Legislator Case Law & Legislation
1837/2017 AI generated

1837/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1837/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Η υπόθεση φέρεται νομίμως προς συζήτηση με την από 20-12-2016 κλήση της αναιρεσίβλητης, δια της οποίας η ίδια παραιτείται από την προγενέστερη, από 20-10-2016 όμοια, που θεωρείται ως μη ασκηθείσα (ΚΠολΔ 294, 295 παρ.1, 297, 299), ύστερα από την έκδοση της 199/2016 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση που είχε διενεργηθεί κατά τη δικάσιμο της 17-11-2015 (ΚΠολΔ 106, 230 παρ.2, 568).

Legislator headnote

AI generated

1837/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η υπόθεση φέρεται νομίμως προς συζήτηση με την από 20-12-2016 κλήση της αναιρεσίβλητης, δια της οποίας η ίδια παραιτείται από την προγενέστερη, από 20-10-2016 όμοια, που θεωρείται ως μη ασκηθείσα (ΚΠολΔ 294, 295 παρ.1, 297, 299), ύστερα από την έκδοση της 199/2016 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση που είχε διενεργηθεί κατά τη δικάσιμο της 17-11-2015 (ΚΠολΔ 106, 230 παρ.2, 568).

Keywords

AI generated
posted workers detachment wages and movements of workers abandonment of employment occupational migration transfer of employment relationship wage portage
AI generated
1834/2017
Η υπόθεση φέρεται νομίμως προς συζήτηση με την από 20-12-2016 κλήση της αναιρεσίβλητης, δια της οποίας η ίδια παραιτείται από την προγενέστερη, από 20-10-2016 όμοια, που θεωρείται ως μη ασκηθείσα (ΚΠολΔ 294, 295 παρ.1, 297, 299), ύστερα από την έκδοση της 193/2016 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση που είχε διενεργηθεί κατά τη δικάσιμο της 17-11-2015 (ΚΠολΔ 106, 230 παρ.2, 568).
1835/2017
Η υπόθεση φέρεται νομίμως προς συζήτηση με την από 20-12-2016 κλήση της αναιρεσίβλητης, δια της οποίας η ίδια παραιτείται από την προγενέστερη, από 20-10-2016 όμοια, που θεωρείται ως μη ασκηθείσα (ΚΠολΔ 294, 295 παρ.1, 297, 299), ύστερα από την έκδοση της 197/2016 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση που είχε διενεργηθεί κατά τη δικάσιμο της 17-11-2015 (ΚΠολΔ 106, 230 παρ.2, 568).
1836/2017
Η υπόθεση φέρεται νομίμως προς συζήτηση με την από 20-12-2016 κλήση της αναιρεσίβλητης, δια της οποίας η ίδια παραιτείται από την προγενέστερη, από 20-10-2016 όμοια, που θεωρείται ως μη ασκηθείσα (ΚΠολΔ 294, 295 παρ.1, 297, 299), ύστερα από την έκδοση της 198/2016 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση που είχε διενεργηθεί κατά τη δικάσιμο της 17-11-2015 (ΚΠολΔ 106, 230 παρ.2, 568).
1833/2017
Η υπόθεση φέρεται νομίμως προς συζήτηση με την από 20-12-2016 κλήση της αναιρεσίβλητης, δια της οποίας η ίδια παραιτείται από την προγενέστερη, από 20-10-2016 όμοια, που θεωρείται ως μη ασκηθείσα (ΚΠολΔ 294, 295 παρ.1, 297, 299), ύστερα από την έκδοση της 194/2016 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση που είχε διενεργηθεί κατά τη δικάσιμο της 17-11-2015 (ΚΠολΔ 106, 230 παρ.2, 568).
1832/2017
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1837 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1837/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 21η Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθ’ ου η κλήση: Πρωτοβάθμιου συνδικαλιστικού σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Εργαζομένων ...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Πήττα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και τον οποίο διόρισε ο εμφανισθείς στο ακροατήριο πρόεδρός του, Β. Κ..

Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνικά Ναυπηγεία ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σταύρου Ανδριόπουλου, ο οποίος, δυνάμει του ...17-9-2014 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ζ. Σ., διόρισε ως συμπαραστάτη τον παρόντα στο ακροατήριο δικηγόρο Δημήτριο Ζερδελή και αμφότεροι κατέθεσαν προτάσεις.

Των προς ους κοινοποιείται η κλήση - προσθέτως παρεμβαινόντων υπέρ των εναγόντων (που δεν είναι διάδικοι στο εδώ ένδικο μέρος της υπόθεσης): 1) Δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου" (ΠΟΕΜ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον … και παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Πήττα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις και τον οποίο διόρισε ο εμφανισθείς στο ακροατήριο πρόεδρός της, Χ. Α.. Και 2) τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος" (ΓΣΕΕ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2008 αγωγή των Α. Β. και ετέρων συνολικά είκοσι οκτώ εναγόντων (που δεν είναι διάδικοι στο εδώ ένδικο μέρος της υπόθεσης), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την 15-2-2008 και την πρόσθετη παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος που ασκήθηκε προφορικά στο ακροατήριο του ιδίου δικαστηρίου και συνεκδικάστηκε με αυτήν.

Εκδόθηκαν η 1430/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2772/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-1-2012 αίτησή του και τους από 26-7-2013 και από 12-8-2013 προσθέτους λόγους επ’ αυτής (ημερομηνίες καταθέσεως των σχετικών δικογράφων), που επαναφέρονται για συζήτηση με την από 20-12-2016 κλήση της αναιρεσίβλητης, μετά την έκδοση της 199/2016 απόφασης του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χριστόφορος Κοσμίδης ανέγνωσε την από 3-9-2013 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Νικόλαου Πάσσου, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης και των πρόσθετων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος και του παραστάντος εκ των προσθέτως παρεμβαινόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων της, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η υπόθεση φέρεται νομίμως προς συζήτηση με την από 20-12-2016 κλήση της αναιρεσίβλητης, δια της οποίας η ίδια παραιτείται από την προγενέστερη, από 20-10-2016 όμοια, που θεωρείται ως μη ασκηθείσα (ΚΠολΔ 294, 295 παρ.1, 297, 299), ύστερα από την έκδοση της 199/2016 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση που είχε διενεργηθεί κατά τη δικάσιμο της 17-11-2015 (ΚΠολΔ 106, 230 παρ.2, 568).

Σημειώνεται, ειδικότερα, ότι με την κλήση φέρεται προς συζήτηση η από 18-1-2012 αίτηση αναιρέσεως του πρωτοβάθμιου συνδικαλιστικού σωματείου "...", το οποίο εκπροσωπεί τόσο τους εργαζόμενους στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ελληνικά Ναυπηγεία ΑΕ" (ήτοι, την αναιρεσίβλητη και ήδη επισπεύδουσα τη συζήτηση με την ως άνω κλήση) όσο και εκείνους που φέρεται ότι μετακινήθηκαν λόγω μεταβίβασης τμήματος των ναυπηγείων στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Εταιρεία ...

Ελλάδος ΑΕ" (που δεν είναι διάδικος), καθώς και οι από 26-7-2013 και 12-8-2013 πρόσθετοι λόγοι επ’ αυτής. Με την αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 2772/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η έφεση των εναγόντων και τότε εκκαλούντων, κατά της 1430/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Το αναιρεσείον σωματείο έχει ασκήσει την αίτηση αναιρέσεως με την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ των εναγόντων εργαζομένων, τόσο στην πρωτόδικη όσο και στην κατ’ έφεση δίκη (ΚΠολΔ 556 παρ.1). Οι ενάγοντες, υπέρ των οποίων είχε ασκηθεί η πρόσθετη παρέμβαση, δεν μετέχουν στη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, αλλά έχουν ασκήσει, σε δύο ομάδες, αυτοτελείς αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες με τη δική τους συμμετοχή συζητήθηκαν στην αυτή ως άνω δικάσιμο του παρόντος τμήματος του Αρείου Πάγου και επί των οποίων, χωρίς να γίνεται συνεκδίκαση με τη δικονομική έννοια, εκδίδονται ταυτόχρονες αποφάσεις ύστερα από παράλληλη έρευνα απάντων των λόγων αναιρέσεως.

2. Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις .../12-1-2017 εκθέσεις επιδόσεως του Α. Τ., δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς, ακριβές αντίγραφο της από 20-12-2016 κλήσεως της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, της από 18-1-2012 αιτήσεως αναιρέσεως του αναιρεσείοντος συνδικαλιστικού σωματείου και των από 26-7-2013 και 12-8-2013 προσθέτων λόγων, με την πράξη καταθέσεως και την κάτω από αυτήν πρόσκληση της αναιρεσίβλητης προς την τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση (ΓΣΕΕ), που είχε παρέμβει προσθέτως υπέρ των εναγόντων ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, για να παρασταθεί κατά τη δικάσιμο της 24-1-2017, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε εκ του πινακίου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σ’ αυτή.

Η εν λόγω προς ην η κοινοποίηση της κλήσεως, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της ως άνω, μετ’ αναβολή δικασίμου ούτε κατέθεσε κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ’ αυτή. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά τη δικονομική της απουσία (ΚΠολΔ 226 παρ. 4 εδ. 1, 3, 4, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2).

3. Με τις διατάξεις του π.δ. 178/2002 (ΦΕΚ Α’ 162/12-7-2002) έχουν ληφθεί "μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου". Κατόπιν αυτού, με το άρθρο 11 του π.δ. 178/ 2002, καταργήθηκε το προϊσχύσαν π.δ. 572/1988, με το οποίο είχε εναρμονισθεί η ελληνική νομοθεσία προς τις διατάξεις της Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ (η οποία τροποποιήθηκε με την ως άνω και, τελικά, κωδικοποιήθηκε με την Οδηγία 2001/23/ΕΚ).

Σύμφωνα με το άρθρο 1 του π.δ. 178/2002, η συμμόρφωση προς την Οδηγία (όπως και η ίδια η Οδηγία), αποβλέπει στη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων κλπ. Έτσι, οι διατάξεις του π.δ. 178/2002 εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων, η οποία συνιστά μεταβολή του προσώπου εργοδότη και δύναται να αφορά είτε σε δημόσιους είτε σε ιδιωτικούς φορείς, οι οποίοι ασκούν οικονομικές δραστηριότητες, που ενδέχεται να είναι είτε κερδοσκοπικές είτε μη κερδοσκοπικές (άρθρο 2 παρ.1 στοιχεία α’ και γ’ ).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ορισμούς των διατάξεων αυτών, ως "μεταβίβαση" θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας (άρθρο 2 παρ.1 στοιχείο β’ ).

Ως "μεταβιβάζων" ("εκχωρητής", κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης. Ως "διάδοχος" ("εκδοχέας", κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση κλπ (άρθρο 3 παρ.1 στοιχείο α’ και β’ ).

Η Οδηγία αποβλέπει στην προστασία των εργαζομένων. Για την εξασφάλιση της προστασίας, ενδιαφέρει η διατήρηση των θέσεων εργασίας (η "υπόστασή" τους) και το αμετάβλητο των όρων παροχής αυτής (το "περιεχόμενό" τους, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι όροι αμοιβής) υπό το νέο φορέα της οικονομικής δραστηριότητας, που καθίσταται ο νέος εργοδότης (απόφαση ΔΕΚ της 17-12-1987 υπόθεση 287/86 [Ny Molle Kro], Συλλογή 1987, σ. 5465, 5479).

Η ερμηνεία τόσο της προϊσχύσασας Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ όσο και της ήδη ισχύουσας Οδηγίας 98/50/ΕΚ γίνεται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τότε ΔΕΚ και ήδη ΔΕΕ) με ευρύ τρόπο. Με τρόπο, δηλαδή, ο οποίος ευνοεί την κατάφαση "μεταβίβασης" ακόμη και σε περιπτώσεις, στις οποίες αυτή εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να αμφισβητηθεί (ενδεικτικά:

απόφαση ΔΕΚ της 2-12-1999 υπόθεση C-234/98 [Allen κλπ] Συλλογή 1987 σ. Ι-8643, απόφαση ΔΕΚ της 11-3-1997 υπόθεση C-13/1995 [Suzen] Συλλογή 1997 σ. Ι-1259, απόφαση ΔΕΚ της 19-9-1995 υπόθεση C-48/94 [Rygaard] Συλλογή 1995 σ. Ι-2745). Σύμφωνα με μια γενική ερμηνευτική προσέγγιση, για να υπάρξει μεταβίβαση επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως ή τμήματος αυτών πρέπει να πρόκειται για μια "οικονομική οντότητα".

Πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία μιας επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως ή ακόμη και ενός τμήματος επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να έχουν κάποια οργανική ενότητα ("οικονομική οντότητα") την οποία να διατηρούν και υπό το νέο φορέα, ώστε να παραμένουν ικανά για την πραγματοποίηση του σκοπού, τον οποίο επιδίωκε ο προηγούμενος φορέας (πρβλ.

ΑΠ 1319/2015, ΑΠ 14/2012).

4. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του π.δ. 178/2002, δια της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως κλπ και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις, που είχε ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταφέρονται στο διάδοχο (παρ.1 εδ. α’ ). Οπότε, επέρχεται μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη, σύμφωνα με τα ήδη γνωστά στο εσωτερικό δίκαιο κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ.1 του ν. 2112/1920 και 9 παρ.1 του β.δ.

της 16/18-7-1920 "περί επεκτάσεως του ν. 2112 και επί των εργατών κλπ" (και του ήδη καταργημένου άρθρου 6 παρ.2 του ν. 3239/1955). Η μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη επέρχεται αυτοδικαίως και ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή μεταβίβασης της επιχείρησης κλπ, για την οποία, αν και οι εργαζόμενοι πρέπει να ενημερωθούν έγκαιρα και να κληθούν σε διαβουλεύσεις, δεν είναι αναγκαίο να συναινέσουν με οποιοδήποτε τρόπο.

Για την εξασφάλιση των εργαζομένων, των οποίων οι θέσεις εργασίας μεταφέρονται στο νέο φορέα της επιχείρησης κλπ, ο μεταβιβάζων εξακολουθεί να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που είχαν προκύψει από σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (άρθρο 4 παρ.1 εδ.

β’ του π.δ. 178/2002). Μετά τη μεταβίβαση (με την επιφύλαξη τυχόν δικαιωμάτων από υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ασφάλισης, για τα οποία δεν πρόκειται στην υπόθεση αυτή), ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονταν ήδη από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας (παρ.2).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 5 του π.δ. 178/2002, η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δεν συνιστά αυτή καθ’ αυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων (παρ.1 εδ. α’ ). Αυτό, βέβαια, δεν εμποδίζει, τηρουμένων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, όσες απολύσεις είναι αναγκαίο να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανωτικούς, που συνεπάγονται μεταβολές του εργατικού δυναμικού (παρ.1 εδ.

β’ ). Σε κάθε περίπτωση, όμως, αν η σύμβαση ή η σχέση εργασίας καταγγελθεί λόγω του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας σε βάρος του εργαζόμενου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ή της εργασιακής σχέσης θεωρείται ότι επήλθε εξαιτίας του εργοδότη (παρ.2). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 6 του π.δ. 178/2002, οι ως άνω συνέπειες μιας μεταβίβασης, όπως καθορίζονται στα άρθρα 4 και 5 του διατάγματος αυτού, δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση κατά την οποία ο μεταβιβάζων ευρίσκεται σε διαδικασία πτώχευσης ή σε οποιαδήποτε άλλη, ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας (παρ.1).

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι εργαζόμενοι, των οποίων λόγω μεταβίβασης της επιχειρήσεως κλπ οι θέσεις εργασίας παύουν να υφίστανται στην υπηρεσία του μεταβιβάζοντος, οφείλουν, κατ’ αρχήν, να συνεχίσουν την παροχή της εργασίας τους με τους ίδιους όρους στην υπηρεσία του διαδόχου, στην οποία μεταφέρονται οι θέσεις εργασίας (που εκ των πραγμάτων είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με την οικονομική δραστηριότητα που μεταβιβάζεται).

Όπως αναφέρθηκε, όμως, η μεταβίβαση της επιχείρησης κλπ επέρχεται με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να είναι αναγκαία η συναίνεση των εργαζομένων. Ως εκ τούτου, συνιστά μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας.

5. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί εφέσεως των εναγόντων και εκεί εκκαλούντων εργαζομένων (που δεν είναι διάδικοι τώρα), κατά της 1430/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε απορρίψει την με αριθμό καταθέσεως ...-2-2008 αγωγή κατά της εναγομένης, εκεί εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, δέχθηκε με την ήδη προσβαλλόμενη 2772/2011 απόφασή του τα εξής ουσιώδη:

Ότι οι ενάγοντες, σε διαφορετικούς χρόνους ο καθένας και σε βάθος περίπου 35 ετών, είχαν προληφθεί και πρόσφεραν εξαρτημένη εργασία στην ιδιωτικών συμφερόντων εναγομένη εταιρεία "Ελληνικά Ναυπηγεία ΑΕ" (στο εξής: "ΕΝΑΕ"), στις εγκαταστάσεις της στην περιοχή ..., με ατομικές συμβάσεις αορίστου χρόνου, με ποικίλες ειδικότητες και σε διάφορες θέσεις, στις οποίες είχε ρητά συμφωνηθεί ότι δύναται να τους μετακινεί ελεύθερα η εργοδότρια εταιρία.

Ότι, κατά το έτος 1985, η "ΕΝΑΕ" εξαγοράστηκε από την κρατική "Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως ΑΕ" και κατέστη επιχείρηση του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Ότι ύστερα από διεθνή, πλειοδοτικό διαγωνισμό και διαδικασία που εξελίχθηκαν από τον Οκτώβριο 2001 μέχρι το Μάιο 2002, το "Ελληνικό Δημόσιο" πώλησε και μεταβίβασε την "ΕΝΑΕ" προς τις εταιρείες "...".

Ότι, κατά το έτος 2005 (ύστερα από διαδοχικές μεταβολές που δεν ενδιαφέρουν ενταύθα), η "ΕΝΑΕ" περιήλθε στην εταιρεία "..."), που ήταν αποκλειστικά προσανατολισμένη στη ναυπηγική δραστηριότητα. Ότι η "ΕΝΑΕ", κατά την ιδιωτικοποίησή της, είχε ως επιχείρηση τέσσερις κύριες δραστηριότητες, οργανωμένες σε "διευθύνσεις" και συγκεκριμένα (α) την επισκευή πλοίων ("διεύθυνση επισκευών"), (β) τη ναυπήγηση πολεμικών και εμπορικών πλοίων ("διεύθυνση πλοίων επιφανείας"), (γ) τη ναυπήγηση και επισκευή υποβρυχίων ("διεύθυνση υποβρυχίων") και (δ) την κατασκευή και επισκευή σιδηροδρομικών οχημάτων ("διεύθυνση ...").

Ότι, εκτός από αυτές τις τέσσερις "διευθύνσεις", η οργανωτική δομή της "ΕΝΑΕ" περιλάμβανε και τέσσερα παραγωγικά "τμήματα", τα οποία υποστήριζαν τη λειτουργία των "διευθύνσεων" και συγκεκριμένα το ελασματουργείο, το σωληνουργείο, το ξυλουργείο και το μηχανουργείο. Ότι λίγο καιρό μετά την ιδιωτικοποίηση της "ΕΝΑΕ", με την .../26-7-2002 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.

Κ., ιδρύθηκε ως θυγατρική αυτής η "Εταιρεία ... Ελλάδος ΑΕ" (στο εξής: "ΕΤΥΕ"), της οποίας η σύσταση και το καταστατικό εγκρίθηκαν με την ...5-8-2002 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών. Ότι η ίδρυση της "ΕΤΥΕ" έγινε προκειμένου να μεταβιβασθούν σ’ αυτήν οι υπό εξέλιξη προγραμματικές συμφωνίες μεταξύ αφ’ ενός κοινοπραξιών, στις οποίες μετείχε η "ΕΝΑΕ" και αφ’ ετέρου του "Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος" (στο εξής: "ΟΣΕ") και των "Ηλεκτροκίνητων Σιδηροδρόμων Αθηνών Πειραιώς" (στο εξής: "ΗΣΑΠ"), οι οποίες αφορούσαν στην εκ μέρους των κοινοπραξιών κατασκευή και παράδοση στους αντισυμβαλλόμενους σιδηροδρομικών οχημάτων διαφόρων τύπων, δηλαδή ενός ιδιαίτερου βιομηχανικού προϊόντος το οποίο, σε όλη την Ευρώπη, κατασκευάζεται από εξειδικευμένα εργοστάσια.

Ότι, το Φεβρουάριο 2006, ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της "ΕΝΑΕ", με επιστολή του, γνωστοποίησε προς όλους τους εργαζόμενους το "σχέδιο δράσης για τον εκσυγχρονισμό, την ανταγωνιστικότητα και την απασχόληση" της νέας ιδιοκτήτριας εταιρίας (της "..."). Ότι, μεταξύ άλλων, στην επιστολή ανέφερε ότι η εταιρεία εστιάζει τις προσπάθειές της στην κατασκευή πολεμικών πλοίων και υποβρυχίων, ότι εξετάζει το ενδεχόμενο ναυπήγησης επιλεγμένων τύπων εμπορικών πλοίων και ότι διατηρεί το ενδιαφέρον της για τον τομέα των επισκευών, αποβλέποντας τόσο στην εγχώρια όσο και στην παγκόσμια αγορά.

Ότι, αντιθέτως, σύμφωνα με το συμβόλαιο εξαγοράς τής όλης επιχείρησης, είναι υποχρεωμένη να "κλείσει" τη διεύθυνση ... της "ΕΝΑΕ". Ότι για να διατηρηθούν οι θέσεις εργασίας, πρέπει να αναζητηθεί ένας νέος ιδιοκτήτης, στον οποίο θα μεταβιβασθεί η συγκεκριμένη δραστηριότητα και ο οποίος θα έχει διαρκές ενδιαφέρον γι’ αυτήν, ώστε με τη δική του τεχνογνωσία και τις επενδύσεις του να την αναπτύξει μακροπρόθεσμα.

Ότι, σε απάντηση ανακοίνωσης του "Σωματείου Εργαζομένων ... ..." (στο εξής: "..."), που εξέφρασε ανησυχία για το μέλλον των εργαζομένων στη διεύθυνση ..., ο αυτός νόμιμος εκπρόσωπος της "ΕΝΑΕ", με την από 17-3-2006 ανοικτή επιστολή του προς τον πρόεδρο του σωματείου και άλλα πρόσωπα, με κοινοποίηση στον πρόεδρο της ΓΣΕΕ, δήλωσε ότι η διοίκηση σκοπεύει να καταστήσει το τροχαίο υλικό μια ανεξάρτητη εταιρεία, την οποία αργότερα θα πουλήσει στο "βέλτιστο ιδιοκτήτη", προκειμένου να διασφαλίσει την επιβίωση της δραστηριότητας και τις θέσεις εργασίας.

Ότι, με την από 20-3-2006 ανοικτή επιστολή που υπογράφεται από τον πρόεδρο και το γενικό της γραμματέα, η "..." επανέλαβε τις ανησυχίες της, δηλώνοντας ότι εμμένει στην προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων και ότι δεν έχει καμία εμπιστοσύνη στις περί αυτών διαβεβαιώσεις της εργοδοσίας. Ότι, με την από 12-4-2006 τρίτη ανοικτή επιστολή, ο νόμιμος εκπρόσωπος της "ΕΝΑΕ" επανέλαβε προς τους εκπροσώπους τής "..." τη σταθερή απόφαση της διοίκησης να διαχωρίσει τον κλάδο του ...

από το ναυπηγείο και να τον παραχωρήσει σε έναν ικανό νέο ιδιοκτήτη, ο οποίος θα είναι σε θέση να εξασφαλίσει τις θέσεις εργασίας μέσα από την εξειδίκευση και την τεχνογνωσία, ώστε αφ’ ενός να διατηρηθούν τα δικαιώματα των ήδη εργαζομένων στον κλάδο αυτό και αφ’ ετέρου να αναπτυχθεί μια βιώσιμη βιομηχανία στη ναυπηγική δραστηριότητα, που θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα της ελληνικής κοινωνίας.

