Supreme Court allows appeal against company board resolution due to lack of passive legitimation and contradictory reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against a first-instance judgment that had dismissed an appeal regarding a company board resolution. The court found the lower court erred by accepting the appellant's passive legitimation as board president without statutory proof of the prior resolution's invalidity and by contradicting itself regarding the validity of that appointment. Consequently, the appeal was granted, the case was remitted for retrial, and the opposing parties were ordered to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118A(4) of Law 2725/1999 and 20 of Law 3479/2006: An appeal against a company board resolution is inadmissible if the appellant lacks passive legitimation as board president, which requires prior judicial confirmation of the resolution's invalidity and its publication in the General Registry of Enterprises; furthermore, a judgment is flawed if it accepts the appellant's appointment while simultaneously relying on the invalidity of the appointing resolution without specifying the grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1838 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β
Αριθμός 1838/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Χ., κατοίκου Καβάλας, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σταύρου Βαρδαλά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) …..και 12) Ι. Χ. του Α., κατοίκου Πετρούπολης Αττικής, οι οποίοι παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Εμμανουήλ Αλιφραγκή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-4-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν η 429/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που διορθώθηκε με την 467/2018 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 198/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-10-2019 αίτησή του και τους από 24-8-2020 πρόσθετους λόγους της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη από 16-10-2019 με αρ. εκθ. καταθέσεως 122/17-10-2019 αίτηση αναιρέσεως και τους από 24-08-2020 με αρ. εκθ. καταθέσεως 62/2020 προσθέτους λόγους αυτής, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών 198/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, που δέχτηκε τυπικά και απέρριψε στην ουσία την από 10-10-2018 έφεση του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος), κατά της 429/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Καβάλας, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει την από 28-04-2017 κατ' αυτού αγωγή των εναγομένων ήδη αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564παρ.1, 566 παρ. 1) και είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1). Παραδεκτοί εξάλλου, είναι και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε νόμιμα στους αναιρεσίβλητους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, η ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής να συνεκδικαστούν (ΚΠολΔ 246, 573 παρ.1, 569) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (ΚΠολΔ 577παρ. 3).
2. Με το άρθρο 118Α αρ.4 του Νόμου 2725/1999, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 20 του Νόμου 3479/2006 και ισχύει από τη δημοσίευση του Νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ. Α, 152/19-6-2006), ορίζεται ότι "Οι Πρόεδροι των Δ.Σ., διευθυντές, διαχειριστές, διευθύνοντες σύμβουλοι και εκκαθαριστές των αθλητικών ανωνύμων εταιρειών(ΑΑΕ) ή των τμημάτων αμειβομένων αθλητών των αθλητικών σωματείων(ΤΑΑ) ή των σωματείων που συμμετέχουν στα επαγγελματικά πρωταθλήματα, ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρο, με το αντίστοιχο νομικό πρόσωπο, για τα χρέη που αυτό δημιουργεί κατά το χρονικό διάστημα της θητείας τους ".
Από τη διάταξη αυτή, συνάγεται ότι ο νομοθέτης, κατά παρέκκλιση της διατάξεως του άρθρου 32 του Εμπορικού Νόμου, καθιέρωσε στις αθλητικές ανώνυμες εταιρείες (και στα άλλα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στη διάταξη), που συμμετέχουν στα επαγγελματικά πρωταθλήματα, συνευθύνη για τα χρέη των τελευταίων προς τους τρίτους, των φυσικών προσώπων, τα οποία διευθύνουν ή διαχειρίζονται τις υποθέσεις αυτών και συγκεκριμένα, όπως προεκτέθηκε, των προέδρων των διοικητικών συμβουλίων, των διευθυντών, των διαχειριστών, των διευθυνόντων συμβούλων και των εκκαθαριστών, εφόσον τα τελευταία ασκούν τη διαχείριση των υποθέσεων των εν λόγω νομικών προσώπων.(ΑΠ1378/2015).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 65, 67, 68 και 70 ΑΚ, 18 παρ. 1,2 και 22 παρ. 1, 3 του Ν.2190/1920 συνάγεται ότι την ανώνυμη εταιρεία εκπροσωπεί δικαστικά και εξώδικα το διοικητικό της συμβούλιο, που ενεργεί συλλογικά και είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη, που αφορά στη διοίκηση της εταιρείας, στη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά στην εκπλήρωση του σκοπού της (ΑΠ 69/2021).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 του Ν.2190/1920, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έγκυρη συζήτηση και λήψη αποφάσεων από το Δ.Σ. της ΑΕ είναι η ύπαρξη νόμιμης σύνθεσης και η συγκέντρωση της απαιτουμένης από το νόμο ή το καταστατικό απαρτίας και πλειοψηφίας. Αν και ο νόμος σιωπά η λήψη απόφασης χωρίς να υπάρχει νόμιμη σύνθεση του Δ.Σ.
