1837/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο - Εισηγητή, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1837/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επίσης το έγκλημα της ψευδούς βεβαίωσης στοιχειοθετείται και όταν το δημόσιο έγγραφο είναι άκυρο ή απαιτείται για την ολοκλήρωση του η συνυπογραφή και άλλου προσώπου (πλην του αρμόδιου υπαλλήλου) ή υπάρχει, έστω και παράτυπη, συγκατάθεση τρίτου για τη συμπλήρωση και υπογραφή του δημόσιου εγγράφου από τον φυσικό αυτουργό της πράξης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1837 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1837/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο - Εισηγητή, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 55/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.
Το Τριμελές Εφετείο Λαμίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ.πρωτ..../15-6-2016 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2016.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και συγκεκριμένα ως προς τα δύο πρώτα σκέλη του 1ου λόγου αναίρεσης και να απορριφθεί κατά τα λοιπά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 242 παρ. 1 ΠΚ, υπάλληλος που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή, που προστατεύει τη γενική εμπιστοσύνη στο ιδιαίτερο καθήκον αληθείας του υπαλλήλου κατά την έκδοση δημοσίων εγγράφων, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλημμεληματικής ψευδούς βεβαίωσης (γραπτό ψεύδος ή διανοητική πλαστογραφία), η οποία εντάσσεται στα εγκλήματα που αφορούν την υπηρεσία, και όχι τα έγγραφα (υπομνήματα), απαιτείται α) ο δράστης να είναι υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ.
α’ σε συνδυασμό με το άρθρο 263Α ΠΚ, β) η έκδοση ή σύνταξη από αυτόν δημόσιου εγγράφου κατά την άσκηση των καθηκόντων του, έστω και κατά προσωρινή αναπλήρωση άλλου αρμόδιου υπαλλήλου, μέσα στα όρια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί γ) η βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδούς περιστατικού, δηλαδή βεβαίωση περιστατικού που δεν συνέβη καθόλου ή συνέβη με διαφορετικό τρόπο από αυτόν που αναφέρεται στο έγγραφο ή παράλειψη αναφοράς στο έγγραφο περιστατικού που υπέπεσε στην αντίληψη του υπαλλήλου, ο οποίος είχε νομική υποχρέωση να το βεβαιώσει και δ) συνείδηση - επίγνωση του υπαιτίου ότι, υπό την υπαλληλική ιδιότητα του και μέσα στα όρια της υλικής και τοπικής αρμοδιότητας του, βεβαιώνει ψευδές περιστατικό και είτε θέληση αυτού για παραγωγή των εννόμων συνεπειών που μπορεί να επιφέρει η βεβαίωση του ψευδούς περιστατικού (ευθύς δόλος) είτε πρόβλεψη και αποδοχή από αυτόν των εννόμων συνεπειών που μπορεί να επιφέρει η βεβαίωση του ψευδούς περιστατικού (ενδεχόμενος δόλος).
Ως έννομες δε συνέπειες νοούνται η θεμελίωση, διατήρηση, αλλοίωση ή κατάργηση δικαιώματος, έννομης σχέσης ή κατάστασης (δημόσιας ή ιδιωτικής). Δημόσιο έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 242 παρ. 1 Π Κ (συνδυαστικά και με τα άρθρα 13 περ. γ’ ΠΚ και 438 ΚΠολΔ), είναι το έγγραφο που συντάσσεται από καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο υπάλληλο ή λειτουργό μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία και πλήρη απόδειξη έναντι όλων κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται μ’ αυτό και έχει έννομη σημασία, ενώ δεν είναι δημόσιο έγγραφο, με την παραπάνω έννοια, το έγγραφο που αφορά την εσωτερική υπηρεσία και λειτουργία των δημοσίων αρχών.
Επίσης το έγκλημα της ψευδούς βεβαίωσης στοιχειοθετείται και όταν το δημόσιο έγγραφο είναι άκυρο ή απαιτείται για την ολοκλήρωση του η συνυπογραφή και άλλου προσώπου (πλην του αρμόδιου υπαλλήλου) ή υπάρχει, έστω και παράτυπη, συγκατάθεση τρίτου για τη συμπλήρωση και υπογραφή του δημόσιου εγγράφου από τον φυσικό αυτουργό της πράξης.
