Supreme Court allows appeal against appellate court's dismissal of intervention due to improper registry office registration error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the State's appeal against the Patras Court of Appeal's decision, which had dismissed a third-party intervention. The State argued the lower court erred by rejecting the intervention because it was not registered at the real estate registry, despite valid registration at the local cadastral office. The Court found this a legal error and remanded the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(14) and 575(b) of the Code of Civil Procedure; The appellate court erred in dismissing a third-party intervention as inadmissible due to lack of registration at the real estate registry when valid registration occurred at the competent cadastral office.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1838 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1838/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Ελένη Διονυσοπούλου και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Εμμανουέλλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Θ. Δ. του Γ., κατοίκου ... και 2. Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία Κτηματική Ομάδα Αργοστολίου, το οποίο εδρεύει στο Αργοστόλι Κεφαλληνίας και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-3-1997 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλονιάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 108/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 180/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-1-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 30-12-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.β',γ' Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ.β' Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Αντίθετα, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του.
Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο δεν εμφανίσθηκαν οι αναιρεσίβλητοι ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε αρχικώς η 8-1-2014, κατά την οποία όμως η συζήτηση αναβλήθηκε κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος αμφοτέρων των διαδίκων μερών και ειδικότερα από τον αναιρεσείοντα, που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, για το λόγο ότι δεν είχε κλητεύσει τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, με επισημείωση στο πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης (2-4-2014).
Από την 11823/122-7-2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας Π.Λιβιεράτου, την οποία προσκομίζει και επικαλείται το παριστάμενο αναιρεσείον, προκύπτει ότι το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (της 8-1-2014).
Έτσι η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως, ισχύει ως κλήτευση για το απολειπόμενο δεύτερο των αναιρεσιβλήτων. Περαιτέρω από την ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Χ. Φ., την οποία επίσης προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, προκύπτει ότι ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως (2-4-2014).
Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, έως εάν ήταν και αυτοί παρόντες.
Επειδή ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Περαιτέρω κατά το άρθρο 79 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αν τρίτος αντιποιείται ολόκληρο ή ένα μέρος από το αντικείμενο της δίκης που εκκρεμεί ανάμεσα σε άλλους, έχει δικαίωμα να παρέμβει κυρίως σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας διαδικασίας καθιστάμενος κατ' αυτόν τον τρόπο κύριος διάδικος και αντίδικος των αρχικών διαδίκων.
Η κυρία παρέμβαση που αφορά στην αναγνώριση της κυριότητας ακινήτου πρέπει να εγγράφεται στα βιβλία διεκδικήσεων, μέσα σε τριάντα ημέρες από την επομένη της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου διαφορετικά απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη κατ' άρθρο 220 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Εξάλλου στο άρθρο 1 παρ. 3 του Ν.2664/1998 ορίζεται ότι από την έναρξη ισχύος του Κτηματολογίου σε κάθε μια από τις κατά τον Ν.2308/1995 κτηματογραφούμενες περιοχές αντικαθίσταται το υφιστάμενο έως τότε στις περιοχές αυτές σύστημα μεταγραφών και υποθηκών.
Η ημερομηνία έναρξης ισχύος του ορίζεται για κάθε μια από τις κτηματογραφούμενες περιοχές με απόφαση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος αμέσως μετά την ολοκλήρωση των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία και την τήρηση των προβλεπομένων στη διάταξη αυτή διατυπώσεων. Η απόφαση αυτή του ΟΚΧΕ, στην οποία ορίζονται και τα όρια της υπαγόμενης στο Κτηματολόγιο περιοχής, δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Στο άρθρο 11 αρ. 1 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι σε κάθε ακίνητο και κάθε άλλο αυτοτελές ιδιοκτησιακό αντικείμενο αντιστοιχεί ένα κτηματολογικό φύλλο, στο οποίο καταχωρίζονται όλες οι κτηματολογικές εγγραφές που αφορούν το ιδιοκτησιακό αντικείμενο στο δε άρθρο 12 παρ. 1 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι στα κτηματολογικά φύλλα καταχωρίζονται α).....
β) ...... γ)...... δ)..... ε)...... στ)..... ζ).....η) ......ι).... ια)......ιβ) οι κατά το άρθρο 220 Κ.Πολ.Δ. αγωγές και ανακοπές..... και στην παρ. 5 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι η παράλειψη της εγγραφής στα κτηματολογικά φύλλα στις περιπτώσεις ι, ιβ..... της παρ. 1 επάγεται τις έννομες συνέπειες που προβλέπουν οι αντίστοιχες διατάξεις του ουσιαστικού ή του δικονομικού δικαίου.