Ότι για το ίδιο ζήτημα, την 25-5-2006, πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ των διοικήσεων της "ΕΝΑΕ" και της "...", κατά την οποία εκτέθηκαν προς τους εκπροσώπους των εργαζομένων τα μέχρι τότε αρνητικά αποτελέσματα του κλάδου ... ως παράλληλης δραστηριότητας των ναυπηγείων, η απόφαση του εργοδότη για απόσχιση του κλάδου αυτού από 1-10-2006 με την ένταξή του σε αυτόνομη εταιρεία, θυγατρική της "ΕΝΑΕ" (ήτοι, της "ΕΤΥΕ" που αν και ιδρυθείσα δεν είχε δραστηριοποιηθεί ακόμη) και η προοπτική πώλησης της εταιρίας αυτής από 1-10-2007 στο "βέλτιστο ιδιοκτήτη", προκειμένου να εξασφαλισθεί η συνέχιση της δραστηριότητας, η διακοπή των ζημιών και το πέρασμα σε κερδοφορία με διατήρηση της απασχόλησης στα υψηλότερα δυνατά επίπεδα, πράγματα που δεν θα μπορούσαν να επιτευχθούν κάτω από την "...", η οποία, ως όμιλος προσανατολισμένος μόνο στη ναυπηγική δραστηριότητα, δεν μπορούσε να διοχετεύσει τα απαραίτητα κεφάλαια για επενδύσεις σε ένα κλάδο, άσχετο με το αντικείμενο εργασιών του ομίλου.

Ότι, με την από 26-7-2006 ανακοίνωση, το περιεχόμενο της πιο πάνω συνάντησης γνωστοποιήθηκε σε όλους τους εργαζόμενους από τους εκπροσώπους τους, από τους οποίους διατυπώθηκε η κρίση ότι υπήρξε "μακρύς και ουσιαστικός διάλογος" για το τροχαίο υλικό, ότι "μπορούν να βρεθούν κοινά σημεία προσέγγισης" και ότι αναμένονται "γραπτώς οι θέσεις της διοίκησης μετά τη λήξη των καλοκαιρινών αδειών".

Ότι, σε συνέχεια της ως άνω ενημέρωσης των εργαζομένων σχετικά με το μέλλον της διεύθυνσης ..., η "ΕΝΑΕ" διέλαβε στο ενημερωτικό της δελτίο για το μήνα Αύγουστο 2006 ότι από την 1-10-2006 η διεύθυνση ... θα γίνει αυτόνομη εταιρεία, ότι κανένας εργαζόμενος δεν θα χάσει τη θέση του, ως συνέπεια της αυτονόμησης, ότι όλα τα δικαιώματα των εργαζομένων διασφαλίζονται, όπως προβλέπεται στις διμερείς ΣΣΕ και ότι δεν θα υπάρξει διάσπαση στην εκπροσώπηση των εργαζομένων, η οποία θα εξακολουθήσει να γίνεται από την "...".

Ότι, την 26-9-2006, εκδόθηκε από τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της "ΕΝΑΕ" η 745 ανακοίνωση προς όλες τις διευθύνσεις, τα τμήματα και τις υπηρεσίες της, με την οποία γνωστοποιήθηκε η απόφαση της διοίκησης για συνέχιση της εταιρικής μονάδας παραγωγής ..., ως αυτόνομης εταιρικής, οικονομικής και παραγωγικής οντότητας, με ενεργοποίηση τής ήδη από το 2002 συσταθείσας "ΕΤΥΕ".

Ότι στην ανακοίνωση αυτή υπήρχε συνημμένη κατάσταση, σύμφωνα με την οποία, από 1-10-2006, όλοι οι εργαζόμενοι, οι οποίοι ήδη απασχολούνταν στο συγκεκριμένο κλάδο και μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν οι ενάγοντες, μεταφέρονταν και καθίσταντο εργαζόμενοι του νέου φορέα της εκμετάλλευσης. Ότι προκειμένου, από 1-10-2006, να επιτευχθεί η λειτουργία της διεύθυνσης ...

της "ΕΝΑΕ" ως αυτόνομης εταιρείας υπό την επωνυμία της "ΕΤΥΕ", υπεγράφη το από 28-9-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης επαγγελματικής στέγης, με το οποίο η "ΕΝΑΕ" εκμίσθωσε στην "ΕΤΥΕ" ένα οικόπεδο έκτασης 62.300m2, στην ευρύτερη περιοχή των ναυπηγείων της, μαζί με τα ευρισκόμενα σε αυτό κτίρια και εγκαταστάσεις υποδομής.

Ότι η μισθωμένη περιοχή χωρίσθηκε σε δύο τμήματα, δηλαδή (α) στη "μισθωμένη περιοχή 1", με επιφάνεια 51.279m2, που περιέλαβε τα παρακάτω κτίρια και όλη την υποστηρικτική και περιβάλλουσα υποδομή (φωτισμό, σωληνώσεις αποστράγγισης και αποχέτευσης, σωληνώσεις και διαύλους μέσων, καλωδίωση ρεύματος και πληροφορικής κλπ), ήτοι (1) αποθήκη 559m2, (2) χώρο εξοπλισμού βαγονιών 2.177m2, (3) χώρο δοκιμών 4.013m2, (4) κτίριο μεταλλικής κατασκευής 3.061m2, (5) αποδυτήρια 262m2, (6) χώρο εξοπλισμού βαγονιών 4.817m2, (7) γραφείο 57m2, (8) κτίριο μεταλλικής κατασκευής αλουμινίου 2.559m2, (9) εγκατάσταση αμμοβολής, στοκαρίσματος και βαφής 1.305m2, (10) χώρο στοκαρίσματος και βαφής 266m2 και (11) γραμμή δοκιμών συνολικής επιφανείας 788m2 και (β) στη "μισθωμένη περιοχή 2", με επιφάνεια 11.021m2, που περιέλαβε άλλα κτίρια και ανοικτούς ή στεγασμένους αποθηκευτικούς χώρους.

Ότι για την "περιοχή 1" η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε για περίοδο 4 ετών, με μηνιαίο μίσθωμα 41.305€ και για την "περιοχή 2" η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε για περίοδο 2 ετών, με μηνιαίο μίσθωμα 6.405,82€, με τη διευκρίνιση ότι οι μισθωμένες περιοχές θα χρησιμοποιούνται αποκλειστικά ως εγκαταστάσεις της μισθώτριας για την άσκηση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, με απαγόρευση οποιασδήποτε άλλης χρήσης χωρίς προηγούμενη, έγγραφη συναίνεση της εκμισθώτριας.

Ότι η διάρκεια της μίσθωσης παρατάθηκε στη συνέχεια και για τις δύο περιοχές μέχρι 30-9-2010. Ότι για τον ίδιο σκοπό, υπογράφηκε το από 28-9-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης μεταχειρισμένων κινητών πραγμάτων, με το οποίο η "ΕΝΑΕ" πώλησε και παρέδωσε στην "ΕΤΥΕ" έναντι συνολικού τιμήματος 3.148.860€, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ, τα εις αυτό αναφερόμενα κινητά πράγματα που είχε στην κυριότητα και κατοχή της, προκειμένου αυτά να χρησιμοποιηθούν από την "ΕΤΥΕ" για την επιχειρηματική της δραστηριότητα.

Ότι, ακόμη, υπογράφηκε η από 28-9-2006 σύμβαση παροχής υπηρεσιών, με την οποία ρυθμίσθηκαν οι όροι παροχής από την "ΕΝΑΕ" στην "ΕΤΥΕ" διαφόρων διοικητικής φύσεως διευκολύνσεων σε τομείς γραμματειακής ή νομικής υποστήριξης, οικονομικής διαχείρισης, ανθρώπινου δυναμικού, αγορών, τεχνολογιών πληροφορικής και τηλεφωνικού κέντρου, συντήρησης κλπ, έναντι ειδικώς συμφωνηθέντος ανταλλάγματος για κάθε μεμονωμένη υπηρεσία.

Ότι σχετικά με το αντικείμενο των εργασιών της "ΕΤΥΕ", που θα συνέχιζε τη δραστηριότητα της διεύθυνσης ... της "ΕΝΑΕ", υπογράφηκαν: (α) η από 28-9-2006 σύμβαση ανάθεσης εργασιών από την "ΕΝΑΕ" ως εργοδότρια προς την "ΕΤΥΕ" ως ανάδοχο, με την οποία η πρώτη ανέθεσε στη δεύτερη τις εκκρεμείς εργασίες από την προγραμματική σύμβαση 33 (με τους "ΟΣΕ" και "ΗΣΑΠ"), καθώς και κάθε άλλη αναγκαία εργασία κατά την περίοδο εγγύησης του αντικειμένου αυτής, (β) η από 28-9-2006 παρόμοια σύμβαση, που αφορούσε στις εκκρεμείς, κύριες ή εγγυητικές εργασίες από την προγραμματική σύμβαση 37 και (γ) η από 28-9-2006 παρόμοια σύμβαση, που αφορούσε στις εκκρεμείς, κύριες ή εγγυητικές εργασίες από την προγραμματική σύμβαση 41α.

