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη με την από 6-6-2019 με αριθμ.
καταθ. 98/2019 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου κατά της εναγόμενης ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία" ΚΟΙΝΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΝ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟΥ ΑΙΤΩΛ/ΝΙΑΣ, ΑΝΩΝΥΜΗ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΚΤΕΛ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ Α.Ε." ισχυρίστηκε ότι στις 5-2-2003 προσλήφθηκε από την εναγόμενη ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει σε αυτήν τις υπηρεσίες της, υπό τους ειδικότερα εκτιθέμενους στην αγωγή όρους, ως εισπράκτορας στις λεωφορειακές γραμμές που αυτή (εναγόμενη ήδη αναιρεσείουσα) εξυπηρετούσε εντός ή και εκτός του Νομού Αιτωλοακαρνανίας.
Ότι μετά την πάροδο του χρόνου της αρχικής σύμβασης, αυτή ανανεώθηκε με διαδοχικές συμβάσεις, επίσης, ορισμένου χρόνου και ότι μετά την εκ μέρους της άσκηση σχετικής αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου κρίθηκε τελεσίδικα, ότι η σύμβαση εργασίας που τη συνδέει με την εναγόμενη ήδη αναιρεσείουσα είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Ότι αυτή παρείχε τις ως άνω υπηρεσίες της στην εναγόμενη ήδη αναιρεσίβλητη μέχρι τις 12-3-2019, οπότε η τελευταία της κοινοποίησε την από 8-3-2019 έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, μετά την υποβολή σε βάρος της ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αγρινίου της από 26-2-2019 έγκλησης, για το αδίκημα της υπεξαίρεσης.
Ότι τα αναγραφόμενα στην άνω έγκληση είναι παντελώς ψευδή, αφού αυτή(ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη) ουδέν ποινικό αδίκημα διέπραξε, ενώ η εν λόγω καταγγελία της σύμβασής της είναι, για τους αναφερόμενους στο αγωγικό δικόγραφο λόγους, καταχρηστική και συνακόλουθα άκυρη. Ότι μετά ταύτα, η εναγόμενη ήδη αναιρεσείουσα, η οποία αρνείται έκτοτε να αποδεχθεί τις υπηρεσίες της, έχει περιέλθει σε υπερημερία, με συνέπεια να της οφείλει τους αναφερόμενους μισθούς υπερημερίας, καθώς επίσης τα αναφερόμενα επιδόματα εορτών, αδείας και αποδοχές αδείας.
Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη ζήτησε: α) να αναγνωριστεί ότι είναι άκυρη η από 12-3-2019 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη ήδη αναιρεσείουσα να την επαναπροσλάβει, να αποδέχεται τις υπηρεσίες της και να την απασχολεί πραγματικά και γ) να υποχρεωθεί αυτή να της καταβάλει, ως μισθούς υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα από 13-3-2019 μέχρι 12-3-2020, καθώς επίσης, για επίδομα αδείας και αποδοχές αδείας 2019, δώρο Χριστουγέννων 2019 και για δώρο Πάσχα 2020, το συνολικό ποσό των 16.600,94 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο έγινε απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών η υπ' αριθμ. 112/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, η οποία απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της παραπάνω οριστικής απόφασης η ενάγουσα-εκκαλούσα ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 30-10-2020 με αριθμό κατάθεσης 81/11-11-2020 έφεση και επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 157/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, η οποία, κατά τα προαναφερθέντα, διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 173/2022 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.
Η προσβαλλόμενη αυτή απόφαση δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 112/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, κράτησε και δίκασε την αγωγή, τη δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνώρισε ότι είναι άκυρη η από 12-3-2019 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας-εκκαλούσας ήδη αναιρεσίβλητης, υποχρέωσε την εναγόμενη-εφεσίβλητη ήδη αναιρεσείουσα να αποδέχεται τις υπηρεσίες της και να της καταβάλει για τις προαναφερθείσες αιτίες, ποσό ύψους 16.000,94 ευρώ με το νόμιμο τόκο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α 190), είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο Δικαστήριο τη ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ` όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας (AΠ 926/2023, ΑΠ 775/2023, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 707/2019).
Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή ανάλογα κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, μπορούσε να προταθεί για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Όπως δε προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνον του αριθμού 14 του εν λόγω άρθρου(ΑΠ 617/2022, ΑΠ 353/2020). Το γεγονός δε ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο (ΑΠ 93/2020, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 111 παρ.2, 118 αριθμ. 4 ΚΠολΔ, αναγκαίο στοιχείο της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη είναι και η πληρότητα της ιστορικής της βάσης, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, που σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια.
Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή τυχόν ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 32/2022,ΑΠ 265/2021, ΑΠ 83/2019, ΑΠ 2091/2013).
Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμοί 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν, κατ' αρχήν, το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (Oλ.ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 473/2022, ΑΠ 1152/2017, ΑΠ 1321/2015, ΑΠ 180/2016).
Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής, η απόφαση ελέγχεται κατά τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ Η σχετική δε ένσταση, η οποία δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης.
Ειδικότερα, για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται παράπονο για τη μη κήρυξη ακυρότητας της αγωγής λόγω αοριστίας, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής και ως προς ποίο σημείο ειδικότερα κρίθηκε ότι ήταν πλήρης, όπως επίσης και ότι ο σχετικός περί αοριστίας ισχυρισμός είχε προταθεί στον πρώτο βαθμό κατά την πρώτη συζήτηση και επαναφέρθηκε στο Εφετείο είτε με λόγο έφεσης είτε, κατ' άρθρο 240 του ΚΠολΔ, με τις προτάσεις (ΟλΑΠ 1/1987, ΑΠ1122/2021, ΑΠ 765/2008, ΑΠ 1705/2008.).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση των αριθμών 1 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατ' ορθή όμως εκτίμηση μόνο του αριθμού 14 του ως άνω άρθρου, αφού εκθέτει την άποψή της για το ποιος φέρει το βάρος της απόδειξης, σε περίπτωση άσκησης αγωγής από εργαζόμενο που ισχυρίζεται ότι είναι άκυρη ως καταχρηστική η εκ μέρους του εργοδότη του καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και ποια τα πραγματικά περιστατικά που αυτός πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει στην περίπτωση αυτή, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έκρινε την ένδικη αγωγή απαράδεκτη λόγω αοριστίας, αφού, πέραν των αναφερόμενων στο δικόγραφο αυτής για την προηγηθείσα, της ένδικης καταγγελίας, μεταξύ των διαδίκων δικαστικής αντιδικίας, που οδήγησε στην κρίση ότι η συνδέουσα αυτούς σύμβαση εργασίας είναι εκείνη της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι η προσωρινή μεταβολή του τόπου απασχόλησης της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά προσωπικής εμπάθειας και εκδικητικότητας από τα μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου προς το πρόσωπο της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης, που να θεμελιώνουν την επικαλούμενη καταχρηστική καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, παρά το ότι αυτή (αναιρεσείουσα) πρότεινε παραδεκτά τον περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και τον επανέφερε με τις προτάσεις της στο Εφετείο.
Ο λόγος αυτός, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται σε αυτόν ότι ο εν λόγω, περί αοριστίας ισχυρισμός, είχε προταθεί παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (προφορικά στο ακροατήριο, με δήλωση που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, ή με τις έγγραφες προτάσεις), ούτε ότι επαναφέρθηκε νόμιμα στο Εφετείο με τις προτάσεις, δηλαδή με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της συζήτησης στον πρώτο βαθμό που τον περιέχουν, ούτε ότι συνέτρεχε κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, άσχετα από το αν η αοριστία του αγωγικού δικογράφου λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός δεν αφορά τη δημόσια τάξη, ενώ δεν αρκεί το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα παντελώς αόριστα ισχυρίζεται ότι είχε προτείνει τον περί αοριστίας ισχυρισμό στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και τον επανέφερε με τις προτάσεις της στο Εφετείο.
Ο ίδιος λόγος, είναι επίσης απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, αφού δεν παρατίθεται στο δικόγραφο της αναίρεσης το περιεχόμενο της αγωγής, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα, δηλαδή εάν η αγωγή περιέχει επαρκή έκθεση των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη της αγωγικής αξίωσης ή όχι, και στην τελευταία περίπτωση, εάν το Εφετείο θεωρώντας εσφαλμένα ότι τα στοιχεία αυτά εκτίθενται με επάρκεια, την έκρινε, έστω σιωπηρά, ορισμένη και δεν την απέρριψε.
Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η (άτακτη) καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.
Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια, μίσος ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου (ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1889/2017).
Περαιτέρω, με το άρθρο 5 παρ.1 του Ν. 2112/1920 ορίζεται ότι "Δύναται ο εργοδότης να καταγγείλει την σύμβασιν άνευ τηρήσεως προθεσμίας τινός, εάν εναντίον του υπαλλήλου υπεβλήθη μήνυσις δι' αξιόποινον πράξιν, διαπραχθείσαν εν τη εξασκήσει της υπηρεσίας του ή απηγγέλθη κατ' αυτού κατηγορία δι` αδίκημα εν γένει φέρον χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος", με την παρ.2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Υπάλληλος απαλλαγείς διά βουλεύματος ή δικαστικής αποφάσεως των ως άνω κατηγοριών, δικαιούται να ζητήσει την κατά το άρθρον 3 αποζημίωσιν", με το άρθρο 6 παρ.2 του Β.Δ/τος 16/18.7.1920 ορίζεται ότι "Δύναται ωσαύτως να καταγγελθεί άνευ προθεσμίας η σύμβασις, εάν εναντίον εργάτου ή υπηρέτου υπεβλήθη μήνυσις δι' αξιόποινον πράξιν εν τη εκτελέσει της εργασίας ή απηγγέλθη κατ' αυτού κατηγορία δι` αδίκημα εν γένει φέρον χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος.
Εάν ο εργάτης ή υπηρέτης απηλλάγη έστω και δια βουλεύματος δικαιούται να ζητήσει την κατ' άρθρο 3 αποζημίωσιν" και τέλος με το άρθρο 7 του Ν. 3198/1955 ορίζεται ότι "Αι διατάξεις του παρόντος δεν εφαρμόζονται επί μισθωτών απολυομένων συνεπεία υποβολής κατ' αυτών μηνύσεως, συμφώνως προς τα υπό της παρ.1 του άρθρου 5 του ν. 2112 ή της παρ.1 του άρθρου 6 του β.δ της 16/18 Ιουλίου 1920 οριζόμενα.
Εάν, όμως, επακολουθήσει απαλλαγή του μισθωτού δια βουλεύματος ή δικαστικής αποφάσεως, αι διατάξεις του παρόντος έχουσι εφαρμογήν και επ` αυτού από της εις τον εργοδότην κοινοποιήσεως υπό του ενδιαφερομένου του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αποφάσεως". Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει, ότι μπορεί ο εργοδότης να καταγγείλει χωρίς προμήνυση τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου αν κατά του μισθωτού υποβλήθηκε μήνυση για αξιόποινη πράξη, η οποία διαπράχθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ή απαγγέλθηκε κατ' αυτού κατηγορία για αδίκημα που φέρει χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος.
Απαραίτητη προϋπόθεση για το κύρος της ως άνω καταγγελίας είναι η υποβολή της μήνυσης ή η απαγγελία της κατηγορίας να έχει ήδη γίνει πριν από την καταγγελία. Η αξιόποινη πράξη για την οποία υποβλήθηκε μήνυση πρέπει να έχει σχέση με την εκτέλεση της υπηρεσίας, διότι αν είναι άσχετη και απαγγέλθηκε κατά του εργαζόμενου κατηγορία, πρέπει να έχει το χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος.
Εάν επακολουθήσει απαλλαγή με βούλευμα ή δικαστική απόφαση, το κύρος της καταγγελίας κατ' αρχήν δεν επηρεάζεται, αλλά ο εργαζόμενος αποκτά δικαίωμα να απαιτήσει την αποζημίωση για τη λύση της σύμβασης. Και μόνο εάν ο εργοδότης παραλείψει την καταβολή της αποζημίωσης μέσα σε εύλογο χρόνο από την προς αυτόν κοινοποίηση του απαλλακτικού βουλεύματος ή της δικαστικής απόφασης, επέρχεται εκ των υστέρων ακυρότητα της καταγγελίας και αυτός καθίσταται υπερήμερος ως εργοδότης (ΑΠ 842/2023, ΑΠ 1750/2022, ΑΠ 1301/2022).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 56/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017).