ή χωρίς να τηρηθούν οι διατάξεις περί απαρτίας και πλειοψηφίας ή όταν η απόφαση του Δ.Σ. εκφεύγει της αρμοδιότητάς του ή είναι καταχρηστική ή αντίκειται στο νόμο, στο καταστατικό ή στις αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης έχει ως συνέπεια την απόλυτη ακυρότητα της απόφασης (ΑΚ 174) και λογίζεται ως μη γενομένη (ΑΚ 180).
Ειδικότερα η απόφαση αυτή δεν παράγει το σκοπούμενο αποτέλεσμα, συνακόλουθα δε δεν δεσμεύει την εταιρεία και εφ` όσον λογίζεται "μη υπάρχουσα" δεν είναι ανάγκη να προσβληθεί. Η ακυρότητα υπάρχει αυτοδικαίως και καθένας που έχει έννομο συμφέρον και αυτή ακόμη η εταιρεία, οι μέτοχοι, τα μέλη του Δ.Σ. ή τρίτοι μπορούν να επικαλεσθούν την ανυπαρξία της απόφασης και με αγνωριστική αγωγή (ΚΠολΔ 70), αλλά η επ` αυτής απόφαση δεν κηρύσσει, αναγνωρίζει απλώς την υπάρχουσα ακυρότητα. (Ολ.
ΑΠ 18/2005, ΑΠ 1408/2010). Περαιτέρω, ο ν. 2190/1920, στο άρθρο 7α, όπως τροποποιήθηκε τελικώς με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2941/2001 (Α' 201), ορίζει , μεταξύ άλλων, τα εξής: "1. Πράξεις και στοιχεία ημεδαπών Ανωνύμων Εταιρειών. Σε δημοσιότητα υποβάλλονται οι εξής πράξεις και στοιχεία: ... γ. Ο διορισμός και η για οποιοδήποτε λόγο παύση με τα στοιχεία ταυτότητας των προσώπων που:
ασκούν τη διαχείριση της εταιρείας, έχουν την εξουσία να την εκπροσωπούν από κοινού ή μεμονωμένα, είναι αρμόδια να ασκούν τον τακτικό της έλεγχο..... Η δικαστική απόφαση παντός βαθμού που κηρύσσει άκυρη την εταιρία ή σε κατάσταση πτώχευσης, καθώς και οι δικαστικές αποφάσεις παντός βαθμού που αναγνωρίζουν ως άκυρες ή ακυρώνουν αποφάσεις γενικών συνελεύσεων.
Σε δημοσιότητα υποβάλλονται και οι δικαστικές αποφάσεις που ανατρέπουν τις παραπάνω αποφάσεις.". Με το δε άρθρο 7β, όπως τροποποιήθηκε τελικώς με τις παρ. 12-13 του αυτού ως άνω άρθρου 1 του ν. 2941/2001, ορίσθηκε ότι "1. Η δημοσιότητα [αυτή] πραγματοποιείται: α. Με την καταχώριση, ύστερα από έλεγχο, των πράξεων και στοιχείων στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών, που τηρείται στην υπηρεσία του Υπουργείου Εμπορίου της νομαρχίας όπου έχει την έδρα της η εταιρεία [...] β.
Με τη δημοσίευση, με επιμέλεια της αρμόδιας υπηρεσίας και με δαπάνες της ενδιαφερόμενης εταιρείας, στο τεύχος Ανώνυμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης της Εφημερίδας της Κυβέρνησης, ανακοίνωσης για την καταχώριση στο οικείο Μητρώο Ανώνυμων Εταιρειών των Πράξεων και των στοιχείων που υποβάλλονται σε δημοσιότητα [...]. 13.
Η εταιρεία δεν μπορεί να αντιτάξει στους τρίτους τις πράξεις και τα στοιχεία για τα οποία δεν τηρήθηκε η δημοσίευση που προβλέπει η περίπτωση β της ανωτέρω παραγράφου 1 εκτός αν αποδείξει ότι οι τρίτοι τα γνώριζαν. Πράξεις ή στοιχεία που έχουν δημοσιευτεί δεν αντιτάσσονται στους τρίτους πριν περάσουν δεκαπέντε ημέρες από τη δημοσίευση, εφόσον οι τρίτοι αποδεικνύουν ότι δεν ήταν δυνατόν να τα γνωρίζουν. 14.
