Legislator Case Law & Legislation
1837/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court decision rejecting claim based on permanent employment status.

Case Number 1837/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by twelve individuals against a final labor court decision. The appellants argued that the lower court failed to consider specific Supreme Court precedents regarding permanent employment protections and undervalued their evidentiary weight. The court ruled that since the second-instance court rejected the claim as legally inadmissible without examining the merits, no grounds for appeal existed regarding the non-consideration of documents or case law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11γ), 559(12) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the non-consideration of case law or the undervaluation of its evidentiary force is inadmissible when the second-instance court rejects the claim as legally inadmissible without examining the merits.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal admissibility of appeal permanent employment status merits examination legal inadmissibility Supreme Court precedent costs of litigation

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Paragraph 2 of the common ministerial decision No. 134423 dated 8-12-1992/20-1-1993
Article 12(5) of Law 1738/1987
Article 559(11γ) of the Code of Civil Procedure
Article 559(12) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Plenary Session Decision 18/2006
Supreme Court Plenary Session Decision 7/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1837 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1837/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη, Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια και Απόστολο Φωτόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Δ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 2.Ι. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 3.Β.. Ν.. του Χ.., κατοίκου ..., 4.Μ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 5.Β. Α. του Γ., κατοίκου ..., 6.Ι. Κ. του Π., κατοίκου ..., 7.Μ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 8.Σ. Κ. του Β., κατοίκου ..., 9.Γ. Χ. του Ν., κατοίκου ..., 10.Α. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 11.Μ. Β. του Ε., κατοίκου ..., και 12.Ν. Κ. του Δ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Παυλάτο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ιωάννα Ρουσσιά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2013 του ίδιου Δικαστηρίου και .../2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από ...-2022 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 12 Μαϊου 2022 με αριθ. κατάθ. ...-2022 αίτηση αναίρεσης των 12 εκ των αρχικά 18 εναγόντων και συγκεκριμένα των: 1) Δ. Δ. (1ου ενάγοντος-εφεσίβλητου), 2) Ι. Γ. (3ου ενάγοντος-εφεσίβλητου), 3) Ν. Β. (5ης ενάγουσας-εφεσίβλητης), 4) Μ. Κ. (7ης ενάγουσας-εφεσίβλητης), 5)Β. Α. (8ης ενάγουσας-εφεσίβλητης), 6)Ι. Κ. (9ου ενάγοντος-εφεσίβλητου), 7) Μ.

Μ. (10ηςενάγουσας-εφεσίβλητης), 8)Σ. Κ. (11ης ενάγουσας-εφεσίβλητης), 9) Γ. Χ.(12ου ενάγοντος-εφεσίβλητου), 10)Α. Κ. (13ου ενάγοντος-εφεσίβλητου), 11) Μ. Β. (16ης ενάγουσας-εφεσίβλητης) και 12)Ν. Κ. (18ης ενάγουσας-εφεσίβλητης), προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμό .../...-2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από ...-2014 με αριθμ.

καταθ. ...-2014 έφεση του εναγόμενου ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου κατά της εκδοθείσας, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, με αριθμό .../2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε ως και κατ'ουσίαν βάσιμη την από 9 Δεκεμβρίου 2010 με αριθμ.

κατάθ. .../2010 αγωγή, αναγνώρισε ότι οι ενάγοντες συνδέονται με το εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι είναι άκυρη η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, ενώ περαιτέρω υποχρέωσε το εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο να τους επαναπροσλάβει, να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους και να τους απασχολεί, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα και τέλος αναγνώρισε ότι αυτό οφείλει στους ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες τους νόμιμους μισθούς υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα μετά την απόλυση και μέχρι την άρση της υπερημερίας ως προς την αποδοχή της εργασίας τους και μετά από εξαφάνιση της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 του ΚΠολΔ, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 19-5-2022 και δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, (όπως αναφέρεται και στο αναιρετήριο και δεν αντιλέγει το αναιρεσίβλητο), η οποία δημοσιεύθηκε στις ...-2020 και δεδομένου ότι, λόγω της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού από 13-3-2020 ως 31-5-2020 (άρθρο 74 πρ.1 εδ.α του ν. 4690/2020) και από 7-11-2020 έως 6-4-2021 (άρθρο 83 του ν. 4790/2021 σε συνδυασμό με την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 25 του ν. 4792/2021), δεν υπολογίζονται τα ως άνω χρονικά διαστήματα και για την καταχρηστική προθεσμία άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, σύμφωνα με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 49 του ν. 4963/2022, (άρθρα 495 παρ.1, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 και 569 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 672 ΚΠολΔ και 1 του ν. 2112/1920 συνάγεται ότι σύμβαση ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία, ρητά ή σιωπηρά, έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη της προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής σύμβασης ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου.