Έτσι, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα, ως και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 9/2016,ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 499/2023, ΑΠ 53/2022, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 109/2019).
Για να είναι δε ορισμένος (παραδεκτός) ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα, α) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ή η αναφορά, ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, τα οποία προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, γ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποιές είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013).
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις της ευθείας ή εκ πλαγίου παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει ν' αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 721/2022, ΑΠ 1170/2021, ΑΠ 319/2017).
Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία των αναιρετικών λόγων δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, η οποία είναι απόρροια της λειτουργίας της αίτησης αναίρεσης ως ένδικου μέσου ακυρωτικού χαρακτήρα, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όταν υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 253/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 1082/2018).
Τέλος λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ( ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1611/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο, υπό την επίκληση των αριθμών 1, 17 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης, ορθά όμως μόνο των αριθμών 1 και 19 του ως άνω άρθρου και τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, κατά το στοιχείο β' σκέλος του, υπό την επίκληση του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατ' εκτίμηση όμως του άρθρου 19 του ίδιου ως άνω άρθρου, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια:
Α) ότι ενώ ορθά δέχθηκε, πως η καθυστέρηση απόδοσης σε αυτήν των εισπράξεων των εισιτηρίων από την ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη άνω των πέντε(5) ημερών, αποτελεί πειθαρχική παράβαση, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον τότε ισχύοντα Κανονισμό Εργασίας του Προσωπικού(ΠΔ 246/2006) και ότι μέχρι την υποβολή της έγκλησης στις 27-2-2019 η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη δεν είχε αποδώσει τα παρακρατηθέντα από αυτή ποσά, καθώς τα απέδωσε μετά από πέντε(5) ολόκληρους μήνες στις 27-6-2019, από τότε που έλαβε χώρα η παρακράτηση αλλά και η υποβολή της έγκλησης και μάλιστα(τα απέδωσε) στα πλαίσια του άρθρου 381 παρ. 2 του ΠΚ, παρόλα αυτά δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθά τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη της διατάξεις των άρθρων 5 του Ν. 2112/1920, 6 παρ. 2 του Β.Δ/τος της 16/18 Ιουλίου 1920 και 381 του ΠΚ, καθόσον, αφού έκρινε ότι η κατηγορία για υπεξαίρεση σε βάρος της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης ήταν αβάσιμη, θα έπρεπε να θέσει σε αυτήν(αναιρεσείουσα) προθεσμία καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης και όχι να αναγνωρίσει ως άκυρη την καταγγελία της σύμβασης εργασίας αυτής(δεύτερος λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ).
Β) Διαλαμβάνει στο σκεπτικό της αντιφατικές και ελλιπείς κρίσεις(αιτιολογίες), που οδηγούν σε εντελώς διαφορετικό συμπέρασμα από το διατακτικό της. Ειδικότερα: α) ενώ δέχθηκε, ότι η εναγόμενη ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία γνώριζε πως τα αναφερόμενα στην έγκλησή της σε βάρος της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης ήταν αβάσιμα, προσχηματικά και ψευδή, στη συνέχεια και στη σελίδα 11 αυτής, η προσβαλλόμενη δέχεται περιστατικά ( κλήσεις της ίδιας προς την ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη να παράσχει εξηγήσεις για την πέραν των πέντε εργάσιμων ημερών καθυστέρηση απόδοσης των εισπράξεων), τα οποία στηρίζουν την πεποίθησή της, ότι η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη έχει τελέσει την αποδιδόμενη σε αυτήν αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης σε βάρος της, καταλήγοντας όμως ότι αυτό δεν ήταν αρκετό να στηρίξει την πεποίθησή της ότι