Το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας είναι υπεύθυνο για την υποβολή στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εμπορίου των πράξεων και στοιχείων για τα οποία απαιτείται δημοσιότητα. 15. Οι τρίτοι μπορούν να επικαλούνται πράξεις ή στοιχεία για τα οποία δεν ολοκληρώθηκαν οι διατυπώσεις δημοσιότητας σύμφωνα με την ανωτέρω παράγραφο 1, εκτός εάν η έλλειψη δημοσιότητας τα καθιστά ανίσχυρα.".
Με τον ν. 3419/2005 (Α' 297) καθιερώθηκε Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.), στο οποίο εγγράφονται όλες οι οντότητες που ασκούν εμπορία στην ημεδαπή (υποχρεωτικά εκείνες που απαριθμούνται στο άρθρο 1 παρ. 1 του νόμου, μεταξύ αυτών και οι κεφαλαιουχικές εταιρείες,) το οποίο τέθηκε σε λειτουργία από 4.4.2011 δυνάμει της Κ.Υ.Α.
Κ1-802/23.3.2011 (Α' 470). Ακολούθως, με το άρθρο 78 παρ. 3 του ν. του ν. 4314/2014 (Α' 265) προσετέθησαν παράγραφοι 2α, 2β, και 2γ στο άρθρο 6 του ν. 3419/2005, με τις οποίες, με παραπομπή στο άρθρο 16 του τελευταίου τούτου νόμου, όπως διαδοχικά τροποποιήθηκε με την παρ. 13 άρθρου 13 ν. 3853/2010 (Α' 90) και την παρ. 2 άρθρου 15 ν. 4038/2012, (Α' 14), και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 3 ν. 4155/2013 (Α' 120), ορίσθηκε ότι η εμπορική δημοσιότητα πραγματοποιείται με καταχώριση στο ΓΕΜΗ και δημοσίευση στον διαδικτυακό του τόπο, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 9 του αυτού ν. 3419/2005, όπως τροποποιήθηκε με ν. 3853/2010, αποτελεί το ελληνικό ηλεκτρονικό "Εθνικό Δελτίο Εμπορικής Δημοσιότητας" κατά την έννοια της παραγράφου 5 του άρθρου 3 της Οδηγίας 2009/101/ΕΚ.
Οι διατυπώσεις δημοσιότητας των άρθρων 7α και 7β του ν. 2190/1920 καταργήθηκαν ρητά με το άρθρο 2 παρ. 3 Ν. 4250/2014, (ΦΕΚ Α 74/26.3.2014). Περαιτέρω, το άρθρο 7ε του ίδιου νόμου, που προστέθηκε με το άρθρο 7 του π.δ. 409/1986, ορίζει ότι "Εφόσον τηρήθηκαν οι σχετικές διατυπώσεις δημοσιότητας για το διορισμό των προσώπων που εκπροσωπούν την εταιρεία δεν αντιτάσσεται στους τρίτους οποιοδήποτε ελάττωμα σχετικά με το διορισμό των προσώπων αυτών, εκτός αν η εταιρεία αποδείξει ότι οι τρίτοι γνώριζαν το ελάττωμα".
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι η δημοσιότητα στην οποία υποβάλλεται η πράξη διορισμού μελών Δ.Σ. ανώνυμης εταιρείας δεν έχει συστατικό, αλλά βεβαιωτικό ή δηλωτικό χαρακτήρα (ΑΠ 1156/2018, ΣΤΕ 1366/2021, 3217/2014, 1040/2016, 1770/2005). Ως εκ τούτου, η πράξη διορισμού ή η για οποιοδήποτε λόγο παύση ενός προσώπου σε αναφορά προς την ως άνω εξουσία, υποβάλλεται μεν σε δημοσιότητα, πλην όμως η μη δημοσίευση δεν επιδρά στο κύρος αυτής, αλλά έχει ως αποτέλεσμα ότι η ανώνυμη εταιρεία δεν μπορεί, κατ' αρχήν, να αντιτάξει σε τρίτους, με τους οποίους έχει συναλλαχτεί, την επελθούσα μεταβολή, εκτός εάν αποδείξει ότι οι τρίτοι τη γνώριζαν (ΑΠ 307/2003, ΑΠ 724/2002).
