Legislator Case Law & Legislation
1837/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeals regarding VAT evasion, ruling that prior debt payments offset public claims and negate the defense of factual error.

Case Number 1837/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeals filed by two defendants against a lower court's conviction for tax evasion. The defendants argued they were not liable because previous payments to the state had offset their outstanding debts, claiming a factual error in the lower court's assessment. The court rejected this defense, noting that the defendants maintained organized accounting records and were aware that their payments had already been offset against existing public claims, rendering their argument baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 25(1) of Law 1882/1990; Article 34(1) of Law 3220/2004; Article 510(1)(d) of the Criminal Procedure Code: A defense based on the factual error that prior payments offset public claims is inadmissible when the accused maintained accounting records and knew the debts were already offset.

Keywords

AI generated
tax evasion VAT liability offset of debts factual error defense criminal procedure appeal public claims accounting records

Cited Legislation

AI generated
Article 25(1) of Law 1882/1990
Article 34(1) of Law 3220/2004
Article 510(1)(d) of the Criminal Procedure Code
Article 583(1) of the Criminal Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
Case No. 39678-3-2012 of the Three-Member Tax Court of Kavala
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1837 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1837/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Παπανδρέου, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου, Αναστασία Περιστεράκη, Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη Εισηγήτρια και Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Ιουλίου 2018, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αριστέας Θεοδόση και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Γ. Κ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βαρβάρα Κατακαλίδου και 2)Ο. Κ. συζύγου Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Βαρβάρα Κατακαλίδου, για αναίρεση της υπ'αριθ. 411/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θράκης. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται: 1)στην από 29 Μαΐου 2018 αίτηση αναίρεσης της πρώτου αναιρεσείοντος, η οποία ασκήθηκε με δήλωση, επιδόθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στις 30 Μαΐου 2018, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου .../30-5-2018 και 2)στην από 29 Μαΐου 2018 αίτηση αναίρεσης της δεύτερης αναιρεσείουσας , η οποία ασκήθηκε με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στις 30 Μαΐου 2018, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου ...30-5-2018, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...18.

Αφού άκουσε

Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες αιτήσεις ήτοι: 1)η από 29-5-2018 (με αριθμ.πρωτ..../30.5.2018) αίτηση του Γ. Κ. του Β. κατοίκου ... και 2)η από 29.5.2018 (με αριθμ.πρωτ....30.5.2018) αίτηση της Ο. Γ. Κ. το γένος Ν. Π. κατοίκου ... με τις οποίες διώκεται η αναίρεση της υπ αριθμ.411/25.4.2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θράκης, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν ως συναφείς.

Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του v. 1882/1990, όπως ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της ένδικης αξιόποινης πράξης, δηλαδή μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 και, στη συνέχεια, με το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/1.1.2004, και πριν από την αντικατάστασή του από τις (δυσμενέστερες στη συγκεκριμένη περίπτωση) διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 3943/2011, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα Τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:

α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ, και γ)ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α' , υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ.

Κατά τη σαφή νέα αυτή διατύπωση του άρθρου 25, για κάθε πίνακα χρεών που υποβάλλεται στον Εισαγγελέα με την αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη που περιλαμβάνει, ως μία πράξη, την μη καταβολή του αναφερόμενου στον πίνακα συνολικού χρέους, το οποίο είναι δυνατόν να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς διάκριση πλέον και επιρροή ανάλογα με το ύψος και την προέλευση του κάθε επί μέρους χρέους του πίνακα.

Δεν πρόκειται, δηλαδή, λόγω της μη καταβολής καθενός χρέους του πίνακα, για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, δηλαδή για περισσότερες πράξεις τελεσθείσες με ενότητα δόλου, αλλά ο νόμος, κυριαρχικώς, θεωρεί ότι τα περιεχόμενα σε κάθε πίνακα χρέη, μη καταβληθέντα, συνιστούν ένα και μόνον έγκλημα, της μη καταβολής του αθροίσματος των χρεών του πίνακα και δη με χρόνο τέλεσης και συμπλήρωσης τετραμήνου από την καθυστέρηση της καταβολής .

Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει, ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: α) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, β) το ύψος τούτου, γ) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), δ) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος καταβολής) δεν συμπίπτει αναγκαία με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και ε) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του διαμορφωμένου σε δόσεις χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του.

Ενώ για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται δόλος (πρόθεση) με την έννοια του άρθρου 27 παρ.1 ΠΚ (ΑΠ 130/2017) ο οποίος πρέπει να καλύπτει όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αφού δεν καθορίζεται στην οικεία διάταξη άλλη μορφή υπαιτιότητας (άμεσος ή υπερχειλής δόλος).

Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού 34 του Ν. 3220/2004: α) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς τον χρόνο διάπραξής του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, β) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, γ) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.τ.λ.) και δ) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία, λαμβάνεται υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, το δε ως άνω προβλεπόμενο αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών, σε δόσεις ή εφάπαξ (ΑΠ 283/17).

Για τη δίωξη των εγκλημάτων τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το δημόσιο που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες του, δεν απαιτείται προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης, αλλά ούτε σε περίπτωση άσκησης προσφυγής από τον υπόχρεο ή τελεσίδικη επί της προσφυγής του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου απόφαση.

Η αμφισβήτηση του χρέους από τον υπόχρεο δεν ασκεί επιρροή δεδομένου ότι ο υπόχρεος - οφειλέτης του δημοσίου στην περίπτωση αυτή οφείλει να ασκήσει τα νόμιμα μέσα δηλαδή την προβλεπόμενη από το άρθρο 73 του ΚΕΔΕ (ΝΔ 356/1974) ανακοπή για να εξαλειφθεί το χρέος του και αν αυτό δεν συμβεί το χρέος θεωρείται υποστατό και ενεργό και η μη καταβολή του συνεπάγεται τις κυρώσεις του νόμου (ΑΠ 1747/2016).

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. (Ολ.ΑΠ 1/2005).

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, σε σχέση δε με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολο τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά όπως απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠοινΔ.

Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. (ΑΠ 453/2016).

Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτύρων η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου ξεχωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 51/2017).

Κατά τους ορισμούς του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟΛ.ΑΠ 2/2011, ΑΠ 608/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.411/2018 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θράκης που δίκασε σε δεύτερο βαθμό μετ'αναίρεση της εκδοθείσας επί της προκειμένης υπόθεσης υπ'αριθμ.113/2017 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ'είδος αποδείχθηκαν τα εξής: "Οι κατηγορούμενοι στην Καβάλα κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως τις 27-6-2010 ενεργώντας από κοινού με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση καθυστέρησαν ως υπόχρεοι την καταβολή των βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους προσαυξήσεων μέχρι και την ημέρα σύνταξης του πίνακα χρεών υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ και συγκεκριμένα, κατά το άνω χρονικό διάστημα, με την ιδιότητα η πρώτη της Προέδρου και Αναπληρώτριας Διευθύνουσας Συμβούλου και ο δεύτερος του Αντιπροέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου, της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...

Α.Ε.", καθυστέρησαν, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, την καταβολή των ακόλουθων βεβαιωμένων, στους κατωτέρω χρόνους, χρεών στη ..., που καταβάλλονται εφάπαξ και αφορούν πρόστιμα Κ.Β.Σ., πρόστιμα Υπ. Εμπορίου, έξοδα διοικητικής εκτέλεσης, πρόστιμα Υπ. Εργασίας, Φ.Π.Α., πρόστιμα Φ.Π.Α, εισόδημα, πρόστιμα εισοδήματος 129/80, έκτακτη εισφορά στο εισόδημα, και δη:

1)ποσού 362,74 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 31-7-2007, προερχόμενου από πρόστιμο Κ.Φ.Σ., οικονομικού έτους 2007, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2007, αυτοί την 1-1-2008 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 2)ποσού 604,56 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 31-7-2007, προερχόμενου από πρόστιμο Κ.Φ.Σ., οικονομικού έτους 2007, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2007, αυτοί την 1-1-2008 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 3)ποσού 846,38 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 31-7-2007, προερχόμενου από πρόστιμο Κ.Φ.Σ., οικονομικού έτους 2007, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2007, αυτοί την 1-1-2008 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 4) ποσού 598,50 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 6-9-2007, προερχόμενου από πρόστιμο Υπ.