η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη ιδιοποιείτο παράνομα τις εισπράξεις και περαιτέρω δέχθηκε, ότι η καταγγελία της σύμβασής της δεν οφειλόταν στην υποβολή σε βάρος της της ένδικης έγκλησης και ως εκ τούτου ότι είναι άκυρη, β) ενώ δέχθηκε ότι τελέσθηκε το αδίκημα της υπεξαίρεσης σε σύντομο χρονικό διάστημα και ότι το ποσό των 700 ευρώ που υπεξαιρέθηκε ήταν μικρό, στη συνέχεια, αντίθετα προς τα παραπάνω δέχθηκε, ότι δεν τελέσθηκε η συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη, ενώ με βάση τις παραπάνω παραδοχές θα έπρεπε είτε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τελέσθηκε το αδίκημα της υπεξαίρεσης, είτε θα έπρεπε να αναμείνει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, γ) ενώ δέχθηκε ότι η καθυστέρηση απόδοσης των εισπράξεων των εισιτηρίων ήταν άνω των πέντε (5) ημερών και ότι η ήδη αναιρεσείουσα κάλεσε τρεις φορές την ήδη αναιρεσίβλητη, προκειμένου να παράσχει σχετικές προς τούτο εξηγήσεις, στη συνέχεια σε αντίθεση προς τα παραπάνω, δέχθηκε ότι η καθυστέρηση δεν ήταν συστηματική, και τούτο προκειμένου να στηρίξει την παραδοχή της, ότι δεν υπήρχε επαρκής ένδειξη διάπραξης του αδικήματος της υπεξαίρεσης, ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δ) ενώ δέχθηκε ότι η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη επέστρεψε το υπεξαιρεθέν ποσό των 700 ευρώ και ότι τούτο θα τύχει αξιολόγησης από το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο στα πλαίσια του άρθρου 381 παρ. 2 του ΠΚ, στη συνέχεια, αντίθετα προς αυτό, δέχθηκε ότι ήταν αβάσιμη η κατηγορία της υπεξαίρεσης και ε) ενώ δέχθηκε ότι από το έτος 2007 διαταράχθηκαν οι σχέσεις των διαδίκων δεν διευκρινίζει αν από τη διατάραξη αυτή δημιουργήθηκε τέτοια οξύτητα, η οποία καθιστούσε δυσχερή ή αδύνατη την περαιτέρω συνεργασία, ούτε αναφέρει περιστατικά δηλωτικά εκδικητικής διάθεσης των μελών του Διοικητικού της Συμβουλίου προς την ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη, από τα οποία να προκύπτει ότι η ως άνω διατάραξη των σχέσεων κατέληξε να αποτελεί αιτία εχθρότητας και εμπάθειας προς το πρόσωπό της, με αποτέλεσμα την καταγγελία της σύμβασής της, καθόσον μόνο η διατάραξη των σχέσεων δεν αποτελεί χωρίς άλλο γεγονός και λόγο εχθρότητας και εμπάθειας(δεύτερος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης).
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι ενώ δέχθηκε πως η εναγόμενη ήδη αναιρεσείουσα τα δύο τουλάχιστον τελευταία χρόνια με την συμπεριφορά της επιδίωκε να οδηγήσει στην άμεση απόλυση χωρίς αποζημίωση την ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη δεν διαλαμβάνει περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η επιδίωξή της αυτή(τρίτος και τελευταίος, κατά το υπό στοιχείο β' σκέλος του, υπό την επίκληση του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ , κατ' εκτίμηση όμως του άρθρου 19 του ίδιου ως άνω άρθρου).
Προς θεμελίωση των πιο πάνω ισχυρισμών περί μη ορθής ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 5 του Ν. 2112/1920, 6 παρ. 2 του Β.Δ/τος της 16/18 Ιουλίου 1920 και 381 του ΠΚ, καθώς και περί αντιφατικών και ελλιπών αιτιολογιών, όσον αφορά την εφαρμογή των ίδιων αυτών διατάξεων, η ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, αφού παραθέτει, διατυπωμένες από την ίδια, κατ'επιλογή της, αποσπασματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στη συνέχεια παραθέτει τα, επίσης επιλεγέντα από την ίδια αποσπάσματα αυτής, τα οποία επί λέξει είναι τα ακόλουθα: (μέσα 11ης σελίδας): "[...] Στη συνέχεια, αποδείχθηκε ότι στις 3-2-2019, ήτοι σε χρόνο που οι σχέσεις των διαδίκων είχαν ήδη διαταραχθεί σοβαρά, λόγω της άνω περιγραφείσας παράνομης και καταχρηστικής συμπεριφοράς της εναγομένης έναντι της ενάγουσας και της επιμονής της τελευταίας να στρέφεται δικαστικά σε βάρος της εργοδότριάς της, προς διεκδίκηση των νόμιμων δικαιωμάτων της, η εναγομένη κάλεσε την ενάγουσα να της παράσχει εξηγήσεις, διότι είχε καθυστερήσει άνω των πέντε εργασίμων ημερών να αποδώσει στον εντεταλμένο υπάλληλό της τις εισπράξεις που αντιστοιχούσαν στο χρονικό διάστημα από 3-1-2019 μέχρι 30-1-2019, παράλειψη η οποία προβλέπεται ως πειθαρχικό παράπτωμα στο άρθρο 18 παρ. 7δ του ΠΔ 246/2006 και επισύρει την πειθαρχική ποινή αργίας 31 έως και 60 ημερών.