Σκοπός των ανωτέρω ρυθμίσεων είναι η ασφάλεια των συναλλαγών και η προστασία των τρίτων που συναλλάσσονται με την ανώνυμη εταιρεία και προσδίδουν πίστη στα δημοσιευμένα στοιχεία της. Έτσι, σε περίπτωση που επέλθει μεταβολή στη διοίκηση και εκπροσώπηση της εταιρείας χωρίς να δημοσιευθεί, η εταιρεία δεν μπορεί να επικαλεσθεί έναντι του τρίτου, που συναλλάχτηκε με νόμιμο εκπρόσωπο που αναφέρεται στα δημοσιευμένα στοιχεία της, την επελθούσα μεταβολή στην εκπροσώπησή της, εκτός αν ο τρίτος γνώριζε τη μεταβολή.
Αντίθετα, ο τρίτος μπορεί να επικαλεσθεί έναντι της εταιρείας την έλλειψη της δημοσιότητας και το κύρος της συναλλαγής του με τον προηγούμενο εκπρόσωπο της εταιρίας. Τρίτος θεωρείται κάθε συναλλασσόμενος με την εταιρεία, ο οποίος ως εκ της θέσεως στην οποία βρίσκεται και των λοιπών κατ' ιδίαν περιστάσεων έχει ανάγκη προστασίας, διότι αδυνατεί να παρακολουθήσει τις επερχόμενες μεταβολές στη διοίκηση και εκπροσώπηση αυτής και, ως εκ τούτου, είναι υποχρεωμένος να εμπιστευθεί τις ήδη νομίμως δημοσιευμένες πληροφορίες ως προς το ζήτημα αυτό.
Δεν θεωρείται, όμως, "τρίτος" ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας ή ο γενικός διευθυντής αυτής, ο οποίος με την εν λόγω ιδιότητα είτε μετέχει στις διαδικασίες εκλογής ή επιλογής των οργάνων της εταιρείας είτε είναι ενήμερος για τις σχετικές μεταβολές και οιονεί "ταυτίζεται" με την εταιρεία (ΣτΕ 267/ 2018, ΑΠ 737/2015, ΑΠ 1657/2010).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ με την οποία ορίζεται ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 216 παρ.1 στοιχ. α του ιδίου Κώδικα, κατά την οποία το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων, σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, προκύπτει ότι η νομιμοποίηση των διαδίκων, τόσο η ενεργητική, όσο και η παθητική αναφορικά με την επίδικη έννομη σχέση καθορίζεται κατά κανόνα από το ουσιαστικό δίκαιο, τόσο ως προς το αντικείμενο αυτής, όσο και ως προς τους φορείς της (δικαιούχο και υπόχρεο).
Κατά συνέπεια η από το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένη κρίση ότι ο ενάγων νομιμοποιείται ενεργητικά και ο εναγόμενος νομιμοποιείται παθητικά στην άσκηση της αγωγής ελέγχεται από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 (ή τον αριθμό 1 του άρθρου 560) του ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, διότι προϋποθέτει παραβίαση από το ίδιο δικαστήριο κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 18/2005, Ολ.
ΑΠ 25/2008, ΑΠ 260/2020, 59/2019, ΑΠ 154/2019). 3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ..1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού .(ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). 4.
Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλομένη απόφασή του παραδεκτώς επισκοπούμενη (ΚΠολΔ561 αρ.2), δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα σε σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: Ότι η εργοδότρια εταιρεία με την επωνυμία "...", εφεξής ΠΑΕ διοικούνταν από εξαμελές ΔΣ, το οποίο εξελέγη από τη ΓΣ κατά τη συνεδρίαση της 31.08.2011 και το οποίο συγκροτήθηκε σε σώμα και ανέθεσε καθήκοντα προέδρου στον Χ.
Ρ., αντιπροέδρου στον Γ. Τ., διευθύνοντα συμβούλου στο Δ. Ζ. και συμβούλων στους Β. Λ., Χ. Κ. και Κ. Τ. (Βλ. το από 31.08.2011 πρακτικό του ΔΣ της ανωτέρω Π.Α.Ε., ανακοίνωση καταχώρισης του οποίου στο Μ.Α.Ε. του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας δημοσιεύτηκε στις 13.01.2012 στο ΦΕΚ/τ.Α.Ε. - Ε.Π.Ε. και Γ.Ε.ΜΗ./...).
