1838/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/12/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1507/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5096/2006 του Εφετείου Αθηνών.
Legislator headnote
AI generated1838/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, αφού δεν εμφανίσθηκε αυτή στο παρόν δικαστήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο κατά την παρούσα δικάσιμο, πρέπει η συζήτηση να χωρίσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα (ΚΠολΔ 576 § 2).
Full text
Απόφαση 1838 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1838/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. χήρας Γ. Δ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Αργυρώς Φωτάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/12/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1507/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5096/2006 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ως άνω αναιρεσίβλητη με την από 26/9/2006 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1001/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 5096/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 4382/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/7/2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 18/5/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 576 ΚΠολΔ, εάν, κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση, σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο παριστάμενος ομόδικος του απολιπομένου διαδίκου ή ο αντίδικος αυτού, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση, αν δε στη δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β’ και γ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ’ άρθρο 575 εδ. β’ του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει, αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων, που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο, που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της υποθέσεως και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.
Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής της στο πινάκιο είναι, ότι ο απολιπόμενος, κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως, με τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο.
Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο, ο απολιπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως, όπως όταν κατ’ αυτή εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, για τον οποίο δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη σχετικής πληρεξουσιότητας, και επομένως, δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επισπεύσεως της συζητήσεως ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλητεύσεώς του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υποθέσεως από το πινάκιο και η αναγραφή αυτή για τη νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του, για τη νέα δικάσιμο (ΑΠ 1973/2008).
Όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. ... /14-12-2015 έκθεση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Γ., που προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα, επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη, νομότυπα και εμπρόθεσμα, αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης και των οικείων εκθέσεων κατάθεσής της, καθώς και της κλήσης για εμφάνισή του κατά την ορισθείσα αρχικά δικάσιμο της 23-5-2016, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο.
Επομένως, αφού δεν εμφανίσθηκε αυτή στο παρόν δικαστήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο κατά την παρούσα δικάσιμο, πρέπει η συζήτηση να χωρίσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα (ΚΠολΔ 576 § 2).
Με την κρινόμενη από 7-7-2012 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 4382/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 23-9-2005 έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της υπ’ αριθμ. 1507/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας έγινε δεκτή η από 23-12-2003 αγωγή της αναιρεσείουσας και μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 5096/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία αναιρέθηκε δυνάμει της υπ’ αριθμ. 1001/2008 απόφασης του Αρείου Πάγου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολομ. ΑΠ 7/2006). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολομ.
ΑΠ 15/2006). Περαιτέρω, κατάθεση χρημάτων σε Τράπεζα, με την οποία αποσκοπείται κυρίως η ασφαλής φύλαξη των χρημάτων του καταθέτη, προς την οποία δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση του συνήθους για τις τραπεζικές εργασίες τόκου, φέρει τον χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης και συνεπώς έχει επ’ αυτής εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 830 παρ.1 εδ.
β’ ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, επί ανωμάλου παρακαταθήκης, ισχύουν, σε περίπτωση αμφιβολίας, οι διατάξεις για την παρακαταθήκη και επομένως και η διάταξη του άρθρου 827 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο θεματοφύλακας αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμα δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίστηκε για τη φύλαξη του.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ. της 17/7-13/8/1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", η οποία, ως ειδική υπερισχύει των διατάξεων των άρθρων 888 και 889 ΑΚ, "η εκδότρια ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων εταιρεία, η πληρώσασα αυτήν εξοφλημένην δια της επ’ αυτής υπογραφής του δικαιούχου, απαλλάσσεται, και αν η υπογραφή ήτο πλαστή, πλην αν η εκδότρια κατά την πληρωμήν ετέλει εν δόλω ή εν μεγάλη αμέλεια".
Τέτοια "απόδειξη καταθέσεως χρημάτων" είναι και το βιβλιάριο καταθέσεως, το οποίο εκδίδει και παραδίδει στον καταθέτη η Τραπεζική Ανώνυμη Εταιρεία και στο οποίο απεικονίζονται, από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της τόσον η αρχική κατάθεση, όσον και οι μεταγενέστερες καταθέσεις ή αναλήψεις χρημάτων με βάση τα γραμμάτια καταθέσεως ή αναλήψεως χρημάτων, που ο τελευταίος υπογράφει και διατηρούνται στο αρχείο της τράπεζας και στη μνήμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή.