Εξάλλου το άρθρο 8 παρ. 1 εδ. β' του ν. 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 11 του α.ν. 547/1937, ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού περί υποχρεωτικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου εφαρμόζονται και επί σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν ο σκοπός της διάρκειας αυτής δε δικαιολογείται, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας.

Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην προστασία των εργαζόμενων από τη μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την καταγγελία ο ν. 2112/1920 και αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, στις περιπτώσεις ιδίως των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες στην πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη, οπότε ο καθορισμός της ορισμένης διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας και δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται κυρίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, παρέχοντας μάλιστα πληρέστερη προστασία έναντι της μεταγενέστερης 1999/70 κοινοτικής Οδηγίας (ΟλΑΠ 7/2011).

Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης εργασίας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, στην οποία δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζόμενου χωρίς έγγραφη, καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλΑΠ 6/2022).

Η πρόθεση καταστρατήγησης τεκμαίρεται από το γεγονός, ότι επιλέγεται η σύμβαση ορισμένου χρόνου, χωρίς να δικαιολογείται αντικειμενικά η ορισμένη διάρκεια αυτής από τη φύση της εργασίας ή τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης, απαιτείται όμως και η συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου, δηλαδή η ύπαρξη καταστρατηγητικής πρόθεσης από την πλευρά του εργοδότη, έστω και αν αυτή είναι από τη φύση της δυσαπόδεικτη.

Σκοπός της διάταξης είναι η εξασφάλιση της αποζημίωσης απόλυσης που καταβάλλεται στο μισθωτό, όταν αυτός απασχολείται με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, και όχι η μονιμότητα, η οποία δεν προβλέπεται στις συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου που διέπονται από το σύστημα της αναιτιώδους καταγγελίας της σύμβασης.

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2190/1994, όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 61 παρ. 1α ν. 4765/2021 (ΦΕΚ 6/15.1.2021, τ.Α') και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση λόγω του χρόνου άσκησης της αγωγής, ορίστηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και γενικότερα τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με διάρκεια απασχόλησης η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10 περ.

ε του ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται αυτεπαγγέλτως για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 ΠΚ και παραπέμπονται υποχρεωτικά στην αρμόδια πειθαρχική δικαιοδοσία. Ο ίδιος νόμος (2190/1994) ορίζει στην παρ. 3 του άρθρου 14 αυτού, ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 γίνεται είτε με γραπτό διαγωνισμό είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους και διαδικασίες που ορίζονται από τις διατάξεις του και προβλέπονται στα άρθρα 15 και 18, ανάλογα με τα απαιτούμενα από την κείμενη νομοθεσία τυπικά προσόντα κάθε πρόσληψης, και μετά από προηγουμένη προκήρυξη, υπό την έγκριση ή τον έλεγχο και εποπτεία του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ).

Περαιτέρω στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.

Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ 84/17.4.2001, τ. Α) προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος η παράγραφος 7, που προβλέπει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 (η οποία δεν αφορά στην επίδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει".

Επίσης στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε η παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπόμενων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".

Σύμφωνα με τις παραπάνω συνταγματικές διατάξεις, στη Δημόσια Διοίκηση, η οποία, κατά τον κανόνα της παραγράφου 1 του άρθρου 103 του Συντάγματος, στελεχώνεται από μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους (ΣτΕ 2686/2005), δηλαδή πρόσωπα συνδεόμενα με το Κράτος ή άλλους φορείς δημόσιας εξουσίας με ειδική νομική σχέση και υπαγόμενα σε ειδικό νομικό καθεστώς δημοσίου δικαίου, είναι δυνατόν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους και πρόσωπα συνδεόμενα με τους εν λόγω φορείς με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Όμως η σύναψη συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου μεταξύ φορέων δημόσιας εξουσίας και των προσώπων αυτών, με αντικείμενο την εκ μέρους τους παροχή εργασίας, δεν μπορεί να αποτελεί τον κανόνα για τη στελέχωση της Δημόσιας Διοίκησης και τελεί υπό τις αυστηρές προϋποθέσεις που θέτουν οι παράγραφοι 2, 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, ενώ τα απασχολούμενα για την κάλυψη απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών των υπηρεσιών της φυσικά πρόσωπα δεν καταλαμβάνουν νομοθετημένες οργανικές θέσεις.