Ότι την 30-11-2006 κατατέθηκαν στην αρμόδια Διεύθυνση της Νομαρχίας Αθηνών οι .../2006 αιτήσεις αλλαγής φορέα δραστηριότητας, η πρώτη από την "ΕΝΑΕ", ως προηγούμενο φορέα και η δεύτερη από την "ΕΤΥΕ", ως διάδοχο φορέα, για να διαχωριστεί και τυπικά η άδεια λειτουργίας της πρώτης από το τροχαίο υλικό και να δοθεί άδεια λειτουργίας στη δεύτερη.

Ότι, παρά το γεγονός ότι η άδεια αυτή δεν δόθηκε στην "ΕΤΥΕ", για λόγους που ανάγονταν σε εμπλοκή μεταξύ των αρμοδίων δημοσίων υπηρεσιών, η "ΕΤΥΕ" συνέχισε, αμέσως, την παραγωγική δραστηριότητα της πρώην διεύθυνσης ... και περαίωσε την κατασκευή των βαγονιών, την οποία η "ΕΝΑΕ" της είχε αναθέσει. Ότι το γεγονός αυτό δεν αποκλείεται από το ότι η "ΕΝΑΕ", ως μέλος της κοινοπραξίας και αμέσως συμβληθείσα με τον ΟΣΕ, παρέδωσε η ίδια τα βαγόνια από το Νοέμβριο 2006 μέχρι και το Σεπτέμβριο 2007 και εξέδωσε στο όνομά της (ως αντισυμβαλλομένη αυτή η ίδια και όχι η "ΕΤΥΕ") τα σχετικά δελτία αποστολής και τιμολόγια.

Ότι μετά την έναρξη λειτουργίας της "ΕΤΥΕ" υπεγράφησαν μεταξύ της "ΕΝΑΕ" και αυτής οι ακόλουθες συμβάσεις: (α) η από 31-1-2007 σύμβαση δανεισμού προσωπικού με αντάλλαγμα 24 ευρώ ανά ώρα και ανά εργαζόμενο, με την οποία η "ΕΤΥΕ" παραχώρησε στην "ΕΝΑΕ" τις υπηρεσίες μέρους του προσωπικού της (μέχρι 85 εργαζόμενους, των οποίων είχε εξασφαλίσει τη συναίνεση και των οποίων την αμοιβή θα εξακολουθούσε να καταβάλλει η "ΕΤΥΕ"), για την εξυπηρέτηση έκτακτων και παροδικών αναγκών της "ΕΝΑΕ", (β) η από 30-8-2007 σύμβαση ανάθεσης εργασιών από την "ΕΝΑΕ" ως εργοδότρια προς την "ΕΤΥΕ" ως ανάδοχο, με την οποία η πρώτη ανέθεσε στη δεύτερη τις εκκρεμείς εργασίες από την προγραμματική σύμβαση 33α (με τους "ΟΣΕ" και "ΗΣΑΠ"), καθώς και κάθε άλλη αναγκαία εργασία κατά την περίοδο εγγύησης του αντικειμένου αυτής, (γ) η από 30-8-2007 σύμβαση παροχής υπηρεσιών, με την οποία ρυθμίσθηκαν οι όροι παροχής υπηρεσιών παραγωγής από την "ΕΤΥΕ" στην "ΕΝΑΕ", ύστερα από σχετική αίτηση, (δ) η από 27-9-2007 σύμβαση παροχής υπηρεσιών, με την οποία ρυθμίσθηκαν οι όροι με τους οποίους η "ΕΝΑΕ" θα εξακολουθούσε να παρέχει στην "ΕΤΥΕ" πάσης φύσεως υπηρεσίες διοικητικής υποστήριξης, όπως ήδη αναφέρθηκε και (ε) η από 27-9-2007 σύμβαση παροχής υπηρεσιών, με την οποία ρυθμίσθηκαν οι όροι με τους οποίους η "ΕΤΥΕ" θα εξακολουθούσε να παρέχει υπηρεσίες στην "ΕΝΑΕ", όπως ήδη αναφέρθηκε.

Ότι από 1-10-2007 το σύνολο των μετοχών της "ΕΤΥΕ" περιήλθε στην κυριότητα του ομίλου εταιρειών περιορισμένης ευθύνης "... και "... (στο εξής: "..."), που εκπροσωπήθηκαν από το διευθύνοντα σύμβουλο Χ. Μ.. Ότι, με την ...-10-2007, ανακοίνωση άπαντες οι εργαζόμενοι πληροφορήθηκαν τη μεταβίβαση της "ΕΤΥΕ" στον όμιλο εταιρειών "...".

Ότι, ύστερα από συναντήσεις και διαβουλεύσεις μεταξύ της διοίκησης της "ΕΤΥΕ", εκπροσώπων των εργαζομένων και του σωματείου "...", επιτεύχθηκε η σύναψη της από 13-5-2008 ΕΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας όλων των εργαζομένων στην "ΕΤΥΕ". Ότι, την 16-5-2008 κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών αίτηση, προκειμένου να εγκριθούν οι τροποποιήσεις που έγιναν στο καταστατικό τού εν λόγω σωματείου με την από 8-5-2008 απόφαση της γενικής συνέλευσης των μελών του και, ειδικότερα, η με ενιαίο τρόπο εκπροσώπηση όλων των εργαζομένων που απασχολούνται τόσο στην "ΕΝΑΕ" όσο και σε άλλες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον ευρύτερο χώρο των ..., από το σωματείο "...".

6. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι (1) η "...", που ήλεγχε την "ΕΝΑΕ" και ήταν αμιγώς προσανατολισμένη στη ναυπηγική δραστηριότητα, έλαβε την απόφαση να διαχωρίσει τον κλάδο που αφορούσε στην κατασκευή, επισκευή, συναρμολόγηση και εμπορία ..., τον οποίο θεωρούσε μη κερδοφόρο και για το λόγο αυτό, αφού τήρησε τις προβλεπόμενες στο άρθρο 8 του π.δ. 172/2002 υποχρεώσεις πληροφόρησης των εργαζομένων, από 1-10-2006 μεταβίβασε τον κλάδο αυτό στη θυγατρική της και ήδη υφισταμένη "ΕΤΥΕ", (2) ο κλάδος ..., που ήταν οργανωμένος ως αυτοτελής διεύθυνση της "ΕΝΑΕ", συνιστούσε οικονομική οντότητα κατά την έννοια του π.δ. 172/2002, διότι (α) είχε απόλυτα διακριτή δραστηριότητα από τις λοιπές, κύριες δραστηριότητες της "ΕΝΑΕ", οι οποίες, όπως αναφέρθηκε, αφορούσαν στη ναυπήγηση και επισκευή πλοίων του πολεμικού και εμπορικού ναυτικού και υποβρυχίων, (β) διέθετε ιδιαίτερες κτιριακές εγκαταστάσεις μέσα στον ευρύτερο χώρο των ναυπηγείων, (γ) διέθετε ιδιαίτερο και ειδικό μηχανολογικό και λοιπό εξοπλισμό και (δ) απασχολούσε κατά το χρόνο της μεταβίβασης 198 εργαζομένους (στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ενάγοντες) με τεχνογνωσία και εξειδίκευση στη συγκεκριμένη βιομηχανική δραστηριότητα και (3) μετά την 1-10-2006 η "ΕΤΥΕ", ως διάδοχος της "ΕΝΑΕ", συνέχισε πραγματικά τη λειτουργία του μεταβιβασθέντος, διακριτού κλάδου της αρχικής, ενιαίας επιχείρησης και εκτέλεσε όχι μόνο τα έργα, τα οποία της είχε αναθέσει συμβατικά η τελευταία, αλλά και εκείνα που η ίδια ανέλαβε, στη συνέχεια, όπως η κατασκευή 200 βαγονιών για λογαριασμό της ελβετικής εταιρείας "...", για την εκτέλεση των οποίων απασχόλησε, πραγματικά και όχι τυπικά, όλους τους μισθωτούς (συνολικά 198, μεταξύ των οποίων και τους ενάγοντες), οι οποίοι εργάζονταν στο συγκεκριμένο κλάδο, τους οποίους από το Σεπτέμβριο 2006 εμφάνιζε στις καταστάσεις του προσωπικού που υπέβαλλε στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας και οι οποίοι διατήρησαν όλα τα δικαιώματα που είχαν πριν από τη μεταβίβαση του συγκεκριμένου κλάδου της όλης επιχείρησης της "ΕΝΑΕ", προς την "ΕΤΥΕ".