Εξάλλου, από το άρθρο 46 παρ. 1 περ. β’ ΠΚ, κατά το οποίο με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά τη διάρκεια άδικης πράξης που διέπραξε και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση άμεσης συνέργειας τρίτου σε άδικη πράξη του αυτουργού, απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις:
α) πράξη υλικής συνδρομής τρίτου κατά τη διάρκεια της τέλεσης και στην τέλεση της κύριας πράξης του αυτουργού, β) τέλεση (ως προς το αντικειμενικό σκέλος της) από τον αυτουργό άδικης πράξης ή απόπειρας άδικης πράξης, γ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμμετοχικής πράξης του άμεσου συνεργού και της άδικης πράξης του αυτουργού, ο οποίος υπάρχει όταν, χωρίς την πρώτη, δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση της δεύτερης υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε και δ) δόλος του άμεσου συνεργού, ο οποίος έγκειται στη θέληση ή αποδοχή παροχής συνδρομής στον αυτουργό, για να τελέσει την άδικη πράξη και γνώση αυτού (με την έννοια της επίγνωσης - συνείδησης) ότι η συνδρομή του παρέχεται κατά τη διάρκεια της άδικης πράξης και στην τέλεση της κύριας πράξης.
Άμεσος δόλος είναι αναγκαίος μόνο αν ανάλογο είδος δόλου απαιτείται για την κύρια πράξη. Μορφές συνδρομής προγενέστερες της κύριας πράξης μπορεί να αποτελούν απλή συνεργεία, ενώ οι μεταγενέστερες της κύριας πράξης είτε τιμωρούνται ως άλλο έγκλημα είτε μένουν ατιμώρητες. Για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρέπει στην απόφαση να προσδιορίζεται ο χρόνος τέλεσης της πράξης του αυτουργού και της πράξης του συνεργού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν η τελευταία τελέστηκε πριν, κατά ή μετά την κύρια πράξη.
Στην καταδικαστική απόφαση για άμεση συνεργεία πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα τα περιστατικά που συγκροτούν την κύρια πράξη και να υπάρχει σαφής παραδοχή ότι η παροχή συνδρομής έγινε κατά την τέλεση της κύριας πράξης. Επίσης πρέπει να αιτιολογείται ειδικά ο δόλος του άμεσου συνεργού μόνο ως προς το ότι αυτός γνώριζε την τέλεση της κύριας πράξης, ενώ, ως προς τα λοιπά στοιχεία (θέληση ή αποδοχή συμβολής στην τέλεση της κύριας πράξης), ο δόλος προκύπτει από την πραγμάτωση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης του και αρκεί η γενική αιτιολογία για την ενοχή του.
Τέλος, ως χρόνος τέλεσης της πράξης του άμεσου συνεργού νοείται ο χρόνος της ενέργειας ή της παράλειψης, που συνιστά τη δίκη του συμμετοχική δράση.
Η έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης της απόφασης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους ή μνεία τι προκύπτει από το καθένα χωριστά.
Πρέπει, όμως, να αναφέρεται στην απόφαση ή να συνάγεται με βεβαιότητα από το περιεχόμενο του σκεπτικού της ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε (στο σύνολο τους, και όχι αποσπασματικά) για τη διαμόρφωση της καταδικαστικής ή αθωωτικής κρίσης του όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται στα πρακτικά, και όχι μόνο μερικά από αυτά, επιλεκτικά.
Έτσι, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εκτιμήσει ή δεν είναι βέβαιο ότι εκτίμησε στο σύνολο τους κάποιο ουσιώδες και κρίσιμο έγγραφο που αναγνώστηκε ή μία σημαντική μαρτυρική κατάθεση. Αντίθετα, δεν συνιστούν έλλειψη αιτιολογίας η ενδεικτική μνεία ή η έξαρση της αποδεικτικής αξίας κάποιου αποδεικτικού μέσου, που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του ή αιτιάσεις για παράλειψη χωριστής αναφοράς και αξιολόγησης ή αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, οι οποίες, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης.
Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται με πλάγιο τρόπο, επειδή στο πόρισμα, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία συγκρότησης και στην ταυτότητα του εγκλήματος, υπάρχουν ελλείψεις, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Λαμίας με την προσβαλλόμενη 55/2016 απόφαση του, που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται ως προς το είδος τους σ’ αυτή, δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Η κατηγορούμενη Σ. Μ. εργάζονταν ως δημοτική υπάλληλος από το έτος 1993 και από το έτος 2005 ορίσθηκε από το δήμαρχο ...
υπάλληλος στο τμήμα εξυπηρέτησης αλλοδαπών του Δήμου ... Φθιώτιδας. Καθήκον της ήταν να παραλαμβάνει από την Περιφέρεια Φθιώτιδας και μετέπειτα Αποκεντρωμένη Διοίκηση Θεσσαλίας-Στερεάς Ελλάδας, ασυμπλήρωτα αριθμημένα έντυπα βεβαιώσεων καταθέσεων αιτήσεων για έκδοση αδειών διαμονής αλλοδαπών, τα οποία θα συμπλήρωνε, αφού θα παραλάμβανε αιτήσεις με τα σχετικά δικαιολογητικά των αλλοδαπών και θα τα παρέδιδε σε αυτούς και εν συνεχεία θα παρέδιδε τις αιτήσεις με τα δικαιολογητικά στην άνω Αποκεντρωμένη Διοίκηση Θεσσαλίας-Στερεάς Ελλάδας προς έλεγχο, εντός δεκαπέντε ημερών.
Για την παραλαβή και παράδοση των άνω ασυμπλήρωτων αριθμημένων εντύπων βεβαιώσεων ο αρμόδιος υπάλληλος της υπηρεσίας αυτής κατέγραψε χειρόγραφα την παράδοση των εντύπο3ν βεβαιώσεων και η κατηγορούμενη έθετε την υπογραφή της για την παραλαβή. Η κατηγορούμενη ήταν η μόνη υπάλληλος του άνω Δήμου που είχε ορισθεί για την παραλαβή, διαχείριση και έκδοση των βεβαιώσεων αυτών.
Πριν την έκδοση της βεβαίωσης όφειλε να καταχωρεί τα στοιχεία ηλεκτρονικά, με είσοδο στο σύστημα με τον ατομικό κωδικό της. Χωρίς τον κωδικό αυτό δεν ήταν δυνατή η σχετική εργασία. Στην προκειμένη περίπτωση η κατηγορούμενη εξέδωσε με πρόθεση, τις κατωτέρω βεβαιώσεις: την υπ’ αριθμ. ... εντύπου (που της είχε χορηγηθεί ασυμπλήρωτο την 16η.3.2009 από τη Διεύθυνση Αλλοδαπών Φθιώτιδας) την από 17.3.2009 βεβαίωση, στην οποία ανέγραφε ψευδώς ότι ο αλλοδαπός - υπήκοος Πακιστάν C.
A. Q. του C. A. K. επί εντύπων που τις είχαν χορηγηθεί κατά την άνω διαδικασία, στις οποίες ανέγραψε ψευδώς ότι οι σε αυτές αναγραφόμενοι αλλοδαποί κατέθεσαν στην υπηρεσία της αιτήσεις, συνοδευόμενες από τα απαραίτητα δικαιολογητικά για ανανέωση της άδειας παραμονής τους στη χώρα για εξαρτημένη εργασία, ενώ γνώριζε ότι δεν είχαν υποβάλει αντίγραφο προηγούμενης ισχύουσας άδειας διαμονής, αφού δεν διέθεταν τέτοια άδεια και ότι οι αλλοδαποί αυτοί ήταν κάτοικοι του Δήμου ..., παρότι δεν κατοικούσαν εκεί και δεν είχαν δηλώσει συγκεκριμένη διεύθυνση και η ενέργεια της αυτή στόχευε στη νομιμοποίηση της έως τότε παράνομης διαμονής τους στην Ελλάδα, αφού τους εφοδίασε με αποδεικτικό έγγραφο νόμιμης παραμονής, που θα το επιδείκνυαν σε κάθε σχετικό έλεγχο των αστυνομικών άρχουν.