Στην περίπτωση σύναψης συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου με φυσικά πρόσωπα, οι όροι σύναψης των συμβάσεων, η χρονική τους διάρκεια και τα καθήκοντα που μπορούν να ασκούν τα απασχολούμενα φυσικά πρόσωπα ρυθμίζονται με νόμο, σε συνάρτηση προς τις ανάγκες που εξυπηρετούν, απαγορεύεται δε η μετατροπή των εν λόγω συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ή η μονιμοποίηση των παραπάνω προσώπων, προκειμένου να αποτραπεί αφενός η καταστρατήγηση του συνταγματικού κανόνα που απαιτεί την πρόσληψη των υπαλλήλων στο δημόσιο τομέα είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή βάσει προκαθορισμένων και αντικειμενικών κριτηρίων και αφετέρου η "τακτοποίηση" του προσωπικού που προσλήφθηκε με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου (ΟλΣτΕ 943/2012).

Με τις ανωτέρω διατάξεις ο αναθεωρητικός νομοθέτης θέλησε να αποτρέψει τη συνέχιση μιας συνήθους πρακτικής του παρελθόντος, η οποία συνίστατο στην πρόσληψη προσωπικού με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου για την κάλυψη, τύποις, απρόβλεπτων ή επειγουσών ή παροδικών αναγκών του Δημοσίου και των νΠΔδ, στην εκ των υστέρων διαπίστωση ότι οι ανάγκες αυτές είναι πάγιες και διαρκείς και, τελικά, στην τακτοποίηση του προσληφθέντος κατά τα ως άνω με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου προσωπικού, με την σύσταση οργανικών θέσεων για την κάλυψη των εν λόγω πάγιων και διαρκών αναγκών και με την πλήρωση των οργανικών αυτών θέσεων από το ίδιο προσωπικό, είτε με τον διορισμό του ως μόνιμου δημοσιοϋπαλληλικού είτε με την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, κατά αποκλεισμό όλων των πάγιων διατάξεων της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας (Πρακτικά Συνεδριάσεων Βουλής ΡΜΔ'/21.3.2001, σ. 731, 744, 754, 755 και ΡΜΕ'/21.3.2001, σ. 768, 771, 772, 782) (ΟλΑΠ 6/2022).

Η τακτική της πρόσληψης χωρίς διαγωνισμούς και εχέγγυα αντικειμενικότητας, είναι αποδοκιμαστέα και για τον πρόσθετο λόγο ότι ευνοεί την αναξιοκρατία, απολήγοντας σε βάρος άλλων που επιθυμούν να προσληφθούν στον δημόσιο τομέα, οι οποίοι έχουν ενδεχομένως περισσότερα προσόντα και οι οποίοι στερούνται αυτή τη δυνατότητα, όταν οι ανανεώσεις των συμβάσεων γίνονται παράνομα, ερήμην του ΑΣΕΠ.

Για την αποτροπή δε του φαινομένου στο μέλλον, επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, περιλαμβάνοντας τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων.

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει, ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (δηλαδή από την 17.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.

Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού.

Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι οι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση του αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (ΟλΑΠ 19, 20/2007).

Συνεπώς, στις συναφθείσες μετά την 17.4.2001 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο ή σε φορείς του δημοσίου τομέα, δεν είναι πλέον δυνατή η εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, από τις οποίες προκύπτει, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 1, 3, 5 του Β. Δ/τος 16/18.7.1920), ανακύπτει ακυρότητα αυτών ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας και θεωρείται, ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου, χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλΑΠ 19 και 20/2007). Οποιαδήποτε άλλη αντίθετη ερμηνεία συνιστά contra legem ερμηνεία της ως άνω συνταγματικής διάταξης.

Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10.7.2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).

Η Οδηγία αυτή ειδικότερα παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσότερων λύσεων, ώστε να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C - 212/2004, ΔΕΕ C-184/15 και C 197/15).

Η Οδηγία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 2-4-2003 και 19-7-2004, αντίστοιχα.

Ειδικότερα, με το ΠΔ 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα" (ΦΕΚ Α 134), που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004, θεσπίσθηκαν νομοθετικά μέτρα που λήφθηκαν στο δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, με σκοπό την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη των ρυθμίσεων της ως άνω, 1999/70 Οδηγίας.