Εμπορίου, οικονομικού έτους 2007, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 31-10-2007, αυτοί την 1-3-2008 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 5) ποσού 598,50 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 6-9-2007, προερχόμενου από πρόστιμο Υπ.

Εμπορίου, οικονομικού έτους 2007, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 31-10-2007, αυτοί την 1-3-2008 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 6) ποσού 399,00 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 6-9-2007, προερχόμενου από πρόστιμο Υπ.

Εμπορίου, οικονομικού έτους 2007, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 31-10-2007, αυτοί την 1-3-2008 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 7) ποσού 456,02 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 1-10-2007, προερχόμενου από έξοδα διοικητικής εκτέλεσης οικονομικού έτους 2007, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 31-11-2007, αυτοί την 1-4-2008 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 8) ποσού 1.150 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 17-3-2009, προερχόμενου από πρόστιμο Υπ.

Εργασίας, οικονομικού έτους 2008, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 30-4-2009, αυτοί την 31-8-2009 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 9) ποσού 1.110 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 10-7-2009, προερχόμενου από πρόστιμο Υπ.

Εργασίας οικονομικού έτους 2009, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 31-8-2009, αυτοί την 1-1-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 10) ποσού 19.989,40 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 4-9-2009, προερχόμενου από Φ.Π.Α., οικονομικού έτους 1991, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 30-10-2009, αυτοί την 1-3-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 11) Ποσού 9.916,35 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 4-9-2009, προερχόμενου από πρόστιμο Φ.Π.Α., οικονομικού έτους 1991, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 30-10-2009, αυτοί την 1-3-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 12) ποσού 15,99 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 4-9-2009, προερχόμενου από πρόστιμο.

Φ.Π.Α., οικονομικού έτους 1989, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 30-10-2009, αυτοί την 1-3-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 13) ποσού 63,39 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 9-10-2009, προερχόμενου από πρόστιμο Φ.Π.Α., οικονομικού έτους 1988, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 30-11-2009, αυτοί την 1-4-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 14) ποσού 15,84 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 9-10-2009, προερχόμενου από πρόστιμο Φ.Π.Α., οικονομικού έτους 1988, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 30-11-2009, αυτοί την 1-4-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 15) ποσού 86,42 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 9-10-2009, προερχόμενου από Φ.Π.Α., οικονομικού έτους 1988, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 30-11-2009, αυτοί την 1-4-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 16) ποσού 35.376,69 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 13-10-2009, προερχόμενου από εισόδημα, οριστική βεβαίωση (μη παρακρατηθέν) οικονομικού έτους 1989, καταβαλλόμενου εφάπαξ, ημερομηνία καταβολής την 30-11-2009, αυτοί την 1-4-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 17) ποσού 62.431,01 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 13-10-2009, προερχόμενου από εισόδημα, οριστική βεβαίωση (μη παρακρατηθέν) οικονομικού έτους 1990, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 30-11-2009, αυτοί την 1-4-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 18) ποσού 54.995,72 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 13-10-2009, προερχόμενου από εισόδημα, οριστική βεβαίωση (μη παρακρατηθέν) οικονομικού έτους 1991, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 30-11-2009, αυτοί την 1-4-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 19) ποσού 55.963,18 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 13-10-2009, προερχόμενου από εισόδημα, οριστική βεβαίωση (μη παρακρατηθέν) οικονομικού έτους 1992, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 30-11-2009, αυτοί την 1-4-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 20) ποσού 5.048,58 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 13-10-2009, προερχόμενου από πρόστιμο εισοδήματος Ν. 129/89, οικονομικού έτους 1989, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 30-11-2009, αυτοί την 1-4-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 21) ποσού 9.361,21 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 13-10-2009, προερχόμενου από πρόστιμο εισοδήματος Ν. 129/89, οικονομικού έτους 1990, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 30-11-2009, αυτοί την 1-4-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 22) ποσού 8.245,77 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 13-10-2009, προερχόμενου από πρόστιμο εισοδήματος Ν. 129/89, οικονομικού έτους 1991, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 30-11-2009, αυτοί την 1-4-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 23) ποσού 8.389,58 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 13-10-2009, προερχόμενου από πρόστιμο εισοδήματος Ν. 129/89, οικονομικού έτους 1992, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 30-11-2009, αυτοί την 1-4-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 24) ποσού 5.666,19 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 13-10-2009, προερχόμενου από έκτακτη εισφορά στο εισόδημα, οικονομικού έτους 1990, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 30-11-2009, αυτοί την 1-4-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 25) ποσού 1.360,76 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 22-10-2009, προερχόμενου από πρόστιμο Κ.Φ.Σ., οικονομικού έτους 2009, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 30-11-2009, αυτοί την 1-4-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 26) ποσού 1.655,59 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 22-10-2009, προερχόμενου από πρόστιμο Κ.Φ.Σ., οικονομικού έτους 2009, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 30-11-2009, αυτοί την 1-4-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 27) ποσού 1.694,48 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 22-10-2009, προερχόμενου από πρόστιμο Κ.Φ.Σ., οικονομικού έτους 2009, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 3-11-2009, αυτοί την 1-4-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 28) ποσού 1.671,78 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 22-10-2009, προερχόμενου από πρόστιμο Κ.Φ.Σ., οικονομικού έτους 2009, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 30-11-2009, αυτοί την 1-4-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του, 29) ποσού 157,50 ευρώ, με ημερομηνία βεβαίωσης την 12-1-2010, προερχόμενου από πρόστιμο Υπ.