Η κατηγορούμενη, χωρίς να προβάλλει κάποια πειστική εξήγηση για το πως μπορεί να εκδόθηκαν οι βεβαιώσεις χωρίς τη συμμετοχή της, αρνείται την τέλεση της άνο3 πράξης ισχυριζόμενη ότι τελέσθηκε από τρίτους και υποβάλλει αίτημα πραγματογνωμοσύνης ως προς τη γνησιότητα της υπογραφής της και των εντύπων βεβαιώσεων.
Ωστόσο από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, όπως αυτό προεκτέθηκε, αποδείχθηκε με πλήρη δικανική πεποίθηση η τέλεση της πράξης (ψευδής βεβαίωση κατ’ εξακολούθηση) από την ίδια, δεδομένου ότι όλες οι βεβαιώσεις έχουν παραληφθεί από την ίδια, η οποία ήταν και η μόνη που εισήλθε με τον κωδικό της στο ηλεκτρονικό σύστημα καταχώρησης των στοιχείων των αλλοδαπών.
Κατά την απολογία της, ανέφερε ότι τον κωδικό της τον γνώριζαν ο δήμαρχος και οι αντιδήμαρχοι και ότι έχει υποψίες για κάποια άτομα, αναφέροντας ότι εργάζονταν στο Δήμο συνολικά με την ίδια τρεις υπάλληλοι και επιπλέον χωρίς σύμβαση με πρόγραμμα οι Ζ. και Κ., χωρίς να αναφέρει πως της δημιουργήθηκαν οι υποψίες αυτές και πως μπορεί να τέλεσαν τα άτομα αυτά, τις συγκεκριμένες πράξεις, δεδομένου και του ότι ήταν η μόνη που εξέδιδε τις βεβαιώσεις για τους αλλοδαπούς και η μόνη που τις είχε παραλάβει και είχε την ευθύνη για τη φύλαξη τους, ενώ κανένας μάρτυρας δεν κατέθεσε ότι υπήρξαν υπόνοιες για τα άνω άτομα, ούτε από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο αποδείχθηκε οποιαδήποτε ανάμειξη τους.
Επιπλέον, αρνείται τις υπογραφές της σε όλες τις βεβαιώσεις, καθώς και τη γνησιότητα, ως εντύπων, των βεβαιώσεων, επικαλούμενη και σχετική γραφολογική πραγματογνωμοσύνη που διενεργήθηκε, ως προς την υπογραφή της, σε άλλες βεβαιώσεις της ίδιας. Πράγματι στην πραγματογνωμοσύνη εκείνη ο ειδικός δικαστικός γραφολόγος Κ.
Κ. εκτίμησε ότι οι υπογραφές δεν έχουν χαραχθεί από την ίδια αλλά από τρίτο πρόσωπο με τη μέθοδο της ελεύθερης απομίμησης. Όπως προεκτέθηκε η κατηγορούμενη ήταν η μόνη που παραλάμβανε τις ασυμπλήρωτες βεβαιώσεις και είχε την ευθύνη για τη φύλαξη τους, η μόνη που παραλάμβανε τα προβλεπόμενα δικαιολογητικά, τα οποία έλεγχε για την πληρότητα και ορθότητα τους και αποφάσιζε ποιες βεβαιώσεις έπρεπε να χορηγηθούν στους αλλοδαπούς για την εξασφάλιση της νόμιμης παραμονής τους και είχε τον έλεγχο όλης της διαδικασίας και ήταν αυτή που εξέδωσε και τις βεβαιώσεις, που αναφέρονται κατωτέρω.
Η υπογραφή, που ήταν αναγκαίο να τεθεί, στις βεβαιώσεις αυτές, παρότι ομοιάζει με μονογραφή της δεν είναι απολύτως όμοια με τη δική της και έχει τεθεί είτε από την ίδια, κατ’ απομίμηση της δικής της υπογραφής είτε από τρίτο πρόσωπο, το οποίο συνέπραξε με την κατηγορούμενη, η ταυτότητα του οποίου δεν αποδείχθηκε κατά τη διαδικασία.
Κατά συνέπεια η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης δεν θα συνεισέφερε στην απόδειξη διότι γίνεται δεκτό ότι η υπογραφή της κατηγορούμενης δεν είναι αυτή που έχει θέσει ως δείγμα ενώπιον του πραγματογνώμονα στην πραγματογνωμοσύνη που επικαλείται αλλά απομίμηση της και το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο.