Ότι με το ως άνω πρακτικό του ΔΣ της Π.Α.Ε. ορίστηκε ότι η θητεία του ΔΣ θα έληγε την 31.08.2016 και ότι την εταιρεία θα εκπροσωπούσε και θα δέσμευε ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος αυτής, Δ. Ζ., με μόνη την υπογραφή του. Ότι στη συνέχεια λόγω παραίτησης δύο μελών του παραπάνω ΔΣ της Π.Α.Ε. συνεδρίασε εκ νέου το παραπάνω συλλογικό όργανο διοίκησης της εταιρείας, το οποίο με το από 08.03.2012 πρακτικό συνεδρίασης, που καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ.
με κωδικό αριθμό καταχώρησης ... και σχετική ανακοίνωση της ως άνω καταχώρησης δημοσιεύτηκε στις 31.03.2014 στο ΦΕΚ/τ. Α.Ε.- Ε.Π.Ε. και Γ.Ε.ΜΗ./..., εξέλεξε ως νέα μέλη του τους Π. Χ. και Π. Κ. σε αντικατάσταση και για το υπόλοιπο της θητείας των παραιτηθέντων μελών Β. Λ. και Κ. Τ. αντίστοιχα. Ότι κατόπιν, το ΔΣ ανασυγκροτήθηκε σε σώμα και ορίστηκε ως πρόεδρος αυτού ο Γ.
Τ., ως αντιπρόεδρος ο Χ. Κ., ως διευθύνων σύμβουλος ο Π. Χ. και ως μέλη οι Δ. Ζ., Χ. Ρ. και Π. Κ., με θητεία έως την 31.06.2016. Ότι, επίσης, το ΔΣ ανέθεσε την άσκηση όλων των αρμοδιοτήτων, καθηκόντων, δικαιωμάτων και εξουσιών, κατά το άρθρο 13 του καταστατικού της εταιρείας, στον διευθύνοντα σύμβουλο Π. Χ., ο οποίος θα εκπροσωπούσε και θα δέσμευε την εταιρεία με μόνη την υπογραφή του.
Ότι στη συνέχεια και πιο συγκεκριμένα στις 09.01.2014 ο εκκαλών μαζί με τους Β. Λ., Κ. Τ. και Δ. Ζ. και την επόμενη ημέρα ο Χ. Κ. υπέβαλαν παραίτηση από τα ως άνω καθήκοντά τους. Ότι ο εκκαλών επικαλούμενος τις ως άνω παραιτήσεις , υπό την ιδιότητά του ως μετόχου της Π.Α.Ε., άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καβάλας τη με αριθμό 16/13.01.2014 αίτηση του, με την οποία ζητούσε το διορισμό, κατά το άρθρο 69 του ΚΠολΔ, προσωρινής διοίκησης για την Π.Α.Ε..
Ότι η αίτηση αυτή έγινε δεκτή με την με αριθμό 170/20.03.2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καβάλας και διορίστηκε προσωρινή διοίκηση της Π.Α.Ε. αποτελούμενη από τους Κ. Σ., Β. Τ., Σ. Μ., Β. Σ., Ι. Ξ., Π. Η. και Π. Π.. Ότι η παραπάνω απόφαση καταχωρήθηκε στις 31.07.2014 στο Γ.Ε.ΜΗ. με κωδικό αριθμό ... και κατά την ίδια ημερομηνία και με κωδικό αριθμό ...
καταχωρήθηκε επίσης στο Γ.Ε.ΜΗ. και το από 31.03.2014 πρακτικό του διορισθέντος με την παραπάνω απόφαση προσωρινού διοικητικού συμβουλίου της Π.Α.Ε., με τα οποίο (πρακτικό) το εν λόγω συμβούλιο συγκροτήθηκε σε σώμα, με θητεία έως 20.09.2014 και οι σχετικές απόφασης του Ειρηνοδικείου Καβάλας, όσο και του από 31.03.2014 πρακτικού της προσωρινής διοίκησης της Π.Α.Ε.
δημοσιεύτηκαν στο ΦΕΚ/τ. Α.Ε.- Ε.Π.Ε. και Γ.Ε.ΜΗ./ .... Ότι ο εκκαλών, με την με αριθμό κατάθεσης 67/15.07.2014 αγωγή που άσκησε κατά της ως άνω Π.Α.Ε. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας κατά την τακτική διαδικασία, με την ιδιότητά του ως μέλος αυτής, επικαλούμενος ότι η φερόμενη ως τεθείσα από αυτόν υπογραφή στο από 08.03.2012 πρακτικό του ΔΣ της ανώνυμης εταιρείας, σύμφωνα με το οποίο διορίστηκε πρόεδρος του ΔΣ αυτής, είναι πλαστογραφημένη και επιπλέον ότι η απόφαση του ΔΣ είναι άκυρη, καθώς δεν έλαβε χώρα νόμιμη σύγκληση του ως άνω οργάνου και δεν προηγήθηκε απόφαση της ΓΣ που να εκλέγει το συγκεκριμένο ΔΣ, ζητούσε την αναγνώριση της ακυρότητας της απόφασης τόσο της ΓΣ, όσο και του ΔΣ της Π.Α.Ε.
Ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας, με τη με αριθμό 30/26.05.2015 απόφαση του, δικάζοντας ερήμην της εναγομένης, αφού απέρριψε ως αόριστο το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της απόφασης της ΓΣ, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και αναγνώρισε την ακυρότητα της από 08.03.2012 απόφασης του ΔΣ της ως άνω Π.Α.Ε., διατάσσοντας τη δημοσίευση της απόφασης του στο Μ.Α.Ε.
που τηρείται στην υπηρεσία του Υπουργείου Εμπορίου ή με ανάρτηση στην ιστοσελίδα της εταιρείας, εφόσον η διεύθυνση αυτής έχει καταχωρισθεί στη Μερίδα της εταιρείας ή αν η εταιρεία δεν διατηρεί ιστοσελίδα η δεν έχει καταχωρήσει αυτή στη Μερίδα της σε μία ημερήσια οικονομική εφημερίδα πανελλαδικής κυκλοφορίας και στο τεύχος Α.Ε.
και Ε.Π.Ε. της Εφημερίδας της Κυβέρνησης. 'Ότι σε συμμόρφωση προς την παραπάνω απόφαση στις 04.09.2015 καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. με κωδικό αριθμό ... η παραπάνω απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας.Ότι έννομη συνέπεια της αναγνώρισης της ακυρότητας της από 08.03.2012 απόφασης του ΔΣ της Π.Α.Ε. είναι ότι η απόφαση αυτή θεωρείται (αυτοδικαίως) απόλυτα άκυρη και δεν επιφέρει έννομα αποτελέσματα, δηλαδή το διορισμό του εκκαλούντος ως προέδρου του ΔΣ της Π.Α.Ε.
που ενδιαφέρει εν προκειμένω. Ότι όμως η ακυρότητα, της απόφασης του ΔΣ της Π.Α.Ε., που συνιστά ελάττωμα του διορισμού του εκκαλούντος στη θέση του προέδρου του ΔΣ κατά το άρθρο 7ε του κ.ν. 2190/1920, πριν την κατά νόμο δημοσίευση της δικαστικής απόφασης που αναγνωρίζει την ακυρότητα, δεν αντιτάσσεται έναντι των τρίτων που συναλλάχθηκαν με την εταιρεία και με τα όργανα αυτής, που οιονεί ταυτίζονται με την εταιρεία, αγνοώντας το σχετικό ελάττωμα διορισμού.
Ότι ο εκκαλών δεν μπορεί να προβάλει έναντι των εφεσίβλητων, που ως τρίτοι συναλλάχθηκαν με αυτόν με την ιδιότητα του ως προέδρου του ΔΣ της εταιρείας, σύμφωνα με τα νόμιμα δημοσιευμένα στοιχεία της, την αναδρομική ακυρότητα της απόφασης του ΔΣ της εταιρείας, εκτός αν αποδείξει ότι οι τρίτοι τη γνώριζαν.
Ο εκκαλών, όμως, ο οποίος είχε και το σχετικό βάρος απόδειξης για την ανατροπή του κανόνα του άρθρου 7ε του κ.ν. 2190/1920, δεν επικαλέστηκε, ούτε απέδειξε θετική γνώση των εφεσίβλητων ως προς την έλλειψη στο πρόσωπο του της ιδιότητας του προέδρου του ΔΣ της Π.Α.Ε.. Ότι αντίθετα, οι εφεσίβλητοι ως τρίτοι νόμιμα επικαλούνται έναντι του εκκαλούντος την έλλειψη της δημοσιότητας και το κύρος της συναλλαγής τους με αυτόν ως πρόεδρο του ΔΣ της Π.Α.Ε.
Ότι, ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι στις συμβάσεις εργασίας που καταρτίστηκαν ανάμεσα στους εφεσίβλητους και την Π.Α.Ε., ο εκκαλών υπέγραφε με την ιδιότητα του Προέδρου ή του διευθύνοντος συμβούλου ή του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας, ενώ στα ιδιωτικά συμφωνητικά που καταρτίστηκαν ανάμεσα στα ίδια συμβαλλόμενα μέρη, ρητά αναγράφεται ότι η Π.Α.Ε.