Ακολούθησε στις 7-2-2019 νέα κλήση προς την ενάγουσα να παράσχει εξηγήσεις για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα, με αναφερόμενο χρόνο τέλεσης αυτού από 10-1-2019 έως 7-2-2019. Η ενάγουσα, παρότι παρέλαβε τις άνω κλήσεις, οι οποίες αποτελούν κλήσεις αυτής σε απολογία, καθόλα νόμιμες, πληρούσες τις προϋποθέσεις του άρθρου 20 του ΠΔ 246/2006,αφού η έλλειψη της φράσης "καλείσθε να απολογηθείτε" αντί της φράσης "καλείσθε να δώσετε εξηγήσεις" δεν έχει καμία νομική σημασία, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς της ίδιας, οι οποίοι κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι, δεν κατέθεσε έγγραφη απολογία.
Μετά ταύτα, το Δ.Σ. της εναγομένης, λειτουργώντας ως πειθαρχικό όργανο, συνεδρίασε στις 26-2-2019 και με την υπ' αριθμ. 396/26-2-2019 απόφασή του επέβαλε στην ενάγουσα την πειθαρχική ποινή της αργίας 31 ημερών για κάθε μια πράξη καθυστερημένης παράδοσης εισπράξεων εισιτήριων, ήτοι συνολικά 62 ημέρες αργίας.[...]". (τέλος σελ. 12, αρχές σελ. 13): "[...]Σχεδόν ταυτόχρονα με την ανωτέρω υπ' αριθμ. 396/26-2-2019 απόφασή της και συγκεκριμένα στις 27-2-2019 η εναγομένη, δια των αρμοδίων οργάνων της, υπέβαλε σε βάρος της ενάγουσας, ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αγρινίου, την με ημερομηνία 26-2-2019 έγκλησή της, με την οποία καταμήνυε την ενάγουσα για το αδίκημα της υπεξαίρεσης των εισπράξεων εισιτηρίων του χρονικού διαστήματος από 7-2-2019 μέχρι 26-2-2019, ποσού 700 ευρώ[...].Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην άνω έγκλησή της: "Η εγκαλούμενη, μολονότι εισέπραξε, από πώληση εισιτήριων για λογαριασμό της εταιρίας μας για το χρονικό διάστημα από 7-2-2019 μέχρι και σήμερα 26-2-2019, το ποσό των επτακοσίων ευρώ περίπου, το οποίο όφειλε να αποδώσει στον εντεταλμένο υπάλληλο [...] εντός μιας ημέρας και ασφαλώς όχι άνω των πέντε (5), το αργότερον, ημερών[...]". (τέλος 13ης, αρχές 1 ης σελίδας) [...]" Βάσει της ως άνω έγκλησης ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος της ενάγουσας, η οποία και παραπέμφθηκε στο αρμόδιο ποινικό δικαστήριο (Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αγρινίου), για την πράξη της υπεξαίρεσης από εντολοδόχο (άρθρο 375παρ. 1 εδ.β' ΠΚ), [...]" "[...] η ενάγουσα, πριν από την πρώτη εξέτασή της ως κατηγορουμένης την 27-6-2019,είχε επιστρέψει στην εναγομένη το άνωφερόμενο ως υπεξαιρεθέν ποσό των 700 ευρώ [...] το οποίο θα τύχει αξιολόγησης από το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο, στα πλαίσια τυχόν εφαρμογής του άρθρου 381 παρ. 2 Π.Κ[...]. [...] Πλην όμως στην περίπτωση της ενάγουσας, δεδομένου ότι η τέλεση του άνω πειθαρχικού παραπτώματος και η επιβολή πειθαρχικής ποινής δεν ήταν ικανή να οδηγήσει στην άμεση απόλυσή της και δη αζημίως για την εναγομένη, όπως επιδίωκε η τελευταία επί τουλάχιστον δυο έτη, επιδεικνύοντας την προπεριγραφόμενη συμπεριφορά, χωρίς όμως επιτυχία, έσπευσε στις 27-2-2019, ήτοι πριν ακόμη κοινοποιηθούν στην ενάγουσα τα υπ' αριθμ. 21601/27-2-2019 και 21602/27-2-2019 έγγραφα, με τα οποία η τελευταία πληροφορήθηκε την επιβολή σε βάρος της των άνω πειθαρχικών ποινών, να καταθέσει την άνω ψευδή κατά περιεχόμενο έγκληση, [...]".