Η επιλογή των μέτρων που προβλέπονται από το ΠΔ 164/2004 έγινε με γνώμονα την ιδιαιτερότητα του δημόσιου τομέα και τις συνταγματικές επιταγές για τη διαδικασία επιλογής του μόνιμου προσωπικού στο δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Οι ρυθμίσεις αυτές κρίθηκαν συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο (ΔΕΕ της 23-4-2009 υποθέσεις C-378 έως C-380).

Ειδικότερα, με το άρθρο 7 του εν λόγω ΠΔ 164/2004, ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, κατά παράβαση των ρυθμίσεων αυτού, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου προβλέφθηκε η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους, ενώ θεσπίσθηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών. Εξάλλου, με τη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 περ.

α', 2 εδ. α' και β', 3 και 5 του ΠΔ 164/2004, που κρίθηκε συνταγματικά ανεκτή, ως μεταβατική διάταξη τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων (ΟλΑΠ 16/2017), ρυθμίσθηκε το ζήτημα του χαρακτηρισμού διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένης διάρκειας κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 αυτού (δηλαδή διαδοχικών συμβάσεων με αντικείμενο την ίδια ή παρεμφερή εργασία μεταξύ του ίδιους εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών), που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του (19-7-2004) ή είχαν λήξει εντός του προηγούμενου τρίμηνου, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εφεξής χρόνο, υπό τις τασσόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, με απόφαση του αρμόδιου οργάνου του φορέα απασχόλησης και έλεγχο από το ΑΣΕΠ.

Η διάταξη όμως αυτή δεν εφαρμόζεται επί συμβάσεων ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν μεταγενέστερα. Ενόψει δε των παραπάνω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στις ρυθμίσεις της 1999/70 Οδηγίας, που δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 ν. 2112/1920 δεν ευρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής στο δημόσιο ή τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ούτε κατ' επιταγή της, ως άνω, Οδηγίας, για το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας σε αυτήν) μέχρι την έναρξη ισχύος του ΠΔ 164/2004 (19-7-2004), ούτε βεβαίως μετά την έναρξη ισχύος του τελευταίου (ΟλΑΠ 19/2007).

Εξάλλου, με βάση τη ρήτρα της εν λόγω Οδηγίας, παρέχεται η δυνατότητα στα κράτη μέλη να εξαιρέσουν από το πεδίο εφαρμογής αυτής τις σχέσεις βασικής επαγγελματικής κατάρτισης και τα συστήματα μαθητείας (περ. α), καθώς και τις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού ή από το δημόσιο υποστηριζόμενου προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης (περ.

β), της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκανε χρήση, εξαιρώντας από το πεδίο εφαρμογής του ΠΔ 164/2004, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 αυτού, τις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης, τις συμβάσεις ή σχέσεις μαθητείας και τις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΑΠ 795/2020, ΑΠ 66/2020).

Επισημαίνεται, ότι η στο πλαίσιο του ενωσιακού δικαίου ερμηνευτική εκδοχή του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την υπ' αριθ. C 760/18 της 21ης Φεβρουαρίου 2021 απόφασή του επί προδικαστικού ερωτήματος του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, ότι "η ρήτρα 5 σημείο 1 της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου έχει την έννοια ότι, όταν έχει σημειωθεί καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η υποχρέωση του αιτούντος δικαστηρίου να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει, κατά το μέτρο του δυνατού, όλες τις κρίσιμες διατάξεις του εσωτερικού δικαίου κατά τρόπο ώστε να επιβληθεί η προσήκουσα κύρωση για την κατάχρηση και να εξαλειφθούν οι συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης, περιλαμβάνει την εκτίμηση του ζητήματος, αν οι διατάξεις προγενέστερης και εισέτι ισχύουσας νομοθεσίας που επιτρέπει την μετατροπή διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου μπορούν, ενδεχομένως, να εφαρμοσθούν στο πλαίσιο της σύμφωνης αυτής ερμηνείας, μολονότι εθνικές διατάξεις συνταγματικής φύσης απαγορεύουν απολύτως τέτοια μετατροπή, όσον αφορά τον δημόσιο τομέα", - εκδοχή που σε κάθε περίπτωση θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής μόνο σε όλως οριακές περιπτώσεις διαδοχικών συμβάσεων ορισμένης διάρκειας, όπως άλλωστε συνάγεται και από τη χρήση του όρου "ενδεχομένως" από το ως άνω Δικαστήριο, αναγκαίως προϋποθέτει ότι κατά το εσωτερικό (ελληνικό) δίκαιο, για την ερμηνεία του οποίου αποκλειστική αρμοδιότητα έχουν μόνο τα Ελληνικά Δικαστήρια, υπάρχει εισέτι έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 στους απασχολούμενους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (βλ.

