1838/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1838/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν παρεμποδίζεται το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο, η απόφαση που ρυθμίζει την επικοινωνία μπορεί να απειλήσει με χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση εκείνον που εμποδίζει την επικοινωνία και εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 947." Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι με τη πρώτη παρ.
Full text
Απόφαση 1838 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1838/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 7 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Χόρτη.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Κ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Χερουβείμ, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2.4.2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 174/2009 του Εφετείου Αιγαίου, την αναίρεση της οποίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26.8.2009 αίτησή του ως και των από 7.9.2010 προσθέτων αυτής λόγων . Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 27 Οκτωβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο λόγος αναίρεσης από το αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που προτείνεται με την παρούσα έκθεση και ν' απορριφθούν οι λόγοι της αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Εξετέρου με το άρθρο 950 του Κ.Πολ.Δ . ορίζονται τα εξής :
"1.Με την απόφαση που διατάζεται η απόδοση ή παράδοση τέκνου καταδικάζεται ο γονέας που έχει το τέκνο να εκτελέσει αυτή την πράξη και με την ίδια απόφαση, για την περίπτωση που δεν την εκτελέσει, απαγγέλλεται αυτεπαγγέλτως χρηματική ποινή έως πέντε χιλιάδες εννιακόσια ( 5.900) ευρώ υπέρ του αιτούντος την απόδοση ή παράδοση ή σε προσωπική κράτηση έως ένα έτος ή και στις δύο ποινές .Αν το τέκνο δεν βρεθεί εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 861 έως 866. 2.
Αν παρεμποδίζεται το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο, η απόφαση που ρυθμίζει την επικοινωνία μπορεί να απειλήσει με χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση εκείνον που εμποδίζει την επικοινωνία και εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 947." Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι με τη πρώτη παρ.
του ανωτέρω άρθρου όπως ήδη ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 27 του ν. 2721/1999 προβλέπεται η έμμεση εκτέλεση της απόφασης που διατάζει την απόδοση ή παράδοση τέκνου από τον γονέα που το έχει σε αντίθεση με το προϊσχύον νομοθετικό καθεστώς που προβλεπόταν η άμεση εκτέλεση. Η έμμεση αυτή εκτέλεση επιτυγχάνεται με τα προβλεπόμενα από την ίδια διάταξη μέσα της χρηματικής ποινής μέχρι 5.900 ευρώ ή της προσωπικής κράτησης μέχρι ενός έτους ή και με τις δύο ποινές που απαγγέλονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Έτσι στη περίπτωση που ο γονέας που έχει το τέκνο δεν εκτελεί τη πράξη να αποδόσει ή να παραδόσει το τέκνο, στην οποία καταδικάστηκε με την εκτελούμενη απόφαση, ο αιτών την απόδοση δικαιούται να χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε από τα μέσα που έχουν απαγγελθεί με την ίδια απόφαση ή και τα δύο για να εξαναγκάσει τον καθού στην εκτέλεση της πράξης αυτής.
Και η μεν διάταξη της απόφασης περί χρηματικής ποινής θα εκτελεσθεί κατά τις διατάξεις των άρθρων 951 επ. Κ.Πολ.Δ περί εκτελέσεως προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων η δε διάταξη περί προσωπικής κράτησης θα εκτελεσθεί κατά τις διατάξεις των άρθρων 1047 επ. Κ.Πολ.Δ. Επί ασφαλιστικών δε μέτρων η εκτέλεση θα γίνει κατά τα οριζόμενα και στις διατάξεις των άρθρων 700 επ.
Κ.Πολ.Δ. Είναι σαφές ότι η διάταξη του > άρθρου 947 Κ.Πολ.Δ. δεν έχει εφαρμογή στη ρυθμιζόμενη κατά τα' ανωτέρω από τη πρώτη παράγραφο του άρθρου 950 Κ.Πολ.Δ. περίπτωση καθόσον με τη τελευταία διάταξη ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της μη εκτέλεσης από τον γονέα της πράξης της απόδοσης ή παράδοσης του τέκνου στην οποία καταδικάστηκε και για την οποία μη εκτέλεση απαγγέλεται με την ίδια απόφαση η χρηματική ποινή και η προσωπική κράτηση, ενώ η πρώτη διάταξη (947 Κ.Πολ.Δ) ρυθμίζει ζήτημα διαφορετικό ήτοι τη περίπτωση της παραβίασης υποχρέωσης προς παράλειψη ή ανοχή πράξης για την οποία απειλείται( και δεν απαγγέλλεται) χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση με την απόφαση.