Περαιτέρω στο άρθρο 23 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι από την έναρξη ισχύος του κτηματολογίου τα έμμισθα ή άμισθα Υποθηκοφυλακεία, στων οποίων την τοπική αρμοδιότητα εμπίπτουν οι κτηματογραφημένες περιοχές λειτουργούν ως κτηματολογικά γραφεία. Από την έναρξη ισχύος του κτηματολογίου οι εγγραφές που αφορούν ακίνητα των κτηματογραφημένων περιοχών γίνονται μόνο στα κτηματολογικά βιβλία και λοιπά τηρούμενα στοιχεία.
Τα βιβλία που τηρούσε έως την έναρξη ισχύος του κτηματολογίου το αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο επέχουν θέση αρχείου. Τέλος με την 267/4/15-12-2004 απόφαση του ΟΚΧΕ, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β'1901 από την 22-12-2004 άρχισε η λειτουργία του Κτηματολογικού Γραφείου του Δήμου Αργοστολίου του Νομού Κεφαλληνίας. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων παραδεκτώς κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 8/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη αγωγή του πρώτου των αναιρεσιβλήτων κατά της δεύτερης τούτων, αναγνωριστική κυριότητας οικοπέδου που βρίσκεται εντός της πόλης του Αργοστολίου της νήσου Κεφαλληνίας. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση ο ενάγων και ενώ η υπόθεση ήταν εκκρεμής ενώπιον του Εφετείου Πατρών, το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε το πρώτον στο ίδιο δικαστήριο κυρία παρέμβαση, την οποία έστρεφε κατά των αρχικών διαδίκων και ζήτησε με αυτήν να αναγνωρισθεί η κυριότητά του στο επίδικο ακίνητο έναντι των τελευταίων.
Επί της εφέσεως εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, που συνεκδίκασε την αγωγή με την κυρία παρέμβαση και με την οποία έγινε κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή, απορρίφθηκε δε η κυρία παρέμβαση, ως απαράδεκτη λόγω μη εγγραφής αυτής στα βιβλία διεκδικήσεων του αρμοδίου Υποθηκοφυλακείου.
Με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. επειδή το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε την κυρία παρέμβαση ως απαράδεκτη λόγω μη εγγραφής της στα βιβλία διεκδικήσεων του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου, ενώ στο Δήμο Αργοστολίου, στην κτηματική περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, λειτουργούσε κτηματολόγιο και είχε εγγράψει νομοτύπως και εμπροθέσμως το αναιρεσείον την κυρία παρέμβασή του στα οικεία κτηματολογικά φύλλα, είχε δε επικαλεσθεί και προσκομίσει προς τούτο και σχετικό πιστοποιητικό, με τις προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Από την επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος στο δικαστήριο της ουσίαςπροκύπτει ότι είχε πράγματι επικαλεσθεί και προσκομίσει πιστοποιητικό καταχώρισης εγγραπτέας πράξης του Κτηματολογικού Γραφείου Αργοστολίου, το οποίο σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε λειτουργούσε από 22-12-2004 και συνεπώς είχε έκτοτε παύσει η λειτουργία του Υποθηκοφυλακείου Αργοστολίου και λειτουργούσε τούτο ως Κτηματολογικό Γραφείο Αργοστολίου και με το οποίο, (πιστοποιητικό), παραδεκτώς επισκοπούμενο για την έρευνα της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου, πιστοποιείται ότι την 2-3-2006 δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την κατάθεση της κυρίας παρέμβασης, (3-2-2006) καταχωρήθηκε με αριθμό ...
στο κτηματολογικό φύλλο του επιδίκου ακινήτου η κυρία παρέμβαση.
Συνεπώς το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την κυρία παρέμβαση, αφού είχε γίνει νομότυπη και εμπρόθεσμη εγγραφή αυτής στο κτηματολογικό φύλλο του οικείου κτηματολογικού βιβλίου, που αφορά το επίδικο ακίνητο και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση. Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.) μειωμένη κατά το άρθρο 22 παρ. 1,3 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 8 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και της ΥΑ (Οικονομικών και Δικαιοσύνης) 134423/1992.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 180/2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πατρών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσόν των τρακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