και σκέψεις 63, 67 και 70 στην ως άνω υπ' αριθ. C 760/18 απόφαση). Τέτοιο έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 στους απασχολούμενους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν υφίσταται όμως μετά την έναρξη εφαρμογής (18.4.2001) της πιο πάνω Συνταγματικής Αναθεώρησης, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, αφού τούτο θα αντέβαινε ευθέως στη διάταξη του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος και θα οδηγούσε αναγκαία σε μία contra legem ερμηνεία των συνταγματικών αυτών ρυθμίσεων.

Εξάλλου, την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίσθηκαν με την ως άνω Οδηγία, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (βλ. και σκέψη 58 της ως άνω απόφασης υπ' αριθ.

C - 760/2018 του Δ.Ε.Ε με περαιτέρω παραπομπές), εξασφαλίζουν οι διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 του Π.Δ/τος 164/2004, με τα οποία μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η ρήτρα 5 σημείο 1 αυτής, οι οποίες προβλέπουν την αυτοδίκαιη ακυρότητα των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται κατά παράβαση των άρθρων 5 και 6 του ως άνω Διατάγματος (με μοναδική εξαίρεση τις υπαγόμενες στη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 αυτού περιπτώσεις), την δυνατότητα του απασχοληθέντος ακύρως και για όσο χρόνο διήρκεσε η άκυρη σύμβαση να λάβει ευθέως εκ του νόμου βάσει της άκυρης σύμβασης (και όχι βάσει των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων, όπου για τον προσδιορισμό της ωφέλειας του εργοδότη δεν συνυπολογίζονται παροχές εξαρτώμενες από τις προσωπικές ιδιότητες του απασχοληθέντος) τις οφειλόμενες σε αυτόν αποδοχές και την δυνατότητα αυτού να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο θα λάμβανε ο αντίστοιχος εργαζόμενος με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας αυτής (εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις), ενώ παράλληλα προβλέπουν ποινικές κυρώσεις για όσους παραβιάζουν από δόλο ή από αμέλεια τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του Π.Δ/τος (πρβλ.

ΔΕΕ C 378 -380 υπόθ. Α. ε.α.) Μάλιστα, προκειμένου να διασφαλισθεί υπέρ των απασχοληθέντων μισθωτών η πλήρης αποτελεσματικότητα των κανόνων δικαίου που θεσπίσθηκαν από τον έλληνα νομοθέτη στο πλαίσιο εφαρμογής της Οδηγίας, δεν αποκλείεται και η ανάλογη εφαρμογή της ρύθμισης για την καταβολή αποζημίωσης σε περιπτώσεις εγκυρότητας των ως άνω διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, πέραν των ανωτάτων χρονικών ορίων που προβλέπει το Π.Δ/μα 164/2004, οσάκις η ανανέωση αυτών έλαβε χώρα, κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του Π.Δ/τος 164/2004, με ειδική νομοθετική ρύθμιση.

Τέλος η προσθήκη από τον Αναθεωρητικό Νομοθέτη των πιο πάνω διατάξεων των παρ. 7 και 8 στο άρθρο 103 του Συντάγματος κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου μεταφοράς της υπ' αριθ. 1999/70 Οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη δεν έλαβε χώρα προκειμένου να τεθεί σε σοβαρό κίνδυνο η επίτευξη του επιδιωκομένου με την Οδηγία αποτελέσματος, αλλά για την κατοχύρωση ενός διαφανούς και αξιοκρατικού συστήματος προσλήψεων βάσει συγκεκριμένων δεσμευτικών διαδικασιών, αναγόμενων στις ιδιαιτερότητες του δημόσιου τομέα και συνακόλουθα στην αποτροπή του αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη ως άνω φαινομένου πρόσληψης προσωπικού με αδιαφανή κριτήρια, πολλώ δε μάλλον που, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, αφενός μεν η Οδηγία δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, αφετέρου οι προπαρατεθείσες εφαρμοστικές διατάξεις του υπ' αριθ. 164/2004 Π.Δ/τος, που σε συμφωνία με την συνταγματική απαγόρευση αποκλείουν τον χαρακτηρισμό των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα σε έγκυρη ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, συνιστούν κατά τα προεκτεθέντα το προσήκον αντιστάθμισμα που αποτρέπει την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα (ΟλΑΠ 6/2022).Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ.