εκπροσωπείται από τον εκκαλούντα ως πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο αυτής. Ότι επίσης, δημοσιεύματα ηλεκτρονικών μέσων μαζικής ενημέρωσης, που αφορούν στο επίμαχο χρονικό διάστημα, παρουσιάζουν τον εκκαλούντα ως πρόεδρο, μεγαλομέτοχο και μοναδικό χρηματοδότη της Π.Α.Ε., ιδιότητα που ο τελευταίος αποδέχεται και με αυτή προβαίνει σε δηλώσεις σχετικά με οικονομικά θέματα της Π.Α.Ε. (Βλ.
σχετικές αναρτήσεις της ιστοσελίδας "..." και "..."). Ότι η ασφάλεια των συναλλαγών και η προστασία των εφεσίβλητων που συναλλάχθηκαν με την ανώνυμη εταιρεία και προσέδωσαν πίστη στα δημοσιευμένα στοιχεία της επιβάλλει τη μη ανατροπή των δικαιωμάτων και προσδοκιών που απέκτησαν με βάση τις συμβάσεις εργασίας που υπέγραψε ο εκκαλών ως πρόεδρος του ΔΣ της Π.Α.Ε.
έστω και αν ο διορισμός του ήταν ελαττωματικός. Περαιτέρω δέχεται η προσβαλλομένη ότι σύμφωνα με το από 20.09.2012 πρακτικό του ΔΣ της Π.Α.Ε. χορηγήθηκε στον εκκαλούντα εξουσιοδότηση υπογραφής των εγγράφων της εταιρείας για λογαριασμό του προέδρου του ΔΣ της, Χ. Ρ., στις περιπτώσεις αδυναμίας του τελευταίου να ασκήσει τα καθήκοντα του για λόγους υγείας.
Ότι ωστόσο, από την επισκόπηση των με ημερομηνίες 25.09.2013, 26.08.2013, 26.09.2012, 26.09.2012, 10.01.2013, 25.09.2012, 10.01.2013, 25.09.2012, 25.09.2012, 25.09.2012, 25.09.2012, 25.09.2012, 29.08.2013 και 25.09.2012 συμβάσεων εργασίας και των με ίδιες ημερομηνίες ιδιωτικών συμφωνητικών περί πρόσθετων μισθολογικών παροχών, που συνήφθησαν μεταξύ των εργαζομένων εφεσίβλητων και της Π.Α.Ε.
αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών υπέγραφε ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Π.Α.Ε., χωρίς να γίνεται καμία αναφορά ως προς την παρασχεθείσα σε αυτόν από τον πρόεδρο του ΔΣ της Π.Α.Ε. εξουσιοδότηση υπογραφής. Ότι σε κάθε περίπτωση, όμως, σύμφωνα με το από 08.03.2012 πρακτικό συνεδρίασης του ΔΣ της Π.Α.Ε. ο εκκαλών διορίστηκε πρόεδρος του ΔΣ της εταιρείας, έτσι ώστε, κατά το χρονικό σημείο κατάρτισης των παραπάνω συμβάσεων και συμφωνητικών, να υπογράφει αυτά με τα νόμιμα ανατεθέντα σε αυτόν καθήκοντα του προέδρου του ΔΣ της Π.Α.Ε.
Το γεγονός ότι οι νόμιμες διατυπώσεις δημοσιότητας ως προς την παραπάνω απόφαση του ΔΣ της Π.Α.Ε. ολοκληρώθηκαν σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο (Βλ. την από 31.03.2014 ανακοίνωση στο ΦΕΚ/τ. Α.Ε. - Ε.Π.Ε. και Γ.Ε.ΜΗ./... περί καταχώρησης στο Μ.Α.Ε. του παραπάνω πρακτικού συνεδρίασης) δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθώς οι εφεσίβλητοι ως τρίτοι που συναλλάχθηκαν με την Π.Α.Ε.