Εμπορίου, οικονομικού έτους 2009, καταβαλλόμενου εφάπαξ, με ημερομηνία καταβολής την 26-2-2010, αυτοί την 27-6-2010 παραβίασαν την προαναφερόμενη προθεσμία καταβολής του παραπάνω χρέους, αφού καθυστέρησαν των τεσσάρων μηνών την καταβολή του. Το συνολικό οφειλόμενο χρέος ανέρχεται στο ποσό των 288.231,13 ευρώ. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, δεν αναιρούνται δε από την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης ή άλλα αποδεικτικά μέσα αλλά και από τους περί αντιθέτου ισχυρισμούς της παρούσης κατηγορουμένης".

Ακολούθως το παραπάνω δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες ενόχους με το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αυτιών (άρθρο 84 παρ.2 περ.β'ΠΚ) της αξιόποινης πράξης της από κοινού και εκ προθέσεως μη καταβολής βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμών κατά την ισχύ του Ν.3220/2004 χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, συνολικού ποσού που υπερβαίνει τις 150.000 ευρώ και συγκεκριμένα ανέρχεται σε 288,231,13 ευρώ και καταδίκασε τον καθένα από αυτούς σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών την οποία μετέτρεψε προς πέντε (5) ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης.

Με τις προπαρατεθείσες παραδοχές οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της άνω προσβαλλόμενης απόφασης που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη από τις διαληφθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο που υπερβαίνουν το ποσό των 150.000 ευρώ για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26, παρ.1α 27 ΠΚ και 25 παρ.1 του Ν.1882/1990 όπως αυτή αντικαταστάθηκε διαδοχικά με τα άρθρα 23 παρ.1 του Ν.2523/1997 και 34 παρ.1 του Ν.3220/2004, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.

Ειδικότερα προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αρμόδια φορολογική αρχή (...) η οποία προέβη στη βεβαίωση των επιδίκων χρεών, το είδος και το ύψος τους (συνολικά 288.231,13 ευρώ), ο τρόπος πληρωμής τους που με σαφήνεια προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και από τον πίνακα χρεών που συνοδεύει τη σχετική μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της ως άνω Δ.Ο.Υ., ο χρόνος καταβολής τους, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο ανεξαρτήτως του χρόνου βεβαίωσής τους, έπρεπε να καταβληθούν, η καθυστέρηση καταβολής του ενοποιημένου χρέους με πρόθεση κατά τη λήξη του τετραμήνου από το χρόνο που αυτό έπρεπε να καταβληθεί σύμφωνα με τον πίνακα χρεών που συνοδεύει την ως άνω μηνυτήρια αναφορά καθώς και η ιδιότητα της μεν πρώτης αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ως Προέδρου και Αναπληρώτριας Διευθύνουσας Συμβούλου το δε δεύτερου αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ως διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας με την επωνυμία "...