Κατόπιν αυτών, έκρινε το εφετείο ότι, από 1-10-2006, επήλθε διαδοχή εργοδότη για όλους τους εργαζόμενους που απασχολούντο στη διεύθυνση ... της "ΕΝΑΕ", διότι μεταβιβάσθηκε ολόκληρος ο συγκεκριμένος κλάδος, που συνιστούσε "τμήμα" επιχείρησης κατά την έννοια του π.δ. 178/2002, ήτοι οργανωτική και οικονομική οντότητα (και όχι μεμονωμένα περιουσιακά στοιχεία), η οποία διατήρησε την ταυτότητά της, επιδιώκοντας αληθώς τον ίδιο οικονομικό σκοπό.

Και ότι η κρίση αυτή δεν αποκλείεται ούτε από το ότι η "ΕΤΥΕ" μίσθωσε από την "ΕΝΑΕ", για ορισμένο χρόνο και έναντι ορισμένου μισθώματος, τις διοικητικές, οικονομικές και λοιπές υπηρεσίες, τις οποίες είχε ανάγκη για τη λειτουργία της, αντί να προσλάβει αντίστοιχους δικούς της υπαλλήλους, διότι η "ΕΤΥΕ", ως ο διάδοχος φορέας στην άσκηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας, είχε την εξουσία να την οργανώσει με κριτήρια που αυτή καθόριζε ως πλέον αποτελεσματικά για τους επιχειρηματικούς της στόχους, ούτε από το ότι μετά την μεταβίβαση και συγκεκριμένα την 26-9-2008, η "ΕΝΑΕ" δάνεισε στην "ΕΤΥΕ" το ποσό των 594.299,05€, καθόσον είναι συνήθης η χρηματοδότηση μιας επιχείρησης από άλλη.

Μετά τις ως άνω παραδοχές και κρίσεις, το Εφετείο Αθηνών απέρριψε την έφεση των εναγόντων και τότε εκκαλούντων κατά της τότε εκκαλουμένης 1430/2009 αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί καταφατικά ως προς την ύπαρξη μεταβίβασης κατά την έννοια του π.δ. 178/2002 με συνέπεια να έχει απορρίψει ως αβάσιμη την από 15-2-2008 αγωγή των εναγόντων, που είχε ως αίτημα την αναγνώριση του ότι η εναγομένη, εκεί εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία ("ΕΝΑΕ") εξακολουθούσε να παραμένει ο μόνος και αληθής εργοδότης των εναγόντων με όλες τις εκ της σχέσεως αυτής έννομες συνέπειες.

7. Με την κρίση αυτή και κατά τη γνώμη τριών μελών του δικαστηρίου και συγκεκριμένα της αντιπροέδρου Χρυσούλας Παρασκευά και των αρεοπαγιτών Σοφίας Καρυστηναίου και Μαρίας Νικολακέα, το Εφετείο Αθηνών εσφαλμένα ερμήνευσε τις ουσιαστικές διατάξεις που αναφέρονται στις νομικές σκέψεις της παρούσας (βλ.

παραπάνω, αρ.3 και 4) και υπήγαγε σ’ αυτές τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε ως αληθινά (βλ. παραπάνω, αρ.5) και τα οποία ανεπαρκώς αιτιολογούν την απόφασή του. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, ο νέος φορέας ("ΕΤΥΕ"), προς τον οποίο φέρεται ότι έγινε η μεταβίβαση της διεύθυνσης ...

της αναιρεσίβλητης ("ΕΝΑΕ") δεν είχε τη δυνατότητα να συνεχίσει την επιχειρηματική δραστηριότητα, την οποία ανέλαβε, καθ’ όσον ούτε αυτός διέθετε από πριν οποιαδήποτε υλική ή τεχνική υποδομή ούτε το τμήμα, που φέρεται ότι μεταβιβάσθηκε, μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς την υποστήριξη των λεγομένων "παραγωγικών" τμημάτων της μητρικής επιχείρησης και των διοικητικών υπηρεσιών αυτής.

Και σε επίρρωση της κρίσης αυτής έρχεται η παραδοχή ότι, κατά τα δυόμισι χρόνια της λειτουργίας της μετά τη μεταβίβαση, η "ΕΤΥΕ" δεν παρήγαγε κανένα έργο για δικό της λογαριασμό ή, σε κάθε περίπτωση, το έργο που παρήγαγε υπήρξε μηδαμινό και την οδήγησε σε παύση πληρωμών. Γεγονός που ενισχύει την άποψη των αναιρεσειόντων εργαζομένων ότι, στην πραγματικότητα, η εμφανισθείσα μεταβίβαση απέβλεπε στην κατάργηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας, στην απώλεια των θέσεων εργασίας που συνδέονταν με αυτήν και στην απόλυση τού τότε απασχολούμενου προσωπικού, χωρίς οικονομικές συνέπειες για την "ΕΝΑΕ".

Επομένως, σύμφωνα με τη γνώμη των τριών μελών του δικαστηρίου, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος από τους κύριους λόγους της αιτήσεως, καθώς και οι πρώτος και δεύτερος ενός εκάστου των δικογράφων των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους προβάλλονται τα εν λόγω σφάλματα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, θα πρέπει να θεωρηθούν βάσιμοι.

8. Κατά τη γνώμη, όμως, δύο μελών του δικαστηρίου και συγκεκριμένα του εισηγητή αρεοπαγίτη Χριστόφορου Κοσμίδη και του αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Μαχαίρα, από τις νομικές διατάξεις που ήδη έχουν παρατεθεί προηγουμένως (βλ. παραπάνω, αρ.3 και 4) συνάγονται και τα εξής: Όταν μεταβιβάζεται ένα τμήμα επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή μια δευτερεύουσα δραστηριότητα, τα στοιχεία που συγκροτούν την έννοια της οικονομικής οντότητας μπορούν, ευλόγως, να είναι λιγότερα ή υποδεέστερα από εκείνα, τα οποία συγκροτούν την ίδια έννοια στην περίπτωση της μεταβίβασης μιας ολόκληρης επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή μιας κύριας δραστηριότητας.

Οπότε, ως "ενδείκτες" για την κατάφαση ή τον αποκλεισμό μεταβίβασης σε συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να θεωρηθούν, προεχόντως, το αντικείμενο της δραστηριότητας, που φέρεται ότι μεταβιβάζεται, η πραγματική δυνατότητα να αποτελέσει το αντικείμενο αυτό το σκοπό μιας αυτοτελούς οικονομικής δραστηριότητας και το εφικτό της λυσιτελούς οργάνωσης των συντελεστών παραγωγής (πρώτων υλών, μηχανολογικού κλπ εξοπλισμού, εργατικού δυναμικού και υπηρεσιών υποστήριξης) για την επίτευξη του συγκεκριμένου σκοπού.

Εφ’ όσον συντρέχουν οι "ενδείκτες" αυτοί (των οποίων η διαπίστωση ή μη ενδέχεται να έχει διαφορετική βαρύτητα κατά περίπτωση), από και δια της μεταβιβάσεως ο μέχρι πρότινος εργοδότης αποβάλλει την ιδιότητα αυτή, την οποία αποκτά ο προς ον η μεταβίβαση. Η νομική μορφή της μεταβίβασης, τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως μεταβιβάζοντος και διαδόχου, η μετά τη μεταβίβαση επιχειρηματική πορεία της οικονομικής οντότητας που μεταβιβάσθηκε και ο τρόπος με τον οποίο ο διάδοχος εξασφάλισε ή απέτυχε να εξασφαλίσει την (εφικτή, πάντως) οργάνωση των συντελεστών παραγωγής δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως "ενδείκτες" για την κατάφαση ή τον αποκλεισμό μεταβίβασης, διότι συνιστούν εν πολλοίς ρευστά ή όψιμα μεγέθη των οποίων η εκάστοτε (υποκειμενική, ενδεχομένως) αξιολόγηση θα διατάρασσε την ασφάλεια δικαίου (πρβλ.