α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού ( ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 56/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017).

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 452/2023, ΑΠ 933/2022, ΑΠ 58/2015).

Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αρχικά 18 ενάγοντες, (οι 12 εξ αυτών ήδη αναιρεσείοντες), με την από 9 Δεκεμβρίου 2010 με αριθμό κατάθ. .../2010 αγωγή, που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκαν, ότι με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου (συμφωνητικά συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας-stage-), που καταρτίστηκαν με το εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-2007 μέχρι 13-8-2007, προσέφεραν σ' αυτό τις υπηρεσίες τους κατά τους αναφερόμενους στην αγωγή χρόνους για καθένα απ' αυτούς με την ιδιότητα του διοικητικού υπαλλήλου, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού (εναγόμενου ήδη αναιρεσίβλητου), το οποίο δια των οργάνων του καθόριζε τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας, ασκώντας διαρκή έλεγχο και εποπτεία επ' αυτών.

Ότι στην πραγματικότητα δεν προσλήφθηκαν για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, αλλά προσέφεραν εξαρτημένη εργασία, όπως και οι άλλοι μόνιμοι υπάλληλοι του εναγόμενου ήδη αναιρεσίβλητου , εξυπηρετώντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, έτσι ώστε η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου να μη δικαιολογείται, ενώ η σύμβαση εργασίας που τους συνέδεε με το εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο ήταν εκείνη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Ότι κατά την ημερομηνία λήξης των συμφωνητικών συνεργασίας καθενός απ'αυτούς, το εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, καταγγέλλοντας με τον τρόπο αυτό σιωπηρά τη σύμβασή τους, πλην όμως η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, γιατί έγινε χωρίς την τήρηση έγγραφου τύπου και την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.

Ζήτησαν δε, επικαλούμενοι τις διατάξεις των άρθρων 648 ΑΚ, 1 και 8 του ν. 2112/1920 καθώς και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ: α) να αναγνωρισθεί ότι οι παραπάνω συμβάσεις τους συνιστούν για τον καθένα από αυτούς μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας καθενός, γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους δυνάμει της σύμβασης αυτής και να τους καταβάλει τις νόμιμες αποδοχές, που αντιστοιχούν στην θέση τους και δ) να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο οφείλει να τους καταβάλει μισθούς υπερημερίας με το νόμιμο τόκο, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή εκτιθέμενα.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών η υπ'αριθμ. .../2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το ως άνω δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνώρισε ότι οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες συνδέονται με το εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι είναι άκυρη η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, υποχρέωσε το εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο να τους επαναπροσλάβει, να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους και να τους απασχολεί στη θέση και την ειδικότητα και με τις νόμιμες αποδοχές, που αντιστοιχούν στη θέση αυτή, ενώ τέλος, αναγνώρισε ότι το εναγόμενο οφείλει στους ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες τους νόμιμους μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα μετά την απόλυση και μέχρι την άρση της υπερημερίας.

Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης το εναγόμενο-εκκαλούν ήδη αναιρεσίβλητο άσκησε την από ...-2014 με αριθμ. καταθ. .../2014 έφεση και επ' αυτής εκδόθηκε, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία των εργατικών διαφορών η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. .../...-2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή και την απέρριψε ως μη νόμιμη, με την ακόλουθη αιτιολογία:"[...] η υπ' όψιν αγωγή κρίνεται αβάσιμη κατά το νόμο, καθότι, όπως αναφέρεται σε αυτήν, οι ενάγοντες προσελήφθησαν, το πρώτον, μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος- που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18/4/2001 και απαγορεύουν ακόμα και την εκ του νόμου μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου ή άλλου Ν.Π.Δ.Δ.-, επίσης, μετά την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ ΕΚ του Συμβουλίου της 28/6/1999- που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 10/7/1999 και άρχισε να ισχύει από 10/7/2001-, καθώς και μετά την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004 (στις 19/7/2004), το οποίο προβλέπει, στο άρθρο 11,τη μετατροπή σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, μόνο, των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του και ήταν τότε ενεργές και όχι αυτών που καταρτίστηκαν μεταγενέστερα, όπως οι επίδικες, οι οποίες, άραγε, δεν μπορούν- κατ'ορθό νομικό χαρακτηρισμό- να θεωρηθούν ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, ακόμα και αν οι ενάγοντες, πράγματι, κάλυπταν με την εργασία τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, το ποίο δεν έχει , πλέον, τη νομική δυνατότητα να συνάπτει συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του νόμου 2190/1994 και μάλιστα, κατά παρέκκλιση της αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής προσωπικού από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή του ΑΣΕΠ[...] ".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την αγωγή, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τις διατάξεις του ΠΔ164/2004, ως και τη διάταξη του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994, αφού, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, εφόσον οι επικαλούμενες συμβάσεις καταρτίστηκαν από το έτος 2007 και εφεξής, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος ( από 17-4-2001) και του ΠΔ 164/2004(από 19-7-2004) το εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό δημόσιο, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ενόψει του υφιστάμενου ως άνω νομικού πλαισίου, δεν είχε τη νομική δυνατότητα να καταρτίσει με τους ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ούτε απολειπόταν πεδίο εκτίμησης από το δικαστήριο για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των ένδικων συμβάσεων ορισμένου χρόνου, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου ακόμη και εάν οι αναιρεσείοντες εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου.