Με το περιεχόμενο αυτό οι επικαλούμενες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες δεν συνιστούν ορισμένο και κατά συνέπεια παραδεκτό λόγο αναίρεσης, διότι στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνονται με πληρότητα οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο για να κρίνει ότι η έγκληση της εναγόμενης ήδη αναιρεσείουσας σε βάρος της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης υποβλήθηκε παρά το αβάσιμο της κατηγορίας για υπεξαίρεση και ήταν προσχηματική, όπως γνώριζαν τα μέλη του Δ.Σ.
αυτής και περαιτέρω ότι είναι άκυρη η από 12-3-2019 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης, αφού έγινε από λόγους εμπάθειας και εχθρότητας προς το πρόσωπό της, παρά μόνο, όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν της εναγόμενης ήδη αναιρεσείουσας αποσπασματικές παραδοχές αυτής.
Ειδικότερα, δεν διαλαμβάνονται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τις επιβληθείσες στην ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη πειθαρχικές ποινές για την εκ μέρους της καθυστέρηση στην απόδοση των εισπράξεων των εισιτηρίων, την ενημέρωσή της για την επιβολή τους και τις ενέργειές της μετά απ' αυτήν, για τους λόγους της καθυστέρησης αυτής, για τη διάπραξη ή μη του ποινικού αδικήματος της υπεξαίρεσης, για την επίδραση της διάπραξης του πειθαρχικού παραπτώματος της μη έγκαιρης απόδοσης των εισπράξεων των εισιτηρίων στη διάπραξη του ως άνω ποινικού αδικήματος, για την οφειλόμενη σε λόγους εμπάθειας και εκδίκησης των μελών του Δ.Σ.
προς το πρόσωπο της ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας καταγγελία της σύμβασής της, εξ αιτίας προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής συμπεριφοράς της ενάγουσας διεκδίκησης των νόμιμων δικαιωμάτων της (φύλλα 7ο, οπίσθια σελίδα και 9ο, εμπρόσθια σελίδα της προσβαλλόμενης).
Περαιτέρω, δεν εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή δεν διαλαμβάνεται ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, του οποίου δεν επιτρέπεται η συμπλήρωση, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι δυνατόν να ελεγχθούν και στοιχειοθετηθούν οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι, οι οποίοι είναι αόριστοι και γι' αυτό πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Σε κάθε περίπτωση: ι) όσον αφορά τον υπό στοιχείο Α λόγο αναίρεσης, καθό μέρος με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι, αφού έκρινε ότι η κατηγορία για υπεξαίρεση σε βάρος της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης ήταν αβάσιμη, θα έπρεπε να θέσει σε αυτήν(αναιρεσείουσα) προθεσμία καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης και όχι να αναγνωρίσει ως άκυρη την καταγγελία της σύμβασης εργασίας αυτής, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, γιατί, σύμφωνα, με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, σε περίπτωση που, μετά την υποβολή της μήνυσης ή της έγκλησης σε βάρος του εργαζόμενου, επακολουθήσει απαλλαγή του τελευταίου με βούλευμα ή δικαστική απόφαση , θεμελιώνεται δικαίωμα του εργαζόμενου να απαιτήσει από τον εργοδότη του την αποζημίωση για τη λύση της σύμβασης εργασίας του και, όχι υποχρέωση του δικαστηρίου να τάξει προθεσμία καταβολής της εν λόγω αποζημίωσης ή να αναμείνει την έκδοση της απόφασης του ποινικού δικαστηρίου, ιι) όσον αφορά τους υπό στοιχείο Ββ και Βδ λόγους αναίρεσης στηρίζονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι τελέσθηκε τα αδίκημα της υπεξαίρεσης και συνακόλουθα δεν δέχθηκε ως υπαιξερεθέν το ποσό των 700 ευρώ, όπως αβάσιμα με τους παραπάνω λόγους ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία.