ΑΠ 193/1990, ΑΠ 187/1979). Περαιτέρω, με δεδομένο το ότι η μεταβίβαση συνιστά σε κάθε περίπτωση μονομερή μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης εργασίας, εφ’ όσον κάποιοι εργαζόμενοι θεωρούν ότι η εν λόγω μεταβολή είναι βλαπτική για τα συμφέροντά τους, διατηρούν την ευχέρεια να την εκλάβουν ως καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους του μεταβιβάζοντος εργοδότη (άρθρο 7 του ν. 2112/1920) και, αφού μέσα σε εύλογο χρόνο από τη γνώση της μεταβίβασης (είτε της συντέλεσης αυτής είτε και μόνο της εξαγγελίας της) προβούν στη σχετική δήλωση προς το μεταβιβάζοντα εργοδότη, να επιδιώξουν μέσα στην εξάμηνη ανατρεπτική προθεσμία του άρθρου 6 παρ.2 του ν. 3198/1955 την εκ μέρους αυτού καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.

Είναι προφανές ότι ζήτημα διατήρησης της σύμβασης εργασίας με τον αρχικό εργοδότη δεν μπορεί να τεθεί, αφού δια της μεταβιβάσεως οι θέσεις εργασίας δεν υφίστανται πλέον στη δική του υπηρεσία, αλλά στην υπηρεσία του διαδόχου του, στην οποία οι εργαζόμενοι δεν επιθυμούν να ενταχθούν. Η οικονομική κατάσταση του νέου εργοδότη δεν αποτελεί "ενδείκτη" για την κατάφαση ή τον αποκλεισμό μεταβίβασης, αλλά για την ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού των εργαζομένων περί του ότι η επερχόμενη μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας είναι βλαπτική γι’ αυτούς.

Σύμφωνα, λοιπόν, με την ερμηνευτική γνώμη των δύο μελών του δικαστηρίου, το Εφετείο Αθηνών, εκφέροντας την κρίση που ήδη αναφέρθηκε (βλ. παραπάνω, αρ.6), ερμήνευσε και εφάρμοσε σωστά τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5 και 6 του π.δ. 178/2002, ενώ, επίσης, σωστά χρησιμοποίησε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία των διατάξεων αυτών, διέλαβε δε συναφώς πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς όλα τα στοιχεία του πραγματικού τους, όπως προκύπτει από τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Ειδικότερα, το εφετείο με σαφήνεια και επάρκεια δέχθηκε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση μεταβιβάσθηκε ένας αυτοτελής κλάδος της όλης επιχείρησης, την οποία κατά το χρόνο της μεταβίβασης ασκούσε η αναιρεσίβλητη (ήτοι, "τμήμα" αυτής κατά την έννοια του π.δ. 178/2002), ο οποίος επιδίωκε ιδιαίτερο σκοπό και ο οποίος μετά τη μεταβίβασή του εξακολούθησε να επιδιώκει τον ίδιο σκοπό υπό τη διεύθυνση του νέου φορέα.

Το γεγονός δε ότι, κατά την πρώτη χρονική περίοδο μετά τη μεταβίβαση, ο νέος φορέας ήταν θυγατρική εταιρία του αρχικού φορέα και υποστηριζόταν από εκείνον κατά την άσκηση της δραστηριότητας, την οποία απέκτησε, δεν αποκλείει την κατάφαση της μεταβίβασης σύμφωνα με την αληθινή έννοια των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, κατά την αναζήτηση της οποίας λαμβάνονται υπ’ όψη οι σύγχρονες μορφές του "επιχειρείν", όπου ο παραγωγός ενός τελικού προϊόντος δεν είναι απαραίτητο να δραστηριοποιείται σε ιδιόκτητες εγκαταστάσεις, ούτε να χρησιμοποιεί υπηρεσίες προσφερόμενες αποκλειστικά από το εργατικό δυναμικό που ο ίδιος απασχολεί, ούτε να παράγει ο ίδιος άπαντα τα εξαρτήματα που είναι αναγκαία για τη διαμόρφωση του τελικού προϊόντος.

Και, παρομοίως, δεν μπορεί να εξαρτηθεί η μεταβίβαση από το αν ο νέος φορέας έλαβε ή δεν έλαβε την απαιτούμενη διοικητική άδεια νόμιμης λειτουργίας, ούτε από το αν κατά τη λειτουργία του τμήματος που απέκτησε παρήγαγε προϊόντα ως εργολάβος ή υπεργολάβος, ούτε από το αν διαχειρίσθηκε επιτυχώς ή ανεπιτυχώς, μετά τη μεταβίβαση, τα μέσα παραγωγής που απέκτησε και είχε στη διάθεσή του.

Επομένως, σύμφωνα με τη γνώμη των δύο μελών, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος από τους κύριους λόγους της αιτήσεως, καθώς και οι πρώτος και δεύτερος ενός εκάστου των δικογράφων των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, θα πρέπει να θεωρηθούν αβάσιμοι.

9. Όπως προκύπτει από τα αναφερόμενα στις σκέψεις που προηγήθηκαν (βλ. παραπάνω, αρ.7 και 8), στους κόλπους του δικάζοντος τμήματος του Αρείου Πάγου εμφιλοχώρησε ερμηνευτική διαφωνία ως προς την αληθινή έννοια του όρου "οικονομική οντότητα", η συνδρομή του οποίου, σύμφωνα με την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου και το π.δ. 178/2002 της Ελληνικής Δημοκρατίας, που την ενσωμάτωσε στο ελληνικό δίκαιο, αποτελεί προϋπόθεση για την κατάφαση της μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, προκειμένου να επέλθουν οι συνέπειες από την εφαρμογή των εν λόγω νομοθετημάτων.

Ειδικότερα, η διαφωνία έγκειται στο αν κατά την αληθινή έννοια του άρθρου 1 της Οδηγίας 98/50/ΕΚ, προκειμένου να γίνει δεκτό ότι υφίσταται μεταβίβαση επιχειρήσεως, εγκαταστάσεως ή τμήματος εγκαταστάσεως ή επιχειρήσεως, ως "οικονομική οντότητα" νοείται μια τελείως αυτοδύναμη παραγωγική μονάδα, η οποία είναι δυνατό λειτουργήσει για την επίτευξη του οικονομικού σκοπού της χωρίς οποιαδήποτε αναζήτηση (με αγορά, δανεισμό, μίσθωση κλπ) συντελεστών παραγωγής (πρώτων υλών, εργατικού δυναμικού, μηχανολογικού εξοπλισμού, εξαρτημάτων, υπηρεσιών υποστήριξης, οικονομικών πόρων κλπ) από τρίτους.

Ή αν, αντιθέτως, για την κατάφαση της έννοιας "οικονομική οντότητα" είναι αρκετή η διακριτότητα του αντικειμένου της δραστηριότητας, η πραγματική δυνατότητα να αποτελέσει το αντικείμενο αυτό το σκοπό μιας οικονομικής προσπάθειας και το εφικτό της λυσιτελούς οργάνωσης των συντελεστών παραγωγής (πρώτων υλών, μηχανολογικού κλπ εξοπλισμού, εργατικού δυναμικού και υπηρεσιών υποστήριξης) για την επίτευξη του συγκεκριμένου σκοπού, χωρίς να ασκεί επιρροή η εκ μέρους του φορέα της δραστηριότητας αναζήτηση συντελεστών παραγωγής και έξω από αυτήν.

Και πέραν τούτου, η διαφωνία έγκειται στο αν η ύπαρξη μεταβίβασης αποκλείεται ή όχι στην περίπτωση, κατά την οποία ως προοπτική του μεταβιβάζοντος ή του διαδόχου ή και αμφοτέρων υπάρχει όχι μόνο η επιτυχής συνέχιση της λειτουργίας υπό το νέο φορέα, αλλά και η μελλοντική κατάργηση και εκκαθάριση της συγκεκριμένης επιχείρησης.