Α.Ε." σε βάρος της οποίας βεβαιώθηκαν τα άνω χρέη. Περιέχονται έτσι στην προσβαλλόμενη απόφαση όλες οι ουσιώδης και κρίσιμες παραδοχές για τη θεμελίωση της ενοχής των αναιρεσειόντων μεταξύ των οποίων και η ρητή παραδοχή ότι όλα τα μερικότερα χρέη που συναποτελούν το ενιαίο συνολικό χρέος συνιστούν ένα ιδιότυπο αθροιστικό έγκλημα και δεν αποτελούν μερικότερες πράξης κατ'εξακολούθηση εγκλήματος, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι ίδιοι, γεννήθηκαν δε και βεβαιώθηκαν τα επίδικα χρέη κατά το χρονικό διάστημα που οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι είχαν τις ιδιότητες που προαναφέρθηκαν στην ανωτέρω οφειλέτρια ανώνυμη εταιρεία.

Όσον δε αφορά το δόλο των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων δεν ήταν αναγκαία ιδιαίτερη αιτιολογία, αλλά η αιτιολόγηση αυτού εμπεριέχεται στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, αφού όπως προαναφέρθηκε στην οικεία νομική σκέψη, ο δόλος (ως πρόθεση) ενυπάρχει στη θέληση του δράστη να πραγματώσει τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του συγκεκριμένου εγκλήματος για το αξιόποινο του οποίου ο νόμος δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία άμεσου ή υπερχειλούς δόλου, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες.

Το δικαστήριο περαιτέρω αιτιολογημένα και με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των περί παραγραφής διατάξεων των άρθρων 111, 112, 113 ΠΚ και των άρθρων 2 παρ.1 του ΠΚ, 21 παρ.10β του Ν.2523/1997, 2 παρ.8 του Ν.2954/2001 και 40 παρ.1 του Ν.3220/2004 απέρριψε την ένσταση παραγραφής των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων δεχόμενο με παραπομπή στον πίνακα χρεών ότι δεν έχει συμπληρωθεί παραγραφή του αδικήματος καθόσον κρίσιμος χρόνος του ιδιότυπου αθροιστικού εγκλήματος (σε βαθμό πλημμελήματος) είναι η επόμενη ημέρα από τον χρόνο συμπλήρωσης τετραμήνου από την ημέρα καταβολής του αθροίσματος των χρεών ήτοι εν προκειμένω από 27.6.2010 και επομένως δεν είχε παρέλθει κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (25.4.2018) οκταετία για τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής.

Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'και Ε' του ΚΠοινΔ λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων περί παραγραφής της αξιόποινης πράξης είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και αυτός περί πραγματικής πλάνης από τη διάταξη του άρθρου 30 παρ.1 του ΠΚ, αφού η αποδοχή του άγει στον μη καταλογισμό της πράξης στο δράστη και κατά συνέπεια στην αθώωσή του (ΑΠ 77/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι δια του συνηγόρου τους ανέπτυξαν προφορικώς τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι η πράξη που τους αποδίδεται, της μη καταβολής βεβαιωθέντων χρεών των οικονομικών ετών_1998 έως 1992 (χρέη πίνακα με αριθμούς ...), δεν πρέπει να τους καταλογισθεί, λόγω συνδρομής στο πρόσωπο τους, πραγματικής πλάνης.

Ειδικότερα δε, ισχυρίστηκαν ότι τα με αριθμούς ... στοιχεία του πίνακα χρεών, τα οποία, επαναβεβαίωσε η Β' ..., αντιστοιχούν σε διαγραφέντα χρέη των οικονομικών ετών 1988 έως 1992, λόγω ακύρωσης των προσωρινών φύλλων ελέγχου της Α' ..., λόγω αναρμοδιότητας της τελευταίας, τα οποία (διαγραφέντα χρέη) είχε ήδη εξοφλήσει η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...