Οι βεβαιώσεις ως έγγραφα περιλαμβάνονται σε εκείνες που είχε παραλάβει και δεν αμφισβητήθηκε από όσους διενήργησαν τον έλεγχο τους ότι είναι οι πρωτότυπες, ενώ εάν δεν είχαν συμπληρωθεί θα έπρεπε η κατηγορούμενη να τις είχε επιστρέψει. Η κατηγορούμενη, όμως, από τις 1250 έντυπες βεβαιώσεις που είχε παραλάβει είχε εισαγάγει στο ηλεκτρονικό σύστημα τις 900 και τις υπόλοιπες 350 δεν τις επέστρεψε ποτέ, ενώ και αυτές που είχε εισαγάγει δεν τις είχε χρησιμοποιήσει κατ’ αύξοντα αριθμό, όπως ήταν υποχρεωμένη, ώστε να είναι δυνατός ο άμεσος εντοπισμός τυχόν έλλειψης κάποιας εξ αυτών.
Η κατηγορούμενη αρνείται την κατηγορία, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει και να πείσει το Δικαστήριο πώς οι έντυπες βεβαιώσεις βρέθηκαν στα χέρια τρίτου που υπέγραψε, κατά τους ισχυρισμούς της, πλαστογραφώντας την υπογραφή της, ενώ την αποκλειστική ευθύνη για τη φύλαξη τους είχε η ίδια, ισχυριζόμενη ότι την έλλειψη τους ουδέποτε την αντιλήφθηκε και πώς τέθηκε η σφραγίδα του Δήμου στις βεβαιώσεις, την έλλειψη της οποίας, κατά τους ισχυρισμούς της, δεν γνώριζε η ίδια αλλά την άκουσε από το δήμαρχο και τότε την κατήγγειλε.
Ισχυριζόμενη ότι υποψιάζεται κάποια άτομα ανέφερε όλα τα άτομα που εργάζονταν το επίδικο διάστημα στο Δήμο (δύο πλέον αυτής υπάλληλοι και δύο με πρόγραμμα stage) και το δήμαρχο και τους αντιδημάρχους. Προς στήριξη των υποψιών της ανέφερε ότι της έκανε εντύπωση ότι ένα παράβολο δεν το έκοψε ο ταμίας αλλά η Κ. (εργαζόμενη με πρόγραμμα stage) χωρίς αυτό να το συνδέει με την κατηγορία εναντίον της και ότι βεβαιώσεις με το όνομα της έβγαιναν και μεταγενέστερα, σκοπεύοντας προφανώς στη δημιουργία κλίματος αμφιβολίας περί του υποκειμένου των αδικημάτων.
Επομένως, εφόσον οι ενδείξεις περί της ενοχής της κατηγορουμένης, που υπήρχαν κατά την παραπομπή της για να δικασθεί για την πράξη αυτή, όπως με λεπτομέρεια αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας, προς συμπλήρωση του σκεπτικού της, μετατράπηκαν σε αποδείξεις και το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση για την ενοχή της, πρέπει η κατηγορούμενη να κηρυχθεί ένοχη και να της αναγνωρισθεί όπως και πρωτόδικα η συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2ε ΠΚ, λόγω του ότι μετά την τέλεση της πράξης της συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα.
Στη συνέχεια η κατηγορουμένη κηρύχτηκε ένοχη και καταδικάστηκε σε φυλάκιση πέντε (5) μηνών για καθεμία από τις πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης και της άμεσης συνέργειας σε χρήση ψευδούς βεβαίωσης με τριετή αναστολή της εκτέλεσης της, και ειδικότερα για το ότι : "Στο ... Φθιώτιδας, την 17η.3.2009, ενώ ήταν υπάλληλος ασκούσα δημοτική υπηρεσία, που στα καθήκοντα της αναγόταν η έκδοση δημοσίων εγγράφων, βεβαίωσε σε τέτοιο έγγραφο με πρόθεση ψευδώς περιστατικό, που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, και συγκεκριμένα ενώ ήταν υπάλληλος του Γραφείου Αλλοδαπών του Δήμου ...