Υπό δε την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλήττει ουσιαστικά με τους δεύτερο και τρίτο και τελευταίο, κατά το υπό στοιχείο β' σκέλος του, λόγους αναίρεσης την επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κατά τα αμέσως ανωτέρω εκτιθέμενα και επομένως, σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το Δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 459/2023, ΑΠ 470/2022, ΑΠ 718/2021).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 59 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες, για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού(ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 271/2021).
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο υπό την προϋπόθεση όμως, ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος και αφορά το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 335 του ΚΠολΔ, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 42/2002).
Για την πληρότητα του προβλεπόμενου από το ως άνω άρθρο λόγου αναίρεσης, που στηρίζεται στην παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του αποδεικτικό μέσο, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους, τα αποδεικτικά μέσα, που το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, ενώ αυτά προσκομίστηκαν νόμιμα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους, να αναφέρεται επίσης, ότι έγινε παραδεκτή επίκληση και προσκομιδή τους και να αναφέρεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου αυτό προσκομίσθηκε, προκειμένου να κριθεί εάν αυτός ήταν ουσιώδης για την έκβαση της δίκης και το αποδεικτικό μέσο χρήσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού (ΑΠ 242/2023, ΑΠ 376/2022, ΑΠ 1252/2022, ΑΠ15/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, κατά το στοιχείο α' αυτού, υπό την επίκληση του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αληθώς όμως του αριθμού 11γ του ίδιου ως άνω άρθρου, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη ως αποδεικτικά μέσα τα παρακάτω έγγραφα που προσκόμισε τόσο στο πρωτόδικο όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, από τα οποία προκύπτει, ότι το ποσό που τελικά υπεξαίρεσε η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη, κατά το αναφερόμενο στην έγκλησή της (αναιρεσείουσας)χρονικό διάστημα από 7-2-2019 μέχρι 26-2-2019, ανήλθε στο ποσό των 1860 ευρώ, που όχι μόνο μικρό δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί και να στηρίξει, λόγω μεγέθους, εμπάθεια των μελών της διοίκησης στο πρόσωπό της και όχι σε εκείνο των 700 ευρώ, που κατά προσέγγιση αναφέρεται στην έγκληση, αφού αυτή δεν κατείχε τα αντίγραφα των εισιτηρίων που είχε εκδόσει και δεν της παρέδιδε η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη και συγκεκριμένα:
τις καταστάσεις εισιτηρίων της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης και τις αναφορές του εντεταλμένου για την παραλαβή αυτών (εισιτηρίων) υπαλλήλου της. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον δεν αναφέρεται σε αυτόν ότι έγινε παραδεκτή επίκληση των ως άνω εγγράφων, πέραν της προσκομιδής τους στο Εφετείο, ενώ τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα δεν προσδιορίζονται επαρκώς και ειδικότερα δεν προκύπτει η ταυτότητα των επί μέρους εγγράφων, ούτε εξειδικεύεται το περιεχόμενό τους, προκειμένου να κριθεί, αν αφορούσαν πραγματικά περιστατικά με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, ως ηττώμενη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε προσηκόντως κατά την παρούσα συζήτηση και κατέθεσε προτάσεις(άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου με αριθμό ..., ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, στην αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία.
Απορρίπτει την από 14 Φεβρουαρίου 2023 με αριθμό καταθ. 9/15-2-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 157/11-11-2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, όπως διορθώθηκε με την υπ'αριθμ. 173/19-2-2022 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Οκτωβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