Α.Ε.", κατά το διάστημα από 28-1-2002 έως 31-03-2006, με τα αναφερόμενα 22 γραμμάτια καταβολής προς την ..., ποσού 619.575,14 ευρώ, ευρισκομένου εις χείρας του Δημοσίου (...) και, συνεπώς, ευλόγως πίστευαν ότι δεν είχαν υποχρέωση καταβολής εκ νέου, βεβαιωθέντων, για την ίδια αιτία χρεών, των ίδιων οικονομικών ετών, και, ότι έχουν δικαίωμα να μην καταβάλουν αυτά εκ νέου, χωρίς αυτό να συνιστά άδικη πράξη, σύμφωνα με την κοινή λογική του μέσου εχέφρονος ανθρώπου, ότι δεν νοείται να πληρώνεις δύο φορές το ίδιο χρέος, επειδή η Α' ...

αναρμοδίως εξέδωσε τα προσωρινά φύλλα ελέγχου και η Β' ... επανέλαβε την ίδια διαδικασία καταλογισμού." Η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως αβάσιμο τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό περί πραγματικής πλάνης (άρθρο 30 παρ.1 ΠΚ) με την ακόλουθη κατά πιστή μεταφορά αιτιολογία "Ο ισχυρισμός περί πραγματικής πλάνης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον αποδείχθηκε ότι τα καταβληθέντα εκ μέρους της ως άνω εταιρίας χρηματικά ποσά συμψηφίστηκαν, μετά την έκδοση των αποφάσεων του Μονομελούς και Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Καβάλας (όλων έτους 2007), τη διαγραφή των αρχικών χρεών, τον επανέλεγχο και επαναβεβαίωση των χρεών, με υφιστάμενες (κατά το χρόνο του συμψηφισμού) απαιτήσεις του Δημοσίου σε βάρος της (εταιρίας) με αποτέλεσμα την απόσβεση των οφειλών της τελευταίας κατά τα αντίστοιχα ποσό (βλ.

κατάθεση μάρτυρα κατηγορίας Δ. Β., υπαλλήλου της ...), γεγονός το οποίο ήταν σε γνώση των εκκαλούντων - κατηγορουμένων, όπως συνομολογείται, μάλιστα δε, οι ίδιοι ενδεικτικώς αναφέρουν αριθμούς διπλοτύπων της Β' ... με τα αντίστοιχα πιστωθέντα ποσό σε Φ.Π.Α., εκδοθέντα το έτος 2009, ήτοι: α) υπ' αριθμ. ...2009 ποσούΊ3.961,07 ευρώ, β) υπ' αριθμ. ...2009 ποσού 15.950,56 ευρώ, γ) υπ' αριθμ. ...2009 ποσού 263.780,46 ευρώ, δ) υπ' αριθμ…2009 ποσού 63.052,28 ευρώ, ε) υπ' αριθμ.

…2009 ποσού 170.986,66 ευρώ και στ) υπ' αριθμ. …2009 ποσού 23.958,91 ευρώ, συνολικού ύψους 546.419,93 ευρώ, όπως προκύπτει και εκ του περιεχομένου του από 6-5- 2015 εγγράφου της εταιρίας ("... ΕΤΑΙΡΕΙΑ") προς τη ... (υπ' αριθμ. εισερχομένου πρωτ. .../07-05-2015), όπου ναι μεν αναφέρουν ότι μόλις τυχαίως πληροφορήθηκαν κ.λπ., πλην όμως η πληροφόρησή τους αυτή ανάγεται σε προγενέστερο χρόνο (κατά το έτος 2012 όπως προκύπτει από την απολογία της κατηγορουμένης και τα έτη 2012-2013 σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρος υπεράσπισης).

Επιπλέον από την κατάθεση του μάρτυρος-υπαλλήλου της ..., Δ. Β., προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι, μετά το νέο έλεγχο και καταλογισμό από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., γνώριζαν ήδη από το έτος 2007 ότι χρωστούσαν αυτά τα χρήματα για τον παρόντα πίνακα και κατέθεσαν μάλιστα και τις σχετικές προσφυγές στα Διοικητικά Δικαστήρια (βλ.κατάθεση στα πρακτικό), ενώ και η ίδια η κατηγορούμενη, απολογούμενη στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, ανέφερε ότι δεν ασχολιόταν η ίδια με τις προσφυγές αλλά η τότε πληρεξούσια δικηγόρος της, Ε.