Φθιώτιδας, έχουσα καθήκον αφενός τη λήψη των αιτήσεων αλλοδαπών και των σχετικών δικαιολογητικών τους για τη χορήγηση αδείας διαμονής τους στην Ελλάδα ή για την ανανέωση της ήδη εκδοθείσας στο όνομα τους αδείας, και αφετέρου την έκδοση βεβαιώσεων για τα ανωτέρω, εξέδωσε με πρόθεση επί του υπ’ αριθμ. ...
εντύπου (που της είχε χορηγηθεί ασυμπλήρωτο την 16η.3.2009 από τη Διεύθυνση Αλλοδαπών Φθιώτιδας) την από 17.3.2009 βεβαίωση, στην οποία ανέγραφε ψευδώς ότι ο αλλοδαπός - υπήκοος Πακιστάν C. A. Q. του C. A. K., κατέθεσε στην υπηρεσία της εμπροθέσμως την υπ’ αριθμ. ...17.3.2009 αίτηση του για την ανανέωση της αδείας διαμονής του στη χώρα για εξαρτημένη εργασία, καθώς και τα σχετικά - πλήρη - δικαιολογητικά του, ενώ γνώριζε ότι ο ανωτέρω αλλοδαπός δεν είχε υποβάλει την προαναφερθείσα αίτηση, ούτε είχε καταθέσει τα ανωτέρω δικαιολογητικά, ενήργησε δε κατά τον τρόπο αυτό προκειμένου να καταστήσει νόμιμη τη (μέχρι τότε παράνομη) διαμονή του στην Ελλάδα εφοδιάζοντας τον με αποδεικτικό αυτής (της νόμιμης διαμονής) έγγραφο, για να το επιδεικνύει σε κάθε έλεγχο του από τις αστυνομικές αρχές, τη δε 17η.3.2013, στον Αερολιμένα Αθηνών, έχοντας παραδώσει την ανωτέρω υπ’ αριθμ. ...
βεβαίωση στον προαναφερθέντα αλλοδαπό για τον ανωτέρω σκοπό, με πρόθεση του παρέσχε άμεση συνδρομή κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως της χρήσεο3ς της ψευδούς βεβαιώσεως, που εκείνος τέλεσε επιδεικνύοντας τη (εν γνώσει του ψεύδους της) σε αστυνομικούς του Τμήματος Ασφαλείας Αερολιμένα, κατά τη διάρκεια ελέγχου του εκεί (προ της αεροπορικής αναχωρήσεως του για τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα) για τη νομιμότητα της παραμονής του στη χώρα, καθιστώντας δυνατή την τέλεση της".
Με αυτά που δέχτηκε, το δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην απόφαση του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία είναι ελλιπής και ασαφής τόσο ως προς τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος όσο και ως προς την κρίση ενοχής για τις πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης και της άμεσης συνέργειας σε ψευδή βεβαίωση.
Ειδικότερα, ενώ, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένορκης κατάθεσης του στα οικεία πρακτικά, ο μάρτυρας Γ. Τ. κατέθεσε "Δεν έχει (η κατηγορουμένη) καμιά σχέση με όλα αυτά. Στο Δήμο ... υπήρξαν υπάλληλοι που μπορούσαν να το κάνουν αυτό, όπως ο Γραμματέας ο Κ. και Ζ., αυτοί το κάνανε ...." και στο προοίμιο του σκεπτικού υπάρχει γενική αναφορά ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (που μνημονεύονται ως προς το είδος τους), στο σκεπτικό της απόφασης (σελ. 20) υπάρχει η ρητή παραδοχή με εντελώς αντίθετο περιεχόμενο, ότι "...
κανένας μάρτυρας δεν κατέθεσε ότι υπήρξαν υπόνοιες για τα άνω άτομα (δηλ. τους Ζ. και Κ. που μνημονεύονται λίγες σειρές παραπάνω στην ίδια σελίδα), ούτε από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο αποδείχτηκε οποιαδήποτε ανάμιξη τους...". Η παραδοχή δε αυτή, με περιεχόμενο εντελώς αντίθετο και μη συμβατό με την προαναφερόμενη κατάθεση, δημιουργεί αμφιβολίες αν η σχετική μαρτυρική κατάθεση λήφθηκε πράγματι υπόψη και συνεκτιμήθηκε (σταθμίστηκε η βαρύτητα της) με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στηρίχτηκε η κρίση για ενοχή της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας.