Ούτε, επίσης, παραβίασε τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες αφενός μεν δεν επιβάλλουν, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, αφετέρου δε τα προς εφαρμογή της Οδηγίας προβλεπόμενα δικαιώματα του μισθωτού και οι προβλεπόμενες κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Π.Δ/τος 164/2004, είναι επαρκή για την αποτελεσματική προστασία των απασχολουμένων με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου μισθωτών, που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του δημόσιου φορέα, όπου απασχολούνται.

Σε κάθε δε περίπτωση από το ρυθμιστικό πεδίο της Οδηγίας, σύμφωνα με τη ρήτρα 2 αυτής και το άρθρο 2 του Π.Δ/τος 164/2004 εκφεύγουν οι συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως, είναι αβάσιμα τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτο, δεύτερο και τέταρτο λόγους αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι με το να απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν.2112/1920, των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 παρ. 2 του Συντάγματος, τη διάταξη του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 648 και 669 ΑΚ και της με αριθ. 1999/70/ΕΚ Οδηγίας, (η οποία δεν περιέχει διατάξεις ουσιαστικού δικαίου), υπό το πρίσμα των όσων δέχθηκε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε συναφείς υποθέσεις.

Την ίδια αναιρετική πλημμέλεια, κατ'ορθή εκτίμηση, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδουν οι αναιρεσείοντες στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον έκτο αναιρετικό λόγο, επικαλούμενοι ότι το Εφετείο με το να κρίνει, ότι η ένδικη σύμβαση των αναιρεσειόντων δεν αποτελεί σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 22 του Συντάγματος, 288 ΑΚ και 119 της Συνθήκης ΕΟΚ αναφορικά με την ομοιόμορφη μεταχείριση των εργαζόμενων, που βρίσκονται κάτω από τις ίδιες συνθήκες.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού η επιβαλλόμενη από τις ως άνω διατάξεις αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων προϋποθέτει οι εργαζόμενοι αυτοί, αφενός μεν να έχουν τα ίδια προσόντα και να εργάζονται κάτω από τις ίδιες συνθήκες, αφετέρου δε να τελούν κάτω από το ίδιο νομικό καθεστώς εργασίας (ΑΠ 1450/2017, 509/2016, 933/2015, 883/2014) και κατά συνέπεια προϋποθέτει εργαζόμενους της ίδιας κατηγορίας ( ΑΠ 25/2018, 1052/2018, 109/2017, 1805/2017), πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, αφού με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες, αφενός μεν είχαν προσληφθεί με σύμβαση προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στο πλαίσιο σχετικού προγράμματος, γνωρίζοντας ότι θα απασχολούνταν για τη κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του φορέα παροχής της εργασίας της, αφετέρου δε η πρόσληψη αυτών έλαβε χώρα, χωρίς να τηρηθεί η νόμιμη διαδικασία για την πρόσληψη προσωπικού, είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο της ανεξάρτητης αρχής.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης ( ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 784/2023).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό, το οποίο αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ1024/2023, ΑΠ 50/2020). Αντίθετα, δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προεκτεθείσα έννοια, οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αόριστοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, εφόσον οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997,ΑΠ 784/2023, ΑΠ 406/2022, ΑΠ 750/2020, ΑΠ 950/2019).