νόμιμα επικαλούνται ότι έλαβαν γνώση της παραπάνω απόφασης και της ανάθεσης καθηκόντων πρόεδρου στον εκκαλούντα σε χρονικό σημείο πριν από τη δημοσίευση των σχετικών στοιχείων. Με βάση τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά περιστατικά το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας απέρριψε τους σχετικούς λόγους έφεσης του εδώ αναιρεσείοντος - εναγομένου με τους οποίους αυτός επανέφερε τους ισχυρισμούς περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης του για το λόγο ότι ουδέποτε κατείχε νομίμως την ιδιότητα με την οποία ενάγεται δηλαδή του Προέδρου της ΠΑΕ και επικύρωσε την εκεί εκκαλουμένη απόφαση του Ειρηνοδικείου Καβάλας με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή των εδώ αναιρεσιβλήτων - εναγομένων και υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων εις ολόκληρον με τον εκεί συνεναγόμενο (μη διάδικο στην παρούσα δίκη)να καταβάλει τα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά για τα χρέη της ΠΑΕ που είχαν δημιουργηθεί κατά τη διάρκεια της θητείας του (ήτοι αμοιβές ,επιδόματα εορτών κλπ).
Με τα ανωτέρω γενόμενα ανελέγκτως δεκτά το δικαστήριο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες τις αναφερόμενες ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Τούτο διότι, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των ανωτέρω αναφερόμενων στον αρ.2 της παρούσας ουσιαστικών διατάξεων, (άρθρα 118Α παρ.4 του ν. 2725/1999 των διατάξεων του κ.ν. 2190/1920 και του ν.2190/1920, ΑΚ180, 174,καταφάσκει τον κρίσιμο αγωγικό ισχυρισμό συνδεόμενο με την παθητική νομιμοποίηση του εναγομένου που στηρίζει το αποδεικτικό του πόρισμα αφού εξαρτά την ακυρότητα της από 8-3-2012 απόφασης του ΔΣ της ΠΑΕ με την οποία διορίστηκε πρόεδρος αυτού από την αναγνώριση της ακυρότητας με την 30/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και τη κατά νόμο δημοσίευση της δικαστικής απόφασης στο ΓΕΜΗ, αξιώνοντας δηλαδή στοιχεία που δεν απαιτούνταν κατά νόμο ήτοι από την αναγνώριση της ακυρότητας με δικαστική απόφαση και τη δημοσίευση της δικαστικής απόφασης στο ΓΕΜΗ μη προβλεπόμενη σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο διατάξεις.
Περαιτέρω, σε σχέση με το ίδιο κρίσιμο ζήτημα της παθητικής νομιμοποίησης του εναγομένου με την ιδιότητα του προέδρου διαλαμβάνει ασαφείς αιτιολογίες διότι δέχεται ακυρότητα της από 8-3-2012 απόφασης του ΔΣ με την οποία διορίστηκε ο αναιρεσείων πρόεδρος αυτού χωρίς να προσδιορίζεται ο λόγος της ακυρότητας και στη συνέχεια αντιφατικώς προς την παραδοχή περί ακυρότητας της απόφασης του ΔΣ και του συνεπεία αυτής ελαττώματος του διορισμού του δέχεται επί λέξει ότι "σύμφωνα με το από 08.03.2012 πρακτικό συνεδρίασης του ΔΣ της Π.Α.Ε.
ο εκκαλών διορίστηκε πρόεδρος του ΔΣ της εταιρείας, έτσι ώστε, κατά το χρονικό σημείο κατάρτισης των παραπάνω συμβάσεων και συμφωνητικών, να υπογράφει αυτά με τα νόμιμα ανατεθέντα σε αυτόν καθήκοντα του προέδρου του ΔΣ της Π.Α.Ε". Επίσης και με τις παραδοχές ότι με το από 20-9-2012 πρακτικό της ΠΑΕ χορηγήθηκε στον αναιρεσείοντα εξουσιοδότηση υπογραφής των εγγράφων της εταιρείας για λογαριασμό του προέδρου του ΔΣ Χ.
Ρ. στις περιπτώσεις αδυναμίας άσκησης των καθηκόντων του τελευταίου, αναιρούν την παραδοχή περί διορισμού του αναιρεσείοντος με το από 8-3-2012 πρακτικό του ΔΣ, αποδυναμώνεται η κρίση της απόφασης και καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων που αναφέρονται ανωτέρω.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος, από τους αρ.560 αρ.1 και αρ.6 ΚΠολΔ αντιστοίχως, όπως παραδεκτά συμπληρώνονται με την παρούσα κατ' άρθρο 562 αρ.4 του Κ.ΠολΔ, είναι βάσιμοι. 5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3).
Η έρευνα των υπολοίπων λόγων αναιρέσεως αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 198/2019 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους να πληρώσουν στον αναιρεσείοντα δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