Σημειώνεται εδώ ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν απαιτείται να αναφέρεται και να αξιολογείται αποδεικτικά στο σκεπτικό της απόφασης τι προκύπτει από κάθε μαρτυρική κατάθεση ή από κάθε έγγραφο, ούτε να αιτιολογείται ειδικά γιατί η εκφερόμενη δικαστική κρίση δεν εναρμονίζεται με το περιεχόμενο τους, απαιτείται, όμως, να μην περιέχονται στο σκεπτικό παραδοχές, που να δημιουργούν αμφιβολία ως προς το αν κάποια σημαντική μαρτυρική κατάθεση ή κάποιο ουσιώδες έγγραφο, με διαφορετικό ή αντίθετο περιεχόμενο από το τελικό αποδεικτικό πόρισμα και δυνατότητα ουσιαστικής συνεισφοράς στη διαμόρφωση του, έχει ληφθεί υπόψη και συνεκτιμηθεί για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας, όπως συμβαίνει στην κρινόμενη περίπτωση.
Περαιτέρω, στο σκεπτικό της απόφασης (σελ. 20), ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπογραφής και έκδοσης της επίμαχης ένορκης βεβαίωσης, υπάρχουν οι παραδοχές "... ήταν αυτή που εξέδωσε τις βεβαιώσεις που αναφέρονται κατοοτέρω. Η υπογραφή ..., παρότι ομοιάζει με τη μονογραφή της δεν είναι απολύτως όμοια με τη δική της και έχει τεθεί είτε από την ίδια, κατ’ απομίμηση της δικής της υπογραφής είτε από τρίτο πρόσωπο, το οποίο συνέπραξε με την κατηγορούμενη......
Επίσης στο διατακτικό διαλαμβάνεται για την αναιρεσείουσα ότι "... εξέδωσε με πρόθεση ... την από 17-3-2009 βεβαίωση, στην οποία ανέγραφε ψευδώς....... Όμως, η διαζευκτική παραδοχή ότι η υπογραφή στην επίμαχη ψευδή βεβαίωση έχει τεθεί είτε από την ίδια την κατηγορουμένη κατ’ απομίμηση της υπογραφής της είτε από άγνωστο τρίτο που συνέπραξε με αυτή, χωρίς να διευκρινίζεται αν ο τρίτος ενήργησε με (συμπρακτική) αυτοβουλία ή πραγματώνοντας σχετική βούληση της κατηγορουμένης ως όργανο της, ώστε να μπορεί και στη δεύτερη περίπτωση η υπογραφή να αποδοθεί στην κατηγορουμένη και να θεωρηθεί αυτή εκδότρια της ψευδούς βεβαίωσης, δημιουργεί ασάφεια ως προς κρίσιμο στοιχείο της κατηγορίας και στερεί την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση.
Ακόμη υπάρχει ελλιπής αιτιολόγηση της καταδικαστικής κρίσης για άμεση συνεργεία της κατηγορουμένης στη χρήση της ψευδούς βεβαίωσης από τον προαναφερόμενο αλλοδαπό, αφού δεν προσδιορίζεται στην απόφαση με ποία συγκεκριμένη ενέργεια, μετά την έκδοση της ψευδούς βεβαίωσης (17-3-2009), η κατηγορουμένη παρέσχε άμεση συνδρομή στον φυσικό αυτουργό της χρήσης ψευδούς βεβαίωσης κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση αυτής, η οποία τελέστηκε πολύ αργότερα (17-3-2013) από την έκδοση της ψευδούς βεβαίωσης.
Επομένως, είναι βάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης με στοιχεία 8.1, 8.2 και 8.4 του αναιρετηρίου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης. Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστές που δεν μετείχαν στη σύνθεση που δίκασε την υπόθεση (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την απόφαση 55/2016 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.
Παραπέμπει την υπόθεση για εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές που δεν μετείχαν στη σύνθεση που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Δεκεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