Π. (η οποία έχει αποβιώσει), καθώς και ότι η επιχείρησή της διέθετε οργανωμένο λογιστήριο με εννέα (9) υπαλλήλους και ότι η ίδια δεν ενημερώθηκε από το λογιστήριο (βλ. απολογία κατηγορουμένης).

Συνεπώς, ο προβληθείς από τους εκκαλούντες - κατηγορουμένους (δια του συνηγόρου τους) ισχυρισμός ότι ευλόγως είχε δημιουργηθεί σ' αυτούς η πεποίθηση ότι δεν είχαν υποχρέωση καταβολής εκ νέου των επαναβεβαιωθέντων χρεών, αφού είχαν εξοφλήσει τα αρχικώς βεβαιωθέντα χρέη, είναι αβάσιμος, αφού οι γενόμενες καταβολές προς εξόφληση των αρχικώς βεβαιωθέντων και μετέπειτα διαγραφέντων χρεών συμψηφίστηκαν με προϋφιστάμενες απαιτήσεις του Δημοσίου σε βάρος της εταιρίας (και αντιστοίχως αποσβέστηκαν οι υποχρεώσεις της τελευταίας), γεγονός το οποίο γνώριζαν οι εκκαλούντες-κατηγορούμενοι.

Τούτο δε ενισχύεται και από την υπ' αριθ. 39678-3-2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, με την οποία οι κατηγορούμενοι απαλλάχθηκαν για (2) επιμέρους πράξεις παράβασης άρθρου 25 παρ.1γ', 2α, 3, 5 και 7 Ν.1882/1990, ήτοι χρέη προς το Δημόσιο και επομένως δεν δύνανται εξ αυτού του λόγου να θεμελιώνουν ισχυρισμό περί απαλλαγής τους από οφειλόμενο ΦΠΑ προς το Ελληνικό Δημόσιο από τις δραστηριότητες της εταιρίας τους, για την οποία οφειλή τους σημειωτέον δεν έχει εκδοθεί μέχρι σήμερα δικαστική απόφαση, η οποία να τους απαλλάσσει, γεγονός που επίσης γνωρίζουν οι κατηγορούμενοι.".

Με αυτά που δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δικαστήριο διέλαβε ως προς την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού περί πραγματικής πλάνης την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά συνεκτιμώντας όλα τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα, αφού εκθέτει σ'αυτήν με σαφήνεια ότι οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι οι οποίοι διατηρούσαν οργανωμένο λογιστήριο στην επιχείρησή τους γνώριζαν ήδη από το έτος 2007 ότι ώφειλαν τα βεβαιωθέντα χρέη των ετών 1988 έως 1992 (χρέη πίνακα με αριθμούς ...) και ότι οι γενόμενες εκ μέρους τους καταβολές προς εξόφληση των αρχικώς βεβαιωθέντων και μετέπειτα διαγραφέντων χρεών συμψηφίστηκαν με προϋφιστάμενες απαιτήσεις του Δημοσίου σε βάρος της εταιρείας τους (με αντίστοιχη απόσβεση των υποχρεώσεων της τελευταίας).

Οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων προβάλλονται απαραδέκτως γιατί αναφέρονται σε διαφορετική εκτίμηση των αποδείξεων και καταλήγουν σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου ως προς την απόρριψη του άνω αυτοτελούς ισχυρισμού τους η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'του ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για αναιτιολόγητη απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων περί πραγματικής πλάνης είναι αβάσιμος.

Μετά από αυτά θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες οι αναιρέσεις και των δύο αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων και καταδικαστούν στην καταβολή των δικαστικών εξόδων (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 29.5.2018 με αριθμούς πρωτοκόλλου .../2018 και ...2018 αιτήσεις των Γ. Κ. του Β. και Ο. Γ. Κ. αντίστοιχα για αναίρεση της υπ'αριθμ.411/25.4.2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θράκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Σεπτεμβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Νοεμβρίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