Ούτε αποτελούν πράγματα οι νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου, ούτε και η επιχειρηματολογία του διαδίκου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1040/2022, ΑΠ 107/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο, αναίρεσης, αφού εκθέτουν την άποψή τους σχετικά με την ερμηνεία τη διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν.211/1920, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από αυτούς και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αναφορικά με την μη εφαρμογή του άρθρου 8 παρ.3 ν. 2112/1920 ως "ισοδύναμο μέτρο", ανταποκρινόμενο στις απαιτήσεις της ρήτρας 5 της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 119/1970/ΕΚ, που οδήγησε στην κρίση ότι δεν είναι δυνατή η μετατροπή των επίδικων συμβάσεων εργασίας τους σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθόσον το αναφερόμενο στο αναιρετήριο για τη θεμελίωση αυτού, συνιστά νομικό επιχείρημα, που διατυπώνεται από τους αναιρεσείοντες για να στηρίξουν τη βασιμότητα της αγωγής τους και επομένως δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την προεκτεθείσα έννοια.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ , 42/2003), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα που έγιναν κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή τα σφάλματα αυτά αναφέρονται σε αποδεικτικά στοιχεία, με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο της ουσίας δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών ισχυρισμών (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 452/2023, ΑΠ 933/2022, 497/2020).

Επίσης, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός από τη μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποφάσεων ελληνικών ή αλλοδαπών δικαστηρίων, που προσκομίζονται ως νομολογία, αναφορικά με τη νομική τους παραδοχή για ορισμένο νομικό ζήτημα (ΑΠ 720/2022, ΑΠ 809/2019, ΑΠ 1937/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσδίδει σε κάποιο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που ορίζει ο νόμος. Επομένως, ο λόγος αυτός προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία και επομένως δεν ιδρύεται, αν η αγωγή ή η ένσταση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη( ΑΠ 452/2023, ΑΠ 933/2022, ΑΠ 131/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο από τους αριθμούς 11 γ' και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι: Α) το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ως αποδεικτικά μέσα τα παρακάτω έγγραφα, τα οποία είχαν νόμιμα προσκομίσει και επικαλεστεί με τις προτάσεις τους ενώπιον αυτού και ειδικότερα:

α) συμβάσεις εργασίας, βεβαιώσεις προϋπηρεσίας, βεβαιώσεις των προϊσταμένων τους καθώς και καταθέσεις των μαρτύρων τους, από τα οποία προέκυπτε ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου ήδη αναιρεσίβλητου, καθ' όμοιο τρόπο με το μόνιμο προσωπικό του και β) τις υπ' αριθ. 18/2006 και 7/2011 αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, οι οποίες επιλύουν τα σχετικά νομικά ζητήματα, στα οποία στηρίζεται εν μέρει η αγωγή τους(πέμπτος κατά το πρώτο σκέλος του λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του ΚΠολΔ), Β) ότι δεν απέδωσε την αποδεικτική δύναμη που είχαν οι αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου 18/2006 και 7/2011, με τις οποίες κρίθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 του ν.2112/1920 παρέχουν πληρέστερη προστασία από αυτή της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και ότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό αυτής ως ορισμένου χρόνου(πέμπτος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του ΚΠολΔ).

Ο αναιρετικός αυτός λόγος, κατά το στοιχείο Αα αυτού, με το οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, δεν ιδρύεται εφόσον, κατά τα προαναφερθέντα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν ερεύνησε την αγωγή κατ' ουσίαν, αλλά την απέρριψε ως μη νόμιμη.

Κατά το στοιχείο Αβ αυτού, με το οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη την παρατιθέμενη νομολογία του Αρείου Πάγου είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται από τη μη λήψη υπόψη της νομολογίας (ελληνικών ή αλλοδαπών δικαστηρίων) επί νομικών ζητημάτων.

Επίσης, ο ίδιος λόγος κατά το στοιχείο αυτού Β από τον αριθμό 12 του ως άνω ίδιου άρθρου για υποτίμηση της αποδεικτικής δύναμης της προαναφερθείσας νομολογίας, δεν ιδρύεται και είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το δικαστήριο δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.

Κατόπιν των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του εναγόμενου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της με αριθμό 134423 οικ.

της 8-12-1992/20-1-1993 Κοινής υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 ν. 1738/1987, όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από ...-2022 και με αριθ. κατ. ...-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ αριθ. .../...-2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Οκτωβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