Περαιτέρω, όπως είναι ήδη γνωστό από προηγούμενη διαδικαστική ενέργεια του δικαστηρίου επί της από 29-8-2013 αιτήσεως αναιρέσεως της εδώ αναιρεσίβλητης ("ΕΝΑΕ") κατά ετέρων εργαζομένων και κατά της 3263/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, εκδόθηκε η 1831/2017 απόφαση του παρόντος τμήματος του Αρείου Πάγου με την οποία υποβάλλεται στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) προδικαστικό ερώτημα σύμφωνα με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, προς άρση της ως άνω διαφωνίας και της ερμηνευτικής αμφιβολίας, η οποία την προκάλεσε.

Επομένως, το δικαστήριο κρίνει ομόφωνα ότι πρέπει να αναβληθεί η έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως μέχρι να εκδοθεί απόφαση του ΔΕΕ επί του εν λόγω προδικαστικού ερωτήματος, μετά την έκδοση της οποίας η υπόθεση θα έχει καταστεί ώριμη για την εκφορά αναιρετικής κρίσης επί των λόγων που αναφέρονται στο τέλος των σκέψεων αρ.7 και 8 της παρούσας.

Με την ίδια αιτιολογία, πρέπει να αναβληθεί η εκφορά οριστικής κρίσης και επί των αναιρετικών λόγων πρώτου, δευτέρου και τρίτου του από 26-7-2013 δικογράφου των προσθέτων και πρώτου, δευτέρου και τετάρτου του από 12-8-2013 δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το ότι δεν αιτιολογήθηκε η απόρριψη του ισχυρισμού των εναγόντων, εκεί εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσειόντων, σύμφωνα με τον οποίο η μεταβίβαση επιχείρησης, την οποία επικαλείται η εναγομένη, εκεί εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, που λόγω της μεταβίβασης αποποιείται την ιδιότητα του εργοδότη έναντι των εναγόντων, έγινε στο πλαίσιο ενός σχεδίου που αποσκοπούσε στη μεταφορά ενός μέρους του προσωπικού της "ΕΝΑΕ" προς την "ΕΤΥΕ", προκειμένου η πρώτη να απαλλαγεί από την υποχρέωση πληρωμής των αποζημιώσεων, τις οποίες άλλως θα έπρεπε να καταβάλει, εάν απέλυε το προσωπικό αυτό.

Διότι από την αναμενόμενη απάντηση του ΔΕΕ θα εξαρτηθεί και το εάν ο ως άνω ισχυρισμός είναι ή δεν είναι ουσιώδης ως προς την κατάφαση της μεταβίβασης τμήματος επιχειρήσεως κατά την έννοια της Οδηγίας 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου και του π.δ. 178/2002 της Ελληνικής Δημοκρατίας.

10. Με τον τέταρτο από τους λόγους του από 26-7-2013 δικογράφου των πρόσθετων και τον τρίτο από τους λόγους του από 12-8-2013 δικογράφου των πρόσθετων, επισημαίνεται ότι το Εφετείο Αθηνών, προκειμένου να αιτιολογήσει την κρίση για το ότι (δήθεν) έλαβε χώρα πραγματική μεταβίβαση του κλάδου ... από την "ΕΝΑΕ" προς την "ΕΤΥΕ", δέχθηκε ότι η εξακολούθηση της παραγωγικής δραστηριότητας από τη δεύτερη προκύπτει από το ότι αυτή εκτέλεσε όχι μόνο τα έργα, τα οποία της είχε αναθέσει υπεργολαβικά η πρώτη, αλλά και εκείνα που η ίδια, ως διάδοχος και αυτοτελής φορέας, ανέλαβε και, μάλιστα, την κατασκευή 200 βαγονιών για λογαριασμό της ελβετικής εταιρείας με την επωνυμία "...", για την οποία χρησιμοποίησε όλους τους μισθωτούς που και πριν απασχολούνταν στο μεταβιβασθέν τμήμα της "ΕΝΑΕ", ήτοι και τους ενάγοντες.

Κατόπιν αυτού, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το ότι το εφετείο α) κατέληξε στην ως άνω παραδοχή περί της παραγγελίας (δήθεν) 200 βαγονιών, χωρίς απόδειξη (ΚΠολΔ 559 αρ.10) ή, άλλως, β) αξιολόγησε για την παραδοχή αυτή ένα ανυπόγραφο έγγραφο, παρά το γεγονός ότι για το ίδιο ζήτημα το αναιρεσείον είχε επικαλεσθεί αντίγραφο σύμβασης, από το οποίο προέκυπτε ότι η παραγγελία τής "..." αφορούσε στην κατασκευή μόνο 3 βαγονιών μεταφοράς οχημάτων, κατά παραβίαση των ορισμών του νόμου για τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων (ΚΠολΔ 559 αρ.12).

Οι εξεταζόμενοι λόγοι αβάσιμοι, αφού το εφετείο συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα από πλήθος αποδεικτικών στοιχείων (καταθέσεις μαρτύρων και έγγραφα), τα οποία, άλλοτε γενικώς και άλλοτε ειδικώς, μνημονεύει. Και σε κάθε περίπτωση, κατά τη διαδικασία με την οποία δίκασε, είχε τη δυνατότητα να συνεκτιμήσει αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου (ΚΠολΔ 671 παρ.1 εδ.

α’ ), όπως ανυπόγραφα έγγραφα.

11.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ.1 και 663 έως 675Α ΚΠολΔ συνάγεται ότι η πρόσθετη παρέμβαση ενώπιον του εφετείου και κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, σε κάθε περίπτωση (δηλ. και στην περίπτωση της κατ’ άρθρο 669 περ.2 ΚΠολΔ παρέμβασης αναγνωρισμένων επαγγελματικών σωματείων υπέρ των μελών τους), ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή.

Σύμφωνα με το άρθρο 215 παρ.1 ΚΠολΔ, για την άσκηση της αγωγής απαιτείται δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται και επίδοση αντιγράφου στους διαδίκους. Διαφορετικά, η πρόσθετη παρέμβαση, όπως και η αγωγή, απορρίπτεται ως απαράδεκτη (πρβλ. ΑΠ 1476/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΚΠολΔ 561 παρ.1), κατά την ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (ΚΠολΔ 663 επ.) συζήτηση της έφεσης εργαζομένων στην αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία κατά της 1430/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε απορρίψει την αγωγή τους, παρενέβη προσθέτως υπέρ αυτών, μεταξύ άλλων, και το αναιρεσείον πρωτοβάθμιο συνδικαλιστικό σωματείο "...", με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και επαναλήφθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε κατά τη συζήτηση.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η εν λόγω πρόσθετη παρέμβαση δεν ασκήθηκε με τον τρόπο που έπρεπε, ήτοι με κατάθεση δικογράφου και κοινοποίηση αντιγράφου στους διαδίκους της κύριας δίκης. Ως εκ τούτου, ήταν απαράδεκτη και ορθά απορρίφθηκε για το λόγο αυτό, με την προσβαλλόμενη απόφαση του εφετείου, λαμβανομένου υπόψη ότι το αναιρεσείον, το οποίο είχε ασκήσει παραδεκτώς πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των εναγόντων ενώπιον του πρωτοδικείου, ουδόλως είχε αποκτήσει την ιδιότητα του διαδίκου και στην κατ’ έφεση δίκη, αφού σ’ αυτήν δεν ήταν ούτε εκκαλούν ούτε εφεσίβλητο (ΚΠολΔ 516, 517).

Επομένως, ο πέμπτος από τους κύριους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναβάλλει την εκφορά οριστικής κρίσης επί των αναιρετικών λόγων πρώτου, δευτέρου, τρίτου και τετάρτου της αιτήσεως, καθώς και πρώτου, δευτέρου και τρίτου του από 26-7-2013 δικογράφου των προσθέτων και πρώτου, δευτέρου και τετάρτου του από 12-8-2013 δικογράφου των προσθέτων, μέχρι να εκδοθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) η απάντηση επί του προδικαστικού ερωτήματος που έχει υποβληθεί σ’ αυτό με την προεκδοθείσα 1831/2017 απόφαση του παρόντος τμήματος του Αρείου Πάγου, επί συναφούς αιτήσεως αναιρέσεως.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, σε αλλεπάλληλες διασκέψεις που έγιναν την 31η Ιουλίου 2017, την 4η και 20η Σεπτεμβρίου 2017 και την 23η Οκτωβρίου 2017. Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 8η Νοεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