Το βιβλιάριο αυτό, έστω και αν δεν φέρει υπογραφή του αρμοδίου υπαλλήλου της οφειλέτριας Τράπεζας ή δεν απεικονίζει την πραγματικότητα, λόγω καταθέσεως χρημάτων στο λογαριασμό του καταθέτη, στον οποίο αντιστοιχεί, ή λόγω αναλήψεως χρημάτων από αυτόν, χωρίς τη χρήση του βιβλιαρίου, που ενημερώνεται δια του ηλεκτρονικού υπολογιστή μόλις προσκομιστεί, εξομοιώνεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 444 εδ. 3 του ΚΠολΔ με ιδιωτικό έγγραφο και αποτελεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 446 παρ. 2 ΚΠολΔ, πλήρη απόδειξη για όσα γεγονότα και πράγματα αναγράφει (με μηχανική απεικόνιση), επιτρέπεται δε μόνον ανταπόδειξη κατά του περιεχομένου των εγγράφων (ΑΠ 759/2014).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: "Στις 19-04-1985 η ενάγουσα, μαζί με τον ήδη αποβιώσαντα σύζυγο της Γ. Δ., κατέθεσε στην εναγομένη το ποσό των 1.500.000 δραχμών, στο υποκατάστημά της ..., σε προθεσμιακή κατάθεση, διάρκειας ενός έτους με επιτόκιο 18 %.
Εκδόθηκε δε κατά την κατάθεση του εν λόγω ποσού απόδειξη-ομολογία προθεσμιακής κατάθεσης στο όνομα και των δύο. Κατά τους όρους της συμφωνίας τους κατά τη λήξη αυτής, εφόσον δεν υπάρχουν άλλες οδηγίες η κατάθεση ανανεώνεται αυτόματα μαζί με τους τόκους για ίδιο χρονικό διάστημα και με επιτόκιο που ισχύει στο χρόνο της ανανεώσεως.
Συμφωνήθηκε επίσης ο τόκος να πληρώνεται κάθε έξι μήνες ή με τη λήξη της ομολογίας και να γίνεται ανατοκισμός ανά εξάμηνο. Η λήξη του χρόνου της προθεσμιακής κατάθεσης ήταν η 19-04-1986 που δεν ήταν εργάσιμη ημέρα. Επόμενη εργάσιμη ημέρα ήταν η 21-04-1986. Κατά την 21-04-1986 η εναγομένη εξόφλησε το ποσό της προθεσμιακής κατάθεσης καταθέτοντας το ποσό του κεφαλαίου 1.500.000 δραχμών στον αριθμό λογαριασμού … που τηρούσε η ενάγουσα με το σύζυγο της από το έτος 1973 (κοινός λογαριασμός) στο υποκατάστημα της με εντολή του συνδικαιούχου συζύγου αυτής.
Την ίδια ημέρα κατέθεσε και το ποσό των 280.800 δραχμών που αντιστοιχούσε στους τόκους του κεφαλαίου. Ειδικότερα πλέον της μαρτυρικής κατάθεσης της μάρτυρά της που εξετάστηκε στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου στις 02-02-2006 η εναγομένη προσκομίζει προς απόδειξη του ισχυρισμού της περί εξοφλήσεως α) αντίγραφο από το αναλυτικό καθολικού Ειδικών Λογαριασμών ...
Ταμιευτήριον και β) "Γενικό Καθολικό Ειδικών Προθεσμιακών Καταθέσεων Μηνός Απριλίου 1986". Από το πρώτο από τα παραπάνω έγγραφα αποδεικνύεται ότι στις 13-03-1986 ο προαναφερόμενος λογαριασμός της ενάγουσας είχε υπόλοιπο 841.060 δραχμών. Στις 21-04-1986 γίνεται κατάθεση μετρητών χρημάτων ποσού 280.800 δραχμών ακριβώς όσο το ποσό των τόκων της προθεσμιακής κατάθεσης κεφάλαιο 1.500.000 δραχμών τόκοι Α’ εξαμήνου 135.000 δρχ. (1.500.000 Χ 18%).