Άλλωστε τούτο προκύπτει και από τη γραμματική διατύπωση του ανωτέρω άρθρου 950 Κ.Πολ.Δ. αφού παραπομπή στην εφαρμογή του άρθρου 947 Κ.Πολ.Δ. γίνεται μόνο με τη δεύτερη παράγραφο του άρθρου τούτου και όχι και με τη πρώτη. Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με τη προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσιβλήτου και αφού αναγνωρίστηκε ότι ο εναγόμενος με πρόθεση δεν συμμορφώθηκε στην υπ' αριθ. 1010/2007 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου με την οποία κατ' αποδοχή σχετικής αίτησης της αιτούσας (ήδη ενάγουσας αναιρεσίβλητης) υποχρεώθηκε ο καθού (ήδη εναγόμενος αναιρέσεων) ν' αποδώσει την ανήλικη κόρη τους Μ.
στην ασκούσα προσωρινά την επιμέλεια αυτής αιτούσα και απαγγέλθηκε κατ' αυτού χρηματική ποινή 5.900 ευρώ υπέρ της αιτούσας και προσωπική κράτηση διάρκειας 3 μηνών ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 5.900 ευρώ και διατάχθηκε η προσωπική του κράτηση για διάστημα 3 μηνών.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 947 Κ.Πολ.Δ. καθόσον εφάρμοσε τη διάταξη αυτή χωρίς να έχει εφαρμογή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα , στη προκειμένη περίπτωση. Επομένως ο σχετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ που προτείνεται παραδεκτά με την εισήγηση από τον Εισηγητή σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.
είναι βάσιμος. Όλοι οι λόγοι της αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι είναι προεχόντως απαράδεκτοι ως αλυσιτελείς διότι οι δι'αυτών προβαλλόμενες αιτιάσεις στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι στη προκειμένη περίπτωση έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 947 του Κ.Πολ.Δ .η οποία όμως όπως προεκτέθηκε δεν έχει εφαρμογή.
Συνεπώς πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τον βάσιμο ως άνω λόγο και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές(άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν προαποδεικνύεται εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στη κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Με την αίτηση επαναφοράς μπορεί να ζητηθεί η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων καθώς και η επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νομίμων τόκων οφειλομένων όμως μόνο από την επίδοση της διατάσσουσας την επαναφορά των πραγμάτων αναιρετικής απόφασης, γιατί από του χρόνου της επίδοσης αυτής καθίσταται κατ' άρθρο 340 Α.Κ., υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος.
Αντίθετα δεν μπορούν να ζητηθούν τα καταβληθέντα έξοδα της έκδοσης απογράφου και αντιγράφου της προς εκτέλεση απόφασης, της σύνταξης επιταγής προς εκτέλεση, της εντολής για, τη διενέργεια αυτής κ.λ.π., διότι η διάταξη του άρθρου 579 παρ, 2 Κ.Πολ.Δ. κατά την αληθινή της έννοια, επιτρέπει την απόδοση μόνον εκείνων που η παροχή τους διατάχθηκε από την αναιρεθείσα απόφαση και όχι επομένως και των εξόδων της μετέπειτα επιχειρηθείσας αναγκαστικής εκτέλεσης αυτής, τα οποία οφείλονται από τον καθού η εκτέλεση όχι βάσει της απόφασης αυτής αλλά από το νόμο (932 Κ.Πολ.Δ.).
Στη προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του που κατέθεσε εμπροθέσμως (12-10-2011) υπέβαλε αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσης της αναιρεθείσας απόφασης κατάσταση και συγκεκριμένα ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητος να του καταβάλει το ποσό των 6500 ευρώ το οποίο της κατέβαλε εξαιτίας της απειλούμενης εις βάρος του αναγκαστικής εκτέλεσης της αναιρεθείσης, νομιμοτόκως του από καταβολής (3-2-2010) άλλως της υποβολής αιτήματος (22-10-2010) και ειδικότερα α) για επιδικασθείσα χρηματική ποινή 5.900 ευρώ και β) για δικαστική δαπάνη 600 ευρώ.
Η αίτηση αυτή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα είναι νόμιμη εκτός του αιτήματος για καταβολή τόκων από τους ανωτέρω χρόνους και πρέπει εφόσον αποδεικνύεται και ουσιαστικά βάσιμη από τη δια των προτάσεων ρητή αλλά και συναγόμενη ομολογία της αναιρεσίβλητης να γίνει δεκτή και να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλλει στον αναιρεσείοντα το ανωτέρω συνολικό ποσό των 6.500 ευρώ νομιμότοκα από την επίδοση της παρούσας αφότου και είναι νόμιμο το σχετικό κονδύλιο.
Τέλος η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικαστεί και στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (αρθ. 183, 176 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 174/2009 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Δέχεται εν μέρει την αίτηση του αναιρεσείοντος για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το ποσό των έξι χιλιάδων πεντακοσίων (6.500) ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της παρούσας.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 16 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