Τόκοι Β’ Εξαμήνου δρχ. 135.000 δρχ. Σύνολο τόκων 270.000 δρχ. Ανατοκισμός τόκων εξαμήνου με επιτόκιο εξάμηνης προθεσμίας 16%. ήτοι 135.000 Χ 8 % = 10.800 δρχ.) καθώς και κατάθεση μετρητών χρημάτων ποσού 1.500.000 δραχμών ακριβώς όσο το ποσό του κεφαλαίου. Στη συνέχεια επίσης την ίδια ημέρα, με μεταγενέστερη των καταθέσεων πράξη, έχει γίνει ανάληψη ποσού 500.000 δραχμών.
Από το δεύτερο από τα παραπάνω έγγραφα αποδεικνύεται ότι στις 21-04-1986 έχει εξοφληθεί ποσό προθεσμιακής κατάθεσης 1.500.000 δραχμών. Είναι σαφές ότι έγινε η κατάθεση των τόκων και του κεφαλαίου της προθεσμιακής κατάθεσης και στη συνέχεια έγινε η ανάληψη του ποσού των 500.000 δραχμών, διότι θα ήταν αδιανόητο να γίνεται κατάθεση από τους συνδικαιούχους του λογαριασμού την ίδια ημέρα σε δύο δόσεις και στη συνέχεια να επακολουθεί ανάληψη απ’ αυτούς και να παραμένει προθεσμιακή κατάθεση επί 17 έτη χωρίς η ενάγουσα να ενδιαφερθεί για την τύχη των χρημάτων της και να μην έχει για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα ενημερωθεί όταν στην εν λόγω τράπεζα διατηρεί λογαριασμό και έχει συνεχείς δοσοληψίες.
Κατόπιν αυτών, αφού γίνει δεκτή η σχετική νόμιμη ένσταση εξόφλησης που πρότεινε η εναγομένη, ως βάσιμη και στην ουσία της η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη". Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, ορθά εφάρμοσε το νόμο και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ’ αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.
Ειδικότερα, την κρίση αυτή του Εφετείου δικαιολογούσαν οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι α) η λήξη του χρόνου της προθεσμιακής κατάθεσης ήταν η 21-04-1986, ημέρα κατά την οποία η αναιρεσίβλητη εξόφλησε το ποσό της προθεσμιακής κατάθεσης καταθέτοντας το ποσό του κεφαλαίου 1.500.000 δραχμών στον αριθμό λογαριασμού … που τηρούσε η αναιρεσείουσα με το σύζυγο της από το έτος 1973 (κοινός λογαριασμός) στο υποκατάστημά της με εντολή του συνδικαιούχου συζύγου αυτής, β) στις 21-4-1986 η αναιρεσίβλητη κατέθεσε στον πιο πάνω λογαριασμό και το ποσό των 280.800 δραχμών, που αντιστοιχούσε στους τόκους της προθεσμιακής κατάθεσης, γ) την ίδια ημέρα, ήτοι στις 21-4-1986 και μετά την κατάθεση των προαναφερομένων χρηματικών ποσών έλαβε χώρα ανάληψη από τον ίδιο ως άνω λογαριασμό ποσού 500.000 δραχμών και δ) η συγκεκριμένη ανάληψη δεν θα μπορούσε να έχει γίνει πριν την κατάθεση στον κοινό λογαριασμό της αναιρεσείουσας και του συζύγου της των ποσών των 1.500.000 και 280.800 δραχμών, καθόσον θα ήταν αδιανόητο να γίνεται κατάθεση από τους συνδικαιούχους του λογαριασμού την ίδια ημέρα σε δύο δόσεις (1.500.000 και 280.800 δρχ.) και στη συνέχεια να επακολουθεί ανάληψη απ’ αυτούς του ποσού των 500.000 δραχμών.
Κατά συνέπεια, πρέπει οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 (ο πρώτος) και 19 (κατ’ εκτίμηση ο δεύτερος και ο τρίτος) ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και εντεύθεν απορριπτέοι. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4).
Έξοδα δεν επιδικάζονται λόγω μη υποβολής σχετικού αιτήματος (ΚΠολΔ 191 § 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-7-2012 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 4382/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